Ξεχωριστή τιμή και χαρά αποτελεί σήμερα για το ιστολόγιο η ευγενική παραχώρηση εκ μέρους του κ.Αριστείδη Παναγίδη του κειμένου του που ακολουθεί και η δημοσίευσή του. Μέσα από τα σπουδαία νοήματά του, το κείμενο πραγματεύεται την έννοια του πατριωτισμού στις μέρες μας. Ο λόγος του κ. Παναγίδη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει και των πρόσφατων εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο και των νέων, οξύτατων προκλήσεων που αντιμετωπίζει σήμερα ο Ελληνισμός. Ταυτόχρονα, αποτυπώνει με τον πιο εύστοχο τρόπο, το σύγχρονο πρόσωπο της ηθικής σήψης, της διαφθοράς και της πατριδοκαπηλίας, όπως συχνά εκδηλώνονται στο πλαίσιο του δημόσιου και ιδιωτικού βίου της εποχής μας, υπονομεύοντας -εκ των έσω, ύπουλα και συστηματικά, το παρόν και το μέλλον της κοινωνίας μας, της πατρίδας μας και του λαού μας, σε Ελλάδα και Κύπρο.
Σκυμμένοι από το παραθύρι Και του προσώπου μας οι γύροι η ίδια μας ήτανε ψυχή. Η συννεφιά, χλωμή σα θειάφι, θάμπωνε αμπέλι και χωράφι, ο αγέρας μεσ’ από τα δέντρα με κρύφια βούιζε ταραχή, η χελιδόνα, με τα στήθη, γοργή, στη χλόη μπρος – πίσω εχύθη.
Η «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος» ήταν το επίσημο έντυπο της Διοικήσεως. Κυκλοφόρησε από τις 7 Οκτωβρίου 1825 μέχρι τις 23 Μαρτίου 1832. Επί επτά συνεχόμενα έτη κάλυπτε τις ανάγκες της Κυβερνήσεως και είναι προδρομικό έντυπο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.
Κυκλοφορούσε δύο φορές την εβδομάδα, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή ή Σάββατο, συνήθως τετρασέλιδη, συνοδευόταν και από παραρτήματα. Η αρίθμηση ήταν συνεχής και οι διαστάσεις 29×22 εκ. Ετήσια συνδρομή: τάλαρα δίστηλα 6. Τυπογραφείο: Εθνική Τυπογραφία.
Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, Αίγινα 2 Φεβρουαρίου 1829
Πρόκειται για το ημιεπίσημο, αρχικά, όργανο της Διοικήσεως που πρωτοκυκλοφόρησε στο Ναύπλιο. Διευθυντής της τυπογραφίας της Διοικήσεως και «εφημεριδογράφος» ορίστηκε αρχικά ο Θεόκλητος Φαρμακίδης. Αποτελεί τη μόνη εφημερίδα της εποχής με πανελλήνιο και όχι τοπικό χαρακτήρα.
Η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος δημοσίευε συστηματικά τα Πρακτικά του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού, αλλά περιελάμβανε και πολιτικά, φιλολογικά άρθρα και ποιήματα, δοκίμια για τον πατριωτισμό, σχόλια για την κατάσταση της Ελλάδος και γεωργικές συμβουλές (όπως το πώς φυτεύονται τα γεώμηλα), ειδήσεις του εσωτερικού και του εξωτερικού καθώς και επιστολές των αναγνωστών.
Πληροφορίες αντλούσε από τις εφημερίδες «Ανατολικός Θεατής», «Εφημερίς της Σμύρνης», «Εφημερίς Οδησσού», «Ο Ήλιος», «Συνταγματικός», αλλά και από μία πληθώρα εφημερίδων της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Αυστρίας, της Ιταλίας, της Γερμανίας, της Μάλτας, της Ελβετίας κ.ά.
Γνώρισε αρκετές αλλαγές έδρας. Μεταφέρθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1826 από το Ναύπλιο στην Αίγινα και στις 30 Μαρτίου 1827 στον Πόρο. Ο υπεύθυνος συντάκτης Θεόκλητος Φαρμακίδης παραιτήθηκε από τη θέση του, τον Ιούνιο 1827, «διά περιστάσεις ιδιαιτέρας», αλλά στην πραγματικότητα διαφωνώντας με την εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως «Κυβερνήτου της Ελλάδος».
Προστριβές μεταξύ του Θ. Φαρμακίδη και του Βουλευτικού είχαν προκύψει και νωρίτερα, τον Φεβρουάριο 1827, είχαν όμως ξεπεραστεί με την υποστήριξη των βουλευτών Σπ. Τρικούπη, Εμμ. Αντωνιάδη και Λιβέριου Λιβερόπουλου. Την θέση του Θ. Φαρμακίδη κατέλαβε ο Γ. Χρυσίδης, ο οποίος ήταν υποστηρικτής του Ιωάννη Καποδίστρια. Από τις 22 Ιουνίου 1827 εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο υπό τη διεύθυνση του Γ. Χρυσίδη για να μεταφερθεί και πάλι στην Αίγινα στις 24 Αυγούστου 1827, όπου και παρέμεινε έως τον Οκτώβριο 1830, με ένα μηνιαίο διάλειμμα, οπότε εκδιδόταν στο Άργος.
Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, Αίγινα, 8 Μαρτίου 1830
Από τις 18 Οκτωβρίου μεταφέρθηκε εκ νέου στο Ναύπλιο. Τον Δεκέμβριο 1831, τη θέση του Χρυσίδη, ως αντιπολιτευομένου τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, κατέλαβε ο ηπειρώτης λόγιος και νομικός Ιωάννης Γαλιάτσας, έως τον Μάρτιο της επομένης χρονιάς.
Στις 18 Απριλίου 1832 άλλαξε τον τίτλο της σε «Εθνική Εφημερίς» υπό την διεύθυνση και πάλι του Γ. Χρυσίδη. Τέλος, στις 16 Φεβρουάριου 1833 ο χαρακτήρας της έγινε αποκλειστικά κυβερνητικός και πήρε την ονομασία «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», ονομασία που διατηρεί έως σήμερα. Στις 21 Δεκεμβρίου 1834 μεταφέρθηκε στην Αθήνα.
«Στον αδελφό μου πρότειναν ν’ αλλάξει την πίστη του. Του δείχνουν τον σκοτωμένο πατέρα του και του λέγουν κάθησε να σε κάνουμε Τούρκο. Τότε το παιδί κάνει το σταυρό του και τους απαντά: θα πάω κι εγώ εκεί που πάει ο πατέρας μου. Του ξαναλέγουν· γίνε Τούρκος. Το παιδί όμως ξανακάνει το σταυρό του. Έγινε από το αίμα του σταυρός…». Νικηταράς
Ήταν μεσάνυχτα της 15ης προς 16η Οκτωβρίου του 1960, όταν στους δρόμους της Αθήνας ήχησε για τελευταία φορά το «καμπανάκι» του τραμ. Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, στις 19 Ιουλίου του 2004, το τραμ επέστρεψε..
Ο Άγιος Θεράπων βρίσκεται στην οροσειρά του Τροόδους. Είναι χωριό κτισμένο σε υψόμετρο 570 μ. Ανήκει στη γεωγραφική περιφέρεια των κρασοχωρίων. Στα νότια συνορεύει με τις Πάνω Κυβίδες και με την κοινότητα Σούνι – Ζανατζιά, στα βορειοδυτικά με τον Άγιο Αμβρόσιο, στα δυτικά και νοτιοδυτικά με το Βουνί, στα ανατολικά και νοτιανατολικά με τη Λόφου και στα βορειοανατολικά με την Άλασσα.
Το παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής της νέας Επιβατινής βρίσκεται μέσα στον αυλόγυρο της εκκλησίας των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στο Μέγα Ρεύμα Κωνσταντινουπόλεως. Ο ναΐσκος της Αγίας Παρασκευής κατασκευάστηκε μετά την πυρκαγιά του 1798, τον Ιανουάριο 1799. Η χρονολογία αυτή αναφέρεται πάνω στο βόρειο τοίχο προς την γωνία του μικρού ιερού βήματος. Το παρεκκλήσιο αυτό δεν αφιερώθηκε στην Αγία Παρασκευή την από την Ρώμη καταγόμενη (26 Ιουλίου), αλλά στην Νέα, την επονομαζόμενη «Επιβατιανή». Το λείψανο της αγίας ως το 1642 εφυλάσσετο στον πατριαρχικό ναό, όπου είχε μεταφερθεί από το Βελιγράδι. Σήμερα το τίμιο λείψανο της Αγίας βρίσκεται σε ναό του Ιασίου.
Η οσία Παρασκευή η νέα η Επιβατινή έφθασε σε μεγάλα ύψη αρετής και αγιότητος παρά το γεγονός ότι έζησε τόσο λίγα χρόνια πάνω στη γη. Το άφθαρτο Λείψανό της εδώ και δέκα αιώνες είναι ένα μεγάλο θαύμα καθώς ομοιάζει μ’ ένα ζωντανό άνθρωπο ο όποιος κοιμάται. Φυλάσσεται στο Ιάσιο της Ρουμανίας, μέσα σε ασημένια λειψανοθήκη, και παραμένει μιά αστείρευτη πηγή ιάσεων και ευλογίας για κάθε πιστό και για τους λαούς ολόκληρης της Βαλκανικής, που τόσο δοκιμάστηκαν στην πάροδο της ιστορίας.
Το άγχος είναι του διαβόλου. Όταν βλέπετε άγχος, να ξέρετε ότι εκεί έχει βάλει την ουρά του. Ο διάβολος δεν πηγαίνει κόντρα. Αν υπάρχει μια τάση, σπρώχνει και αυτός, για να ταλαιπωρήσει και να πλανήσει τον άνθρωπο.
Μιά φορά ήταν μιά γυναίκα. Εις τη στράταν της μιάν ημέρα εσυνάντησε τον Ιησού Χριστό. Τον Χαιρέτησε, του έβαλε μετάνοια, του φίλησε το χέρι και του λέγει:
– Σε περιμένω αύριο να ‘ρθεις στο σπίτι μου. Θα κάμω ετοιμασία. Θα’ ρθείς; – Θά έρθω, αποκρίθηκε Εκείνος.
Η αγία νεομάρτυς Χρυσή μαρτύρησε στις 13 Οκτωβρίου 1795. Καταγόταν από τα μέρη της κεντρικής Μακεδονίας, από το χωριό Σλάτινο της Επαρχίας Αλμωπίας του νομού Πέλλης, που σήμερα ονομάζεται πια προς τιμήν της Αγίας «Χρυσή».Οι γονείς της ήταν Χριστιανοί, φτωχοί και άσημοι άνθρωποι και είχαν τέσσερες κόρες.
Η Ελληνική σημαία κυματίζει ξανά στον Ιερό Βράχο της Ακροπόλεως
12 Οχτώβρη 1944
Η μακριά σκοτεινή ματωμένη πορεία μας έφτασε στην κορυφή. Ο Θεός είναι εκεί και τώρα θα ευλογήσει τα δάκρυα της λαχτάρας και της πίκρας μας. Ανοίγω διάπλατα τα παράθυρα. Φως, ήλιος, καθαρός ουρανός. Μαζί με τα παιδιά μου παρακολουθούμε με κατάνυξη θρησκευτική ένα σημείο απέναντι στην Ακρόπολη. Αυτό είναι ο κόσμος όλος.
Πανηγυρισμοί στα μπαλκόνια, στους δρόμους και τις γειτονιές!
Ένας γερμανός στρατιώτης υποστέλλει την σημαία τους και αναχωρεί βιαστικά… Και βλέπομε τη γερμανική σημαία σιγά – σιγά να υποστέλλεται, να εξαφανίζεται σαν να την κατάπιε ο Ιερός Βράχος. Και να αρχίζει να ανεβαίνει στον ιστό το αγαπημένο χρώμα του ουρανού μας. Τα θολωμένα μάτια μου δεν μπορούν πια να δουν. Όταν έχω στεγνώσει βιαστικά τα δάκρυα, η γαλανόλευκη κυματίζει περήφανα.
Μία από τις ηρωικότερες περιόδους της εκκλησιαστικής μας ιστορίας είναι και η περίοδος της Εικονομαχίας (726-842), κατά την οποία ανεδείχθησαν πλήθος ομολογητών της Ορθοδόξου Πίστεως. Υπερασπίσθηκαν με σθένος την Ορθοδοξία, ορθώνοντας το ανάστημά τους στους διώκτες των Ιερών Εικόνων, οι οποίοι έχοντας την αυτοκρατορική δύναμη, δίωκαν με μανία τους ομολογητές της Ορθοδοξίας.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]