Στο βάθος μιας κατάφυτης χαράδρας στις Σέρρες, βρίσκεται η Μονή του Τιμίου Προδρόμου. Η Μονή κτίσθηκε το 1270 μ.Χ. και παρά τις αλλεπάλληλες καταστροφές αποτελεί σήμερα εκπληκτικής ομορφιάς μνημείο και Μουσείο Βυζαντινής Τέχνης. Πρώτος κτήτωρ της Μονής ήταν ο Ιωαννίκιος ο οποίος διετέλεσε και επίσκοπος Εζεβών.
Λιθογραφία της Μονής της Χώρας από το ίδιο βιβλίο του Α.Γ. Πασπάτη (1877)
Η είδηση για τη μετατροπή του ιστορικού ναού της Μονής της Χώρας με τις μοναδικού κάλλους βυζαντινές τοιχογραφίες σε τζαμί προκαλεί θλίψη και αγανάκτηση. Ας σκεφτούμε όλοι και όλες, ειδικά όσοι ασχολούνται με τον πολιτισμό, ή δηλώνουν ή καμώνονται πως νοιάζονται για αυτόν, τη σπάνια ωραιότητα των τοιχογραφιών της Μονής, για να αντιληφθούμε στην έκτασή της τη βαρβαρότητα της απόφασης του καθεστώτος Ερντογάν. Κι ας φανταστούμε τον Παντοκράτορα με τον Θ. Μετοχίτη, καλυμμένο με τα σεντόνια και τις μπούρκες της πολιτιστικής – θρησκευτικής αισθητικής του Ερντογάν, μεσούντος του 21ου αιώνος… Ένα ακόμη φρικτό πολιτιστικό έγκλημα ενός παρανοϊκού.
Ο Θεόδωρος Μετοχίτης προσφέρει την Μονή της Χώρας στο Χριστό (Κωνσταντινούπολη, Μονή της Χώρας, ψηφιδωτό 14ου αι.)
Η Τουρκία, συνεχίζοντας τις επιθέσεις της κατά της μνήμης του βυζαντινού ελληνισμού και μέσα στο πλαίσιο του νεο-οθωμανισμού, αποφάσισε πρόσφατα να μετατρέψει σε τζαμί άλλη μία ελληνορθόδοξη – βυζαντινή εκκλησία, μνημείο της παγκόσμιας κληρονομιάς της Unesco, την περίφημη Μονή της Χώρας, που κτίστηκε τον 11ο αιώνα (πιθανόν στη θέση παλαιότερου ναού), αλλά ανακαινίστηκε πλήρως και εικονογραφήθηκε εκ νέου με ένα μοναδικό εικονογραφικό σύνολο γύρω στο 1320 από τον Θεόδωρο Μετοχίτη, Μέγα Λογοθέτη στην κυβέρνηση του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β’ Παλαιολόγου.
Ιησούς Χριστός, η Χώρα των Ζώντων (Μονή της Χώρας)
Η Μονή της Χώρας είναι βυζαντινή Ελληνική ορθόδοξη εκκλησία, στην γειτονιά Edirnekapı της Κωνσταντινούπολης. Μετά την τουρκική κατάκτηση, η εκκλησία μετατράπηκε σε τζαμί το 1511 με προσθήκη μιναρέ και το 1958 έγινε μουσείο. Το εσωτερικό της καλύπτεται με μερικά από τα παλαιότερα και ωραιότερα βυζαντινά ψηφιδωτά που υπάρχουν στον κόσμο, τα οποία αποκαλύφθηκαν και αποκαταστάθηκαν όταν η εκκλησία μετατράπηκε σε μουσείο.
Ο Άγιος Αθανάσιος (κατά κόσμον Αλέξιος Πατελάρος) διετέλεσε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (Αθανάσιος Γ’) για μικρά χρονικά διαστήματα, το 1634 μ.Χ. και το 1652 μ.Χ. Γεννήθηκε στο χωριό Αξός Μυλοποτάμου του Ρεθύμνου μεταξύ των ετών 1580 μ.Χ. και 1597 μ.Χ. Η Κρήτη τότε ήταν κάτω από τους Ενετούς και ο μικρός Αλέξιος μορφώθηκε στα σχολεία τους και έλαβε κατώτερη και ανώτερη μόρφωση. Μορφώθηκε αρκετά καλά ώστε έγινε σύντομα ένας συγκροτημένος φιλόσοφος, φιλόλογος και εξαίρετος ομιλητής. Σπούδασε Αρχαία Ελληνική Φιλολογία, Φιλοσοφία και Θεολογία. Ήξερε ελληνικά και λατινικά και διακρινόταν για τη γενικότερη μόρφωσή του, το κήρυγμά του και την ποίηση που έγραφε. Μελετούσε την Αγία Γραφή και μάλιστα μετέφρασε μέρος της στα νέα ελληνικά. Στη Μονή Ιβήρων σώζεται σήμερα και μετάφραση του Ψαλτηρίου που έκανε ο ίδιος.
Από μικρός έδειξε ιδιαίτερη συμπάθεια και κλίση προς το μοναχισμό. Γι’ αυτό πορεύθηκε προς το Όρος Σινά και το Άγιον Όρος, όπου γνώρισε και έζησε από κοντά το μοναστικό ιδεώδες. Μελέτη και προσευχή ήταν τα όπλα του, που τον βοήθησαν στην συνέχεια σε μια περιπετειώδη ζωή. Στο Άγιον Όρος εγκαταβίωσε στην μονή Εσφιγμένου, αφού προηγουμένως έζησε για λίγο σε μονή στην Θεσσαλονίκη, όπου εν τω μεταξύ χειροτονήθηκε διάκονος και πήρε το όνομα Ανανίας. Απ’ εκεί ταξίδεψε στους Αγίους Τόπους και εκάρη μοναχός στο Σιναΐτικο Μετόχι του Χάνδακα με το όνομα Αθανάσιος, το οποίο διατήρησε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Κατά την επιστροφή του έζησε μόνος πια σ’ ένα κελλί κοντά στις Καρυές, στο αρχαίο μονύδριο του Ξύστρου, το οποίο είναι η σημερινή Σκήτη του Αγίου Ανδρέα, της οποίας θεωρείται κτήτωρ. Η ζωή του τώρα ήταν ασκητική, αφιερωμένη ολοκληρωτικά στη νηστεία, τη μελέτη και την προσευχή. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου χειροτονήθηκε και πρεσβύτερος.
Την εποχή εκείνη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο εθνομάρτυρας Κύριλλος Λούκαρις, που καταγόταν επίσης από την Κρήτη. Ο Κύριλλος Λούκαρις πληροφορήθηκε για την ανώτερη κατάρτιση, αλλά και τα προσόντα του Αθανασίου. Τον κάλεσε έτσι στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον διόρισε προσωπικό του γραμματέα και σύμβουλο. Εκτίμησε τις γνώσεις και τις αρετές του, γι’ αυτό σύντομα, το 1631, ο Αθανάσιος εξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, όπου υπηρέτησε για μικρό χρονικό διάστημα, αποκτώντας τη φήμη μεγάλου ιεροκήρυκα και θαυμάσιου χειριστή του προφορικού και γραπτού λόγου.
Τα γεγονότα όμως στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν είχαν θετική εξέλιξη. Ο προστάτης και ευεργέτης του Κύριλλος Λούκαρις με τις ξένες επεμβάσεις, ιδιαίτερα των Ιησουϊτών, εξορίστηκε στην Τένεδο και το Μάρτιο του 1634 εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο ίδιος ο Αθανάσιος. Δεν έμεινε όμως για αρκετό χρονικό διάστημα στον Πατριαρχικό Θρόνο, αλλά μόνο σαράντα ημέρες. Κατηγορίες και συκοφαντίες τον βρήκαν στερημένο κάθε δικαιώματος και καθηρημένο. Στην κατάσταση αυτή ο Αθανάσιος βρήκε πάλι καταφύγιο στο Άγιον Όρος, στο παλαιό του κελλί στις Καρυές, το οποίο και μεγάλωσε με προσωπική εργασία. Τον Σεπτέμβριο του 1635 ο Αθανάσιος έφθασε στην Αγκώνα της Ιταλίας. Δεν έμεινε όμως για πολύ εκεί. Στις 25 Οκτωβρίου τον βρίσκουμε στην Βενετία. Με τη μεσολάβηση γνωστών του προσπάθησε να επανέλθει στο Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ή της Θεσσαλονίκης. Απαίτηση των Ενετικών αρχών και άλλων στενών συνεργατών της κούριας του Βατικανού ήταν να γράψει ομολογία πίστεως προς τον Πάπα της Ρώμης. Αυτό δεν το έκανε ο Αθανάσιος.
Οι διαμάχες στο Πατριαρχείο συνεχίστηκαν λόγω των ξένων επεμβάσεων. Έτσι στο θρόνο ανέβηκε τώρα ο Κύριλλος Κονταρής, αφού οι Ιησουίτες στραγγάλισαν τον Κύριλλο Λούκαρι. Η κατάσταση δεν ήταν καθόλου ευχάριστη. Έτσι ο Αθανάσιος, φοβούμενος για την ζωή του, εγκατέλειψε τη Θεσσαλονίκη και έφθασε μέσω Κωνσταντινουπόλεως στη Χίο. Στην συνέχεια ταξίδεψε στην Πάτμο, την Πάρο, την Μήλο, τα Κύθηρα, τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα καθώς και «εις τα μέρη της άνω Μυσίας». Αλλά και πάλι οι διάφορες συγκυρίες τον βοήθησαν να επανέλθει στη Θεσσαλονίκη. Από τον Αύγουστο του 1639 μέχρι το 1643 παρέμεινε εκεί καθώς ο Πατριάρχης Παρθένιος Α’ του παραχώρησε τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και την πατριαρχική Μονή Βλατάδων.
Το άφθαρτο ιερό σκήνωμα του Αγίου Αθανασίου στην Ι.Μ. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στο Χάρκοβο της Ουκρανίας
Το 1643 μ.Χ. ο Αθανάσιος μετέβη στη Μολδαβία και στη Βλαχία. Σε μια μονή του Ιασίου ο Αθανάσιος εφησύχαζε γράφοντας διάφορα έργα και μεταφράζοντας βιβλία της Αγίας Γραφής στη Νεοελληνική γλώσσα.Με τους εκεί ηγεμόνες ανέπτυξε φιλικές σχέσεις και με τη συμπαράστασή τους επανήλθε στον Πατριαρχικό Θρόνο το 1652, για ένα σύντομο όμως διάστημα μόλις σαράντα ημερών. Την ημέρα της εκθρόνισής του έβγαλε κήρυγμα με βάση το χωρίο «Σῦ εἰ Πέτρος καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν» και αντέκρουσε τα επιχειρήματα που συνιστούν το παπικό πρωτείο με ιδιαίτερη οξύτητα. Το κήρυγμά του αυτό προκάλεσε την μήνι των λατινοφρόνων, με προεξάρχοντα τον Αθανάσιο τον Κύπριο, ο οποίος το 1655 κυκλοφόρησε πραγματεία με τον τίτλο «Ἀντιπατελλάριον».
Μετά από εκκλήσεις στους τσάρους Αλέξιο και Μιχαήλ ο Αθανάσιος έφθασε στη Μόσχα στις 15 Απριλίου 1653 συνοδευόμενος από πολλούς ιερωμένους και λαϊκούς, όπως τον αρχιμανδρίτη Νεόφυτο και τον κελλάρη Γρηγόριο του μοναστηρίου της Αναλήψεως της Κρήτης, τον αρχιμανδρίτη Χριστόφορο από τη Θεσσαλονίκη, τον αρχιμανδρίτη Δοσίθεο από τα Ιωάννινα και άλλους διακόνους και λαϊκούς. Στη Ρωσία άσκησε σημαντικόιεραποστολικό έργο και αντιλατινική δράση, πράγμα που δικαιολογεί και την ιδιαίτερη τιμή των Ρώσων στο πρόσωπό του. Από τη Ρωσία αναχώρησε με την συνοδεία του μέσα σε βαρύ χειμώνα με χιόνια και φοβερό κρύο. Κουρασμένος από την πορεία σταμάτησε για λίγο στην ιερά μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην πόλη Λουβνί, στο Χάρκοβο της Ουκρανίας. Έφθασε εκεί στις αρχές Φεβρουαρίου του 1654. Αισθανόμενος ότι πλησιάζει το τέλος του συνέταξε την πνευματική του διαθήκη διαθέτοντας όλα τα ποσά που του έδωσε ο Τσάρος σε διάφορα μοναστήρια, όπως σε όλες τις μονές του Αγίου Όρους, στην μονή της Αγίας Αναστασίας στη Θεσσαλονίκη, στο μοναστήρι του Σινά, σε διάφορες μονές των Ιεροσολύμων και στις μονές Αγίου Νικολάου και Αρχαγγέλου Μιχαήλ της Ρουμανίας. Άφησε επίσης μερικά ποσά στους συνοδούς του και μερικά για τα έξοδα της κηδείας του και τα μνημόσυνα υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του. Στις 5 Απριλίου 1654 ο πρώην Κωνσταντινουπόλεως Αθανάσιος άφησε την τελευταία του πνοή εκεί στη μονή της Μεταμορφώσεως. Σύμφωνα με τη διήγηση βρέθηκε ο Αθανάσιος με το Ευαγγέλιο στα χέρια του ευλογών τον κόσμο. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν: «Ω Κύριε δέξου το πνεύμα μου».
Είναι άξιο λόγου να αναφερθεί εδώ η ιδιαίτερη τιμή που έτρεφε προς τη μονή του Σινά, αφού άφησε στον τότε αρχιεπίσκοπο Ιωσήφ μια πλήρη αρχιερατική στολή, μίτρα, εγκόλπιο και ιερά σκεύη. Το 1662, ο μητροπολίτης Γάζας Παΐσιος Λιγαρίδης (του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων) είδε σε όραμα τον Αθανάσιο να τον προστάζει να ανοίξει τον τάφο του. Ο Παΐσιος Λιγαρίδης επισκεπτόταν τυχαία την μονή της Μεταμορφώσεως. Πληροφόρησε αμέσως τον τότε ηγούμενο Βίκτωρα για το παράξενο όραμά του και την εμφάνιση του Αθανασίου. Τότε όλη η αδελφότητα της Μονής ύστερα από πολύωρες παρακλήσεις και αγρυπνία, με την ευλογία του τότε μητροπολίτη Κιέβου Ιωσήφ, άνοιξαν τον τάφο του Αθανάσιου, για να βρεθούν μπροστά σε μια μεγάλη έκπληξη. Ο άγιος Αθανάσιος βρέθηκε καθιστός πάνω στο θρόνο του, όπως ετάφη, με το σώμα του άφθορο και σε στάση δεήσεως και προσευχής.
Πήραν τότε το ιερό σκήνωμά του και το τοποθέτησαν στον μεγαλοπρεπή ναό της Μεταμορφώσεως της Μονής την 1η Φεβρουαρίου 1662. Βέβαια το άφθορο λείψανο του Αγίου πολλές φορές μεταφέρθηκε από τόπο σε τόπο, όταν υπήρχε ανάγκη ανακαινίσεως του ναού. Όταν το 1684 άρχισε την ανοικοδόμηση του μεγάλου καθεδρικού ναού της Μεταμορφώσεως, το άγιο λείψανο μεταφέρθηκε στον ιερό ναό του αγίου Γεωργίου. Εκεί έμεινε μέχρι το 1692, οπότε εγκαινιάστηκε ο καθεδρικός ναός. Ο τότε μητροπολίτης Κιέβου Βαρλαάμ με πολλή μεγαλοπρέπεια εγκαινίασε το ναό και το άγιο λείψανο τοποθετήθηκε εκεί. Όταν το 1728 ο θόλος του ναού γκρεμίστηκε, το ολόσωμο σκήνωμα του Αγίου μεταφέρθηκε στον ξύλινο ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Από εκεί υστέρα από ένα ατύχημα, για σίγουρη φύλαξη, το 1736 μεταφέρθηκε στον πέτρινο ναό του Ευαγγελισμού. Εκεί έμεινε μέχρι το 1743, όταν πια ο μεγάλος αυτός καθεδρικός ναός της Μεταμορφώσεως έλαβε την τελική του μορφή.
Ι.Ν. Αγίου Αθανασίου Πατελάρου στην Αξό Μυλοποτάμου
Η τελετή έγινε από τον τότε μητροπολίτη Κιέβου Τιμόθεο, ο όποιος στη συνέχεια, στις 26 Αυγούστου 1743, έγινε μητροπολίτης Μόσχας. Εκεί στον ίδιο ναό ήταν και η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας Λουβέσκαγια. Το 1773 ξέσπασε μεγάλη πυρκαγιά με αποτέλεσμα την πλήρη καταστροφή της Μονής. Οι αδελφοί της Μονής τότε πήραν το άγιο λείψανο και για δύο ημέρες με προσευχές και δεήσεις το είχαν έξω στον κήπο της Μονής. Την τρίτη μέρα, μετά από το σβήσιμο της πυρκαγιάς το άγιο λείψανο μεταφέρθηκε στον καθεδρικό ναό. Στις δύο πυρκαγιές που έπληξαν την Μονή, το 1736 και το 1785, ο άγιος Αθανάσιος με διάφορους τρόπους θαυματούργησε, σύμφωνα με διηγήσεις του τότε ηγουμένου Παϊσίου. Στις 2 Μαΐου του 1819 με κάθε μεγαλοπρέπεια ο τότε μητροπολίτης Πολτάβας Μεθόδιος και ο ηγούμενος Κύριλλος τοποθέτησαν το άγιο λείψανο μέσα σε μεγάλη ασημένια θήκη. Η αγιοποίησή του έγινε ύστερα από έκθεση του ηγουμένου του Μοναστηρίου προς τον τσάρο της Ρωσίας Αλέξιο Μιχαήλοβιτς με ημερομηνία 6 Ιανουαρίου 1672. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, η ανακήρυξη του Αθανασίου σε άγιο έγινε μεταξύ του 1672 και 1676.
Ο τάφος του υπήρξε πάντοτε πηγή αγιάσματος και ιαμάτων. Με την άνοδο στην εξουσία των μπολσεβίκων, η Μονή του Λούμπνι μετατράπηκε σε φυλακή το 1917 και σε στρατόπεδο το 1937. Το σκήνωμα του Αγίου Αθανασίου Πατελάρου διασώθηκε στην αποθήκη ενός μουσείου. Το 1990 αποδόθηκε και πάλι στη Ρωσική Εκκλησία και διατηρείται στο Χάρκοβο της Ουκρανίας. Στις 21 Αυγούστου 1993 η Αξός, ως γενέτειρα του Αγίου Αθανασίου, υπεδέχθη μικρό τεμάχιο του ιερού λειψάνου του το οποίο έφερε από το Χάρκοβο ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος (τότε επίσκοπος Κυρήνης). Από τότε η μνήμη του Αγίου Αθανασίου Πατελάρου εορτάζεται την 21η Αυγούστου κάθε έτους. Το 1995, ολιγομελής αντιπροσωπεία της εκκλησίας με επικεφαλής τον Μητροπολίτη (τότε ηγούμενο της Ιεράς Μονής Ατάλης – Μπαλί) κ.κ. Άνθιμο, και τους Αξικούς: Παππά Γιώργη Κουτάντο, Παππά Μιχάλη Καμαρίτη, Στέλιο Κ. Κουτάντο (Πρόεδρο κοινότητας Αξού), Γιάννη Β. Δαφέρμο και Γιάννη Δ. Παπαδάκη (πρόεδρο Πολιτιστικού Συλλόγου Αξού) επισκέφθηκε την Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Λούμπνι και την πόλη του Χάρκοβο.
Ο Μητροπολίτης Χαρκόβου κ.κ. Νικόδημος παρέδωσε στην αντιπροσωπεία τεμάχιο του ιερού λειψάνου και αρχιερατική στολή του Αγίου, τα οποία μεταφέρθηκαν στην γενέτειρα του και φυλάσσονται από 21 Αυγούστου 2008 στον ομώνυμο ιερό ναό του Αγίου στην Αξό. Τα «Ρεθεμνιώτικα Νέα» σε ρεπορτάζ ανέφεραν ότι τα λείψανα του Αγίου εκλάπησαν μετά από διάρρηξη του ναού, τον Φεβρουάριο του 2010, και καταβάλλονται προσπάθειες για την ανεύρεσή τους. Οι ιερόσυλοι παραβίασαν την κλειδωμένη πόρτα, πήραν χρήματα από το παγκάρι και στη συνέχεια άρπαξαν την λειψανοθήκη με το τμήμα ιερού λειψάνου του Αγίου Αθανασίου και εξαφανίστηκαν.
Η Παναγία Εκατονταπυλιανή αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα, καλοδιατηρημένα παλαιοχριστιανικά μνημεία που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια και μάλιστα το μεγαλύτερο σε μέγεθος μετά τον Άγιο Δημήτριο και την Αχειροποίητο Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με την παράδοση, το αρχικό κτίσμα του ναού ήταν έργο του Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αγίου Κωνσταντίνου του Μεγάλου προς εκπλήρωση επιθυμίας της μητέρας του, της Αγίας Ελένης. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι κατά το ταξίδι της Αγίας Ελένης προς τους Αγίους Τόπους, λόγω μεγάλης θαλασσοταραχής, το πλοίο που επέβαινε αναγκάσθηκε να καταφύγει στην Πάρο. Εκεί προσευχόμενη η Αγία Ελένη στην Παναγία, προστάτιδα της Κωνσταντινουπόλεως, έταξε με την ολοκλήρωση του ταξιδιού της να κτίσει μια μεγαλόπρεπη εκκλησία αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Το τάμα αυτό ήταν το υλοποίησε ο γιος της Μεγάλος Κωνσταντίνος χτίζοντας μια τρίκλιτη βασιλική περί τον 4ο αιώνα μ.Χ.
Η Αγία Ειρήνη, η ευσεβεστάτη Αυγούστα του Βυζαντίου, σε ψηφιδωτό της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως
Η Αγία Ειρήνη έζησε τον 12ο αιώνα μ.Χ. και ήταν πολύ ωραία και ενάρετη. Αυτό το παρατήρησε ο βασιλιάς Αλέξιος ο Κομνηνός και την πάντρεψε με το γιο του Ιωάννη, τον επονομαζόμενο Καλοϊωάννη λόγω των πολλών του αρετών. Η ενάρετη λοιπόν βασίλισσα Ειρήνη, ξόδευε απλόχερα σε φιλανθρωπικά έργα, μόνη μάλιστα πήγαινε σε φτωχικές καλύβες, για να δώσει όχι μόνο χρήματα, αλλά και ανώτερη ενίσχυση και παρηγοριά της ελπίδας στο Χριστό. Επίσης έκτισε γηροκομεία και ξενώνες και άφησε σε αυτά μεγάλα χρηματικά ποσά για την ασφαλή και άνετη συντήρησή τους.
«Όποιος αγαπά το Θεό, δεν μπορεί να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του. Εκείνος που βλέπει και ίχνος μόνο μίσους μέσα στην καρδιά του προς οποιονδήποτε άνθρωπο για οποιοδήποτε φταίξιμό του, είναι εντελώς ξένος από την αγάπη προς τον Θεό. Γιατί η αγάπη προς το Θεό δεν ανέχεται διόλου το μίσος κατά του ανθρώπου. Εκείνος που έκανε κτήμα του τη θεία αγάπη υπομένει με γενναιότητα χωρίς να σκέφτεται το κακό που του έκανε οποιοσδήποτε.
Όταν αισθανθείς πόνο επειδή κάποιος σε προσέβαλε ή σε ντρόπιασε, να ξέρεις ότι ωφελήθηκες πολύ. Με το ντρόπιασμα βγήκε από μέσα σου η κενοδοξία. Πολλοί έχουν πει πολλά περί αγάπης, αν όμως την αναζητήσεις, θα τη βρεις στους μαθητές του Χριστού, επειδή εκείνοι είχαν την αληθινή Αγάπη δάσκαλο της αγάπης, για την οποία έλεγαν: “Αν έχω το χάρισμα της προφητείας και αν γνωρίζω όλα τα μυστικά σχέδια του Θεού, και έχω όλη τη γνώση, αλλά δεν έχω αγάπη, δεν ωφελούμαι τίποτε” (Α’ Κορ. 13,2-3). Εκείνος λοιπόν που απόκτησε την αγάπη, απόκτησε τον Θεό, επειδή ο Θεός είναι αγάπη (Α’ Ιω. 4,8)».
Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «Κεφάλαια περί αγάπης»
Η Κωνσταντινούπολη έδειχνε πάντοτε ιδιαίτερο σεβασμό και απέδιδε ξεχωριστή τιμή στην Υπεραγία Θεοτόκο.Δεκάδες ναοί έχουν από αιώνων οικοδομηθεί στον ευλογημένο αυτό τόπο των ονείρων και των πάντα ζωντανών ελπίδων μας, με σκοπό να τιμηθεί η Μητέρα του Κυρίου μας.
Η αγάπη, ο σεβασμός και η τιμή των πιστών για το πρόσωπο της Θεοτόκου Μαρίας εκδηλώθηκαν από πολύ νωρίς, από την αρχή της σωτηρίου οικονομίας, όπως λέγουν οι άγιοι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας, και είναι τόσο μεγάλη, ώστε αδυνατεί ο ανθρώπινος λόγος να περιγράψει τα αισθήματα αυτά επαρκώς. Από αυτήν την αγάπη, την τιμή και την ελπίδα στην μεσιτεία της προς τον Σωτήρα Χριστό και Υιό της, κατά το ανθρώπινον η Εκκλησία καθιέρωσε να τελείται κατά την περίοδο της νηστείας του Δεκαπενταύγουστου, η ιερά Ακολουθία του Μικρού και του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος εναλλάξ, εκτός των εορτών της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή και ο Κεράτιος κόλπος
Ακόμη ένα βραβείο για τους «Γλάρους πάνω από τον ΚΕΡΑΤΙΟ». Μετά την τιμητική διάκριση στο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Λονδίνου, η ταινία απέσπασε το βραβείο μουσικής στο 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Ιεράπετρας. Το βραβείο απονέμεται στους συνθέτες Cengiz Onural, Nikos Grapsas και Θανάση Αλατά. Η μουσική των «Γλάρων» είναι μια γέφυρα που ενώνει τους ανθρώπους στις δύο πλευρές του Αιγαίου.
Ο ένδοξος νεομάρτυρας Τριαντάφυλλος γεννήθηκε στην Ζαγορά της Μαγνησίας το 1663 μ.Χ. Από μικρός εργαζόταν ως ναύτης σε ένα από τα πιο περίφημα ζαγοριανά καράβια. Το καλοκαίρι του 1680 μ.Χ. το πλοίο του έδεσε στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης. Εκεί ο Τριαντάφυλλος επισκέφτηκε τις εκκλησίες και τα αγιάσματα της Πόλης. Για κάποιο άγνωστο σε μας λόγο, ήρθε σε φιλονικία με κάποιους Τούρκους, οι οποίοι τον συκοφάντησαν ότι δήθεν ήθελε να γίνει Μωαμεθανός.
«Eιρηνικώς έζησας Eιρήνη πάλαι, και νυν κατοικείς ένθα ειρήνη βρύει»
Η Οσία Ειρήνη έζησε στα χρόνια της βασίλισσας Θεοδώρας, που αναστήλωσε τις ιερές εικόνες. Καταγόταν από την Καππαδοκία και διακρινόταν όχι μόνο για την ευσέβειά της, αλλά και για τη σωματική της ωραιότητα και την ευγενή ανατροφή της. Την είχε ζητήσει σε γάμο κάποιος διακεκριμένος άνδρας του παλατιού και έτσι εκείνη ξεκίνησε για το Βυζάντιο. Στη διαδρομή όμως πέρασε από τη Μονή του Χρυσοβαλάντου και τόσο πολύ ελκύστηκε από τη συναναστροφή των καλογριών, ώστε πήρε τη μεγάλη απόφαση να παραμείνει μαζί τους. Έτσι απέρριψε τις κοσμικές δόξες, γύρισε στην πατρίδα της και πούλησε τα υπάρχοντά της βοηθώντας πολλούς φτωχούς. Έγινε μοναχή και η ζωή της μέσα στο μοναστήρι υπήρξε πολύ ασκητική και αγία. Όταν πέθανε η ηγουμένη, η Ειρήνη, παρά την άρνησή της, ορίστηκε διάδοχός της. Από τη νέα της θέση επετέλεσε τα καθήκοντά της άριστα. Ο Θεός μάλιστα την επροίκισε με το προφητικό και θαυματουργικό χάρισμα. Έτσι διά της προσευχής της, απάλλαξε πολλούς από δαιμόνια και από διάφορες ασθένειες.
Νύχτωσε… «Ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ». Φεύγουμε, μὰ ἡ καρδιά μας ξεριζωμένη μένει πίσω. Πίσω στὴν Πόλι τῶν ὀνείρων μας, πίσω στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, τὸ μέγα μοναστῆρι…
* Το κείμενο δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στο «Αγιολόγιο» έτους 2016 της Εταιρείας Βυζαντινών Μελετών Πρεβέζης, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως.
Η Αγία Σοφία δημιουργήθηκε από νεοπλατωνιστές αρχιτέκτονες που ενσωμάτωσαν στην κατασκευή της την ελληνική πυθαγόρεια και πλατωνική γνώση για την πραγμάτωση της επαφής του ανθρώπου με το θείο. 1483 χρόνια από τα εγκαίνια του λαμπρότερου χριστιανικού ναού, στις 27 Δεκεμβρίου 537, η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Stanford Μπισέρα Πέντσεβα ολοκλήρωσε μια πρωτοποριακή μελέτη που έχει οδηγήσει, με τη βοήθεια προηγμένων υπολογιστικών συστημάτων, στην πιστή αναδημιουργία του ήχου του Ναού, φέρνοντας στο σήμερα κάτι που έμοιαζε να έχει οριστικά χαθεί: την εμπειρία της συμμετοχής στον Όρθρο και στον Εσπερινό, σαν να βρίσκεσαι στην Αγία Σοφία της Βυζαντινής εποχής.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]