Η Ορθόδοξη διάσταση στην ποίηση και στα εικαστικά του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης (1911-1998)

Ὁ Ἐλύτης ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὸν ὑπερρεαλισμὸ καὶ δανείστηκε στοιχεῖά του, τὰ ὁποῖα ὡστόσο ἀναμόρφωσε σύμφωνα μὲ τὸ προσωπικό του ποιητικὸ ὅραμα, ἄρρηκτα συνδεδεμένο μὲ τὸ λυρικὸ στοιχεῖο καὶ τὴν ἑλληνικὴ λαϊκὴ παράδοση.

Συνέχεια

Τον Ιούλιο κάποτε..

Καυτός, ερωτικός, ξένοιαστος και ποθητός, ο Ιούλιος είναι ο αγαπημένος μήνας των καλοκαιρινών διακοπών, της χαράς και των αποδράσεων! Η επαφή με τη φύση και οι ευκαιρίες για ταξίδια που προσφέρει απλόχερα, στάθηκαν ανέκαθεν πηγή ανεξάντλητης έμπνευσης και δημιουργίας για τους ποιητές μας

«Τὸν Ἰούλιο κάποτε μισανοίξανε
τὰ μεγάλα μάτια της μὲς στὰ σπλάχνα μου
τὴν παρθένα ζωὴ μιά στιγμὴ νὰ φωτίσουν
μακρινὴ μητέρα ρόδο μου ἀμάραντο»

Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Τὸ Ἄξιόν Ἐστί

Συνέχεια

Ἐλύτης: Ἀκόμα μιὰ φορά μέσα στὶς κερασιές..

«Ἀκόμα μιὰ φορά μέσα στὶς κερασιές τὰ δυσεύρετα χείλη σου. Ἀκόμα μιὰ φορά μέσα στ’ ἀρχαῖα σου ὄνειρα τὰ τραγούδια ποὺ ἀνάβουν καὶ χάνονται. Μέσα σ’ αὐτά ποὺ ἀνάβουν καὶ χάνονται τὰ ζεστά μυστικά τοῦ κόσμου. Τὰ μυστικά τοῦ κόσμου ..».

Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἡ συναυλία τῶν γυακίνθων» (Προσανατολισμοί)

Οι φόβοι του Μεσημεριού

Οι φόβοι του Μεσημεριού

Οι γρίλιες μου φέρνουν την αντηλιά
από το απέναντι σοκάκι
Σιωπή… ακόμα και η βρύση σταμάτησε να στάζει,
όλα είναι λουσμένα στο μεσημέρι,
όλα είναι σιωπή και φόβος
Μόνο μια μύγα δεν κουράστηκε να φέρνει κύκλους
Μες το καυτό το απομεσήμερο, με μάτια ορθάνοιχτα
παρακολουθώ μηχανικά τους επίμονους περίπατους της.

Μες το δωμάτιο πλανιέται ακόμα η μυρουδιά του δεκαπενταύγουστου.
Η Μαρία ήρθε αμέσως μετά την εκκλησία ντυμένη στα κόκκινα
και φεύγοντας ξέχασε πάνω στην καρέκλα της
ένα ματσάκι βασιλικό και ριζμαρί
που συνήθιζε να βάζει μες στα σφιχτά της στήθη.
Τα μάτια μου έπεσαν στο ασυμμάζευτο ακόμα τραπέζι της Κυριακής,
Κανείς δεν είχε την δύναμη την ώρα τούτη
την περίεργη να το συμμαζέψει
Όλοι περιμέναμε να έρθει το απόγευμα
Όλοι περιμέναμε να σβήσει το μεσημέρι.

Οι φόβοι που με κυρίευαν
άρχιζαν πέρα από την κλεισμένη πόρτα του δωματίου
Πιο κει ήταν το δέος, η άγνοια, η ακατανόητη πίκρα
που σου άφηνε η ζωή στα άπλετο φως του καλοκαιριού.
Η σκιά του απογεύματος μεγάλωνε,
οι αυλές γεμίζανε δροσιά, οι πόρτες άνοιγαν.
Οι φόβοι του μεσημεριού ξεθώριαζαν
έτσι καθώς δινόμουνα σιγά σιγά στην αγκαλιά της νύχτας.

Ήσουνα πάντα με την παρέα του Γιάννη
και όταν σε έβλεπα από μακριά
μία χαρά πρωτόγνωρη γέμιζε την καρδιά μου.
Οι χτύποι της δυνάμωναν
και όταν πια συναντιόμασταν
τα μάτια σου γινόντουσαν πελώρια
και ένα παίξιμο στα χείλη σου πρόδιδε την αγάπη…
Ήταν η ώρα που η σκιά έφτανε μέχρι τις γέρικες ελιές του θείου Γιώργου.
Δε θυμούμαι πια πότε σταμάτησα να σε συναντώ.
Ξέχασα ακόμη και το όνομα σου!

Την ώρα τούτη που η βρύση σταμάτησε να στάζει
και που η μάνα δεν ονειρεύεται στο διπλανό κρεβάτι
Μόνο μια μύγα βουίζει επίμονα μέσα σε ένα δωμάτιο
Όπου πια δεν υπάρχει παρά το κενό…

Στίχοι: Γιώργος Σταυριανός, Απαγγελία: Κάτια Δανδουλάκη

Η Μαρίνα των βράχων (Οδυσσέας Ελύτης)

Η Μαρίνα των βράχων

Ἔχεις μιὰ γεύση τρικυμίας στὰ χείλη – Μὰ ποῦ γύριζες;
Ὁλημερὶς τὴ σκληρὴ ρέμβη τῆς πέτρας καὶ τῆς θάλασσας
Ἀετοφόρος ἄνεμος γύμνωσε τοὺς λόφους
Γύμνωσε τὴν ἐπιθυμία σου ὣς τὸ κόκαλο
Κι οἱ κόρες τῶν ματιῶν σου πήρανε τὴ σκυτάλη τῆς Χίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ ἀφρό τὴ θύμηση!

Συνέχεια

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης

«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη των αγίων Κηρύκου
και Ιουλίτης – Ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ’ αλώνια…»
(Οδ. Ελύτης)

Κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη

Ο Οδυσσέας Ελύτης στο περίφημο «Άξιον εστί» του μας παρέδωσε τη δική του ποιητική εκδοχή των «Χαιρετισμών» η οποία, θα έλεγε κανείς, πως είναι συνώνυμη της θάλασσας, του θαύματος, του Αιγαίου, του ονείρου, του ανέμου…

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι
αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι
με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι

Συνέχεια

Το Φωτόδεντρο (Οδυσσέας Ελύτης)

Έφερνα γύρους κι έβγαζα φως κοκκινωπό από το να ‘χω παιδευτεί
και από το να ‘μαι μόνος..
Κι ούτε που μου άνοιγε κανείς να ξαναδώ σε τι μεριές μεγάλωσα,
σε τι μεριές με μάλωνε η μητέρα μου
Πού πρωτοφύτρωσε και για ποιανού τη χάρη το φωτόδεντρο..
Από κάπου ο καπνός περνούσε ..ίσως πέμπονταν το μήνυμα
ότι τα δεινά μας καλώς έχουν κι η τάξη δεν πρόκειται ν’ ανατραπεί.
Αχ πού ‘σαι τώρα καημένο μου φωτόδεντρο, πού ‘σαι φωτόδεντρο,
παραμιλούσα κι έτρεχα.
Τώρα σε θέλω, τώρα που έχασα ως και τ’ όνομά μου
Που πια κανένας δεν πενθεί τ’ αηδόνια κι όλοι γράφουν ποιήματα.

Συνέχεια