Στο μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων. Έσπερε φρουρέ για να λάμπεις πλάι, στο ουρανί Αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται Ν’ αναγγέλλω την αυγή από τα ψηλά του βράχια Τα δυο μάτια μου αγκαλιά σε πλέουνε με το άστρο Της σωστής μου καρδιάς: Δεν ξέρω πια τη νύχτα.
«Είχα μια θάλασσα στο νου κι ένα περβόλι, περιβόλι τ’ ουρανού»
Μπήκαμε πια για τα καλά στο καλοκαίρι και η μεγάλη πρωταγωνίστρια των διακοπών, του ρεμβασμού, των ξένοιαστων ημερών και των ονειρεμένων ταξιδιών, η θάλασσα, είναι και πάλι εδώ! Αιώνια, αέναη, απέραντη, γαλάζια και διάφανη, δροσερή, παιχνιδιάρα, πλανεύτρα και ερωτική, με χίλιους τρόπους ντύνει στο χρώμα της και στους κυματισμούς της τις ωραιότερες στιγμές και αναμνήσεις μας από το καλοκαίρι! Ας την απολαύσουμε και φέτος μέσα από μικρές ή μεγαλύτερες αποδράσεις στην αγκαλιά της, στις ακρογιαλιές της, στην ανεμελιά της! Ας δούμε ακόμα πώς την αποτύπωσε ο λόγος των ποιητών και των στιχουργών μας, μέσα από μερικά πολυαγαπημένα τραγούδια που μιλούν για αυτή τη Ρήγισσα των διακοπών μας:
Αγία Μαρίνα, Αίγινα
Μυρτιά
Είχα μια θάλασσα στο νου κι ένα περβόλι, περιβόλι τ’ ουρανού. Την ώρα π’ άνοιγα πανιά για την απάνω γειτονιά.
Στα παραθύρια τα πλατιά χαμογελούσε μια μυρτιά. Κουράστηκα να περπατώ και τη ρωτώ και τη ρωτώ.
Πες μου, μυρτιά, να σε χαρώ Πού θα βρω χώμα, θα βρω χώμα και νερό να ξαναχτίσω μια φωλιά για της αγάπης τα πουλιά;
Στα παραθύρια τα πλατιά είδα και δάκρυσε η μυρτιά. Την ώρα π’ άνοιγα πανιά για την απάνω γειτονιά.
Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ Γιά να σε κοιμηθῶ(3) παράνομα Καί να βρίσκω βαθιά στήν ἀγκαλιά σου Κομμάτια πέτρες τα λόγια τῶν Θεῶν Κομμάτια πέτρες τ’ ἀποσπάσματα τοῦ Ἡράκλειτου.(4)
(Οδυσσέας Ελύτης, «Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά», εκδ. Ίκαρος 1971)
Λεξιλόγιο: (1) άψινθος: αρωματικό φυτό, (2) Και μετά την καταστροφή της Σμύρνης (1922) ο ελληνικός πολιτισμός επιβιώνει ως μνήμη και ως αίσθηση της ζωής. (3) «Να σε κοιμηθώ·» η έκφραση από τον Μακρυγιάννη: να ενωθώ ερωτικά μαζί σου. (4) Ηράκλειτος· ο περίφημος Εφέσιος φιλόσοφος (540-480).
Στη «Μικρή Πράσινη Θάλασσα», από τα πιο λεπτά και ευαίσθητα ποιήματα του Ελύτη, η Κόρη – Ποίηση οδηγεί τον ποιητή προς μία ερωτική βίωση της ελληνικής παράδοσης. Στο ποίημα αυτό είναι πολύ φανερή η θαλασσινή οντότητα της Κόρης, όπως η αντίστοιχη καταγωγή της ποίησης του Ελύτη. Επιθυμία του ποιητή είναι το μικρό κορίτσι να μαθητεύσει εκεί που έθαλλε το κάλλος και η σπιρτάδα της ιωνικής σκέψης που τόσο έχει ελκύσει τον Ελύτη. Η επανάληψη της τρυφερής επίκλησης οδηγεί την Κόρη στο μυστήριο του φωτός, κεντρικό θέμα στην ποίησή του, και στο πώς μπορεί να κατανοήσει τη μεταφυσική του ήλιου. Να μάθει να προσεγγίζει τον κόσμο με τις αισθήσεις (ακούσεις, κρατούν) και να δεθεί με την παράδοση, τόσο τη μακρινή όσο και τη χτεσινή, των γονιών του (στ. 13-14) κι ακόμη εκείνη της Ορθοδοξίας (στ. 15-16), αλλά και της ελληνικής φύσης (στ. 17-18). Στο τέλος του ποιήματος με μία αντιστροφή των πραγμάτων μαθητής γίνεται ο ποιητής, ο οποίος μέσα από τη μυητική διαδικασία του έρωτα θα μπορέσει να ψηλαφήσει και να μάθει τα όσα ελάχιστα έχουν φτάσει ως αυτόν» (πηγή: Στέφανος Διαλησμάς, «Η ποίηση και ο ποιητής στον Ελύτη», ΠΕΦ, Σεμινάριο 23, Οδυσσέας Ελύτης, Αθήνα, 1977, σ. 74-85, σε: ebooks.edu.gr).
Στύρα Ευβοίας
Εφάπαξ
Όλη μου τη ζωή, κρυβόμουνα γιατί το ‘θελα μα φοβόμουνα να φύγω. Κάποτε αγάπη έλεγα αυτή την ενοχή μα τώρα μ’ εκδικείται λίγο-λίγο.
Όλη μου τη ζωή μου ‘βγαινε η ψυχή κάτι να θυμηθώ, κάτι ν’ αρχίσω. Να ‘ναι καλοί οι φίλοι κι οι λογαριασμοί και να μη χρειαστεί να τα σκαλίσω, κάτι να θυμηθώ κάτι ν’ αρχίσω.
Μου ‘μάθαν να μισώ, ν’ αρκούμαι στο μισό να χάνω, να κερδίζω, να ποντάρω. Να παίρνω διαταγές, να σπάω επιταγές, σε κάθε ευκαιρία να κορνάρω.
Κύθηρα, Κυριακουλού
Να σφίγγω τα λουριά, με τόση μαστοριά, να βρίσκω μία λύση στο ποδάρι, να κλείνω τα παντζούρια και μόνη συντροφιά, να σφίγγω πιο πολύ το μαξιλάρι, να βρίσκω μία λύση στο ποδάρι.
Όλη μου τη ζωή, μια δεύτερη κρυφή, αγέννητη η ζωή μ’ ακολουθούσε. Δεν κοίταζε στα μάτια, δεν ήταν φορτική, δε μίλαγε μα όλα τα ζητούσε, μια θάλασσα μικρή μ’ ακολουθούσε.
Θάλασσα, θάλασσα τους θαλασσινούς θαλασσάκι μου Μην τους θαλασσοδέρνεις, θαλασσάκι μου και φέρε το πουλάκι μου.
Ροδόσταμο, ροδόσταμο να γίνεσαι θαλασσάκι μου Τη ρότα τους να ραίνεις θαλασσάκι μου ναι συ ‘σαι το μεράκι μου.
Θάλασσα κι αλμυρό νερό να σε ξεχάσω δεν μπορώ.
Ύδρα
Θάλασσα, θάλασσα που τον έπνιξες ωχ αμάν αμάν Της κοπελιάς τον άντρα θαλασσάκι μου ναι συ ‘σαι το μεράκι μου.
Κι η κοπελιά κι η κοπελιά είναι μικρή ωχ αμάν αμάν Και δεν της παν τα μαύρα θαλασσάκι μου φύσα μαϊστραλάκι μου.
Θάλασσα θαλασσώνουμαι για σένα ξημερώνουμαι. Θάλασσα κι αλμυρό νερό να σε ξεχάσω δεν μπορώ.
(Παραδοσιακό Μυκόνου, Ερμηνεία: Αιμιλία Χατζηδάκη, Πλάνα από την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Το κορίτσι με τα μαύρα», με την Έλλη Λαμπέτη και τον Δημήτρη Χορν)
Λουτράκι Κορινθίας
Αχ θάλασσά μου σκοτεινή
Αχ θάλασσά μου σκοτεινή, θάλασσα αγριεμένη Πού θα με βγάλεις το πρωί σε ποια στεριά μου ξένη. Πού θα με βγάλεις το πρωί σε ποια στεριά μου ξένη. Αχ θάλασσά μου σκοτεινή, θάλασσα αγριεμένη.
Τα είχα όλα μια φορά μα ήθελα παραπάνω. Τι να τα κάνω τώρα πια απόψε που σε χάνω.
Πούντα Αιγιαλείας (φωτ. Στέλιος Δρόσης)
Μέσα στα μαύρα σου νερά κομμάτια η ζωή μου Αχ θάλασσά μου εσύ βαθιά που κρύβεις το νησί μου Αχ θάλασσά μου εσύ βαθιά που κρύβεις το νησί μου Μέσα στα μαύρα σου νερά κομμάτια η ζωή μου.
Τα είχα όλα μια φορά μα ήθελα παραπάνω τι να τα κάνω τώρα πια απόψε που σε χάνω.
(Στίχοι, Μουσική, Ερμηνεία: Νίκος Πορτοκάλογλου)
Χίος, Βολισσός
Fata Morgana
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό, που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.
Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί, οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι, όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.
Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά. Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι. Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά, Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.
Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα. Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα. Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα. Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
Στην καρδιά του καλοκαιριού τίποτα δεν θα μπορούσε να συνοψίσει καλύτερα όλα όσα σημαίνει αυτή η εποχή για τους ανθρώπους από την ώρα του μεσημεριού… Αυτή τη μοναδική ώρα που η ζέστη πυρώνει την πλάση και η ραστώνη των διακοπών μας βρίσκει νωχελικούς, αγκαλιά με την ανεμελιά και το όνειρο… Για τούτη τη μοναδική αίσθηση του καλοκαιριάτικου μεσημεριού μας μιλούν και τα δύο κείμενα που ακολουθούν, το πρώτο ένα απόσπασμα από την ποιητική συλλογή «Ο Μικρός Ναυτίλος» του Οδυσσέα Ελύτη και το δεύτερο η σύνθεση «Οι φόβοι του μεσημεριού» του Γιώργου Σταυριανού με την υπέροχη φωνή της Κάτιας Δανδουλάκη στην απαγγελία.
Καυτός, ερωτικός, ξένοιαστος και ποθητός, ο Ιούλιος είναι ο αγαπημένος μήνας των καλοκαιρινών διακοπών, της χαράς και των αποδράσεων! Η επαφή με τη φύση και οι ευκαιρίες για ταξίδια που προσφέρει απλόχερα, στάθηκαν ανέκαθεν πηγή ανεξάντλητης έμπνευσης και δημιουργίας για τους ποιητές μας
Ε σεις στεριές και θάλασσες τ’ αμπέλια κι οι χρυσές ελιές ακούτε τα χαμπέρια μου μέσα στα μεσημέρια μου «Σ’ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ μόνον ετούτον αγαπώ!».
Είναι ορθή στα βλέφαρα μου και τα μαλλιά της στα δικά μου. Έχει το σχήμα των χεριών μου, κρατά το χρώμα των ματιών μου. Την καταπίνει η σκιά μου καθώς την πέτρα ο ουρανός. Ορθάνοιχτα τα μάτια της για πάντα, να ησυχάσω δεν μ’ αφήνει. Κατάφωτα τα όνειρά της τους ήλιους εξατμίζουν, με κάνουν να γελώ, να κλαίω και να γελώ, Μιλώ, χωρίς να έχω τίποτα να πω…
Είναι ορθή στα βλέφαρα μου και τα μαλλιά της στα δικά μου. Έχει το σχήμα των χεριών μου, κρατά το χρώμα των ματιών μου. Την καταπίνει η σκιά μου καθώς την πέτρα ο ουρανός. Ορθάνοιχτα τα μάτια της για πάντα, να ησυχάσω δεν μ’ αφήνει. Κατάφωτα τα όνειρά της τους ήλιους εξατμίζουν, με κάνουν να γελώ, να κλαίω και να γελώ, Μιλώ, χωρίς να έχω τίποτα να πω…
Ο χριστιανός άγιος του έρωτα που γιορτάζεται στα Ανώγεια
«Ο Άγιος Υάκινθος ξυπνάει τα μεσημέρια παίρνει την Κρήτη στα φτερά, τον έρωτα στα χέρια Κατηφορίζει το βουνό, το μονοπάτι παίρνει κι ο ήλιος μόλις τον κοιτά χαμογελά και γέρνει Ο Άγιος Υάκινθος ανοίγει παραθύρια, σμίγει τα στήθια, τα κορμιά και χτίζει τα γιοφύρια Ν’ αγαπηθούν οι άνθρωποι, να ομορφύνει ο κόσμος, ν’ ανθίσει ο βασιλικός, η ρίγανη κι ο δυόσμος!»
Στον κόσμο ολόκληρο, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, το πρόσωπο της Ελένης παραμένει θρυλικό. Μορφή αινιγματική, αιώνιο και πανανθρώπινο σύμβολο της ανυπέρβλητης ομορφιάς αλλά και του παθιασμένου έρωτα, η Ελένη αποτέλεσε αστείρευτη πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες εδώ και 3.000 χρόνια! Ποίηση, λογοτεχνία, γλυπτική, ζωγραφική, το θέατρο αλλά και ο κινηματογράφος, έχουν αφιερώσει στην Ελένη μερικά από τα ωραιότερα και διαχρονικά έργα τους. Η αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη θα προκαλέσει τον δεκαετή Τρωικό πόλεμο, έναν από τους πιο αιματηρούς και ολέθριους του αρχαίου κόσμου. Για τούτο και η προσωπικότητα της Ελένης στάθηκε πολλές φορές αμφιλεγόμενη, αινιγματική, σκοτεινή και μήλον της έριδος για τους ανθρώπους. Ξεκινώντας από τα κορυφαία Ομηρικά έπη, ας δούμε πώς «είδαν» τη δική τους Ελένη οι σπουδαιότεροι ποιητές και στιχουργοί μας:
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]