«La double vie de Véronique» by Krzysztof Kieślowski (frenchfilmmusica.wordpress.com)
Να γιατί γράφω. Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε ν’ ανιχνεύσει η ζωή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος και ο Άδης αγγίζονται. Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε τον κόσμο της φθοράς που, έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο θάνατος είναι η μόνη οδός για Ανάσταση.
«Κάθε λουλούδι έχει τη θέση του στον ήλιο κάθε άνθρωπος έχει ένα όνειρο. Κάθε άνθρωπος έχει έναν ουρανό πάνου από την πληγή του κι ένα μικρό παράνομο σημείωμα της άνοιξης μέσα στην τσέπη του»
«Κάθε λουλούδι έχει τη θέση του στον ήλιο κάθε άνθρωπος έχει ένα όνειρο. Κάθε άνθρωπος έχει έναν ουρανό πάνου από την πληγή του κι ένα μικρό παράνομο σημείωμα της άνοιξης μέσα στην τσέπη του»
«Σήμερα κρέμασα πάνω από το γραφείο μου τη μοναδική φωτογραφία ενός ελληνικού τοπίου που βρέθηκε, ολωσδιόλου τυχαία, μέσα σε κάτι χαρτιά. Τη φωτογραφία της μεγάλης άγκυρας του Πόρου. Την είχα κάνει ένα πρωί της άνοιξης του ‘40. Καθώς την κοιτάζω τώρα αισθάνομαι την ψυχή μου πλημμυρισμένη. Αλλά δεν είναι αυτά που μου χρειάζουνται: πελεκώντας τον εαυτό μας, έτσι γράφουμε»
«Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα». Οι λέξεις του Γιώργου Σεφέρη πετούν σαν χελιδόνια πάνω από το κεφάλι μας, γνώριμα και αγαπημένα -αλλά και παντοτινά ζητούμενα. Σε αυτά τα χρόνια του φόβου, της κόπωσης, του πάγου και των απανωτών αδιεξόδων, τα λόγια αυτά μπορεί ν’ ακούγονται απόκοσμα ή και σαρκαστικά.. Μπορεί, όμως, με την απόλυτη απλότητά τους, να είναι και σημαία ομορφιάς και αισιοδοξίας σε τούτη τη σκοτεινή και δύσκολη εποχή της απραξίας και της μεγάλης μελαγχολίας. «Λίγο ακόμα / θα ιδούμε τις αμυγδαλιές να ανθίζουν / τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο / τη θάλασσα να κυματίζει». Η χώρα μας είναι και η χαρά μας, και έχουμε το προνόμιο να μπορούμε να τη χαρούμε. Αλλ’ αυτή είναι και η μεγάλη πρόκληση -να αγωνιστούμε για να φθάσουμε εκεί όπου μπορούμε να δούμε τι έχουμε: τη φύση, τον ρου της Ιστορίας και των εποχών. Για να δούμε, πρέπει να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα. Όταν δούμε, ίσως αλλάξουμε. Ίσως η προσπάθεια είναι αυτό που μας λείπει. Ίσως η έλλειψη προσπάθειας είναι αυτό που μας λυγίζει, μας γονατίζει…
Διαβάζοντας μια λαμπρή μελέτη του Δημήτρη Κόκορη, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Πεδίο» με τίτλο «Ο Καζαντζάκης ως ποιητής»
Είναι γνωστό πόσο πολεμήθηκε από διαφορετικούς δογματικούς χώρους ο Νίκος Καζαντζάκης και σήμερα, μετά από τη διεθνή του καταξίωση, αναθεωρούν την άποψή τους. Θ’ αναφέρω ενδεικτικά μερικούς που συνέβαλαν σ’ αυτό. Ο μεγάλος δάσκαλος Στυλιανός Αλεξίου, σε διάλεξή του, άσκησε κριτική στον πατέρα του Λευτέρη και στις θείες του Γαλάτεια και Έλλη, επειδή τον αδίκησαν και τον θεωρεί έναν από τους μεγάλους μας δημιουργούς. Επίσης, ο Σταμάτης Φιλιππίδης, καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης που δίδαξε το έργο του, έχει εκδώσει μια εξαιρετική μελέτη για την πεζογραφία του και διοργάνωσε σχετικό συνέδριο.
Μάτια κλειδωμένα, χέρια παγωμένα κείτεται -δεκαοχτώ χρονώ ήτανε δεν ήτανε. Για να ‘χω εγώ πουλιά – φτερά στα χέρια μου και συ στο σπιτάκι σου μια γλάστρα με βασιλικό στο πεζουλάκι και τα παιδιά μας ξένοιαστα να χτίζουνε το μέλλον.
Ξεκινώντας δίχως τουφέκι – σπαθί, μονάχα με τον ήλιο στο μέτωπο λάμπετε τόσο ψηλά που η ποίηση θα μείνει χρεώστης σας. Υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το ποίημα. Απλώνοντας το χέρι μου δε φτάνει ως εκεί που ωραία λουλούδια σε υψηλό λειμώνα τις μορφές σας λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου! Μπροστά σ’ αυτό το Ποίημα μετράει μόνο η σιωπή.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]