«Όχι άλλο σαν εγύρισε ο νους σου σαν ανέμη, εμένα μια μελαχροινή στέκει και μ’ ανημένει. Σα θέλεις Άη Γιάννη μου να ‘νάφτω τα κεριά σου κάνε με γειτονόπουλο με τη γειτόνισσά σου!» (Χορός Πρινιώτης, Κρήτη)
Όταν ο στρατός κατοχής έμπαινε στην πρωτεύουσα, τον Απρίλη του 1941, είχε πια συμπληρωθεί το έργο της απόκρυψης των αρχαίων θησαυρών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (ΕΑΜ). Έξι ολόκληρους μήνες, όσο κράτησε το Αλβανικό έπος, χρειάσθηκαν για να φυλαχθούν τα αρχαία μας που για την τύχη τους τόσο ανησύχησε ο λαός μας, στο άκουσμα του πολέμου. Η όψη του μουσείου τον Απρίλη του 1941, γυμνωμένου από όλο το περιεχόμενό του, ήταν μια εικόνα ερήμωσης. Οι τοίχοι γυμνοί, τα δάπεδα πολλών αιθουσών σκαμμένα για να ταφούν μερικά αγάλματα, οι προθήκες άδειες… Μιλώ για το παλαιό κτήριο του Ziller· η νέα πτέρυγα της οδού Μπουμπουλίνας μόλις είχε παραδοθεί.
Οι άδειοι χώροι του παλαιού κτηρίου έγιναν σύντομα πολύτιμοι με την κατάληψη πολλών υπηρεσιών από τις δυνάμεις της κατοχής. Όλες οι υπηρεσίες του Κεντρικού Ταχυδρομείου μεταφέρθηκαν στις αίθουσες του Μουσείου δεξιά από τα προπύλαια και εκεί έμειναν ως το τέλος του πολέμου. Στο μεγάλο κεντρικό τμήμα του, εκεί που ήταν η Μυκηναϊκή και Αιγυπτιακή αίθουσα, στεγάστηκε η Κρατική Ορχήστρα. Σε μια αίθουσα της μεσημβρινής πλευράς προς την οδό Τοσίτσα, απομονωμένη με τοίχο από τις άλλες του Ταχυδρομείου, φυλάχτηκαν κιβώτια με αρχαία της αιγυπτιακής συλλογής και άλλα.
Στη δυτική πλευρά, αριστερά από τα προπύλαια, καθώς και σε όλη τη βορεινή, τάφηκαν ένα πλήθος αρχαία, πρώτος ο κολοσσιαίος κούρος του Σουνίου, όσα δεν μεταφέρθηκαν στα υπόγεια. Πώς έγινε αυτό, θα το εξηγήσω αμέσως. Τα πατώματα του Μουσείου με τα ωραία μωσαϊκά του 19ου αι. ήσαν στρωμένα πάνω σε επίχωση. Αυτή η επιχωμάτωση ύψους αρκετών μέτρων αποτελούσε το μόνο στερεό βάθρο του κτηρίου, που το συγκρατούσαν οι εξωτερικοί τοίχοι. Καθιζήσεις γίνονταν παροδικά στις παρυφές δύο αιθουσών και για την εξασφάλιση των μεγαλυτέρων αγαλμάτων είχαν σφηνωθή στα μέλη τους βαριά σίδερα.
Καθώς λοιπόν το παλαιό κτήριο δεν είχε υπόγεια αλλά μόνο χώμα, σωτήρια για τη φύλαξη των αρχαίων στάθηκαν τα υπόγεια κυρίως της νέας πτέρυγας (ισόγεια από την εσωτερική αυλή) προς την οδό Ηρακλείου και Μπουμπουλίνας. Εκεί, έξι ολόκληρους μήνες, συγκεντρώνονται τα γλυπτά, τα χάλκινα και τα πήλινα (αγγεία και ειδώλια). Πολύ πρωί, πριν να δύση η σελήνη, συγκεντρώνονταν στο Μουσείο όσοι είχαν αναλάβει την εργασία τούτη, νύκτα έφευγαν το βράδυ για να πάνε στα σπίτια τους.
Η φύλαξη των γλυπτών έγινε ανάλογα με τη σημασία του καθενός, μέσα σε κάθε κιβώτιο ή πάνω στο χώμα. Αρκετά σπουδαία αγάλματα μεταφέρθηκαν σε φυσικά κρησφύγετα της Αθήνας για να αποφευχθεί η συγκέντρωση σε έναν τόπο. Τα μεγάλα χάλκινα αγάλματα σκεπάστηκαν, πριν ταφούν, με μαύρα πισσόχαρτα, με πίσσα αλείφτηκαν μέσα και έξω οι κάσσες, μια αναγκαία προφύλαξη από την υγρασία. Όλο το πλήθος των μικρών χαλκίνων φωτογραφήθηκε πριν από τον εγκιβωτισμό τους. Αυτά γίνονταν κάτω στα υπόγεια, ενώ ψηλά, στο παλαιό κτήριο, ο παλαίμαχος μακαρίτης γλύπτης Ανδρέας Παναγιωτάκης εφρόντιζε για το κατέβασμα κολοσσικών αγαλμάτων σε βαθείς λάκκους.
Ο τότε Έφορος των γλυπτών Γιάννης Μηλιάδης κατεύθυνε και ρύθμιζε την εργασία αυτή. Αλλά προβλήματα παρουσίασαν οι πολλές χιλιάδες της Συλλογής αγγείων και μικροτεχνημάτων και δεν θα ήταν δυνατόν το περιτύλιγμα τόσου πλήθους μικρών αντικειμένων χωρίς την αυθόρμητη βοήθεια και λίγων ξένων αρχαιολόγων. Το όνομα του μακαρίτη Otto Walter, Διευθυντού του Αυστριακού Ινστιτούτου, αξίζει να μνημονευθή με ξεχωριστή ευγνωμοσύνη, όπως και του Άγγλου Allan Wace, για τη συμπαράστασή τους στη φύλαξη των αρχαίων της Μυκηναϊκής Συλλογής.
Σε όλη την εργασία του ξεριζώματος και του εγκιβωτισμού των αρχαίων της συλλογής, αγγείων και μικροτεχνημάτων, πρωτοστατούσε ο μακαρίτης αρχιτεχνίτης Γεώργιος Κοντογιώργης, ένας από τους τεχνίτες του Μουσείου που τόσα πρόσφεραν και προσφέρουν στην ανάδειξη και την ασφάλεια των αρχαίων. Ξεχωριστή μέριμνα δόθηκε στη συγκέντρωση και τον εγκιβωτισμό των πολυτίμων αντικειμένων της συλλογής, χρυσών, δακτυλιολίθων κ.ά. Αφού κλείστηκαν σε κάσσες, σφραγίσθηκαν και στάλθηκαν μαζί με τις κάσσες των πολυτίμων της Μυκηναϊκής Συλλογής στην Τράπεζα της Ελλάδος. Στα βαθειά υπόγειά της φυλάχθηκαν όλοι οι θησαυροί αυτοί στα χρόνια του πολέμου και ύστερα, έως ότου τελείωσαν οι κτηριακές εργασίες.
Επιτροπές από άλλους ανωτάτους υπαλλήλους παραλάμβαναν από τους υπευθύνους του Μουσείου τα αρχαία πριν εγκιβωτιστούν. Η αρίθμηση των κιβωτίων γινόταν με προσοχή, πρωτόκολλα σχηματίζονταν. Για το ενδεχόμενο βομβαρδισμού του Μουσείου, όλα τα υπόγεια όπου αποτέθηκαν τα γλυπτά, τα μικροτεχνήματα και τα χάλκινα σκεπάστηκαν έως ψηλά με ένα παχύ στρώμα στεγνής άμμου, ενώ εξωτερικά όλα τα παράθυρα εκρύφθηκαν με απανωτούς σάκκους άμμου.
Όσες γωνιές του Μουσείου απόμειναν ελεύθερες χρησιμοποιήθηκαν σιγά – σιγά για διαφόρους σκοπούς. … Για τα γραφεία των υπαλλήλων του Μουσείου έμεινε μόνο το πρώτο πάτωμα της νέας πτέρυγας, προς την οδό Τοσίτσα και Μπουμπουλίνας. Εκεί συγκεντρώθηκε και η άχρηστη πια σκευή του, το πλήθος των άδειων προθηκών, αλλά και τα κιβώτια με το περιεχόμενο ενός άλλου Μουσείου, του Εθνολογικού Μουσείου του Αγώνα. … Αρκετοί πίνακες της Εθνικής Πινακοθήκης, μικροί και μεγαλύτεροι, καθώς και τα Γενικά Αρχεία του Κράτους ασφαλίστηκαν στους φιλόξενους χώρους του Εθνικού Μουσείου. …
Η σημαντικότερη ζημία έγινε στο παλαιό κτήριο τις ημέρες του Δεκεμβριανού εφιάλτη. Βόμβες έπεσαν στη στέγη που ήταν όλη ξύλινη, δεν έφθασαν όμως έως τα αρχαία μάρμαρα τα θαμμένα βαθειά στο χώμα. Μια τελευταία περιπέτεια δεν κράτησε ευτυχώς πολύ. Όταν το Υπουργείο Προνοίας έφυγε από το επάνω πάτωμα της νέας πτέρυγας, χρησίμευσε όλο τούτο, ύστερα από τα Δεκεμβριανά, για φυλακές των κρατουμένων. Διάλυση, χάος, ερήμωση του σεβαστού κτηρίου, αβάσταχτο κρύο στους χειμώνες της πείνας, η ανία του ατέλειωτου καλοκαιριού, δεν ήταν ωστόσο αρκετά για να διώξουν την πίστη τη ριζωμένη βαθειά, ούτε να κλονίσουν τη συναίσθηση της υποχρέωσης να φρουρηθούν τ’ αρχαία μας από την ανθρώπινη μανία της καταστροφής. Αντίθετα, τόνωναν τον ενθουσιασμό των υπευθύνων και όταν τελείωσαν τα δεινά, άναψε η θέρμη για τον ξαναγεννημό του Εθνικού Μουσείου.
* Αποσπάσματα από κείμενο της αρχαιολόγου Σέμνης Καρούζου, που είχε δημοσιευτεί στα Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (Αθήνα, 30 Μαρτίου – 3 Απριλίου 1967).
Η Σέμνη Καρούζου, το γένος Παπασπυρίδη, έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, στις 8 Δεκεμβρίου 1994, έχοντας καταφέρει να διαγράψει σπουδαία πορεία στο επιστημονικό πεδίο όπου δραστηριοποιήθηκε επί πολλές δεκαετίες (χρόνος υπηρεσίας 1921-1964). Η γεννηθείσα το 1897 Καρούζου υπήρξε σύζυγος του διακεκριμένου αρχαιολόγου και ακαδημαϊκού Χρήστου Καρούζου, διευθυντή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (ΕΑΜ) από το 1942 έως το 1964. Η Καρούζου, αφού εργάστηκε αρχικά ως επιμελήτρια αρχαιοτήτων στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, διετέλεσε έφορος της Συλλογής Αγγείων και Μικροτεχνίας του ΕΑΜ από το 1933 έως το 1964.
«Δυστυχώς ήλθε ο πόλεμος και οι Έλληνες αρχαιολόγοι υπέστησαν τη σκληρή δοκιμασία να ξηλώσουν οι ίδιοι με τα χέρια τους τα Μουσεία μας δια να κρύψουν και διαφυλάξουν τα αρχαία από τους κινδύνους του πολέμου»
Ένα συγκλονιστικό βίντεο ντοκουμέντο για την επιχείρηση κατάχωσης των αρχαίων αγαλμάτων και θησαυρών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου σε υπόγειους και πλαϊνούς χώρους του κτηρίου από τους υπαλλήλους του, τον Δεκέμβρη του 1940, προκειμένου να σωθούν από τη λεηλασία, τη βαρβαρότητα και τους βομβαρδισμούς του πολέμου που ξεκινούσε… Τα αρχαία, αφού καταχώθηκαν με κάθε προφύλαξη και προσοχή, καταγράφηκαν σε λεπτομερείς καταλόγους που τηρούσαν οι άνθρωποι του μουσείου και έμειναν καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής σκεπασμένα με τόνους χώμα και άμμο, προκειμένου να κρυφτούν από τον εχθρό και να αντέξουν σε πιθανούς κραδασμούς από βομβαρδισμούς και επιθέσεις. Όταν οι Ναζί μπήκαν στην Αθήνα βρήκαν το μουσείο άδειο. Το κτήριο επιτάχθηκε και κατέστη χώρος υπηρεσιών των Γερμανών. Στα υπόγεια και μέσα στους σκαμένους τοίχους του τα αρχαία αγάλματα αναπαύονταν προφυλαγμένα περιμένοντας -και αυτά- την ώρα της λευτεριάς!
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Ελευθέριος, εικόνα από τον ιερό ναό Αγίου Ελευθερίου Βουκουρεστίου (sfelefterie.ro)
Διάκονος στα 15 του και Επίσκοπος Ιλλυρίας μόλις στα είκοσί του χρόνια, ο Άγιος Ιερομάρτυς Ελευθέριος ο Θαυματουργός, έλαμψε σαν ολόφωτος αστέρας της θείας Χάριτος στο Ορθόδοξο στερέωμα. Η αγία ζωή του και η ποιμαντική αξιοσύνη του ήταν τόσο μεγάλες, ώστε έφθασαν στα πέρατα του Ρωμαϊκού κόσμου, φέρνοντας στον Χριστιανισμό τον βρετανό βασιλιά και ολόκληρο τον λαό της Βρετανίας. Το μίσος και η μανία των ειδωλολατρών ηγεμόνων της Ρώμης δεν άργησαν να ξεσπάσουν σε βάρος του. Μετά από φρικτά βασανιστήρια, ο Άγιος Ελευθέριος μαρτύρησε μαζί με την αγία μητέρα του Ανθία, δι’ αποκεφαλισμού, αφού τα λιοντάρια, που έστειλαν εναντίον του οι Ρωμαίοι δήμιοι στην αρένα της Ρώμης, τον προσκύνησαν αντί να τον κατασπαράξουν! Για τον λαό μας, στα αβάσταχτα χρόνια της οθωμανικής σκλαβιάς αλλά και της γερμανικής κατοχής, το όνομα του Αγίου Ελευθερίου ταυτίστηκε με τον πόθο για την ελευθερία, για τούτο και δινόταν συχνά στα Ελληνόπουλα. Ο άγιος Ελευθέριος είναι ο προστάτης άγιος των εγκύων και επιτόκων γυναικών, αλλά και των μαιών και των ιατρών μαιευτήρων – γυναικολόγων.
Καλάβρυτα, Δευτέρα, 13 Δεκέμβρη του 1943. Η καμπάνα της Μητρόπολης άρχισε να χτυπά από τα ξημερώματα. Σε λίγο ήρθε η διαταγή να συγκεντρωθούν όλοι οι κάτοικοι της πόλης στο Δημοτικό Σχολείο, έχοντας μαζί τους μια κουβέρτα και τρόφιμα για μια μέρα. Νέοι, γέροι, γυναίκες και παιδιά συγκεντρώθηκαν, ανήσυχοι, στο σχολείο. Οι Γερμανοί και οι γερμανοντυμένοι συνεργάτες τους, «Έλληνες» των Ταγμάτων Ασφαλείας, προσπάθησαν να καθησυχάσουν τον κόσμο. Ό,τι είχαν να κάνουν στα Καλάβρυτα, το είχαν κάνει τις προηγούμενες μέρες. Είχαν πάρει στα χέρια τους καταλόγους με τα ονόματα των ανταρτών και των οικογενειών τους, είχαν κάψει και γκρεμίσει τα σπίτια τους, μια και δεν τους βρήκαν εκεί.
Σημαντική προσωπικότητα της ελληνικής λαογραφίας, ο Κίτσος Μακρής, ο οποίος αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην έρευνα και τη μελέτη της ελληνικής λαϊκής τέχνης, απεβίωσε στις 12 Δεκεμβρίου 1988. Ο Κίτσος Μακρής γεννήθηκε στη Λάρισα, στις 2 Σεπτεμβρίου 1917, και υπήρξε γόνος μιας οικογένειας με πνευματικά και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα, που εγκαταστάθηκε στον Βόλο, το 1926.
Με τη σύζυγό του Κυβέλη
Η πνευματική άνθηση και η καλλιτεχνική πρωτοπορία του Βόλου, που συμβάδιζαν με την οικονομική ανάπτυξη του τόπου εκείνη την εποχή, έδωσαν στον Κίτσο τα πρώτα ερεθίσματα για την ενασχόλησή του με τον χώρο της τέχνης. Από τη νεαρή του κιόλας ηλικία ο Μακρής ήταν δραστήριο μέλος του συλλόγου «Φίλοι των Γραμμάτων» και αρθρογραφούσε στη φιλολογική στήλη της εφημερίδας «Η Θεσσαλία», ενόσω εργαζόταν ως τυπογράφος στην επιχείρηση του πατέρα του.
Όταν βλέπουμε ένα παιδί να είναι σκυμμένο και ονειροπαρμένο σε βιβλίο παραμυθιού, όταν ξεφυλλίζει και περιδιαβαίνει τις εικόνες του και βάζει τη δική του φαντασία να εξιστορεί των εικόνων τα μηνύματα αγνοώντας τα λόγια του συγγραφέα, τότε είμαστε πιο βέβαιοι για το μέλλον του.
Όταν το παιδί πρωτοβιώνει τον κόσμο, κατανοεί την πραγματικότητα κυρίως μέσα από φαντασιακές προσλήψεις της ίδιας της πραγματικότητας. Φτιάχνει κόσμους μεταφυσικούς, χωρίς να ασχολείται με υπαρξιακά προβλήματα. Ταξιδεύει με τα όνειρά του, που υπερχειλίζουν τις υποδοχές των αισθήσεών του -και τα βιβλία χαρίζουν ασύνορους τόπους γι’ αυτό.
Και πάλι τα βιβλία θα είναι μπροστά του, όταν ρίχνει τους πρώτους σπόρους ορθολογισμού με τη θεσμική γνώση του σχολείου αλλά και με την άτυπη γνώση της προσχολικής ηλικίας, που το ετοιμάζει για το μεγάλο, το γοητευτικό ταξίδι.
Όταν το παιδί αρχίζει να δημιουργεί λέξεις και έννοιες, σκέψεις και προτάσεις και να τις αντιστοιχεί με το περιβάλλον του, όταν η καλλιέργεια των αριθμών και των μετρήσεων το εισάγει στον κόσμο του «συγκεκριμένου» με την ολοένα και πιο έντονη σχολική ζωή του, και έτσι περνάει στο κατώφλι του όμορφου κόσμου της λογικής μειώνοντας σιγά – σιγά τις άκρες της φαντασίας του, αλλά χωρίς να ποτέ να την μηδενίσει (αντίθετα δίνοντάς της νέες μορφές) και, όταν αργότερα επιστρέφει από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο μέσα από τα απέραντα πεδία των σημασιολογήσεων και των ερμηνειών, και πάλι κάποια βιβλία θα είναι μπροστά του για να το καθοδηγήσουν. Γιατί στα βιβλία είναι η κατασταλαγμένη εμπειρία και σοφία του ανθρώπου και απ’ εδώ ξεκινάει το ταξίδι του πνεύματος.
Όταν το παιδί ενοικεί τον ρόλο του αναγνώστη, πολλά πράγματα συμβαίνουν -κάποια απ’ αυτά δεν θα τα αντιληφθεί αλλά θα το επηρεάσουν αδιόρατα και θα τα βρει μπροστά στη ζωή του ως ηθική, ως αισθητική και ως συναισθηματική καλλιέργεια του εαυτού του. Στην παιδική ηλικία ανοίγει και διευρύνεται εντυπωσιακά ο πνευματικός ορίζοντας του ανθρώπου καθορίζοντας, σε μεγάλο βαθμό, την όλη πνευματική πορεία του.
Αν το παιδί μάθει από νωρίς τα μυστικά του διαβάσματος, αν νιώθει την ομορφιά και την απόλαυση των νοημάτων, αν χαίρεται και απολαμβάνει τη γνώση, ως σταθερή αξία, που είναι διαμάντι παντοτινό, τότε είναι βέβαιοι οι όλο και πιο ευρείς και διαρκώς ανοιχτοί ορίζοντες της ζωής του. Έχει θεμελιώσει μια αγωνιστική και δημιουργική αντίληψη για τη ζωή! Έχει πίστη στον εαυτό του.
Εορτάζει σήμερα, 12 Δεκεμβρίου, το απέριττο εκκλησάκι του Αγίου Σπυρίδωνα στην Παλαιά Χώρα της Αίγινας. Είναι το μοναδικό εκκλησάκι στην Αίγινα που είναι αφιερωμένο στον Άγιο Σπυρίδωνα που η μνήμη του, κατά τα άλλα, τιμάται σε όλες τις ενορίες του νησιού.
Ο απλός και ταπεινός βοσκός από τη μαρτυρική Άσσια της Κύπρου, που εποίμανε έναν ολόκληρο λαό και έσωσε αμέτρητες φορές τους πιστούς και την νήσο της Κέρκυρας από φοβερές συμφορές. Με την αγία ζωή του και την απέραντη ευσπλαχνία του κατέστη κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος και η θεία Χάρις τον αξίωσε να επιτελεί πλήθος θαυμάτων ενόσω ζούσε και έως και σήμερα σε όσους προστρέχουν στην προστασία του, ενώ κατατρόπωσε τον Άρειο ενώπιον της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, εξηγώντας θαυμαστά το μυστήριο της Αγίας Τριάδος με ένα απλό κεραμίδι.
Για τη μητέρα της Θεοτόκου Άννα, δεν αναφέρουν τίποτα σχετικό τα Ευαγγέλια, ούτε τα υπόλοιπα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Σύμφωνα όμως με την παράδοση της Εκκλησίας, ο Ιερέας Ματθάν, κάτοικος της Βηθλεέμ, απέκτησε τρεις θυγατέρες: τη Μαρία, τη Σοβή και την Άννα. Η Μαρία, αφού παντρεύτηκε στη Βηθλεέμ, γέννησε εκεί την Ελισάβετ, τη μητέρα του Ιωάννη του Βαπτιστή.
Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία… Οδυσσέας Ελύτης, «Μαρία Νεφέλη»
Στίχοι που ακινητούν στον χρόνο και στις καρδιές μας το σύντομο και φευγαλέο πέρασμα από τη ζωή ενός τρυφερού ποιητή, μουσικού και ερμηνευτή, του Παύλου Σιδηρόπουλου, που έφυγε στις 6 Δεκεμβρίου 1990. Μικρό αφιέρωμα και η μεγάλη αλήθεια του σε μια προσωπική του κατάθεση για τα ναρκωτικά…
Πέρασε από τη ζωή και άφησε το στίγμα του βαθιά χαραγμένο στην ελληνική μουσική σκηνή. Ήταν αυτός που συνδύασε το ροκ και το μπλουζ με την παραδοσιακή μουσική της Ελλάδας. Όπως και με τα ρεμπέτικα. Άφησε πίσω του αξιοσημείωτη μουσική κληρονομία, παρ’ όλο που έζησε μόλις μέχρι την ηλικία των 42 ετών. Μια κληρονομιά με αντοχή στον χρόνο και επιρροή στους καλλιτέχνες που ακολούθησαν τα βήματά του. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος πήρε τη ροκ και την έκανε ένα βαθύτατα προσωπικό μουσικό ιδίωμα, γινόμενος ένας από τους πρωτεργάτες της ελληνικής μουσικής σκηνής.
Η Άρνη (ή Αρνάς) είναι χωριό της Άνδρου στον Δήμο Υδρούσας. Βρίσκεται στην ορεινή ενδοχώρα του νησιού, χτισμένη σε υψόμετρο 500 μ. και είναι πλούσια σε νερά και βλάστηση. Λέγεται από παλιά πως το νερό της Άρνης έχει την ιδιότητα, όποιος το πίνει, να ξεχνά εκείνους που αγαπά. Έτσι, όποιος δεν ήταν εύκολο να ξεχάσει ανθρώπους που αγάπησε αληθινά και τον πλήγωσαν, έπινε της Άρνης το νερό για να τους λησμονήσει και να ξεφύγει από τη σκέψη τους που τον βασάνιζε.
Η κουμαριά είναι φυτό με ελάχιστες απαιτήσεις, αναπτύσσεται σε ξηρές και πετρώδεις πλαγιές με καλά αποστραγγιζόμενα και σχετικά όξινα εδάφη. Πλούσιο και βαθύ, το έρπον ριζικό της σύστημα εκμεταλλεύεται την υγρασία του εδάφους, ενώ παράλληλα το προστατεύει από τη διάβρωση. Το ύψος της κυμαίνεται συνήθως από 2-3 μ., αλλά μπορεί να φτάσει έως και 12 μ.
Τα άφθαρτα λείψανα πάμπολλων αγίων της Εκκλησίας μας μαρτυρούν την παρουσία των ακτίστων ανεργιών του Θεού σε αυτούς, οι οποίοι υπήρξαν, με την πίστη τους και την αγία ζωή τους, σκεύη πολύτιμα της θείας χάριτος. Ένας από τους αγίους που αξιώθηκαν της αφθαρσίας είναι και ο άγιος Πατάπιος, του οποίου το σεπτό σκήνωμα παραμένει άφθορο για χίλια επτακόσια χρόνια!
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]