Αύγουστε καλέ μου μήνα!

Καλό μήνα Αύγουστο!

«Ὁ Αὔγουστος ελούζονταν
λούζοντας τὴν ἀστροφεγγιὰ
κι ἀπὸ τὰ γένια του ἔσταζαν
ἄστρα καὶ γιασεμιά.
Αὔγουστε μῆνα καὶ Θεὲ
σὲ σένανε ὁρκιζόμαστε
πάλι τοῦ χρόνου νὰ μᾶς βρεῖς
στὸ βράχο νὰ φιλιόμαστε»


Οδυσσέας Ελύτης

Χάνουνταν ολοπόρφυρος ο ήλιος, βουλιάζανε τα βουνά, χώνονταν στο σκοτάδι και τα σπίτια γινόντουσαν μουντά και μολυβιά. Το πέπλο της νύχτας, ζεστό, βαρύ απλωνόταν κι ήντουνα η μέρα που μόλις έφευγε μελαγχολική, γιατί σκεύουνταν πως τη θέση της τη δίνει στην πρώτη του βασιλιά ή και Θεού μήνα, του πιο πλούσιου, που ταΐζει τους άλλους έντεκα του χρόνου.

«Γέρασε το καλοκαίρι», σκέφτηκα και λαχταρούσα ν’ ανοίξω την αγκαλιά μου να σφίξω όσο απόμενε, να το σώσω, να το κρατήσω για πάντα να με ζεσταίνει. Ξυπνούσανε ιστορίες θαλασσινές κι αποσπερίτικες που λέγαμε σαν αρμενίζαμε ολάκερη ζωή στο καλντερίμι, σφαλνούσα τους οφταλμούς κι ονειρευόμουνα. Κι ήθελα να τραγουδήσω, να νανουρίσω τον Ιούλιο που ’φευγε, να του δώσω παρηγόρια πως, ναι, είναι ζωντανός ακόμα ο Ιούλιος Καίσαρας ο Αυτοκράτορας ο ισχυρός που του έδωκε το όνομά του.. Σκευόμουνα και θέλανε να κλείσουν τα βλέφαρά μου, να κοιμηθώ..

Ο Αύγουστος του Γιάννη Τσαρούχη

Κι είχα πολλή δουλειά ακόμα με τα μολυβοκόντυλα, τα σύνεργά μου. Μα, λάμψη φάνηκε στο τρίστρατο, εκεί που ανταμώνουν οι δρόμοι και κάθε βράδυ μαζώνονταν παλιά οι κυράδες και τα κοριτσόπουλα να πούν’ τις πίκρες, τους καημούς και τις χαρές τους. Από νωρίς, λέει, είχανε μαζωμένα τα παλικάρια ξύλα, τα ανάψανε τούτη την ώρα λίγο πριν ξεκινήσ’ η Πρωταυγουστιά, κι οι πύρινες γλώσσες παραβγαίνανε στο ύψος.

Κι ευτύς, φωνές, γέλια, πειράγματα και λιανοτράγουδα πλημμυρίσανε τη γειτονιά ολάκερη. Παιδιά, άντρες και γυναίκες, αρχίσανε με πολλή φασαρία να πηδούνε. Παίρνανε φόρα, δίνανε μια και περνούσαν μέσα απ’ τις φλόγες. Να εξαγνιστούνε, μου είπανε, και να υποδεχτούν την καινούργια, ως πίστευαν οι προγόνοι, αιώνες πριν, που θα άρχιζε σε λίγες ώρες με τον Αυγερινό αντάμα. Τους σίμωσα, χαιρετηθήκαμε, με γκαρδιώσανε και μ’ έναν πήδο κατάφερα κι εγώ να περάσω την άλλη μεριά της φωτιάς. Αλλάξαμε ευχές και καλολογήματα, μοναξιά όμως γύρευα για να βγάλω τις εικόνες που χρειαζόμουνα απ’ τα βάθη του νου μου να τελειώσω το γραφτό μου. Ανάγκη ήτανε, τους καληνύχτισα κι έφυγα με βαριά καρδιά..

Φολέγανδρος

Περπάταγα ανάμεσα αρμυρίκια, σφάκες και αλυγαριές, έφτασα κατάγιαλο, με τους πύργους που είχανε κάνει τα παιδιά στην κάψα τη μεσημεριανή να με προστατεύουν και τα καβουράκια να τρέχουν φοβισμένα για να κρυφτούνε. Μια απαλή μουσική, ένα χάδι από το λίκνισμα του θαλασσόνερου, και τα κρεμασμένα αστέρια με μαγέψανε, έκατσα στη βρεμένη άμμο, κι έβλεπα το στραφτάλισμα του νερού που με οδηγούσε σε ένα μωρουδιακό ύπνο. Και μουρμούριζα Ελύτη:

«Κι εγώ μέσα στους αχινούς
στις γούβες στ’ αρμυρίκια,
σαν τους παλιούς θαλασσινούς
ρωτούσα τα τζιτζίκια:
Ε, σεις τζιτζίκια μου άγγελοι,
γεια σας κι η ώρα η καλή!
Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;
Κι όλ’ αποκρίνονταν μαζί:
-Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει! ..».

Σα ξύπνησα στο τρεμόπαιχμα των αστεριών, ήμουνα ζεστός κι ολόβρεχτος. Δίπλα, η Αντρομάχη, νύμφη του πελάγους, με κοιτούσε και στάζανε τα μαλλιά της αλισάχνη. … Γελούσαν θάλασσα, γης κι αστέρια. Κι ένοιωθα πληρότητα κι ευτυχία. Αγκαλιαστήκαμε με την Αντρομάχη και τραγουδήσαμε πάλι Ελύτη..

Πηγή: Γιώργος Καμβυσέλλης, σε: haniotika-nea.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s