
Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, Ερωτόκριτος και Αρετούσα
Συνέχεια
Νικόλαος Γύζης, Η Μητέρα
«Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε.
Αγαπούσα που τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου, δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουνα, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
– Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: «Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο σπίτι της Αίγινας
Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου· δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και το κελάδημα του καναρινιού.
Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει· χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη.
Μπορεί και να ‘ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο, κι από τότε την έφερε στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντηλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.
Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντηλο της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της να φύγει».
* Νίκος Καζαντζάκης, «Αναφορά στον Γκρέκο», 1961.
Πηγή: antikleidi.com
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Κοινωνικό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που πρωτοδημοσιεύτηκε στις 24 Μαρτίου 1896, στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Εκτυλίσσεται στην Αθήνα, περί τα τέλη του 19ου αιώνα, με ηρωίδα μια κατατρεγμένη δασκάλα, τη Χριστίνα, θύμα του πελατειακού κράτους (καθώς τότε ακόμα δεν υφίστατο η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων) και του εραστή της. Ο Παπαδιαμάντης μας παρουσιάζει, επίσης, μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα -τις δούλες και τις παραμάνες- στις μεγάλες στιγμές της Αναστάσεως. Ένα διήγημα που μπορεί να ταιριάζει με αυτό που αποκαλούμε «ατμόσφαιρα των ημερών», όμως θίγει διαχρονικά ζητήματα της κοινωνίας μας, ενώ έχει μεγάλο ενδιαφέρον ο τρόπος που τα προσεγγίζει ο μεγάλος Παπαδιαμάντης.
Συνέχεια
Νικόλαος Oθωναίος, Ιωάννινα
Η Κυρά Φροσύνη
(11 Ιανουαρίου 1801)
Η «Κυρά Φροσύνη», όπως έγινε γνωστή η Ευφροσύνη Βασιλείου (1773-11 Ιανουαρίου 1801) συνδέθηκε με την ιστορία του Αλή Πασά των Ιωαννίνων και το τραγικό τέλος της, στις 11 Ιανουαρίου του 1801, τραγουδήθηκε, έγινε όπερα, μυθιστόρημα, ταινία. Υπήρξε μητέρα δύο παιδιών και σύζυγος του εμπόρου και προκρίτου των Ιωαννίνων Δημητρίου Βασιλείου, καθώς επίσης και ανιψιά του Μητροπολίτη Λαρίσης, μετέπειτα Ιωαννίνων Γαβριήλ Γκάγκα. Ο Αλή Πασάς αποφάσισε να την εκτελέσει μαζί με άλλες δεκαεπτά (17) συντοπίτισσές της, δια πνιγμού, στην Λίμνη των Ιωαννίνων, με την επίσημη αιτιολογία ότι ζούσαν ανήθικα, κάτι για το οποίο έχουν εκφραστεί αμφιβολίες, η δε Φροσύνη και οι λοιπές γυναίκες, που πνίγηκαν μαζί της, έχουν θεωρηθεί ακόμα και θύματα των πολιτικών διώξεων της εποχής στα Γιάννενα. Τα πραγματικά περιστατικά σε γενικές γραμμές έχουν χαθεί ή παραμορφωθεί από συναισθηματικούς, οικονομικούς, ακόμα και εθνικούς παράγοντες τόσο της εποχής εκείνης, όσο και των επομένων δεκαετιών[1].
Συνέχεια«Η λάμπα του Παλαμά» είναι ένα κείμενο γραμμένο από έναν σπουδαίο λογοτέχνη, τον Στρατή Μυριβήλη για τον Κωστή Παλαμά, τον μεγάλο μας Ποιητή. Σαν το διαβάσεις έχεις για πάντα την αίσθηση πως έχεις υπάρξει εκεί, στο όμορφο δωμάτιο του Ποιητή, κάτω κι εσύ από τη ζεστασιά που σκορπούσε το φως της λάμπας του, «μιας φτωχικής λάμπας πετρελαίου», όπως γλαφυρά ιστορεί ο Μυριβήλης, «που είδε, έναν έναν, όλους τους παλαμικούς στίχους να γεννιούνται μέσα στον φτερωτό περίγυρό της», στο γραφείο του Ποιητή, «το κελλί τ’ αγιασμένο από την ακοίμητη δουλειά ενός συγγραφέα».
Συνέχεια«Η λάμπα του Παλαμά» είναι ένα κείμενο γραμμένο από έναν σπουδαίο λογοτέχνη, τον Στρατή Μυριβήλη για τον Κωστή Παλαμά, τον μεγάλο μας Ποιητή. Σαν το διαβάσεις έχεις για πάντα την αίσθηση πως έχεις υπάρξει εκεί, στο όμορφο δωμάτιο του Ποιητή, κάτω κι εσύ από τη ζεστασιά που σκορπούσε το φως της λάμπας του, «μιας φτωχικής λάμπας πετρελαίου», όπως γλαφυρά ιστορεί ο Μυριβήλης, «που είδε, έναν έναν, όλους τους παλαμικούς στίχους να γεννιούνται μέσα στον φτερωτό περίγυρό της», στο γραφείο του Ποιητή, «το κελλί τ’ αγιασμένο από την ακοίμητη δουλειά ενός συγγραφέα».
Συνέχεια«Η λάμπα του Παλαμά» είναι ένα κείμενο γραμμένο από έναν σπουδαίο λογοτέχνη, τον Στρατή Μυριβήλη για τον Κωστή Παλαμά, τον μεγάλο μας Ποιητή. Σαν το διαβάσεις έχεις για πάντα την αίσθηση πως έχεις υπάρξει εκεί, στο όμορφο δωμάτιο του Ποιητή, κάτω κι εσύ από τη ζεστασιά που σκορπούσε το φως της λάμπας του, «μιας φτωχικής λάμπας πετρελαίου», όπως γλαφυρά ιστορεί ο Μυριβήλης, «που είδε, έναν έναν, όλους τους παλαμικούς στίχους να γεννιούνται μέσα στον φτερωτό περίγυρό της», στο γραφείο του Ποιητή, «το κελλί τ’ αγιασμένο από την ακοίμητη δουλειά ενός συγγραφέα».
ΣυνέχειαΣτρατής Μυριβήλης

«Η λάμπα του Παλαμά» είναι ένα κείμενο γραμμένο από έναν σπουδαίο λογοτέχνη, τον Στρατή Μυριβήλη για τον Κωστή Παλαμά, τον μεγάλο μας Ποιητή. Σαν το διαβάσεις έχεις για πάντα την αίσθηση πως έχεις υπάρξει εκεί, στο όμορφο δωμάτιο του Ποιητή, κάτω κι εσύ από τη ζεστασιά που σκορπούσε το φως της λάμπας του, «μιας φτωχικής λάμπας πετρελαίου», όπως γλαφυρά ιστορεί ο Μυριβήλης, «που είδε, έναν έναν, όλους τους παλαμικούς στίχους να γεννιούνται μέσα στον φτερωτό περίγυρό της», στο γραφείο του Ποιητή, «το κελλί τ’ αγιασμένο από την ακοίμητη δουλειά ενός συγγραφέα».
Συνέχεια19 Φεβρουαρίου

Η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία, δια χειρός Φωτίου Κόντογλου,
τοιχογραφία από το παρεκκλήσιο της Αγίας Ειρήνης Κηφισιάς
Αττικής, ιδιοκτησίας Oικογ. Πεσμαζόγλου
Στις 19 Φεβρουαρίου είναι η μνήμη τῆς ἁγίας Φιλοθέης, ποὺ εἶναι πολιοῦχος τῶν Ἀθηνῶν μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη καὶ τὸν ἅγιο Ἰερόθεο. Ἡ ἁγία Φιλοθέη γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ γονιοὺς ἄρχοντες, μοναχοπαίδι τοῦ Ἀγγέλου Μπενιζέλου καὶ τῆς Συρίγας. Φιλοθέη ὀνομάσθηκε ὅταν ἔγινε καλογρηά, ἀλλὰ τὸ πρῶτο ὄνομά της ἦταν Ρεβούλα. Ἡ μητέρα της ἤτανε στείρα καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ νὰ τῆς δώσει τέκνο, καὶ μία νύχτα εἶδε πὼς βγῆκε ἀπὸ τὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας ἕνα φῶς δυνατὸ καὶ πὼς μπῆκε στὴν κοιλιά της. Κι᾿ ἀληθινά, τὸ φῶς ἐκεῖνο ἤτανε ἡ ἁγιασμένη ψυχῆ τῆς κόρης ποὺ γέννησε σ᾿ ἐννιὰ μῆνες. Ἀπὸ μικρὴ φανέρωνε μὲ τὰ φερσίματα καὶ μὲ τὰ αἰσθήματά της ποιὰ θὰ γινότανε ὑστερώτερα, στολισμένη μὲ κάθε λογῆς ἀρετή. Στὴν εὐσέβεια εἶχε γιὰ ὁδηγό της τὴν ἴδια τὴ μητέρα της ποὺ ἤτανε εὐλαβέστατη.
Συνέχεια
Ἀληθινὰ κράζει ὁ προφήτης: «Ἀγαλλιάσθω ἡ ἔρημος καὶ ἀνθήτω ὡς κρῖνον». Μὲ τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ γεμίσανε οἱ ἐρημιὲς ἀπὸ ἁγίους ἀνθρώπους, ἀπὸ ἄνθη πνευματικά. «Καὶ ἀντὶ τῆς στιβῆς, ἀναβήσεται κυπάρισσος, ἀντὶ δὲ τῆς κονίζης, ἀναβήσεται μυρσίνη». Καὶ ὁ ὑμνωδὸς γιὰ τὸν καθένα ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀγγελικοὺς κατοίκους τῆς ἐρήμου, ποὺ εἴχανε τὸ δάκρυ καθημερινό, ἀλλὰ ὄχι τὸ δάκρυ τῆς ἀπελπισίας, ἀλλὰ τῆς κατανύξεως τὸ «χαροποιὸν δάκρυον» ψέλνει παθητικά: «Ταῖς τῶν δακρύων σου ροαῖς, τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας, καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας, καὶ γέγονας φωστήρ, τῇ οἰκουμένῃ λάμπων τοῖς θαύμασι, Εὐθύμιε πατὴρ ἡμῶν ὅσιε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».
ΣυνέχειαΑλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Vasily Maximov, Ο άρρωστος σύζυγος (1881)
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης αφηγείται την ιστορία της γρια-Σκεύως, που μεταμφιέζεται σε άντρα και γίνεται βαρδιάνος (φύλακας) στα σπόρκα (καράβια ευρισκόμενα σε καραντίνα εξαιτίας μολυσματικής νόσου), προκειμένου να σώσει το γιο της. Ιστορικός πυρήνας του διηγήματος είναι η χολέρα που έπληξε την Ευρώπη το 1865 και τα αυστηρά μέτρα προφύλαξης που έλαβαν οι τότε ελληνικές κυβερνήσεις. Ο «Βαρδιάνος στα Σπόρκα» πρωτοδημοσιεύτηκε σε σειρά επιφυλλίδων, στην εφημερίδα Ακρόπολις, από τις 14 Αυγούστου έως τις 5 Σεπτεμβρίου του 1893. Εδώ παραθέτουμε αποσπάσματα του διηγήματος.
Συνέχεια
Φώτα Ολόφωτα
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ἐκινδύνευε ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τοὺς πόνους ἡ Μαχώ, ἡ γυναίκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Ἡ Πλανταρού, ἡ πενθερά της, εἶχε καλέσει ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς προλαβούσης ἡμέρας τὴν μαμμὴν τὴν Μπαλαλίναν καὶ τὴν ἐμπροσθινὴν τὴν Σωσάνναν. Αἱ δύο γυναῖκες, τεχνίτισσαι εἰς τὸ εἶδός των καὶ ἡ μήτηρ τοῦ συζύγου τῆς κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ὡς πᾶσα πενθερὰ ἥτις δὲν ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατον τῆς νύμφης της, ὅταν αὕτη εἶναι πρωτάρα, πρὶν βεβαιωθῇ ὅτι θὰ ἐπιζήσῃ τὸ παιδίον διὰ νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ κληρονομία τῆς προικός, ἐπροσπάθουν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἀνακουφίσουν τοὺς πόνους τῆς ὠδινούσης. Καὶ εἶχεν ἀνατείλει ἤδη ἡ ἄλλη ἡμέρα καὶ ἀκόμη ἡ γυνὴ ἐκοιλοπόνει, καὶ ἡ μαμμή, ἡ ἐμπροσθινὴ καὶ ἡ πενθερὰ συνεπόνουν μὲ αὐτήν, καὶ ὁ καλογερόπαπας τοῦ Μετοχίου τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος εἶχε λάβει ἐντολὴν νὰ ψάλῃ μικρὰν καὶ μεγάλην Παράκλησιν πρὸς βοήθειαν τῆς ὠδινούσης.
Συνέχεια
Θεόφιλος Χατζημιχαήλ
Τα Φώτα στο Αϊβαλί
Φώτης Κόντογλου
Στα θαλασσινά τα μέρη ρίχνουνε τον Σταυρό, ύστερ’ από τη Λειτουργία των Θεοφανείων. Έτσι τον ρίχνανε καί στην πατρίδα μου, κ’ ήτανε ένα θέαμα έμορφο και παράξενο. Όλοι έτοιμοι γιά τήν ρίψη τού Σταυρού… Ξεκινούσε η συνοδεία από τη Μητρόπολη. Μπροστά πηγαίνανε τα ξαφτέρουγα και τα μπαϊράκια, κ’ ύστερα πηγαίνανε οι παπάδες με τον δεσπότη, ντυμένοι με τα χρυσά τα άμφια, παπάδες πολλοί κι αρχιμαντρίτες, γιατί η πολιτεία είχε δώδεκα εκκλησίες, και κατά τις επίσημες μέρες στις μικρές ενορίες τελειώνανε γλήγορα τη Λειτουργία και πηγαίνανε οι παπάδες στη μητρόπολη, για να γίνεται η γιορτή πιο επίσημη.
Συνέχεια
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
(Σκιάθος, 4 Μαρτίου 1851 – Σκιάθος, 3 Ιανουαρίου 1911)
«Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,
όπου και να θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»
Οδυσσέας Ελύτης


Τον Ιανουάριο του 1999 επισκέφτηκα, στην Αθήνα, το «Κέντρο Παράδοσης Φώτη Κόντογλου». Ο θαυμασμός μου για τον μεγάλο αυτόν Έλληνα οδήγησε τα βήματά μου σε ένα «προσκύνημα» στα άδυτα της εμπνευσμένης δημιουργίας του. Μας υποδέχτηκαν με ευγένεια και σεμνότητα η κόρη του Δέσπω και ο σύζυγός της Γιάννης Μαρτίνος. Είχαν την καλοσύνη να μας ξεναγήσουν και στον 2ο όροφο, όπου ζούσαν. Εκεί θαύμασα από κοντά τις υπέροχες αγιογραφίες του, που συγκινούν κάθε ορθόδοξη ψυχή. Τα συναισθήματα έντονα και δύσκολο να περιγραφούν.
Συνέχεια
Κρύο τάντανο έκανε, παραμονή Χριστούγεννα. Ο αγέρας σα να ’τανε κρύα φωτιά κι έκαιγε. Μα ο κόσμος ήτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Είχε βραδιάσει κι ανάψανε τα φανάρια με το πετρόλαδο. Τα μαγαζιά στο τσαρσί φεγγοβολούσανε, γεμάτα απ’ όλα τα καλά. Ο κόσμος μπαινόβγαινε και ψώνιζε· από το ’να το μαγαζί έβγαινε, στ’ άλλο έμπαινε. Κι όλοι χαιρετιόντανε και κουβεντιάζανε με γέλια, με χαρές.
ΣυνέχειαΧριστουγεννιάτικον διήγημα

«Ἡ ταλαίπωρος γραῖα ἔστρωσε διὰ τὰ δύο ὀρφανά, ἵνα κοιμηθῶσιν, ἀνεκλίθη καὶ αὐτὴ πλησίον των, τοῖς εἶπε νὰ φυσήσουν ὑποκάτωθεν τοῦ σκεπάσματός των διὰ νὰ ζεσταθοῦν, τοῖς ὑπεσχέθη ψευδομένη, ἀλλ᾽ ἐλπίζουσα νὰ ἐπαληθεύσῃ, ὅτι αὔριον ο Χριστὸς θὰ φέρῃ ξύλα καὶ ψωμὶ καὶ μίαν χύτραν κοχλάζουσαν ἐπὶ τοῦ πυρός, καὶ ἔμεινεν ἄυπνος πέραν τοῦ μεσονυκτίου, ἀναλογιζομένη τὴν πικρὰν τύχην της…».
Η «Σταχομαζώχτρα» είναι ηθογραφικό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που δημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1889 στην εφημερίδα «Εφημερίς». Οι σταχομαζώχτρες ήταν κατά κανόνα φτωχές γυναίκες της υπαίθρου που μάζευαν τα στάχυα που είχαν απομείνει στους ήδη θερισμένους αγρούς και έτσι εξασφάλιζαν δωρεάν μια μικρή ποσότητα αλεύρι για τις ανάγκες τους. Όσα χρόνια κι αν περάσουν η «Σταχομαζώχτρα» παραμένει ένα από τα ωραιότερα και πλέον συγκινητικά Χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, πολύ πικρό στην αρχή όμως τελικά με αίσια κατάληξη.
Συνέχεια
Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός, ἀκολουθήσωμεν λοιπὸν
ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ, μετὰ τῶν Μάγων Ἀνατολῆς τῶν Βασιλέων.
Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν, ἀκαταπαύστως ἐκεῖ. Ποιμένες ἀγραυλοῦσιν,
ᾠδὴν ἐπάξιον Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες, τῷ σήμερον ἐν Σπηλαίῳ
τεχθέντι, ἐκ τῆς Παρθένου, καὶ Θεοτόκου, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.
(Ἀπὸ τὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου τῆς 25ης Δεκεμβρίου.
Μετὰ τὴν α’ Στιχολογίαν. Κάθισμα· α’ χορὸς. Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ)
Μυστήριο ξένον, λέγει ὁ Ὑμνωδός, τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὸ νὰ γεννηθῆ σὰν ἄνθρωπος, ὄχι κανένας προφήτης, ὄχι κανένας ἄγγελος, ἄλλα ὁ ἴδιος ὁ Θεός! Ὁ ἄνθρωπος, θὰ μποροῦσε νὰ φθάσει σὲ μία τέτοια πίστη; Οἱ φιλόσοφοι καὶ οἱ ἄλλοι τετραπέρατοι σπουδασμένοι ἤτανε δυνατὸ νὰ παραδεχθοῦν ἕνα τέτοιο πράγμα; Ἀπὸ τὴν κρισάρα τῆς λογικῆς τους δὲν μποροῦσε νὰ περάσει ἢ παραμικρὴ ψευτιά, ὄχι ἕνα τέτοιο τερατολόγημα! Ὁ Πυθαγόρας, ὁ Ἐμπεδοκλῆς κι ἄλλοι τέτοιοι θαυματουργοί, ποὺ ἤτανε καὶ σπουδαῖοι φιλόσοφοι, δὲ μπορέσανε νὰ τοὺς κάνουνε νὰ πιστέψουνε κάποια πράγματα πολὺ πιστευτά, καὶ θὰ πιστεύανε ἕνα τέτοιο τερατολόγημα; Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε ἀνάμεσα σὲ ἁπλοὺς ἀνθρώπους, ἀνάμεσα σὲ ἀπονήρευτους τσοπάνηδες, μέσα σε μία σπηλιά, μέσα στὸ παχνί, ποὺ τρώγανε τὰ βόδια.
Συνέχεια
Μικρό χωριό Ευρυτανίας
Ο Στέλιος Σπεράντσας υπήρξε κορυφαίος καθηγητής οδοντιατρικής, αλλά το πάθος του ήταν η παιδική λογοτεχνία και η ποίηση. Αφιέρωσε τη ζωή του στη συγγραφή παιδικών ποιημάτων, λογοτεχνικών βιβλίων και τραγουδιών. Ένα από τα πιο διαχρονικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια, το «Χιόνια στο Καμπαναριό» είναι δημιουργία του πολυπράγμονα επιστήμονα, που κατάφερε να «παντρέψει» τις δυο μεγάλες του αγάπες, την οδοντιατρική και τη λογοτεχνία.
Συνέχεια"Γρηγορείτε και προσεύχεσθε..."
ΙΔΕΕΣ. ΚΡΙΤΙΚΗ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ.
τα βιβλία, η μουσική, οι τέχνες, οι καλλιτέχνες, η πολιτική & ο ορθός λόγος, τα social media
Iconography and Hand painted icons
Αγιογράφος - Συγγραφέας - Δάσκαλος Αγιογραφίας
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]
Άνθρωποι και βουνά, βουνά και άνθρωποι
Σκέψεις, απόψεις, προβληματισμοί και συναισθήματα. Στοχασμοί που ρίχτηκαν στο διαδίκτυο σαν μπουκάλια στο πέλαγος …
«Συμβαίνει. Απλώς συμβαίνει η αγάπη. Όπως συμβαίνει η θάλασσα». (Παντελής Μπουκάλας, "Ρήματα")
Just another WordPress.com weblog
κατ' ευφημισμόν
dragatis.gr ■ Λόγος | Εικόνα | Επικοινωνία
ιστολόγιο του συγγραφέα βασίλειου χριστόπουλου
το blog του Κωστή Παπαϊωάννου περί ανέμων και δικαιωμάτων
:: notes from a notebook's backyard ::
Μια προσπάθεια ανθολόγησης του παγκόσμιου ποιητικού λόγου.
Ιστορίες από την Επανάσταση του 1821, τον αγώνα των Ελλήνων για Ανεξαρτησία
«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)
A blog on stories about people and Greek Songs by Avi Nishri
kefalonia-Ionian Island / Tο e-mail μας είναι: paliavlahata2010@hotmail.com Κλικ στην ενότητα "BLOG"
Μια άλλη ματιά στη πόλη των θρύλων και των παραδόσεων
Ανεξάρτητη ενημέρωση
Ασημίνα Ντέλιου/ Asimina Nteliou συγγραφέας/writer
το νησί που πάει παντού, όπως ο Πέτρος Χαριτάτος
για τα παλιά και τα καινούργια
Μυθολογικά, Ἀρχαιολογικά, Ἱστορικὰ & Λαογραφικὰ γιὰ τὴν Θράκη.