Στη γη της Καρπασίας

Καρπασία

Καρπασία

Άντρος Παυλίδης

Η Καρπασία είναι, θεωρώ, ένας από τους πλέον αξιόλογους χώρους που έχω περπατήσει και έχω ταξιδέψει στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Είναι ένας χώρος πολύπαθος, καθώς πρόκειται για μια στενή λωρίδα γης που με περισσή τόλμη εισχωρεί βαθιά στη θάλασσα.

Συνέχεια

Ο Άγιος Φίλων Επίσκοπος Καρπασίας

24 Ιανουαρίου

Μορφή εκκλησιαστική από τις πιο σημαντικές των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Προσωπικότητα εξαιρετική με ζήλο ένθεο «υπερβάλλουσα πάντας εις την σοφίαν και την αρετήν». Φιλόσοφος και ιστοριογράφος. Έτσι χαρακτηρίζεται από τους μελετητές των Πατέρων ο άγιος Φίλων, ο πιο γνωστός επίσκοπος Καρπασίας. Έζησε στα χρόνια του αγίου Επιφανίου περί τα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ. και στις αρχές του 5ου αιώνα. Οι γονείς του μας είναι άγνωστοι. Άγνωστο μας είναι επίσης και το πού και πόθεν απέκτησε τη μεγάλη του μόρφωση. Εκείνο που ξέρουμε, είναι πως ο άγιός μας νεώτατος χειροτονήθηκε διάκονος και διακρίθηκε για τη σοφία και τη σύνεσή του. Επίσης και για τον ιεραποστολικό ζήλο του για τον εκχριστιανισμό της ειδωλολατρικής ακόμη Καρπασίας.

Συνέχεια

Ιερά προσκυνήματα του Αγίου Αντωνίου στον νησιωτικό χώρο

Στις ερημιές, πάνω στ’ απόκρημνα βράχια, αλλά και στους οικισμούς των νησιών, πολλοί είναι οι ναοί, οι μονές και τα ξωκλήσια που έχουν αφιερώσει με ευλάβεια οι πιστοί στην χάρη του Αγίου Αντωνίου, του μεγάλου αγίου ερημίτη και ασκητή της Ορθοδοξίας, που εορτάζει στις 17 Ιανουαρίου. Ας γνωρίσουμε καλύτερα μερικά από αυτά.

Συνέχεια

Η ιστορία της Γαλανόλευκης

Θεοδώρου Βρυζάκη, Ο όρκος των Αγωνιστών (ελαιογραφία, λεπτομέρεια)

Μετά την ήττα των Ελληνικών Επαναστατικών δυνάμεων στο Δραγατσάνι, τη θυσία του Ιερού Λόχου και την αιχμαλωσία του Αλέξανδρου Υψηλάντη, η Πρώτη Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων αποφάσισε στις 13 Ιανουαρίου 1822, ερήμην των περισσοτέρων οπλαρχηγών, την κατάργηση όλων των διακριτικών της Φιλικής Εταιρείας, του βασικού φορέα και υποστηρικτή της Επανάστασης του Γένους, και την αντικατάστασή τους με άλλα. Ανάμεσα στα σύμβολα που καταργήθηκαν, ήταν και η σημαία της Φιλικής, η αρχαιότερη του Αγώνα, η οποία αντικαταστάθηκε από την «γαλανόλευκη» του Γιάννη Σταθά. Η πρώτη Ελληνική σημαία με την σημερινή της μορφή, σχεδιάστηκε, ευλογήθηκε και υψώθηκε το 1807, στην ιερά Μονή Ευαγγελιστρίας, στη Σκιάθο, όταν ο ηγούμενος Νήφων όρκισε τους οπλαρχηγούς που είχαν συγκεντρωθεί εκεί για να σχεδιάσουν τις κινήσεις τους για την Επανάσταση. Παραλλαγή της ήταν η σημαία του Παπαφλέσσα, φτιαγμένη από το κυανό εσωτερικό του ράσου του και την φουστανέλα ενός συμπολεμιστή του.. Κυανή και λευκή, η Ελληνική σημαία διέγραψε την δική της ιερή και δοξασμένη ιστορία σε κάθε εποχή, εκφράζοντας μοναδικά τα πιο υψηλά ιδανικά της φιλοπατρίας και των αγώνων του λαού μας.

Συνέχεια

Ο Όσιος Γεώργιος Χοζεβίτης και η ιερά μονή Παναγίας Χοζεβά

8 Ιανουαρίου

Ο Όσιος Γεώργιος γεννήθηκε σε ένα χωριό της Κύπρου από γονείς ευσεβείς. Είχε έναν μεγαλύτερο αδελφό, τον Ηρακλείδη, ο οποίος, όταν ακόμα ζούσαν οι γονείς τους, πήγε στους Αγίους Τόπους για να προσκυνήσει. Αφού προσκύνησε, κατόπιν πήγε στη Λαύρα του Καλαμώνας, που βρισκόταν κοντά στο σημερινό μοναστήρι του Αββά Γερασίμου, στον Ιορδάνη και εκεί έγινε μοναχός. Ο δε Γεώργιος παρέμεινε κοντά στους γονείς του. Αργότερα πέθαναν οι γονείς τους και ο Γεώργιος έμεινε ορφανός. Τότε τον παρέλαβε μαζί με την κληρονομιά του ο θείος του, που είχε μια μοναχοκόρη και ήθελε να τον κάνει γαμπρό του. Ο Γεώργιος όμως δεν ήθελε να παντρευτεί και έφυγε στον άλλο του θείο, που ήταν ηγούμενος σ’ ένα Μοναστήρι.

Συνέχεια

Η εικόνα του Τιμίου Προδρόμου που δραπέτευσε από τα Κατεχόμενα

Η θαυματουργός εικόνα του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου Άσσιας

Ξεχωριστά ευλαβούνται οι Κύπριοι αδερφοί μας τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, στον οποίο έχουν αφιερώσει πολυάριθμους ναούς σε ολόκληρη τη Μεγαλόνησο. Μεγάλο προσκύνημα αποτέλεσε και ο ναός του στην κατεχόμενη Άσσια Αμμοχώστου, την ιδιαίτερη πατρίδα του Αγίου Σπυρίδωνος, που λεηλατήθηκε κατά την τουρκική εισβολή και έχει μετατραπεί σε τζαμί. Η εφέστια εικόνα του Τιμίου Προδρόμου αγνοείτο επί πολλά έτη μέχρι τη θαυμαστή φανέρωσή της και τη μεταφορά της από τα Κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές, το 2003.

Η βαθιά πίστη και η ευλάβεια που τρέφει ο Κυπριακός λαός στους Αγίους της Ορθοδοξίας μας είναι θαυμαστή και τον κραταιώνει αδιαλείπτως ανά τους αιώνες στις φοβερές δυσκολίες και στα βάσανα που πέρασε ιστορικά και ακόμα περνά. Ανάμεσα στο νέφος των Αγίων μας, ξεχωριστά ευλαβούνται οι Κύπριοι αδερφοί μας τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και Βαπτιστή του Κυρίου μας, στον οποίο έχουν αφιερώσει πολυάριθμους ιερούς ναούς και προσκυνήματα σε ολόκληρη την μεγαλόνησο. Ένα από αυτά είναι και ο άλλοτε περικαλλής ιερός ναός Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου της κατεχόμενης Άσσιας επαρχίας Αμμοχώστου και ιδιαίτερης πατρίδας του Αγίου Σπυρίδωνος, Επισκόπου Τριμυθούντος του Θαυματουργού. Ο ναός του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Άσσια λεηλατήθηκε κατά την τουρκική εισβολή του 1974 και έκτοτε έχει μετατραπεί σε τζαμί από τις δυνάμεις κατοχής. Ξεχωριστό δε προσκύνημα και ιερό κειμήλιο μεγάλης αξίας, που φυλασσόταν στον ναό πριν την τουρκική εισβολή, ήταν η θαυματουργός ιερά εικόνα του Τιμίου Προδρόμου, της οποίας η ύπαρξη μετά το 1974 αγνοείτο επί πολλά έτη, μέχρι την «απελευθέρωσή» της από τα κατεχόμενα εδάφη, το έτος 2003, με την θαυμαστή εύρεσή της σε ελληνική οικία της Άσσιας, που είχε στο μεταξύ κατοικηθεί από τούρκους εποίκους, και την μεταφορά της στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου.

Συνέχεια

Τα Άγια Θεοφάνεια

6 Ιανουαρίου

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο [κεφ. Γ'(3) 13-17]

«Τότε παραγίνεται ὁ ᾿Ιησοῦς ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐπὶ τὸν ᾿Ιορδάνην πρὸς τὸν ᾿Ιωάννην τοῦ βαπτισθῆναι ὑπ᾿ αὐτοῦ. Ὁ δὲ ᾿Ιωάννης διεκώλυεν αὐτὸν λέγων· ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην· τότε ἀφίησιν αὐτόν· καὶ βαπτισθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος· καὶ ἰδοὺ ἀνεῴχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοί, καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καταβαῖνον ὡσεὶ περιστερὰν καὶ ἐρχόμενον ἐπ᾿ αὐτόν· καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῶν οὐρανῶν λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα».

Συνέχεια

Κάλαντα Θεοφανείων Κύπρου

Τα ωραιότερα κάλαντα του κόσμου είναι για τα Άγια Θεοφάνεια και έρχονται από την Κύπρο! Με την εξαίσια φωνή του κορυφαίου ερμηνευτή Χρήστου Σίκκη, η Κύπρος μας ταξιδεύει στην ομορφιά και στα βαθύτερα νοήματα των ημερών με την πιο νοσταλγική μελωδία της ιερής μας παράδοσης.

Μια ιστορική φωτογραφία: τελευταία Θεοφάνεια στην ελεύθερη Αμμόχωστο,
ιερουργούντος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου (Κύπρος, 6 Ιανουαρίου 1974)

Παρακαλώ σας δώστε μου θέλημα να αρκινήσω
να πω τα φωτοκάλαντα, να σαν τα ιστορήσω.
Τζιαν’ έσιεται ευχαρίτησην τζιαι θέλει η όρεξήν σας
τα φωτοκάλαντα να πω στην πόρταν τη δικήν σας (δις).

Μηνύματα χαρούμενα ήρταμε να σας πούμε
πως ο Χριστός βαφτίζεται τζιαιν’ να σας ευχηθούμεν!
Πως εν τα Θεοφάνεια ανθρώπου σωτηρίαν
που καθαρίζουν ταις ψυσιές από την αμαρτίαν (δις).

Σήμερον ήρτεν ο Χριστός στο άγιο το ποτάμι
τζιαι ζήτησε να βαφτιστεί από τον Ιωάννην.
Θαύμα μεγάλον έγινεν απού δεν έσιε ταίριν,
ανοίξασιν οι ουρανοί τζι’ εξέβην περιστέριν (δις).

Ήταν το Πνεύμαν τ’ Άγιον για να το μαρτυρήσει
πως εβαφτίστην ο Χριστός π’ ανατολήν ως δύσην!
Δοξάζουμέν σε βασιλιά με τα θαυμάσιά σου
τζιαι προσκυνούμεν Κύριε τα Θεοφάνειά σου (δις).

Σήμερα είναι Χριστιανοί έξι του Γεναρίου
που ούλοι μας γιορτάζομεν τα Φώτα του Κυρίου!
Τζιαι του τζαιρού με το καλό, να ‘ρτούμεν να σας βρούμεν,
χαρούμενους, καλόκαρδους, τα Φώτα να σας πούμεν (δις).

Εις έτη πολλά!

Ο Χρήστος Σίκκης γεννήθηκε στην Αραδίππου Λάρνακας. Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Κύπρου και εργάστηκε ως δάσκαλος για δύο χρόνια στην Κύπρο. Το 1971 ήρθε στην Αθήνα. Παράλληλα με τις μουσικές του σπουδές στο Εθνικό Ωδείο, άρχισε να τραγουδάει στο ελληνικό ραδιόφωνο και στην τηλεόραση παραδοσιακά τραγούδια της πατρίδας του. Από το 1973 συμμετέχει σε συναυλίες σε χωριά και πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού. Στην προσωπική του δισκογραφία ανήκουν οι δίσκοι: «Ώρα Καλή» (1987), «Τραγούδια από την Κύπρο» (1990), «Κύπρος της Γης Παράδεισος» (1993), «Έλληνες Ακρίτες» (1998) και «Φύσα Βοριά μου» (2007). Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ερμηνευτές παραδοσιακών τραγουδιών και ύμνων της Ελλάδος και της Κύπρου.

Πηγή: domnasamiou.gr

kimintenia.wordpress.com

Xριστουγεννιάτικα Κάλαντα της Κύπρου

Από τον σπουδαίο Κύπριο ερμηνευτή Χρήστο Σίκκη

Καλήν εσπέραν άρκοντες
τζ’ αν είναι ορισμός σας
Χριστού την Θείαν γέννηση
να πω στ’ αρχοντικό σας.

Συνέχεια

Γεννιέται ο Χριστός στην Άσσια και στην Τρεμετουσιά

Ο Άγιος Σπυρίδων Επίσκοπος Τριμυθούντος, ένθρονος, έργο του Λευκαδίτη
ζωγράφου Ιωάννου Ρούσσου (1779-1844), Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα

«Συνέβη αὐτόν διά Κυθρίας τῆς πόλεως διελθεῖν καί διά τοῦ ὄρους
τοῦ καλουμένου Πενταδακτύλου τήν ὁδοιπορίαν ποιήσασθαι…»
(Από τον βίο του Αγ. Σπυρίδωνος του Θαυματουργού)

Έφθασαν και φέτος τα ευλογημένα Χριστούγεννα! Γεννιέται και πάλι ο Σωτήρας για κάθε άνθρωπο και κάθε τόπος ελληνικός και χριστιανικός, στα γιορτινά στολισμένος, ετοιμάζεται να υποδεχθεί το νεογέννητο Χριστό! Υπάρχει όμως κι εκείνη η αγαπημένη γη που στενάζει ακόμα βουβή και λεηλατημένη, υπόδουλη σε αυτούς που δεν σεβάστηκαν ούτε τα ιερά ούτε τον άνθρωπο και τον πολιτισμό… Στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου μας, καμιά γωνιά δεν θα στολίσει και φέτος τη φάτνη της τη φωτεινή, ούτε οι Μάγοι θα έρθουν με τα πολύτιμα δώρα τους, μήτε οι άγγελοι θα φανούν στον ουρανό υμνολογώντας τον Λυτρωτή, ούτε κι αυτοί οι ταπεινοί βοσκοί θα ‘ρθούν να προσκυνήσουν… Στις ερειπωμένες εκκλησιές και στα ρημαγμένα βυζαντινά μοναστήρια δεν θ’ ακουστεί το «Δόξα εν υψίστοις» κι ο ηρωικός Πενταδάκτυλος θα γείρει ξανά αποκαμωμένος, ακούγοντας από μακριά, στις παγερές του νύχτες, τις ουράνιες ψαλμωδίες και τα κάλαντα των παιδιών από τις χριστιανικές πολιτείες που θα γιορτάζουν ολόφωτες και φορτωμένες από τα καλούδια και τη χαρά των ημερών… Λίγο πριν τη γέννηση του Χριστού, στην εορτή του Αγίου Σπυρίδωνος του Θαυματουργού, επιχειρούμε ένα σύντομο οδοιπορικό στη μνήμη και στην ιστορία, στα κατεχόμενα εδάφη της μαρτυρικής Άσσιας, στο «χωρκόν» όπου γεννήθηκε και ανδρώθηκε ο Άγιος Σπυρίδωνας, και της Τρεμετουσιάς (Τριμυθούντος), όπου έζησε και εθαυματούργησε ο μεγάλος Άγιος της χριστιανοσύνης. «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός»! Στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη των Αγίων και των Ποιητών, και στους αδερφούς μας, τον ηρωικό λαό της, είθε η χαρά Του νεογέννητου Χριστού να φέρει στην καινούργια Χρονιά τη λύτρωση, τη λευτεριά, την ειρήνη και την πολυπόθητη επιστροφή όλων στις πατρογονικές εστίες τους!

Συνέχεια

Ο άγιος Σπυρίδωνας και οι παραδόσεις

Ο Άγιος Σπυρίδωνας σώζει την Κέρκυρα από τους Οθωμανούς (κεντητή παράσταση)

«Απ’ τ’ άγιου Σπυρίδωνα, σπυρί – σπυρί μεγαλώνει η μέρα», λέγαν οι παλιοί…

Ὁ ἅγιος Σπυρίδων ἔζησε τόν 4ο αἰώνα στήν Κύπρο. Ἦταν ἄνθρωπος ὀλιγογράμματος καί ἐργαζόταν ὡς βοσκός. Ξεχώριζε γιά τήν πίστη στό Θεό, τήν ἁπλότητα, τήν ταπείνωση ἀλλά καί τήν ἀγάπη του, πού ἐκδηλωνόταν μέ διαφόρους τρόπους σέ κάθε ἄνθρωπο πού εἶχε κάποια ἀνάγκη. Ἡ φήμη τῆς μεγάλης ἀρετῆς του ἔγινε αἰτία νά τον ἐκλέξουν ἐπίσκοπο τῆς μικρῆς πόλης τῆς Τριμυθοῦντος τῆς Κύπρου. Ὡς ἐπίσκοπος συνέχισε νά φέρεται μέ τήν ἴδια ἁπλότητα πού εἶχε καί ὡς βοσκός. Ὅταν λειτουργοῦσε, τόν ὑπηρετοῦσαν ἄγγελοι καί μαζί τους ὁ ἐνάρετος ἐπίσκοπος δοξολογοῦσε τόν Θεό! Προσευχόταν μέ τόσο δυνατή πίστη, ὥστε ἔφερνε βροχή σέ καιρό ξηρασίας, θεράπευε ἀσθενεῖς, ὁδηγοῦσε στή μετάνοια, ἀνάσταινε ἀκόμη καί νεκρούς!

Συνέχεια

Άγιος Σπυρίδων Επίσκοπος Τριμυθούντος ο Θαυματουργός

12 Δεκεμβρίου

Ο Άγιος Σπυρίδων Επίσκοπος Τριμυθούντος

Ο απλός και ταπεινός βοσκός από τη μαρτυρική Άσσια της Κύπρου, που εποίμανε έναν ολόκληρο λαό και έσωσε αμέτρητες φορές τους πιστούς και την νήσο της Κέρκυρας από φοβερές συμφορές. Με την αγία ζωή του και την απέραντη ευσπλαχνία του κατέστη κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος και η θεία Χάρις τον αξίωσε να επιτελεί πλήθος θαυμάτων ενόσω ζούσε και έως και σήμερα σε όσους προστρέχουν στην προστασία του, ενώ κατατρόπωσε τον Άρειο ενώπιον της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, εξηγώντας θαυμαστά το μυστήριο της Αγίας Τριάδος με ένα απλό κεραμίδι.     

Συνέχεια

Χειμερινή παραμυθία

Χειμερινή παραμυθία

Καὶ κάθε βράδυ, ποὺ περνῶ,
τὸ φῶς αὐτὸ μοῦ μοιάζει
σὰν ἕνα βλέμμα φωτεινὸ
βαλμένο ἐκεῖ ἀπ᾿ τὸν οὐρανὸ
νὰ μᾶς κοιτάζει.
Καί ἔτσι, μέσ’ ἀπ’ τὰ κλαριά,
ποὖναι γερμένα ἐμπρός του,
τὸ βλέπω πάντα ἀπὸ μακριὰ
καὶ μοὖναι σὰν παρηγοριὰ
με τὸ δειλὸ το φῶς του.

Μιχάλης Δ. Στασινόπουλος

Συνέχεια

Έθιμα και λαϊκή λατρεία του Αγίου Ανδρέα

Στις 30 Νοεμβρίου εορτάζει ο Πρωτόκλητος Απόστολος Άγιος Ανδρέας, αδελφός του Αποστόλου Πέτρου, που μαρτύρησε στην Πάτρα, της οποίας είναι και πολιούχος. Πρόκειται για έναν δημοφιλή άγιο του χειμώνα, του οποίου η γιορτή συμπίπτει με την τελευταία ημέρα του φθινοπώρου. Η λαϊκή λατρεία του Αγίου Ανδρέα περιλαμβάνει δοξασίες, φόβους, ελπίδες και αντιλήψεις, έθιμα και συνήθειες, με μαγικό, δεισιδαίμονα χαρακτήρα. Παράγοντες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της λατρείας ήταν οι εξής:

Συνέχεια

Ανδρέας Παναγίδης – Στη σκιά της αγχόνης

Ο Ανδρέας Παναγίδης, ήρωας – αγωνιστής της ΕΟΚΑ, απαγχονίστηκε από τους βρετανούς κατακτητές, μαζί με τους συντρόφους του Μιχαήλ Κουτσόφτα και Στέλιο Μαυρομμάτη, στις 21 Σεπτεμβρίου 1956. Και οι τρεις ετάφησαν κρυφά, με συνοπτικές διαδικασίες και μακριά από τους οικείους τους, στα «Φυλακισμένα Μνήματα» των Κεντρικών Φυλακών Λευκωσίας. Σήμερα, 64 χρόνια μετά την ηρωική θυσία του για την ελευθερία της πατρίδας του, αφήνουμε τα γεγονότα και τα όσα βίωνε κατά τις τελευταίες εκείνες ώρες της αγωνίας και του μαρτυρίου του, να μιλήσουν μέσα από τον ποταμό των αισθημάτων και των διηγήσεών του, που πηγάζει από τα κείμενα των τελευταίων επιστολών του. Οι επιστολές του Ανδρέα Παναγίδη είναι ένα μοναδικής αξίας, αδιάψευστο ντοκουμέντο για τη δράση και τα εγκλήματα των βρετανών κατά των Κυπρίων αγωνιστών και ένα αιώνιο μνημείο ενάντια στην τυραννία και τη λησμονιά. Ο λυρισμός, η ακλόνητη πίστη στα ιδανικά του αγώνα και το υψηλό φρόνημα του συντάκτη τους που αποπνέουν -λίγες μόνον μέρες ή και ώρες πριν οδηγηθεί στην αγχόνη, μαρτυρούν το μεγαλείο της ψυχής του, την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, τη βαθιά του καλλιέργεια και το θαυμαστό ήθος του ανδρός. Και σίγουρα αποτελούν μια παντοτινή πηγή έμπνευσης και ένα αιώνιο κάλεσμα προς κάθε τι ωραίο, υψηλό και αγαθό για όλες τις νεότερες γενιές. Ας είναι αιωνία η μνήμη του!

«Φυλακισμένοι ήρωες»

Στα «Φυλακισμένα Μνήματα» των φυλακών Λευκωσίας είναι συνολικά θαμμένοι δεκατρείς αγωνιστές της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ), εννέα από τους οποίους απαγχονίστηκαν από τους βρετανούς κατακτητές μέσα στις φυλακές. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ανδρέας Παναγίδης, που γεννήθηκε το 1934 στο χωριό Παλαιομέτοχο Λευκωσίας. Μαζί με τους συναγωνιστές του ήρωες της ΕΟΚΑ, Μιχαήλ Κουτσόφτα και Στέλιο Μαυρομμάτη, απαγχονίστηκαν στο χώρο των φυλακών και θάφτηκαν στην περίκλειστη αυλή τους, στις 21 Σεπτεμβρίου 1956.

Ο 22χρονος αγωνιστής Ανδρέας Παναγίδης ήταν ο μοναδικός από τους ήρωες που είναι θαμμένοι στα Φυλακισμένα Μνήματα, ο οποίος ήταν πατέρας τριών μικρών παιδιών. Μάλιστα, τις τελευταίες ώρες της ζωής του οι ανακριτές εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός αυτό για να τον εκβιάσουν, προκειμένου να του αποσπάσουν πληροφορίες για τα πρόσωπα της οργάνωσης. Ακόμα όμως και όταν του προσέφεραν χρήματα και ελευθερία ως αντάλλαγμα της συνεργασίας του, ο Παναγίδης έμεινε μέχρι τέλους ανυποχώρητος, δηλώνοντας θαρραλέα προς τους βρετανούς: «Προτιμώ τα παιδιά μου να ζήσουν μια δύσκολη ζωή και να είναι περήφανα, παρά να με θεωρούν προδότη».

Σε μια σειρά από επιστολές του προς την οικογένειά του και φιλικά του πρόσωπα μέσα από τις Φυλακές Λευκωσίας, ο Ανδρέας Παναγίδης εκφράζει με έναν μοναδικό τρόπο την ανθρώπινη αγωνία του ενώπιον της αγχόνης, αλλά και την ακλόνητη πίστη του στα ιδανικά του αγώνα και τη βαθιά αγάπη και προσήλωση που τον διέκρινε για τα αγαπημένα του πρόσωπα, που τα αποχαιρετούσε. Το περιεχόμενο του συνόλου των επιστολών αυτών του ήρωα φανερώνουν, μέσα απ’ την υπέροχη γραφή του, όλο το μεγαλείο της αδούλωτης ψυχής του και την απαράμιλλη ομορφιά της θυσίας του για την πατρίδα και τη λευτεριά, που δεν κατάφερε ποτέ να υποτάξει και ν’ αγγίξει η τυραννία, η βία και η τρομοκρατία των απάνθρωπων βρετανών.

Ο Ανδρέας Παναγίδης με τη σύζυγό του Γιαννούλλα την ημέρα του γάμου τους

Σε μία από τις επιστολές του ο Ανδρέας Παναγίδης, έγραφε προς τον αδερφό του μέσα από τη φυλακή: «Περιμένουμε την ημέρα της εκτελέσεως σαν άγια ώρα της ελευθερίας. Μάθε ακόμα ότι ο Ζάκος και οι άλλοι πέθαναν με υπερηφάνεια. Τραγουδούσαν μισή ώρα πριν να εκτελεσθούν και την ώρα της εκτελέσεως φώναζαν υπέρ της Ελευθερίας».

Σε άλλη επιστολή του, λίγο πριν την εκτέλεσή του αναφέρει, μεταξύ άλλων, χαρακτηριστικά: «Έχουμε μονάχα την μόνη μας ελπίδα στον Θεόν. Ελπίζουμε στην Υπεραγίαν Θεοτόκον, ότι κάποτε, θα δικαιωθή και ο δικός μας πόθος. Είτε αργά ή γρήγορα, κάποια μέρα, θα λάψη η αλήθεια, και η Μητέρα του Θεού θα οδηγήση τα βήματα του Κυπριακού λαού προς τον δρόμον της ελευθερίας. … Τώρα που ξέρω ότι σήμερα θα αντικρύσω την αγχόνη, έχω διπλάσιο θάρρος από πριν. Ο Χριστός είναι πάντα συντροφιά, στα κελιά μας. Ο Χριστός μας γεμίζει την καρδιά με αληθινή χαρά».

Τόσο πριν, όσο και μετά τη δίκη τους, οι άντρες βασανίστηκαν βάναυσα. Ο Ανδρέας Παναγίδης, πέρα από σωματική βία, υπέμεινε και ψυχολογική, μέχρι την τελευταία στιγμή εξ αιτίας διαφόρων πιέσεων που υπέστη και αφορούσαν την τύχη της οικογένειάς του. Οι Άγγλοι του είχαν υποσχεθεί ότι πριν την αγχόνη θα του επέτρεπαν να δει τα παιδιά του, ωστόσο, όταν η οικογένειά του τον επισκέφτηκε για τελευταία φορά, η αγγλίδα δεσμοφύλακας απαγόρευσε την είσοδο των παιδιών στις φυλακές. Τότε η σύζυγός του εναντιώθηκε και τελικά κατάφερε να φέρει τα παιδιά της στον πατέρα τους. Οι κατακτητές δεν επέτρεψαν στον Παναγίδη να τ’ αγκαλιάσει -έστω για τελευταία φορά- αλλά τουλάχιστον, μπόρεσε να τα δει.

Η τελευταία φωτογραφία του Ανδρέα Παναγίδη από τις Φυλακές Λευκωσίας και αποσπάσματα επιστολών του

Στην τελευταία του επιστολή προς τη σύζυγο και τα παιδιά του ο Ανδρέας Παναγίδης έγραφε: «Αξιολάτρευτά μου παιδιά, πολυαγαπημένη μου γυναίκα χαίρετε. Αυτήν την στιγμήν που σας γράφω είναι Τρίτη, 10 η ώρα το βράδυ. Ακριβώς πριν τρία λεπτά μας ειδοποίησαν ότι χαράματα της Παρασκευής 21.9.1956, θα εκτελεσθούμε. Ίσως, όταν διαβάζετε το γράμμα, εγώ να μην υπάρχω ανάμεσα στους ζωντανούς. Λατρευτά μου παιδιά, σας αφήνω για πάντα, στην τόσο νεαρή μου ηλικία. Στα 22 μου χρόνια πεθαίνω για χάρη μιας μεγάλης ιδέας. Σας εύχομαι, αγαπημένα μου παιδιά, να γινείτε καλοί χριστιανοί και καλοί Έλληνες Κύπριοι. Ακολουθήστε πάντα το δρόμο της αρετής. Να είσθε πάντα βέβαιοι ότι σας αγάπησα τόσο θερμά και με μια απέραντη πατρική αγάπη. Αλλά δυστυχώς σας αφήνω, χωρίς να σας δω να μεγαλώνετε, όπως το ονειρευόμουν… Κι εσύ, πολυαγαπημένη μου Γιαννούλλα, σου ζητώ για τελευταία χάρη να περνάς καλά με τα παιδιά μας. Αγάπα τα θερμά, τόσο πολύ, και για μένα. Και εγώ από ψηλά θα σας στέλλω τις πιο θερμές μου ευχές. Και να σεβαστείς και το δικό μου όνομα. Βλέπεις η μοίρα θέλησε να μας πικράνει στα πρώτα χρόνια του γάμου μας. Αυτή τη στιγμή που σου γράφω, ένα χαμόγελο γλυκύ στολίζει τα χείλη μου, γιατί είμαι ευτυχισμένος που αφήνω τα παιδιά μου σε μια καλή μητέρα. Η ψυχή μου είναι γεμάτη μια αληθινή χαρά, γιατί είμαι υπερήφανος για σένα. Μη δώσεις καμμιά ματιά στο παρελθόν, αλλά κοίταζε το παρόν. Σου ζητώ συγγνώμη και συγχώρεση για ό,τι σου έφταιξα Γιαννούλλα. … Έχετε γεια, μια για πάντα, αγαπημένες μου υπάρξεις. Με φιλιά και αγάπη, ο σύζυγός σου και ο αγαπητός σας πατέρας Ανδρέας Παναγίδης».

Στη σκιά της αγχόνης – Το συγκλονιστικό άρθρο του Γιώργου Μπέρτσου

Τις ημέρες που ακολούθησαν τις εκτελέσεις, στο φύλλο της 22ας Οκτωβρίου 1956 της εφημερίδας των Αθηνών «ΕΘΝΟΣ», ο δημοσιογράφος Γεώργιος Μπέρτσος, με σχετικό άρθρο του με τίτλο: «Στη σκιά της αγχόνης – Η ζωή και ο θάνατος του Κυπρίου ήρωος Ανδρέα Παναγίδη», αναφέρεται στη ζωή και τη θυσία του ήρωα και δημοσιεύει αποσπάσματα επιστολών του. Παραλήπτης των επιστολών αυτών ήταν η Ουρανία Παρδάλη, από την Κηφισιά Αττικής, με την οποία ο Ανδρέας Παναγίδης διατηρούσε αλληλογραφία επί ένα έτος περίπου, από τον Αύγουστο του 1955 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1956.

Στα αποσπάσματα των επιστολών του αυτών, που γράφτηκαν όλες στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας, αναδεικνύεται μία ακόμα πτυχή της προσωπικότητας του Ανδρέα Παναγίδη, αλλά και το ξεχωριστό χάρισμα της χρήσης του λόγου, με το οποίο προφανώς υπήρξε προικισμένος. Θαυμάζει έτσι ο αναγνώστης μέσα από τις επιστολές αυτές, τον ρομαντικό και ονειροπόλο νέο Ανδρέα Παναγίδη, που συγκινείται από «το φως που ρίχνει το ηλιοβασίλεμα στις στέγες των σπιτιών» ή κλαίει επειδή δεν «θα μπορούσε να επισκεφθεί την αγαπημένη του Ελλάδα, όπως ονειρευόταν..».

Δυστυχώς σχεδόν στο σύνολό τους οι επιστολές αυτές δεν σώζεται σήμερα, αφού η μητέρα της Ουρανίας Παρδάλη, τις έκαψε φοβούμενη μήπως πέσουν στα χέρια των βρετανών, όταν η κόρη της, που πρωτοστατούσε τότε σε διαδηλώσεις εναντίον τους, εκλήθη για υποβολή εξηγήσεων στην Ασφάλεια.

Τα παιδιά του Ανδρέα Παναγίδη Αριστείδης, Δέσποινα και Αυγή, λίγα χρόνια μετά την θυσία του

Το άρθρο του Γ. Μπέρτσου ξεκινά ως εξής: «Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας – Μελλοθάνατος 8.502. Οι τελευταίες του στιγμές, όπως τις περιγράφει ο ίδιος με απίστευτο θάρρος από το φρικτό κελλί του θανάτου».

Διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, όσα σημειώνει ο Ανδρέας Παναγίδης στα αποσπάσματα των επιστολών του που δημοσιεύονται: «Ο θάνατος δεν με τρομάζει… Καταδικάστηκα για το πιο υψηλό ιδανικό: την ελευθέρια! Και θα βαδίσω προς αυτόν με το κεφάλι ψηλά σαν Έλληνας!».

Και ο Γιώργος Μπέρτσος συνεχίζει στο άρθρο του, που μεταφέρουμε αυτούσιο:

«Με ιερή συγκίνηση φούχτωσα τα τσαλακωμένα επιστολόχαρτα. Διάβασα, έτσι στα πεταχτά μερικές γραμμές και τα μάτια μου βούρκωσαν. – Κρατάς στα χέρια σου την ατσαλένια φωνή του Ανδρέα Παναγίδη, μου ψιθύρισε υπόκωφα ο Νίκος Παρδάλης. Δείξε την και στον κόσμο, με τέτοιους ήρωες, που ρεζιλεύουν τον Χάρο, πώς είναι δυνατόν να κρατήσουν για πολύ ακόμα οι φθαρμένες αλυσίδες της σκλαβιάς της μαρτυρικής Κύπρου; Έσφιξα συγκινημένος το χέρι του λαμπρού πατριώτη και τον ευχαρίστησα γι’ αυτή του την καλωσύνη, να μου εκμυστηρευτεί την συγκλονιστική ιστορία ενός κρεμασμένου ήρωα, 22 χρονών, και αγαπημένου του φίλου Παναγίδη και να μου εμπιστευτεί τα γράμματα που με άτρεμο χέρι του έγραψε μέσα από το κελλί του θανάτου, προτού η θηλειά του δολοφόνου Χάρτινγκ τυλιχθεί με δύναμη στον λαιμό του, εκεί στο προαύλιο των Κεντρικών Φυλακών της Λευκωσίας, τις πρώτες πρωινές ώρες της 21ης Σεπτεμβρίου…».

«Όταν οι Τούρκοι κρατούσαν την Κύπρο, στην περιοχή της Λευκωσίας ζούσε ένας καλόγηρος, τόσο καλός και τόσο ευσεβής που όλοι τον αγαπούσαν. Ακόμη και ο αγάς τον καλούσε στο κονάκι του και μιλούσε ώρες ολόκληρες μαζί του. Μια μέρα του είπε: -Τι θες ωρέ γκιαούρη από μένα; Ό,τι μου ζητήσεις θα στο κάνω, γιατί είσαι ο καλύτερος άνθρωπος σε τούτο τον ντουνιά. – Τι να θέλω πολυχρονεμένε μου αφέντη; – Δεν μπορεί, ορέ, κάτι θα θέλεις. – Αφού επιμένεις αγά μου, του είπε ο καλόγηρος δώσε μου τότε ένα κομμάτι από τούτη τη γη τόσο, όσο πιάνει το τομάρι ενός γαϊδάρου. Γέλασε ο αγάς και του είπε να έλθει την άλλη βδομάδα και να του δείξει το μέρος που διάλεξε. Ο καλόγηρος έφυγε γελώντας κάτω από τα γένια του και όλη την εβδομάδα δούλευε με γρηγοράδα και τέχνη και μετέτρεψε το τομάρι του γαϊδάρου σε ένα μεγάλο κουβάρι λεπτή κλωστή. Το πήρε και τράβηξε για τον αγά. Βγήκαν οι δυο τους κάμποσο έξω από την πόλη. Σε ένα σημείο σταμάτησε. Έδεσε την άκρη της κλωστής σ’ ένα δένδρο και άρχισε να προχωρεί ξετυλίγοντας το κουβάρι. Ο αγάς τον ακολουθούσε έκπληκτος. Όταν τελείωσε η κλωστή άρχισε να γελάει και του είπε: – Χαλάλι σου μωρέ γκιαούρη. Χάρισμά σου όλος τούτος ο τόπος».

«Σ’ αυτή τη θέση, λένε, ο καλόγηρος εκείνος έκτισε αργότερα το χωριό Παλαιομέτοχο που έχει παράδοση στην Κύπρο ότι οι κάτοικοί του είναι έξυπνοι και οι άνδρες ριψοκίνδυνοι και λεβέντες. Στο Παλαιομέτοχο γεννήθηκε και μεγάλωσε ο ήρωας Ανδρέας Παναγίδης ή Βούτουρος, όπως είναι το αληθινό πατρογονικό του επίθετο. Αγαπούσε πολύ τα Γράμματα και στα σχολικά, λίγα χρόνια που μπόρεσε να πάει ήταν ο πρώτος στην τάξη του. Δυστυχώς ο μεγάλος αδελφός του αρρώστησε και τον έχασαν, ο πατέρας του δεν μπορούσε να δουλέψει πια και έτσι ο μικρός Ανδρέας άφησε με μεγάλη του λύπη τα μαθητικά θρανία και έπιασε στα στιβαρά του χέρια την τσάπα και το αλέτρι. Η γη, του έγινε γρήγορα η δεύτερη μεγάλη του αγάπη. Την δούλεψε με υπομονή και ζήλο χρόνια ολόκληρα. Και τα μεσημέρια κάτω από τα κλαδιά μιας γέρικης συκιάς διάβαζε, θέλοντας πάντοτε να μαθαίνει κάτι καινούργιο, να μορφώνεται».

«Διάβαζε ό,τι του έπεφτε στα χέρια. Ήταν όμως και ευχάριστος τύπος. Από χωριάτικο γλέντι δεν έλειπε. Πρώτος στο χορό, πρώτος και στο τραγούδι. Και όλοι τον αγαπούσαν γιατί ήταν θαυμάσιο παιδί ο Ανδρέας. Κουβέντα κακιά δεν είχε ανταλλάξει με κανένα συντοπίτη του. Παντρεύτηκε πολύ νέος. Στα δεκαεπτά του χρόνια έφτιαξε τη δική του οικογένεια και ύστερα από λίγο καιρό καμάρωνε για δυο όμορφα κοριτσάκια, τη Δεσπούλα και την Αυγούλα και για τον γιό του Αριστοτέλη που απέκτησε. Μέσα στα όμορφα μάτια των παιδιών του, μικρός πατέρας τοποθέτησε όλο του το είναι, τον κόσμο ολόκληρο. Αγαπούσε παράφορα τα παιδιά του. Αγαπούσε και συγκινιώταν από κάθε τι όμορφο σε τούτη τη ζωή. Και ήταν πάντοτε ενθουσιασμένος σε όλες τις εκδηλώσεις του».

«Έτσι και ο αγώνας των συμπατριωτών του για την Ένωση με τη μητέρα Ελλάδα δεν μπόρεσε να τον αφήσει ασυγκίνητο. Η καρδιά του σκίρτησε από πατριωτισμό όταν ο Διγενής ύψωσε θαρραλέα την σημαία για τον αγώνα της λευτεριάς στα βουνά του νησιού, αλλά και στους δρόμους της Κύπρου. Και όταν τα πρώτα ηρωικά κατορθώματα της ΕΟΚΑ άρχισαν να διαδίδονται σε ολόκληρο το νησί και να γεμίζουν ενθουσιασμό και αυτοπεποίθηση τους σκλάβους Κυπρίους, ο Ανδρέας Παναγίδης άφησε σε ξένα χέρια την τσάπα και το αλέτρι να δουλέψουν τα χωράφια του, άφησε γυναίκα και παιδιά και κατέβηκε στην Κυρήνεια για να ζήσει πιο έντονα την σκληρή πάλη των αδελφών του προς τον κατακτητή. Μπήκε ως βοηθός μάγειρας στην εκεί στρατιωτική βάση και αργότερα δούλεψε ως δεύτερος μάγειρας. Πέτυχε να έρθει σε επαφή με πατριώτες της ΕΟΚΑ και το βράδυ πήγαινε μαζί τους για να … σκεφτούν όλοι μαζί πως … να κτυπηθεί ο κατακτητής».

«Ήταν όμως επικίνδυνο πολύ να συνεχίσει να εργάζεται στη βάση, όπου ερευνούντο συστηματικά όλοι όσοι πρόσφεραν υπηρεσίες εκεί μέσα. Έτσι αποφάσισε με λίγα λεφτά που είχε να ανοίξει εφέτος στις αρχές του χρόνου δικό του μαγέρικο … Όταν η δουλειά έστρωσε, άφησε για λίγες μέρες το μαγαζί σε κάποιο γνωστό του, και πετάχτηκε να δει την οικογένειά του στο Παλιομέτοχο. Ήταν ο Μάιος που πέρασε. Τις λίγες μέρες, τις μοιραίες μέρες, που έμεινε κοντά στη γυναίκα του και τα παιδιά του κατέβαινε τακτικά στα κτήματά, και έμενε εκεί ώρες ολόκληρες χαϊδεύοντας τα μαλλάκια της Δεσπούλας, παίζοντας με τον Αριστοτέλη και φέρνοντας στο νου νοσταλγικά τα όμορφα παιδικά του χρόνια. Ήταν εκεί όλα ίδια, και η γέρικη συκιά με τα σκιερά της φύλλα».

«Ήταν ρομαντικός ο Παναγίδης. Λάτρευε ό,τι είχε σχέση με τον κάμπο, το χωράφι, την χωριάτικη ζωή και δεν ντρεπόταν να λέει ότι ήταν ένα αγράμματο χωριατόπαιδο. Στις όμορφες αυτές ρομαντικές αναπολήσεις του, ο Ανδρέας είχε παρέα τον παιδικό του φίλο τον Μιχάλη Κουτσόφτα. Θυμόνταν τα πανηγύρια στον τρύγο και τα τρελά γλέντια που έκαναν μαζί. Τα ωραία τραγούδια των κοριτσιών με τα μαντήλια στο κεφάλι και τον χορό που δεν έλεγε να πάρει τέλος. Μιλούσαν και για την λευτεριά του νησιού. Και ο Ανδρέας σαν πιο κατατοπισμένος, διηγόταν στον Μιχάλη με ενθουσιασμό και συγκίνηση για τη δράση των πατριωτών στις πόλεις και την απόγνωση των Άγγλων και του δολοφόνου Χάρτινγκ».

«Τις ημέρες εκείνες ο αιμοσταγής δήμιος είχε υψώσει τις δυο πρώτες αγχόνες, στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας, που φιλοξένησαν τα ηρωικά κορμιά του Καραολή και του Δημητρίου. Τα μισαρά του κακουργήματα είχαν μπει σε ένα νέο αποτρόπαιο στάδιο. Είμαι σίγουρος Μιχάλη ότι τα νεκρά τους πρόσωπα θα κοιτούσαν περιπαιχτικά τους δημίους των, σα να τους υπενθύμιζαν αυτό που διδάσκει, αιώνες τώρα, η Ιστορία όλων των λαών μα περισσότερο ετούτης της χώρας μας: Κανένας Χάρτινγκ δεν μπόρεσε ποτέ να σταματήσει τον δρόμο της Ελευθερίας. Ένα απόγευμα καθώς έπαιρναν τον δρόμο για το χωριό χωρίς τα παιδιά τους κύκλωσε ξαφνικά ένα ολόκληρο απόσπασμα. Τα σκυλιά των κομμάντος χύμηξαν λυσσασμένα καταπάνω τους να τους κατασπαράξουν. Βίαια και χωρίς εξηγήσεις τους έσπρωξαν σε ένα κλειστό αυτοκίνητο και τους μετέφεραν στην Λευκωσία. Ήταν η αρχή της συγκλονιστικής τραγωδίας δύο αθώων…».

«Πατριώτες της ΕΟΚΑ είχαν κάνει την ημέρα εκείνη επιδρομή στον ευρισκόμενο κοντά στα κτήματα του Παναγίδη σταθμό καθοδηγήσεως αεροπλάνων και ελικοπτέρων. Σκότωσαν ένα σμηνίτη, τραυμάτισαν ένα άλλον και ύστερα χάθηκαν μέσα στα χωράφια. Δεν τους βρήκαν και έπιασαν αυτούς: δύο αθώους. Δεν νοιάζονταν οι κατακτητές ποιοι ήσαν -πόρωσις δολοφόνων- αρκεί που ήσαν συμπατριώτες αυτών που δεν μπόρεσαν να βάλουν στο χέρι. Παρά το γεγονός ότι ήσαν αθώοι, τους κατηγόρησαν ότι αυτοί επιτέθησαν κατά του σταθμού. Τους απήγγειλαν την εσχάτη των ποινών: την θηλειά και τους οδήγησαν στα κελλιά των μελλοθανάτων των Κεντρικών Φυλακών στη Λευκωσία».

«Και η δικαιοσύνη εκεί ψηλά, σε κάποιο σκονισμένο κάδρο, στην αίθουσα του δολοφονικού δικαστηρίου πέταξε αποτροπιασμένη τη ζυγαριά γεμάτη φρίκη για το αποτρόπαιο κακούργημα που διέπραξαν μπροστά της και τινάζοντας το κοφτερό σπαθί της στον ηρωικό νέο του φώναξε με δύναμη: – Δεν μου χρειάζεται πια εμένα… Στα δικά σου τα χέρια θα σου δώσει τη λευτεριά… Πάρτην με αυτό, το σπαθί της δικαιοσύνης…».

«Μέσα από το σκοτεινό κελλί του μελλοθάνατου 8.502 ο Ανδρέας Παναγίδης δεν ξέχασε τον καλό του φίλο τον Νίκο Παρδάλη στην Αθήνα… Σαν παρηγοριά στον λίγο δρόμο του Γολγοθά που τούμενε να βαδίσει ακόμη με το κεφάλι ψηλά άφησε την αλύγιστη και γενναία καρδιά του ελεύθερη, γεμάτη πατριωτισμό να ξεχειλίση από εθνική μεγαλοπρέπεια σε μια σειρά συνταρακτικών γραμμάτων του. Από τα γράμματα αυτά του Παναγίδη που πήρα στα χέρια μου, διάλεξα τα πιο ζωντανά τους σημεία που παραθέτω πιο κάτω. Χωρίς να το θέλει κανείς νοιώθει μια έντονη ανατριχίλα σε όλο του το σώμα διαβάζοντας το γαλήνιο αλλά δυνατό και ρωμαλέο γράψιμο του ήρωα Παναγίδη. Θαρρείς πως ο μικρός μελλοθάνατος πατέρας δε σκέφτηκε ποτέ του τις ημέρες, τις ώρες, τις στιγμές, που τον χώριζαν από την αγχόνη, καθώς η πέννα του χοροπηδούσε με πατριωτικό ενθουσιασμό και άφινε το μελάνι στο χαρτί». «Μένει κανείς κατάπληκτος μπροστά στη γαλήνη και την αταραξία με την οποίαν οι Έλληνες αντικρίζουν τον θάνατο… Τι μεγαλείο ανδρείας». Νομίζω ότι τα λόγια αυτά ειπώθηκαν από χείλη Βρεττανού πολιτικού, τότε που η Ελλάς πολεμούσε μαζί με τους Άγγλους».

ΔΕΥΤΕΡΑ 9 ΙΟΥΛΙΟΥ
«… Εγώ δεν σκέφτηκα ποτέ ότι χάνω την ζωή μου στην τόσο μικρή ηλικία μου. Αλλ’ οι γονείς μου, τ’ αδέλφια μου, η γυναίκα μου η Γιαννούλα είναι αξιολύπητοι. Από την ημέρα που με καταδίκασαν η μητέρα μου είναι άρρωστη. Ο πατέρας μου έχασε το ωραίο κοκκινωπό χρώμα του και τα μάτια του βυθίστηκαν στις κόγχες τους. Τ’ αδέλφια μου έχουν πάντα τα μάτια δακρυσμένα και η Γιαννούλα ξεσπά ώρες – ώρες σε βαρύ κλάμα. Αλλ’ αυτούς όλους, όταν έρθουν να με δουν, τους στολίζει ένα παραπονιάρικο χαμόγελο. Μονάχα αυτούς λυπάμαι …».

ΚΥΡΙΑΚΗ 22 ΙΟΥΛΙΟΥ
«… Χθες αγόρευσαν στο δικαστήριο οι δικηγόροι μου και αύριο, Δευτέρα, θα βγη η απόφασις του Εφετείου. Νομίζω ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Η ποινή θα είναι η ίδια με την παλιά. Καταδικάστηκα χωρίς να κάνω ατιμία. Είμαι ασπροπρόσωπος και γι’ αυτό δεν με τρομάζει ο θάνατος. Καταδικάζομαι για το πιο υψηλό ιδανικό για την Ελευθερία. Ήμουν πάντα καλός με όλους. Το μόνο που συζητούσα ήταν τα κόμματα. Ήμουν από μικρός εθνικόφρων και μισούσα τους Άγγλους. Ο μεγάλος μου πόθος: Λευτεριά στην Κύπρο …».

ΔΕΥΤΕΡΑ 30 ΙΟΥΛΙΟΥ
«… Η έφεσις απορρίφθηκε. Δεν με νοιάζει διόλου. Άλλωστε τόξερα ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε. Ζητούν να πνίξουν την Ελευθερία στο αίμα. Δεν θα το κατορθώσουν ποτέ. Το αίμα μας είναι τόσο πολύ που θα τρέχει αδιάκοπα δίχως σταματημό και μια μέρα θα τους πνίξει ..».

ΠΕΜΠΤΗ 9 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
«… Σήμερα το πρωί οι τρεις ήρωες ως τις αγχόνες. Πέθαναν σαν Έλληνες. Το ίδιο θα κάνουμε και εμείς Μιχαήλ, Πατάτσος και Ζάκος βάδισαν με το κεφάλι ψηλά τώρα. Είναι η σειρά μας: Κουτσόφτας, Μαυρομμάτης, Παναγίδης. Κανείς δεν πρόκειται να δειλιάσει. Δειλοί είναι μόνο οι δολοφόνοι, που δεν έχουν κανένα ιδανικό. Και τα δικά μας ιδανικά είναι όμορφα και σε κάνουν χωρίς να το καταλάβεις ήρωα …».

ΤΡΙΤΗ 14 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
«… Δεν έχει σημασία αν ζήσω 100 χρόνια η 22 μονάχα. Καλύτερα ένα τιμημένο θάνατο και ας έρθει ότι ώρα θέλει. Το βασανισμένο μας κορμί, που δεν ήξερε τι είναι τα κελλιά των μελλοθανάτων ζητά Λευτεριά. Πώς να μπορέσει ο Έλληνας να ζήσει φυλακισμένος, ενώ διδάχτηκε και έθαψε βαθιά μεσ’ το μυαλό του τι είναι Ελευθερία. Εγώ δεν το πιστεύω ότι έκανα τρεις μήνες φυλακισμένος. Νομίζω ότι χθες ήμουν κοντά στους δικούς μου. Η μεγάλη πίστη στον Χριστό μας κάνει να νομίζουμε τη φυλακή για τόπο αναψυχής …».

ΚΥΡΙΑΚΗ 19 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
«… Αυτή τη στιγμή που σου γράφω είναι ηλιοβασίλεμα της Κυριακής και μια μεγάλη νοσταλγία μου ταράζει τα νεύρα. Πόσες φορές, σαν αυτό το δειλινό απολάμβανα τον δροσερό αέρα κάνοντας τον περίπατό μου στον δενδρόφυτο δρόμο του χωριού μου… Πόσες φορές σαν αυτή την ώρα καθόμουν κοντά στο παράθυρο και κοίταζα την γέρικη ελιά στην αυλή του σπιτιού μας! Άκουγα τα πουλιά που έψαλλαν την βραδυνή τους προσευχή στον Θεό, τον Δημιουργό τους.. Πάνε τώρα τρεις μήνες, που δεν είδα τον χρυσό ήλιο να γεννιέται και να χρυσώνει τις οροφές των σπιτιών. Και μέσα στα άλλα βλέπω τους καλούς μου γονείς και τη Γιαννούλα ντυμένους στα μαύρα να κλαίνε. Τους έκανα όλων την καρδιά συντρίμμια, τους έμπασα στην πιο μεγάλη δυστυχία, και είμαι αθώος… Αθώος… Ναι ολότελα αθώος!… Δεν λυπάμαι τον εαυτό μου. Τι δικαίωμα έχω να φοβηθώ τον θάνατο, αφού την προσφορά αυτή τη ζητά η πατρίδα; Γιατί να φοβηθώ αφού είμαι μέλος μιας ελληνικής οικογένειας; Για φαντάσου να με δης εδώ στην απαίσια φυλακή μου. Θα δεις ένα νέο με υπερήφανη κορμοστασιά και με χαμόγελο στα χείλη. Ελπίζω στο Χριστό να μου αφήσει ως το τέλος την πρωτοφανή αυτή ψυχραιμία. Με το κεφάλι ψηλά, με υπερηφάνεια και χωρίς δισταγμό θα βαδίσω προς την αγχόνη σαν γνήσιος Έλληνας. Πόσο θα ήθελα αυτό το θάρρος να το έχουν και οι συγγενείς μου και εσείς οι φίλοι μου! …».

ΔΕΥΤΕΡΑ 27 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
«… Το «Μολών λαβέ» του Διγενή ακούστηκε μέχρις εδώ μέσα στα κελλιά μας κι έφερε αγαλλίαση στις καρδιές όλων μας… Όλη την μέρα την περνώ στο κελλί μέσα. Μονάχα μια ώρα το πρωί και μια ώρα το απόγευμα μας αφίνουν να περπατήσουμε λίγο στο προαύλιο των φυλακών , ενώ οι κάννες των αυτομάτων παρακολουθούν μακάβρια κάθε μας βήμα!… Οι μόνοι άνδρες που βλέπω, είναι οι τρεις συγκατάδικοί μου και οι Άγγλοι δεσμοφύλακες. Όλη μέρα διαβάζω, γράφω και τραγουδώ. Δεν έχασα, πίστεψε με, ούτε μια στιγμή το θάρρος μου. Είμαι έτοιμος να πεθάνω σαν γνήσιο Κυπριόπουλο. Εκείνο που συννεφιάζει κάπως το θάρρος μου, είναι μόνο τα παιδιά μου, ο Αριστοτέλης μου τεσσάρων χρονών, η Δεσπούλα δυόμιση χρονών και η Αυγούλα 12 μηνών. Θα παρηγορηθούν, όμως, όταν όλοι θα τους λένε ότι οι ο πατέρας τους ήταν ένας ήρωας …».

ΤΕΤΑΡΤΗ 29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
«…Ακούσαμε σήμερα για δεύτερη φορά τη θανατική μας καταδίκη. Φίλησα τα παιδιά μου, τη γυναίκα μου, τους γονείς μου, και τους αδελφούς μου, ίσως για τελευταία φορά. Τους είπα δεν χρειάζεται να κάνουμε έφεσι στο Ανακτοβούλιο. Είναι πολλά τα χρήματα που θέλουν: 600 λίρες. Έχουμε λίγη κτηματική περιουσία, αλλά δεν το θέλω να αδικήσω τα παιδιά μου. Μια που θα με κρεμάσουν γιατί να μην τους αφήσω κάτι από μένα: Αλλ’ οι γονείς μου τα αδέλφια μου και η Γιαννούλα δεν θέλουν να ακούσουν κουβέντα. Θέλουν καλά και σώνει να με γλυτώσουν από τη θηλειά. Τους λέγω ότι το κοτόπουλο ποτέ δεν πετά από τον φούρνο όταν ψήνεται. Αλλά εκείνοι επιμένουν και γι’ αυτό δεν τους χάλασα χατήρι. Όχι, στο ξαναλέω και πάλι, ότι φοβήθηκα για μένα. Έχω δίπλα μου σύντροφο τον καλό μας άγγελο. Ένα πράγμα έχω μόνο στο νου μου. Την Αιώνια Ζωή. Να ασφαλίσω μια θέση στην Βασιλεία των Ουρανών».

ΚΥΡΙΑΚΗ 2 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
«…Τους είπα ότι ο καιρός πλησιάζει, να σταθούν σαν Έλληνες γονείς. Είνε η πρώτη φορά, που είδα τον πατέρα μου Γρηγόρη Βούτουρο 72 ετών, να κλαίει χωρίς να μπορώ να τον παρηγορήσω. Σου περιγράφω τη ζωή στο κελλί του θανάτου: 22 ώρες περίπου το μερόνυχτο κλειστός εδώ μέσα. Το απαίσιο στρώμα μου είναι το μοναδικό αντικείμενο του κελλιού. Δεν έχει ούτε καρέκλα, ούτε τραπέζι. Το φαΐ μου το δίνουν εδώ μέσα και κάθομαι κάτω δυο κάτια (σ.σ. διπλώνομαι) να το φάω. Υπάρχουν και δυο τρύπες, το παράθυρο, με σίδερα σταυρωτά και πυκνό τέλι, σχεδόν σαν ύφασμα. Το ίδιο είνε και η πόρτα του κελλιού μου, αλλά με πιο αραιό τέλι, γιατί φθάνουν ως εκεί απ’ έξω οι επισκέπτες. Από την ημέρα που δικάστηκα για δεύτερη φορά σε θάνατο δεν έπιασα το χέρι των παιδιών μου. Διάβασμα, ύπνος και τραγούδι. Κάνουμε και αστεία με τους άλλους καταδίκους. Οι δικοί μου με λένε «σκληρό» γιατί τους περιπαίζω όταν κλαίνε. Η γιαγιά μου κλαίει και λέει κάθε μέρα: “Σκληρέ Χάρε, γιατί, λοιπόν, με βαστάς στη ζωή, αφού κάθε χρόνο χάνω και ένα αγαπητό μου πλάσμα”. Παρακαλεί να πεθάνει εκείνη για μένα. Το ίδιο λένε και η μητέρα και ο πατέρας. Λυπάμαι όταν ακούω τη μάνα μου να λέει: “Ανδρέα, αν εσύ πεθάνεις, νομίζεις ότι θα δεχτώ εγώ αυτό το κτύπημα και δεν θα έρθω πίσω σου;”. Τι να τους κάνω; Δεν μπορώ να καταλάβω τι κόσμος είνε. Πεθαίνω εγώ και φοβούνται αυτοί τον Χάρο. Τα δικά μου όνειρα τα έκτισα καλά σε γερά θεμέλια, κι αν πεθάνω ο πύργος του Παναγίδη θα είναι πάντα τιμημένος και θα κατοικήται από τα υπερήφανα για τον πατέρα τους παιδιά του! …».

ΔΕΥΤΕΡΑ 3 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
«… Χθες, ενώ άκουγα ελληνικά τραγούδια από το ράδιο, χόρευα μοναχός στο κελλί μου σαν αληθινό τσίρκο. Πάνε λίγες μέρες, που μας επιτρέπεται να ακούμε και ράδιο. Δηλαδή, μόνο τραγούδια. Το όνειρό μου να επισκεφθώ την Ελλάδα ναυάγησε. Η αίτησις δεν έγινε δεκτή από το Ανακτοβούλιον. Κι έτσι σε δεκαπέντε μέρες ό,τι είναι να γίνη θα γίνη. Δεν είναι τίποτε, μονάχα ένας μικρός πατέρας, ένας άτακτος σύζυγος τ’ άφησε όλα για να πεθάνει υπέρ της Ελευθερίας. Σήμερα είδα τον πατέρα και μου είπε πως διαδόθηκε στο χωριό ότι έγινα τρελός. Νευρίασα μόλις το άκουσα και του είπα: “Αυτό μας έλειπε τώρα, η τρέλα”. Βλέπεις όσοι μας επισκέπτονται στα κελλιά του θανάτου μένουν βουβοί μπροστά στην ψυχραιμία μας και το θάρρος μας!…».

ΤΕΤΑΡΤΗ 5 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
«…Ένα από τα τραγούδια που τραγουδώ: “Ξύπνα καημένε μου ραγιά και σήκω το κεφάλι. Τη δόξα που είχες μια φορά απόκτησε την πάλι. Ξύπνα καημένε μου ραγιά, ξύπνα να δής ελευθεριά. Διψούν οι κάμποι για νερό και τα βουνά για χιόνια. Διψά και η Κύπρος λευτεριά που σκλάβα τόσα χρόνια. Ξύπνα καημένε μου ραγιά, ξύπνα να δής ελευθεριά. Κοιμούμαι με ένα όνειρο ξυπνώ με μια ελπίδα. Πότε θα δω μια μέρα φως, ελεύθερη πατρίδα. Ξύπνα καημένε μου ραγιά, ξύπνα να δης ελευθεριά”».

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 7 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
«… Μάθαμε ότι έξω από τις φυλακές πέρασε ένας αδέσποτος γάιδαρος με μια ταμπέλα στη ράχη «Χάρτινγκ παραδίνομαι» και με κάτι παλιοτούφεκα. Το γλέντι που έγινε εδώ μέσα ήταν άλλο πράγμα. Και μεγάλωσε ακόμη περισσότερο όταν μας είπαν ότι ήταν και τούρκικος… Σκέψου, ούτε οι Ελληνικοί γάιδαροι δεν παραδίδονται…».

«Αυτό ήταν το τελευταίο γράμμα του Παναγίδη. Αλλά δεν έφτασε ως τον φίλο του εδώ στην Αθήνα από το σκοτεινό κελλί του θανάτου. Έστειλε και του τα κράτησαν. Κάτι τέτοιο θα συνέβη γιατί στο διάστημα αυτό ο Νίκος Παρδάλης έλαβε ένα γράμμα από τον διευθυντή των Κεντρικών Φυλακών της Λευκωσίας που τον επέπληττε αυστηρά για τα ενθαρρυντικά γράμματα που έστελνε στον Παναγίδη.

Αλλά να πώς περιγράφει τις τελευταίες στιγμές του ήρωα Παναγίδη, κατά παράκληση του ιδίου ο αδελφός της γυναίκας του, γράφοντας προς τον Νίκο Παρδάλη:»

ΤΕΤΑΡΤΗ 19 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
«… Απόψε είναι οι τελευταίες στιγμές των ηρώων μας. Μόλις τώρα έφυγαν από το σπίτι μας οι συγγενείς και φίλοι. Σήμερα ξεκίνησα, 7 η ώρα το πρωί για να πάω στις φυλακές να επισκεφθώ τον Ανδρέα. Από το σπίτι μου άκουγα τ’ αθάνατα ελληνικά εμβατήρια που τραγουδούσαν και κατάλαβα ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει. Όταν πλησίασα είδα ότι όλες οι επισκέψεις ακυρώνονταν και μόνο για τους τρεις μελλοθάνατους επετρέπετο ή είσοδος των στενών συγγενών. Πήρα ένα αυτοκίνητο και πήγα στο χωριό και τους έφερα όλους. Κόσμος πολύς και δημοσιογράφοι μείνανε έξω από τις φυλακές. Οι συγγενείς πέρασαν λίγοι λίγοι μέσα. Μας είπαν ότι θα τους εκτελέσουν αύριο Πέμπτη, τα ξημερώματα της Παρασκευής. Αυτά τα σκυλιά μπορεί να τους εκτελέσουν και απόψε. Ζήτησα επανειλημμένα να δω τον Ανδρέα, έστω και για ένα λεπτό. Μου αρνήθηκαν. Όταν το απόγευμα δέχτηκαν ένας Άγγλος αξιωματικός μας έβρισε με τις χειρότερες λέξεις και μας ξανάβγαλε έξω χωρίς εμείς οι άλλοι μακρινοί συγγενείς να δούμε τον Ανδρέα μας. Το τι του είπα του κτήνους αυτού δεν περιγράφεται. Το μόνο που σου λέω είναι ότι την γλύτωσα φτηνά. Ελπίζω αύριο να τον δω. Αυτοί που τους είδαν είπαν ότι χαίρονται γιατί θυσιάζονται για την Ελευθερία. Τραγουδούν πατριωτικά τραγούδια και στέλνουν σε όλους τους φίλους χαιρετισμούς. Μόλις τώρα σταμάτησε τα κλάματα η γυναίκα μου, η αδελφή του Ανδρέα και μου είπε να βγω έξω να ακούσω τις φωνές των ηρώων μας. Πράγματι ακούγονται ως εδώ. Πόσο σκληρό ν’ ακούμε τις φωνές τριών νέων ηρώων και να μη μπορούμε να τους ελευθερώσουμε την στιγμή που ξέρουμε ότι τα λεπτά τους είναι μετρημένα! Δοκίμασε η γυναίκα μου να μου πή ότι τους πρότειναν να βγάλουν τον σταυρό από το λαιμό τους και αυτοί αρνήθηκαν. Πάλι την πήραν τα κλάματα, δεν πειράζει ας κλάψει, αξίζει να κλάψει κανείς τέτοιους ήρωες. Ποτέ δεν έκλαψα, κλαίω πολύ δύσκολα, ούτε τώρα που κλαίει η γυναίκα μου, αλλά όταν είδα τα τρία μικρά του Ανδρέα κι άκουσα τη γυναίκα μου να λέη πως της είπε ο Ανδρέας: “Σου τα εμπιστεύομαι…” τότε και εγώ έκλαψα. Δεν μπορείς να μη κλάψεις σε τέτοια τραγωδία …».

ΠΕΜΠΤΗ 20 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
«… Σήμερα όλο το χωριό, παρ’ όλες τις απαγορεύσεις των αυτοκινήτων, ήρθε στη Λευκωσία και όλοι είμαστε έξω από τις φυλακές. Και πάλι έβαλαν κατά διαστήματα τους γονείς και τα αδέλφια. Μας υποσχέθηκαν ότι θα μας έβαζαν όλους τους συγγενείς μέσα να τους δούμε και πάλι μας γέλασαν, Άγγλοι είναι, τι περιμέναμε, υποσχέσεις ψέματα. Το πρωί στις 11 η ώρα, όταν πήγαν να τον δούν η γυναίκα και οι αδελφές του με τα παιδιά του, δεν επέτρεψαν στα παιδιά. Τότε όλες οι γυναίκες μαζί κτύπησαν την Αγγλίδα αστυνομικό, έκαναν μεγάλη φασαρία και άφησε τα παιδιά. Δεν επέτρεψαν όμως να τα φιλήσει. Ούτε την μητέρα του (60 ετών) ούτε πατέρα, γυναίκα. Σκληρή πολύ η τελευταία του νύχτα. Φύγαμε το απόγευμα όλοι από την φυλακή με σφιγμένα τα δόντια από δίψα εκδίκησης. Θα γυρίσει ο τροχός, θα εκδικηθούμε. Αν δεν ξέρω τι γράφω είναι γιατί βρίσκομαι ανάμεσα στα κλάματα. Τώρα που σου γράφω είναι αργά, σκοτεινιά, ακούονται οι φωνές και τα τραγούδια από τις φυλακές. Η γυναίκα μου ακούει το ρολόι να χτυπά 11.30 και κλαίει. Πολλές καλές γειτόνισσες την παρηγορούν. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε, φωνάζει. Μια ώρα ζωής έμεινε στους λεβέντες μας. Πάω να τρελαθώ… Περιμένουμε με αγωνία …».

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 21 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
«…Μόλις γύρισα σπίτι επισκέφθηκα τον ιερέα των φυλακών. Τον ρώτησα σχετικά. Μου είπε ότι έμεινε όλο το βράδυ μαζί με τα παιδιά, τους κοινώνησε, τους δώρισε σ’ όλους από ένα σταυρό και πήρε τους δικούς τους για ενθύμιο. Όλη νύχτα έψαλλαν και τραγουδούσαν διάφορα εθνικά μας τραγούδια. Ώρα 00.45 και ήρθαν να τους πάρουν, τότε όλοι μαζί άρχισαν τον Εθνικό Ύμνο. Βάδισαν τα λίγα βήματα μέχρι την αγχόνη με το κεφάλι ψηλά. Όλοι οι κατάδικοι τους φώναζαν: “Ζήτω παιδιά”, “θάρρος” και διάφορα άλλα. Τους έβαλαν το σχοινί στο λαιμό και ακόμη φώναζαν “Ζήτω η Ένωσις με την Μητέρα Ελλάδα”. Όταν μετά από μια ώρα τους κατέβασαν, ο αιδεσιμώτατος Παπά-Αντώνης πήγε να τους κάνει την κηδεία. Τους είδε. Όλοι τους ήταν εντάξει, μόνο ο Κουτσόφτας γιατί ήταν ξανθός μαύρισε λίγο. Ο Ανδρέας μας γελούσε, νόμιζες πως ήταν ζωντανός. Έγραψε γράμματα σε όλους τους συγγενείς και φίλους την τελευταία νύχτα και σας στέλνει τους χαιρετισμούς του. Σας παρακαλεί να πήτε καμμιά φορά το “Αιωνία του η μνήμη”….».

«Έτσι έσβησε ο ήρωας Ανδρέας Παναγίδης… Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σκεπάζει αυτόν και τα άλλα Κυπριόπουλα που ατένισαν γαλήνια τις αγχόνες του δολοφόνου Χάρτινγκ. Ας είναι βέβαια ότι εκεί κάτω από το χώμα πολύ σύντομα θα ακούσουν τις καμπάνες να αγγέλλουν χαρμόσυνα τη Λευτεριά στο μαρτυρικό νησί της Κύπρου.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΕΡΤΣΟΣ».

Εδώ τελειώνει η συγκλονιστική αφήγηση του Γιώργου Μπέρτσου, που αν και γράφτηκε πριν εξίμιση σχεδόν δεκαετίες, εξακολουθεί και σήμερα να μας μεταφέρει στην εποχή της, δίνοντάς μας αυτούσια την εικόνα και το πνεύμα των συνταρακτικών εκείνων γεγονότων και την αίσθηση πως όσα περιγράφονται συντελέστηκαν μόλις χθες!

Ανδρέας Παναγίδης (1934-1956)

Αντί Επιλόγου..

Στις 21 Σεπτεμβρίου του 1956 ο Ανδρέας Παναγίδης, ο Μιχαήλ Κουτσόφτας και ο Στέλιος Μαυρομμάτης οδηγήθηκαν στην κρεμάλα. Ήταν το έκτο, το έβδομο και το όγδοο θύμα της αγγλικής αυτής θηριωδίας στις φυλακές της Λευκωσίας. Θάφτηκαν αμέσως μετά συνοπτικά στα «Φυλακισμένα Μνήματα», που σήμερα είναι τόπος ιερού προσκυνήματος και ένα από τα πιο σημαντικά μνημεία ηρωισμού του Κυπριακού λαού για την ελευθερία, την ανεξαρτησία του και την ένωσή του με την Ελλάδα.

Ο αγώνας της ΕΟΚΑ και η θυσία των ηρώων που ανέδειξε, λαμβάνουν ξεχωριστή διάσταση στις μέρες μας, καθώς η ειρήνη και η ασφάλεια στον χώρο του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου διακυβεύονται ξανά και απειλούνται συστηματικά από τον τουρκικό επεκτατισμό και την έντονη προκλητικότητα. Την ίδια ώρα, μεγάλο μέρος της Κύπρου παραμένει επί μισό σχεδόν αιώνα υπό τουρκική κατοχή. Το περήφανο σύνθημα της ΕΟΚΑ για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, εξακολουθεί και σήμερα να εμπνέει καθώς μόνο με την ενότητα, τη σύμπνοια και τη σύμπλευση του Ελληνισμού, βασικός φορέας και εκφραστής του οποίου είναι η Κύπρος, θα μπορέσουμε ν’ αντιμετωπίσουμε δυναμικά και αποφασιστικά τις σύγχρονες προκλήσεις.

Για το παρόν άρθρο, ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλονται στον γιο του ήρωα κ. Άρη Παναγίδη, για τις σημαντικές πληροφορίες και το σπάνιο υλικό που έθεσε υπ’ όψιν μας. Ανήμερα στην εορτή του Αγίου Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου, του οποίου το όνομα έφερε ο ήρωας – αγωνιστής Ανδρέας Παναγίδης, ας είναι το κείμενο αυτό μια ελάχιστη τιμή στην ιερή μνήμη του.

«Τ’ αντρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δε λογιέται!».
Αιωνία η μνήμη του!

Ο γιος του ήρωα Άρης Παναγίδης με την σύζυγό του Ζήνα Λυσάνδρου – Παναγίδη, Δήμαρχο Λευκονοίκου, στον τάφο του πατέρα του στα «Φυλακισμένα Μνήματα»

kintenia.wordpress.com

Ο Άγιος Απόστολος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος

30 Νοεμβρίου

Αλιεύς ανθρώπων και Πρωτόκλητος μαθητής

Μέσα στη σεπτή χορεία των δώδεκα μαθητών του Ιησού Χριστού εξέχουσα θέση κατέχει ο τιμώμενος υπό της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας στις 30 Νοεμβρίου Άγιος Απόστολος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος, ο οποίος από άσημος και απλοϊκός ψαράς κατέστη «ἁλιεύς τῶν ἀνθρώπων» και αναδείχθηκε μέγας διδάσκαλος του Ευαγγελίου του Χριστού και φλογερός Απόστολος του Γένους μας. Ο Άγιος Ανδρέας υπήρξε κατ’ εξοχήν Απόστολος των Ελλήνων, αφού ήρθε στον ελλαδικό χώρο για να κηρύξει τον σωτηριώδη λόγο του Θεού και να ιδρύσει Εκκλησίες. Έτσι μετά από μία καρποφόρα ιεραποστολική περιοδεία, κατέληξε στην Πάτρα, την οποία επορφύρωσε με το τίμιο αίμα του και καθαγίασε με τον ένδοξο σταυρικό του θάνατο για να πρεσβεύει αδιάλειπτα στον Πανάγαθο Θεό για τη σωτηρία και προστασία του πατραϊκού λαού, αλλά και σύμπαντος του Ελληνικού Γένους.

Συνέχεια