Η Ιερά εικόνα της Παναγίας της Μεσοπαντήτισσας μετακομίσθηκε στην Κρήτη από την Κωνσταντινούπολη κατά τους χρόνους της εικονομαχίας, για να διασωθεί από την ασεβή μανία των εικονομάχων. Κατά την παράδοση έχει αγιογραφηθεί από τον Ευαγγελιστή Λουκά. Την περίοδο της Ενετικής κυριαρχίας στην Κρήτη, η εικόνα φυλασσόταν στον ιερό ναό του Αγίου Αποστόλου Τίτου, στον Χάνδακα (Ηράκλειο). Κάθε δε Τρίτη λιτανευόταν από τους ευλαβείς Χριστιανούς προς ίαση και προστασία από παντός μολυσμού.
Θεοδώρου Βρυζάκη, Ο όρκος των Αγωνιστών (ελαιογραφία, λεπτομέρεια)
Μετά την ήττα των Ελληνικών Επαναστατικών δυνάμεων στο Δραγατσάνι, τη θυσία του Ιερού Λόχου και την αιχμαλωσία του Αλέξανδρου Υψηλάντη, η Πρώτη Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων αποφάσισε στις 13 Ιανουαρίου 1822, ερήμην των περισσοτέρων οπλαρχηγών, την κατάργηση όλων των διακριτικών της Φιλικής Εταιρείας, του βασικού φορέα και υποστηρικτή της Επανάστασης του Γένους, και την αντικατάστασή τους με άλλα. Ανάμεσα στα σύμβολα που καταργήθηκαν, ήταν και η σημαία της Φιλικής, η αρχαιότερη του Αγώνα, η οποία αντικαταστάθηκε από την «γαλανόλευκη» του Γιάννη Σταθά. Η πρώτη Ελληνική σημαία με την σημερινή της μορφή, σχεδιάστηκε, ευλογήθηκε και υψώθηκε το 1807, στην ιερά Μονή Ευαγγελιστρίας, στη Σκιάθο, όταν ο ηγούμενος Νήφων όρκισε τους οπλαρχηγούς που είχαν συγκεντρωθεί εκεί για να σχεδιάσουν τις κινήσεις τους για την Επανάσταση. Παραλλαγή της ήταν η σημαία του Παπαφλέσσα, φτιαγμένη από το κυανό εσωτερικό του ράσου του και την φουστανέλα ενός συμπολεμιστή του.. Κυανή και λευκή, η Ελληνική σημαία διέγραψε την δική της ιερή και δοξασμένη ιστορία σε κάθε εποχή, εκφράζοντας μοναδικά τα πιο υψηλά ιδανικά της φιλοπατρίας και των αγώνων του λαού μας.
Οι άγιοι Δέκα μάρτυρες μαρτύρησαν τον 3ο αιώνα μ.Χ., όταν αυτοκράτορας ήταν ο Δέκιος. Από αυτούς, οι μεν Θεόδουλος, Σατορνίνος, Εύπορος, Γελάσιος και Ευνικιανός, ήταν από τη Γορτυνία της Κρήτης. Ο Ζωτικός, από την Κνωσό. Ο Αγαθόπους από το λιμένα Πανούρμου. Ο Βασιλειάδης (ή Βασιλείδης) από την Κυδωνιά. Ο Ευάρεστος και ο Μόβιος (ή Πόμπιος ή Πόντιος) από το Ηράκλειο.
Ο ιερός ναός της Αγίας Βαρβάρας είναι από τους παλαιότερους ναούς της πόλεως. Βρίσκεται κοντά στον μητροπολιτικό ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου, πάνω στην ομώνυμη οδό. Η Αγία Βαρβάρα είναι η προστάτιδα του Ρεθύμνου και από το 2003, μετά από απόφαση του Νομάρχη Ρεθύμνου, η 4η Δεκεμβρίου, ημέρα της γιορτής της αποτελεί επίσημη αργία για την πόλη του Ρεθύμνου.
Στις 30 Νοεμβρίου εορτάζει ο Πρωτόκλητος Απόστολος Άγιος Ανδρέας, αδελφός του Αποστόλου Πέτρου, που μαρτύρησε στην Πάτρα, της οποίας είναι και πολιούχος. Πρόκειται για έναν δημοφιλή άγιο του χειμώνα, του οποίου η γιορτή συμπίπτει με την τελευταία ημέρα του φθινοπώρου. Η λαϊκή λατρεία του Αγίου Ανδρέα περιλαμβάνει δοξασίες, φόβους, ελπίδες και αντιλήψεις, έθιμα και συνήθειες, με μαγικό, δεισιδαίμονα χαρακτήρα. Παράγοντες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της λατρείας ήταν οι εξής:
Δύσκολη ήταν η ζωή στα ορεινά χωριά της Κρήτης εκείνα τα χρόνια της τουρκοκρατίας! Οι άνθρωποι δούλευαν μέρα – νύχτα στα χωράφια τους, να τα σκάψουν και να τα σπείρουν για να βγάλουν καρπό, να ζήσουν τις οικογένειές στους και τα ίδια τα ζωντανά τους!
Ένα μεγάλο θαύμα του Αγίου Μηνά συντελέστηκε το 1826 μ.Χ., στο Ηράκλειο της Κρήτης, πόλη στην οποία ιδιαιτέρως τιμάται ο Άγιος και είναι ο Πολιούχος και προστάτης της. Το 1821, μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως εναντίον των Τούρκων, οι κατακτητές προχώρησαν σε εκτεταμένες σφαγές χιλιάδων αμάχων σε πολλές περιοχές. Από τους πρώτους που πλήρωσαν με το αίμα τους την επανάσταση ήταν και οι κάτοικοι της μαρτυρικής Κρήτης. Μεταξύ των χιλιάδων θυμάτων συγκαταλέγονται ο Μητροπολίτης Κρήτης, οι Επίσκοποι Χανίων, Κνωσού, Χεροννήσου, Λάμπης, Σητείας κ.ά., οι οποίοι εσφαγιάστηκαν την 24η Ιουνίου 1821 στον περίβολο του Μητροπολιτικού Ναού του Ηρακλείου, που είναι αφιερωμένος στον Άγιο Μηνά. Μάλιστα ο ιερουργών ιερέας του ναού σφαγιάστηκε πάνω στην Αγία Τράπεζα!
Ο Άγιος Μηνάς γεννήθηκε στην Αίγυπτο, στα μέσα περίπου του 3ου αιώνα μ.Χ., από γονείς ειδωλολάτρες. Ωστόσο, το ειδωλολατρικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωνε, δεν κατάφερε να σκληρύνει την καρδιά του η οποία, όταν ήλθε η στιγμή, σκίρτησε ακούγοντας την φωνή του Θεού και έτσι ο, έφηβος ακόμη, Μηνάς έγινε χριστιανός. Μεγαλώνοντας, επέλεξε να σταδιοδρομήσει στον Ρωμαϊκό στρατό, στο ιππικό τάγμα των Ρουταλικών, υπό την διοίκηση του Αργυρίσκου. Η έδρα της μονάδας του ήταν στο Κοτυάειον, σημερινή Κιουτάχεια της Μικράς Ασίας. Εκεί ο Μηνάς διακρίθηκε για την φρόνησή του, αλλά και για το ανδρείο του φρόνημα και γι’ αυτό έχαιρε εκτιμήσεως στον κύκλο των στρατιωτικών.
Ακολουθώντας τα βήματα των παλιών ζευγάδων, θα μας πάνε σταθερά στις καλές εποχές, τότε που η Κρητική ύπαιθρος έσφυζε από ζωή, από ζωντάνια, μέσα σε πολλές αγωνίες, αλλά και πολλές χαρές. Ο ζευγάς, πούυ για τους περισσότερους ήταν ο πατέρας μας ή ο παππούς μας, ήξερε πολύ καλά τη δουλειά του και ακούραστος γινόταν ένα με τη γη. Από την εκκλησία και από τα λόγια του Ευαγγελίου, έμαθαν πως: «Ο μην εργαζόμενος ουκ εσθιέτω». Δηλαδή, όποιος δεν εργάζεται, δεν πρέπει και να τρώει! Από δε τους παλαιότερους διδάχτηκαν: «Όποιος δεν κουράσει γόνατα, κοιλιά δεν θεραπεύει». Έτσι, ο ζευγάς αγαπάει την δουλειά του και την κάνει με μεράκι και όπως πρέπει, γιατί από εκεί περιμένει να ζήσει τη φαμελιά του.
Ο Άγιος Ιλαρίων καταγόταν από το Ηράκλειο της Κρήτης και το κοσμικό του όνομα ήταν Ιωάννης. Είχε άλλα τέσσερα αδέλφια, οι δε γονείς του, Φραντζέσκος και Αικατερίνη, τον είχαν αναθρέψει με επιμέλεια και είχε μάθει τα ιερά γράμματα. Ο Ιωάννης είχε ένα θείο γιατρό ο οποίος φεύγοντας για την Κωνσταντινούπολη τον πήρε κοντά. Μολονότι ο Ιωάννης έμεινε από μικρός μαζί του για δέκα χρόνια ούτε ιατρική τον έμαθε ο θείος ούτε ενδιαφερόταν καν για τον ανιψιό του. Γι’ αυτό ο Ιωάννης αναγκάστηκε να φύγει από το σπίτι του θείου του και προσελήφθη ως υπάλληλος σ’ ένα έμπορο, Χιώτη στην καταγωγή, ο οποίος απασχολούσε ήδη και κάποιο άλλο υπάλληλο. Κάποτε ο έμπορος αναγκάστηκε να λείψει από το κατάστημά του πηγαίνοντας στην ιδιαίτερή του πατρίδα τη Χίο. Όταν επέστρεψε, οι δύο υπάλληλοι απέδωσαν λογαριασμό στο αφεντικό τους για το χρονικό διάστημα που απουσίαζε. Ο έμπορος θεώρησε ότι τα χρήματα που είχαν εισπραχθεί δεν ανταποκρίνονταν στην αξία των εμπορευμάτων που είχαν πουληθεί και ότι έλειπαν τριάντα γρόσια, μολονότι δεν είχαν κάνει απογραφή των εμπορευμάτων πριν φύγει. Οι υποψίες και οι απειλές του εμπόρου στρέφονταν κατά του Ιωάννη. Απελπισμένος ο Ιωάννης ζήτησε βοήθεια από τον θείο του, ο οποίος όμως δεν τον δέχθηκε.
Μέσα στην απελπισία του πήγε στο ανάκτορο του σουλτάνου για να συναντήσει τη Βαλιδέ σουλτάνα, τη βασιλομήτορα. Πρώτα παρουσιάστηκε στον επιτετραμμένο αγά, τον Αιθίοπα Μερτζάν Αγά, που τον γνώριζε, του ανέφερε την υπόθεση και αυτός ο κάκιστος σύμβουλος άρπαξε την ευκαιρία και τον συμβούλεψε να αλλαξοπιστήσει και θα έχει πολλά πλούτη και αξιώματα. Μέσα στη στεναχώρια του ο Ιωάννης και με συνεργία του διαβόλου δέχθηκε. Τότε περιχαρής ο αγάς τον παρουσίασε στη μητέρα του σουλτάνου και αυτή με τη σειρά της στον σουλτάνο. Αμέσως του έκαναν περιτομή, τον έντυσαν με λαμπρά ενδύματα και τον παρέδωσαν σε κάποιον χότζα να τον διδάσκει. Μετά τρεις ημέρες όμως ήρθε ο νέος στον εαυτό του και μετανόησε από την καρδιά του. Ζητούσε ευκαιρία να φύγει.
Πράγματι κατόρθωσε και έφυγε για την Κριμαία. Έμεινε εκεί δέκα μήνες αλλά δεν μπορούσε να βρει ανάπαυση από το μεγάλο σφάλμα της άρνησης. Έτσι αποφάσισε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό να ομολογήσει τον Χριστό. Κάποιοι πνευματικοί όμως τον συμβούλευσαν να πάει στο Άγιον Όρος. Πήγε στο Άγιον Όρος, πρώτα στην Ιβήρων και έπειτα στη σκήτη της Αγίας Άννης, κοντά σε κάποιο ιερομόναχο Βησσαρίωνα, ο οποίος υπήρξε αλείπτης και του νεομάρτυρος Λουκά. Ο Γέροντας τον δέχθηκε και του όρισε κανόνα με αυστηρή άσκηση και νηστεία. Σε λίγο καιρό τον έκειρε μοναχό με το όνομα Ιλαρίων. Ένα πρωί ο Ιλαρίων είπε στον Γέροντά του ότι νιώθει έτοιμος να ομολογήσει τον Χριστό που είχε αρνηθεί. Ο Γέροντας συγκατένευσε στον καλό λογισμό και αναχώρησαν μαζί για την Κωνσταντινούπολη. Εκεί πρώτα κοινώνησε από τον Γέροντά του τα Άχραντα Μυστήρια και μετά παρουσιάστηκε στον αγά.
Αμέσως μόλις έγινα μουσουλμάνος, του είπε, μετάνιωσα πικρά και αμέσως άφησα το σκοτάδι της πλάνης και επανήλθα στο φως της αλήθειας, γι’ αυτό αναθεματίζω την ομολογία και την πίστη σας. Χριστιανός ήμουν και είμαι και αναθεματίζω το σαλαβάτι σας. Και ρίχνοντας κάτω στη γη το σαρίκι φόρεσε τον μαύρο σκούφο που είχε κρυμμένο στο στήθος του. Βλέποντας ο αγάς την αμετάθετη απόφασή του διέταξε να τον συλλάβουν και να τον βασανίσουν αλύπητα. Τόσο πολύ τον βασάνισαν που εξαρθρώθηκαν όλα του τα οστά. Τελικά τον αποκεφάλισαν και έλαβε δύο στεφάνια, της ασκήσεως και του μαρτυρίου. Η μνήμη του τιμάται στις 20 Σεπτεμβρίου. Μέρος των Ιερών Λειψάνων του Αγίου βρίσκονται στη Μονή Κύκκου Κύπρου.
Κάποτε που είχαν καλέσει τον Γέροντα Βησσαρίωνα σ’ ένα χριστιανικό σπίτι και του έφεραν τα παιδιά να τα ευλογήσει, ένα από αυτά, κοριτσάκι περίπου οκτώ ετών, που είχε κρυφό δαιμόνιο, μαύρισε, έκανε άτακτες κινήσεις και τελικά έπεσε κάτω σα νεκρό. Ο Γέροντας είχε μαζί του λίγο αίμα του Αγίου αλλά, πριν ακόμα προλάβει να σφραγίσει με αυτό το κορίτσι, βγήκε το δαιμόνιο από μέσα του και σηκώθηκε γερό το παιδί.
Ο μακάριος Ευμένιος κατήγετο από την Κρήτη. Από την νεανική του ηλικία αφιερώθηκε με πολλή επιμέλεια στα έργα της ασκήσεως, τα οποία συνεδύαζε με άκρα ταπείνωση. Το πρόσωπό του ήταν πάντοτε λουσμένο στα δάκρυα. Ποτέ δεν κατέκρινε κανένα ούτε δέχθηκε να ακούσει άλλον να καταλαλεί. Έφθασε σε τέτοιο ύψος αρετής, ώστε οι χριστιανοί της Γορτύνης τον πίεσαν να γίνει επίσκοπός τους. Με πολλή σύνεση ποίμανε το ποίμνιό του, αξιώθηκε δε να λάβει από τον Θεό και την δύναμη να επιτελεί θαύματα. Όταν μετέβη στην Ρώμη, σαν πυρσός την κατεφώτισε με τις θείες διδασκαλίες του και στερέωσε τους πιστούς με τα πολλά του θαύματα.
Κατά την επιστροφή του επισκέφθηκε την Θηβαΐδα, όπου διέλυσε με την προσευχή του την ξηρασία που επικρατούσε. Ενώ βρισκόταν εκεί, εξεδήμησε προς Κύριον σε βαθύ γήρας και οι Θηβαίοι απέστειλαν το ιερό του σκήνωμα στην πατρίδα του Γόρτυνα. Οι πιστοί τον ενεταφίασαν στην τοποθεσία Ράξος, όπου βρισκόταν και το σεπτό λείψανο του προκατόχου του, αγίου Κυρίλλου.
Φαίνεται ότι ο άγιος Ευμένιος έζησε πριν από το 732, όταν η Κρήτη εκκλησιαστικώς εξηρτάτο από την Ρώμη και, ακριβέστερα, μεταξύ 667 και 680· διότι η ακολουθία που συνέθεσε ο (άγιος) Ιωσήφ ο Υμνογράφος αναφέρει ότι ο άγιος συμφιλίωσε στην Κωνσταντινούπολη τους συναυτοκράτορες Κωνσταντίνο Δ’ Πωγωνάτο, Ηράκλειο και Τιβέριο. Η μνήμη του τιμάται στις 18 Σεπτεμβρίου.
Τα Σφακιά της Κρήτης ήταν η πατρίδα του Αγίου Ιωάννη και εργαζόταν σαν γεωργός στη Νέα Έφεσο.Ο Άγιος καταγόταν από την Κρήτη αλλά ζούσε στην περιοχή της Νέας Εφέσου, Κουσάντασι, όπως την ονόμαζαν οι Τούρκοι. Ήταν γεωργός στο επάγγελμα και ήταν αρραβωνιασμένος. Νέος στην ηλικία, κόσμιος, συνετός, σώφρων, στολισμένος με πολλές αρετές.
Η Ποταμίδα Κισσάμου Χανίων είναι διάσημη για τους εντυπωσιακούς Κομόλιθους της, που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον πλήθους επισκεπτών κάθε χρόνο, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες. Ωστόσο αυτή η περιοχή των Χανίων έχει κι άλλα πολλά όμορφα και ενδιαφέροντα σημεία να επιδείξει, ανάμεσα σε αυτά το ξωκλήσι του Μιχαήλ Αρχαγγέλου.
Βρίσκεται σε μια δασωμένη περιοχή της Ποταμίδας, σφηνωμένο μέσα σε ένα βράχο, κοντά στη γειτονιά, μια από τις πέντε του χωριού, που οι ντόπιοι αποκαλούν Κατερμάδω. Η εικόνα του μικρού ναού είναι απόκοσμη καθώς το μεγαλύτερο τμήμα του αποτελεί σπηλαίωση κι έτσι το φυσικό φως που εισέρχεται στο εσωτερικό του είναι λιγοστό. Οι εικόνες του Μιχαήλ Αρχαγγέλου να κρατά το σπαθί του, με βλέμμα διαπεραστικό, είναι πάμπολλες, τόσο στο τέμπλο όσο και στους τοίχους του.
Ξεχωρίζει όμως η δεσποτική, μεγάλη, εικόνα πάνω στο απλό, ξύλινο τέμπλο που φέρει τη χρονολογία 1935. Το εκκλησάκι λένε οι ντόπιοι υπήρχε πριν την Τουρκοκρατία όμως οι Οθωμανοί το κατέστρεψαν και έτσι χρειάστηκε να κτιστεί εκ νέου. Υπάρχει και μια παράδοση που αφορά στο πως ξανακτίστηκε σε αυτό το σημείο η εκκλησία που είναι αφιερωμένη στο Μιχαήλ Αρχάγγελο.
Όπως μας διηγήθηκε κάτοικος της Ποταμίδας, πολύ παλιά η εικόνα του Μιχαήλ Αρχαγγέλου φιλοξενείτο στο «Χαλομονάστηρο», μια περιοχή λίγο ψηλότερα από το σημείο της σπηλαίωσης, όπου λέγεται πως λειτουργούσε μικρό μοναστήρι. Προφανώς την είχαν μεταφέρει εκεί αφότου οι Οθωμανοί κατέστρεψαν το ναό της μέσα στη σπηλιά. Όμως η εικόνα έφευγε από το «Χαλομονάστηρο» και επέστρεφε εκεί που θεωρούσε πως ανήκει. Οι κάτοικοι τη γύριζαν πίσω όμως το ίδιο σκηνικό επαναλαμβανόταν.
Τότε ένας εκ των κατοίκων, ο Φραγκίσκος Αποστολάκης, αποφάσισε να κτίσει ξανά το εκκλησάκι του Μιχαήλ Αρχαγγέλου στη θέση που προϋπήρχε ώστε να μείνει και η εικόνα στη θέση της. Έτσι κι έγινε. Βέβαια έκτοτε το ξωκλήσι έχει υποστεί αρκετές ανακαινίσεις για να φθάσει σε αυτό που σήμερα βλέπουμε όμως οι πιστοί της Ποταμίδας δεν ξεχνούν αυτή την ιστορία και την διηγούνται με την πρώτη ευκαιρία, συμπληρώνοντας πως ο Αρχάγγελος Μιχάηλ είχε σώσει πολύ κόσμο από ασθένειες του παρελθόντος γι’ αυτό και τον τιμούν ιδιαιτέρως κάθε χρόνο στη γιορτή του.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]