Θρύλοι της λίμνης στ’ ασημένια Γιάννενα

Επιμέλεια: Σοφία Ε. Παυλάκη, νομικός

Νικόλαος Oθωναίος, Ιωάννινα

Η Κυρά Φροσύνη
(11 Ιανουαρίου 1801)

Η «Κυρά Φροσύνη», όπως έγινε γνωστή η Ευφροσύνη Βασιλείου (1773-11 Ιανουαρίου 1801) συνδέθηκε με την ιστορία του Αλή Πασά των Ιωαννίνων και το τραγικό τέλος της, στις 11 Ιανουαρίου του 1801, τραγουδήθηκε, έγινε όπερα, μυθιστόρημα, ταινία. Υπήρξε μητέρα δύο παιδιών και σύζυγος του εμπόρου και προκρίτου των Ιωαννίνων Δημητρίου Βασιλείου, καθώς επίσης και ανιψιά του Μητροπολίτη Λαρίσης, μετέπειτα Ιωαννίνων Γαβριήλ Γκάγκα. Ο Αλή Πασάς αποφάσισε να την εκτελέσει μαζί με άλλες δεκαεπτά (17) συντοπίτισσές της, δια πνιγμού, στην Λίμνη των Ιωαννίνων, με την επίσημη αιτιολογία ότι ζούσαν ανήθικα, κάτι για το οποίο έχουν εκφραστεί αμφιβολίες, η δε Φροσύνη και οι λοιπές γυναίκες, που πνίγηκαν μαζί της, έχουν θεωρηθεί ακόμα και θύματα των πολιτικών διώξεων της εποχής στα Γιάννενα. Τα πραγματικά περιστατικά σε γενικές γραμμές έχουν χαθεί ή παραμορφωθεί από συναισθηματικούς, οικονομικούς, ακόμα και εθνικούς παράγοντες τόσο της εποχής εκείνης, όσο και των επομένων δεκαετιών[1].

Οι διάφορες εκδοχές

Ο Αλή Πασάς (museumalipasha.gr)

Η θρυλική Κυρά Φροσύνη φημιζόταν για την ομορφιά της, το γένος της και πιθανά τη μόρφωσή της[2]. Κάποια στιγμή φέρεται ν’ απέκτησε ερωτικό δεσμό με τον πρωτότοκο γιο του Αλή Πασά, τον Μουχτάρ, ηλικίας τότε 32 ετών. Έχουν εκφραστεί αρκετές διαφορετικές εκδοχές σχετικά με την προσωπική ζωή της Φροσύνης και το κατά πόσον ο ερωτικός της δεσμός με τον γιο του Αλή Πασά ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού ή όχι. Τα «Αθηναϊκά Νέα» της 12ης Μαΐου 1930 δημοσιεύουν την αφήγηση του αξιωματικού του μηχανικού, του Αλή Πασά, Ιμπραήμ Μανζούρ Εφέντη, κατά τον οποίο: «Εις Ιωάννινα ζούσε μια γυναίκα ονόματι Δροσύνη, ανεψιά του δεσπότη, πανδρευμένη με ένα από τους πλουσιωτέρους εμπόρους της πόλεως. Ήταν γνωστή για την ωμορφιά της και το πνεύμα της, και αυτά υπήρξαν αφορμή της ατυχίας της. Ήταν ήδη μητέρα δυό παιδιών, ενός γιου και μιας κόρης[4], όταν ο πρωτότοκος γιός του Αλή πασά, ο Μουχτάρ, εκυριεύθη από την γοητείαν της».

Ο έμπορος σύζυγος της Φροσύνης έλειπε εκείνη την εποχή στη Βενετία, είτε για καθαρά δικούς του λόγους, είτε πιθανόν για ν’ αποφεύγει τις οικονομικές απαιτήσεις του Αλή Πασά. Πιθανόν να έλειπε και για να αποφεύγει να τοποθετείται στο επίμαχο ζήτημα της ερωτικής σχέσης της γυναίκας του με τον Μουχτάρ[3]. Κατά την επικρατούσα εκδοχή, ο Μουχτάρ, που ήταν ήδη παντρεμένος, ακολουθώντας το παράδειγμα του ακόλαστου πατέρα του, ό,τι ζητούσε το έπαιρνε κι έτσι έδωσε διαταγή «να εμφανισθή ενώπιόν του η Φροσύνη και να γίνει δικιά του». Τα μέλη της οικογένειάς της, υπό τον φόβο της εξόντωσής τους, αποφάσισαν τότε η Φροσύνη να υπακούσει και ο σύζυγός της να καταφύγει στο Βουκουρέστι.

Πορτραίτα της Κυρά Φροσύνης (lotusgallery.art, A.C. Decamps, 1847: timesnews.gr, alchetron.com)

Ο Μουχτάρ, στον οποίο η Φροσύνη φαίνεται πως ασκούσε μοναδική γοητεία και επιρροή, της έκανε πολλά δώρα, ανάμεσά τους και ένα πολύτιμο σμαραγδένιο δαχτυλίδι, δώρο της γυναίκας του στον γάμο τους. Το δαχτυλίδι αυτό θ’ απέβαινε μοιραίο. Η Φροσύνη ήθελε να πωλήση το δακτυλίδι είτε από φόβο μήπως βρεθεί στην κατοχή της, είτε -το πιθανότερο- επειδή κατά βάθος δεν ήθελε να διατηρεί κάτι το οποίο της θύμιζε και αποδείκνυε τον δεσμό της με τον γιο του Αλή Πασά, στον οποίο, όπως όλα δείχνουν, είχε εξαναγκαστεί να ενδώσει υπό τον φόβο και την απειλή της δικής της τύχης και της τύχης της οικογένειάς της. Ανέθεσε έτσι την πώληση του δακτυλιδιού μυστικά, σε κάποιον μεσάζοντα, ο οποίος θεώρησε ότι το καλύτερο που είχε να κάνει, ήταν να προτείνει το δακτυλίδι προς αγορά στην πλούσια σύζυγο ενός πασά.

Δυστυχώς για τη Φροσύνη, η γυναίκα στην οποία τελικά απευθύνθηκε ο μεσίτης, δεν ήταν άλλη από τη σύζυγο του Μουχτάρ, η οποία, όπως ήταν αναμενόμενο, αναγνώρισε αμέσως το δαχτυλίδι και δεν άργησε να μάθει τον τρόπο που είχε βρεθεί στην κατοχή του μεσίτη. Όταν έφτασε στα ίχνη της Φροσύνης, ζήτησε την παρέμβαση του πεθερού της, Αλή Πασά για να υπερασπιστεί εκείνος την τιμή και τη θέση της. Το ίδιο ζήτησε από τον Αλή Πασά και η αδελφή της, που ήταν παντρεμένη με τον δευτερότοκο γιο του Αλή, ο οποίος φέρεται να την απατούσε κατά καιρούς με παντρεμένες χριστιανές ή μουσουλμάνες. Σύμφωνα με το ανωτέρω δημοσίευμα: «Την νύκτα της επαύριον, συνοδευόμενος από μερικούς εκ των ληστών του, ο Αλή Πασάς επήγε να βρη την Φροσύνην. Όταν έφθασε σπίτι της, την περιέλουσε με ύβρεις και ανένδοτος εις τας παρακλήσεις και τους θρήνους της, διέταξε να την σύρουν και να την πνίξουν μέσα εις την λίμνην».

Γιάννενα, η λίμνη και το Ίτς Καλέ με το σαράι του Αλή Πασά (φωτ. Κώστας Μπαλάφας)

O Μουχτάρ τότε είχε έναν γιο, τον Χουσεΐν, ηλικίας 5 ετών, όχι όμως από την πρώτη σύζυγό του, κόρη του πασά του Βερατίου Ιμπαήμ, η οποία δεν απέκτησε ποτέ παιδί μαζί του, αλλά από τη δεύτερη σύζυγό του, συγγενή ενός μπέη του Λιμποχόβου. O Αλή Πασάς πάντως δεν είχε ιδιαίτερη εύνοια στον γιο του Μουχτάρ, αφού παρέδωσε τον ίδιο του τον εγγονό Χουσεΐν, ως όμηρο στους Σουλιώτες[5]. Γνωρίζουμε επίσης ότι ο Αλή Πασάς καμία εκτίμηση δεν έτρεφε για τους γιους του γενικά και τους αποκαλούσε «κότες», είχε δε και ο ίδιος ερωτικές σχέσεις με την όμορφη σύζυγο του δευτερότοκου γιου του Βελή..[5].

Θεόδωρος Ράλλης, «Η αγαπημένη του Σουλτάνου» (homouniversalisgr.blogspot.com)

Νικ. Γύζης, Ανατολίτης, 1874 (pinterest)

Κατά τις απουσίες του προκρίτου Βασιλείου, η Φροσύνη συναντιόταν ερωτικά με τον φιλήδονο, γλεντζέ και ανέμελο[6], όπως περιγράφεται, γιο του Αλή Πασά, Μουχτάρ. Οι περισσότεροι παρουσιάζουν, όπως είδαμε, αυτή τη σχέση ως τη μοναδική αιτία της καταδίκης της Φροσύνης.

Άλλοι θεωρούν ότι η εύπορη νεαρή γυναίκα είχε γενικά ανοιχτό το σπίτι της και δεχόταν πολλές επισκέψεις ανδρών. Την παρουσιάζουν σχεδόν ως εταίρα[7] με ποικίλους δεσμούς. Υποστηρίζεται επίσης ότι το μοιραίο δαχτυλίδι του Μουχτάρ δεν βρέθηκε όταν η Φροσύνη προσπάθησε να το πωλήσει, αλλ’ επειδή η ίδια το φορούσε δημόσια για να επιδειχθεί, και δη στα λουτρά όπου επήγε φορώντας το, οπότε το αναγνώρισε στο χέρι της μία φίλη της συζύγου του Μουχτάρ και έσπευσε να την ενημερώσει.. Αναφέρεται μάλιστα ως μια πιθανή αιτία της οργής του Αλή Πασά, ότι βρέθηκε μια ερωτική επιστολή της Κυρά Φροσύνης προς έναν Γιαννιώτη γιατρό -κάτι που πάντως δεν επιβεβαιώνεται από καμία πηγή. Επίσης αυτό το αίτιο δεν θα δικαιολογούσε ότι μαζί με την Φροσύνη εκτελέστηκαν άλλες 17 γυναίκες..

Μία τρίτη θεωρία παρουσιάζει τα ελευθεριάζοντα ερωτικά ήθη της Φροσύνης ως γενικότερο φαινόμενο της οικονομικά ακμάζουσας[8] τότε κοινωνίας των Ιωαννίνων. Πολλές γυναίκες δηλαδή, πιθανόν να φέρονταν χαλαρά και με ελευθεριότητα, μιμούμενες το αντίστοιχο ρεύμα σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες της εποχής, ο δε Αλή Πασάς ήθελε ή δεχόταν πιέσεις, να καταπνίξει την τάση αυτή και να επαναφέρει την τοπική κοινωνία στον δόκιμο συντηρητισμό της.

Σκηνές από την ταινία «Η Λίμνη των Στεναγμών» του Γρ. Γρηγορίου (1959)

Το κίνητρο του Αλή Πασά

Η σύζυγος του Μουχτάρ δεν ήταν τυχαίο πρόσωπο, αλλά κόρη του Πασά του Βερατίου στον οποίο ο Αλή Πασάς δεν ήθελε να δώσει αφορμές, αφού χάρη σ’ εκείνον ήλεγχε σημαντικό τμήμα της Αλβανίας. Εξ άλλου, η αδελφή της είχε παντρευτεί τον άλλο γιο του Αλή Πασά και, όπως είδαμε, ήταν και εκείνη σύμφωνη στο να εκδηκηθούν τη Φροσύνη και τις γυναίκες, με τις οποίες την απατούσε ο δικός της σύζυγος. Κατά συνέπεια, ο πασάς των Ιωαννίνων μπορεί όντως να ένιωσε ασφυκτική πίεση στο ενδεχόμενο και οι δύο νύφες του συγχρόνως να τον βάλουν σε διαμάχες με τον ισχυρό συμπέθερο και πατέρα τους[10].

Πορτραίτα του Αλή Πασά Ιωαννίνων (mixanitouxronou, metal-detectors.gr)

Υπάρχει και η εκδοχή ότι ο Αλή Πασάς είχε προσωπικό κίνητρο, δηλαδή ήταν ουσιαστικά αντεραστής του γιου του και ενδιαφερόταν ερωτικά για τη Φροσύνη ο ίδιος, οπότε η Φροσύνη προβάλλεται και ως η γυναίκα που προτίμησε να πεθάνει παρά να προδώσει τον εραστή της. Εν τούτοις, αν και μυθιστορηματικά ιδιαίτερα προβεβλημένη, ιστορικά η εκδοχή αυτή είναι η λιγότερο τεκμηριωμένη. Σοβαρό κίνητρο θεωρείται, σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του Αλή Πασά «να πατάξει τη διαφθορά και τις μοιχείες», που ειδικά για τους μουσουλμάνους αποτελούσαν πολύ σοβαρά παραπτώματα και που, ως κοινωνικό φαινόμενο, του δημιουργούσε τριβές με τους άλλους βεζίρηδες. Την ίδια εποχή εξ άλλου αντιμετώπιζε αρκετά προβλήματα με ληστείες και αρπαγές και ίσως δεν ήθελε να φαίνεται αδύναμος, ακόμα και στο εσωτερικό της πόλης του, για ένα αδιαπραγμάτευτο θέμα ξεκάθαρης παρανομίας ή ατιμίας.

Ιωάννινα, 1913 (φωτ. Fred Boissonnas)

Αν πάντως δεν αποφάσισε να κάνει μια μαζική εκκαθάριση προς παραδειγματισμό των υπηκόων του, αλλά το μοναδικό κίνητρό του ήταν απλώς να ικανοποιήσει τις νύφες του, αποφεύγοντας τη ρήξη με τον πατέρα τους, τότε ο μόνος λόγος για τον οποίο έπνιξε δεκαεπτά γυναίκες και όχι μόνο τη Φροσύνη, ήταν για να μη διαρρήξει πλήρως τις ήδη κακές σχέσεις του με το γιο του Μουχτάρ, κάτι που ασφαλώς θα γινόταν, αν η Φροσύνη ήταν το μοναδικό θύμα της ενέργειάς του.

Η σύλληψη και η φυλάκιση των γυναικών

Στις 10 Ιανουαρίου 1801, ο Αλή Πασάς επισκέφτηκε τον υπήκοό του Νικόλαο Γιάγκα, στο σπίτι του. Έφαγε εκεί σαν να μην συνέβαινε τίποτα και στο τέλος ζήτησε να σερβίρει τον καφέ η σύζυγος του οικοδεσπότη, που μέχρι τότε δεν είχε εμφανιστεί στον χώρο, ύποπτη και αυτή για μοιχεία κατά τη γνώμη του Αλή Πασά. Στη συνέχεια, χωρίς να πει τι ακριβώς ήθελε, της ζήτησε να καλέσει διάφορες γυναίκες στο σπίτι της (δεν ξέρουμε με ποια κριτήρια). Ο ίδιος ο Αλή Πασάς[11] μετέβει στο μεταξύ, συνοδευόμενος από την προσωπική φρουρά του, στο σπίτι της Ευφροσύνης Βασιλείου και διέταξε να τη συλλάβουν και να την οδηγήσουν και εκείνη δεμένη στο σπίτι του Γιάγκα. Την ώρα της συλλήψεώς της η Φροσύνη φέρεται να του είπε ταραγμένη: «Δεν ντρέπεσαι να μπαίνεις νύχτα;» και εκείνος να της απάντησε: «Μη φοβάσαι μπιρό μου, μόνο ντύσου καλά να μην κρυώσεις..»[12]. Στη συνέχεια εκείνος αναχώρησε για το κάστρο του. Στο σπίτι του Γιάγκα σταδιακά κατέφθαναν οι γυναίκες που, κατ’ εντολήν του Αλή Πασά, είχε ειδοποιήσει η σύζυγός του. Αργότερα οδηγήθηκαν εκεί άρον-άρον και αρκετές γυναίκες (φερόμενες ως ελευθερίων ηθών) που είχαν συλληφθεί από άνδρες του Αλή Πασά σε διάφορα σημεία της πόλης. Βρέθηκαν να συνωστίζονται όλες μαζί, μάλλον έκπληκτες παρά φοβισμένες, και στη συνέχεια όλες οι γυναίκες οδηγήθηκαν στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, στα βόρεια της λίμνης των Ιωαννίνων.

Η Κυρά Φροσύνη και ο Μουχτάρ – Δεξιά: Αλή Πασάς και Κυρά Φροσύνη (timesnews.gr)

Μία μόνο από τις συλληφθείσες είναι πιθανόν ότι απελευθερώθηκε άμεσα, επειδή το ζήτησε ως χάρη από τον Αλή Πασά ο ίδιος ο σύζυγός της, ο οποίος όταν ο Πασάς τον ρώτησε, αν ήταν διατεθειμένος να ζει με μία πόρνη[13], απάντησε «ναι». Για τις υπόλοιπες όμως γυναίκες δεν φέρεται να ενδιαφέρθηκε κανείς.. Προφανώς ήταν τόσος ο φόβος της οργής του Αλή Πασά και μάλιστα για ένα τόσο αμείλικτο θέμα ηθικής τάξεως, ώστε κανένας από τους συγγενείς των λοιπών γυναικών δεν τόλμησε ν’ αντιταχθεί στη γνώμη που είχε σχηματίσει γι’ αυτές ο φοβερός δυνάστης και στις κατηγορίες με τις οποίες τις είχε συλλάβει και καταδικάσει. Αφέθηκαν έτσι στην τραγική μοίρα τους με αμαυρωμένη την τιμή τους, χωρίς κανένα ουσιαστικό περιθώριο να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και να γλιτώσουν τη ζωή τους και τον διασυρμό. Η αξία της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας των ραγιάδων προφανώς ουδεμία αξία είχε μπροστά στις εκάστοτε ορέξεις και στα ξεσπάσματα του Αλή, σ’ έναν κόσμο όπου «όλα τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά ..».

Από ορισμένους μελετητές υποστηρίζεται ακόμα πως ούτε η διάσωση της μίας γυναίκας είναι τεκμηριωμένη, ούτε και η δυνατότητα διάσωσης οιασδήποτε ήταν δεδομένη, ακόμα κι αν εμφανίζονταν συγγενείς τους ως ικέτες ενώπιον του Αλή Πασά. Σε εκείνη τη στιγμή, είτε από φόβο είτε επειδή αυτές οι γυναίκες ήταν όντως αντιπαθείς στην κοινωνία, δεν παρουσιάστηκε κανείς να ζητήσει επίσημα την απελευθέρωσή τους. Οι ίδιες οι γυναίκες και οι συγγενείς τους πάντως είναι πιθανόν και να μην περίμεναν ένα τόσο τραγικό τέλος, αφού πιθανότερη εξέλιξη θα ήταν με την πρακτική της εποχής η απλή φυλάκιση ή η εξαγορά της ελευθερίας τους[14], μια που οι περισσότερες ήταν χριστιανές και η κοινωνία των Ιωαννίνων εθεωρείτο αρκετά προοδευτική και ανεκτική.

Ελληνόπουλα στην λίμνη των Ιωαννίνων, αρχές 20ού αι. (φωτ. Fred Boissonnas)

Σχετικά με τη σύλληψη δίνεται και άλλη εκδοχή[15], σύμφωνα με την οποία προτού ο Αλή Πασάς πάει στο σπίτι του Γιάγκα, ζήτησε από τον αστυνομικό διευθυντή να του συντάξει κατάλογο με τις γυναίκες «ελευθερίων ηθών» των Ιωαννίνων (άγνωστο όμως με ποια έννοια νοείτο ο χαρακτηρισμός, αν δηλαδή αφορούσε γυναίκες που εκδίδονταν για χρήματα ή απλώς γυναίκες που είχαν σχέσεις εκτός γάμου). Ο διευθυντής του αυτός, ο Ταχίρ Αμπάζης, του έδωσε μια λίστα και ο Αλή Πασάς φέρεται να επέλεξε δεκαέξι ονόματα για να συλληφθούν. Ανάμεσά τους ήταν «τέσσαρες αδελφαί Σελεκοπούλαι ονόματι, ράπτριαι Χριστιαναί και ένδεκα άλλαι, ουκ ολίγαι Οθωμανίδες». Στις 9 Ιανουαρίου έγινε αυτό και την επομένη το βράδυ πήγε στο σπίτι του Νικολάου Γιάγκα[16] και επακολούθησαν οι συλλήψεις και οι προσαγωγές στην οικία του, όπου προσήχθη και η Φροσύνη. Συνολικά συνελήφθησαν λοιπόν δεκαοκτώ (18) γυναίκες -δεκαέξι (16) οι προσαχθείσες, μία η οικοδέσποινα και μία η Φροσύνη. Αν όντως απελευθερώθηκε η μία, τότε θανατώθηκαν στη λίμνη δεκαεπτά (17).

Ο πνιγμός των γυναικών στη λίμνη

Louis Dupré, Ο Αλή Πασάς κατά τη διάρκεια κυνηγίου στη λίμνη Βουθρωτού, Μάρτ. 1819

Κάποια στιγμή ανακοινώθηκε στις γυναίκες η μοίρα που τις περίμενε. Επειδή όμως είχε πια σχεδόν χαράξει[17] και σύμφωνα με τα ισλαμικά έθιμα οι γυναίκες μπορούσαν να εκτελεστούν μόνον νύχτα, απέμενε μια ολόκληρη ημέρα ελπίδων. Κάποιες εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι όλα αυτά ήταν ακραία και ότι ο Αλή Πασάς τα έκανε από τη φιλαργυρία του, προκειμένου να εκμαιεύσει υψηλότερα λύτρα απελευθέρωσής τους. Οι φτωχότερες όμως ήταν ήδη απελπισμένες.

Στη διάρκεια της ημέρας η πόλη ήταν αναστατωμένη, αλλά δεν γνωρίζουμε, αν έγιναν επίσημα διαβήματα προς τον Αλή Πασά ή όχι. Έφτασε η νύχτα και τα παγερά μεσάνυχτα (ήταν και Γενάρης) χωρίς να έρθει η λύτρωση. Οι γυναίκες οδηγήθηκαν όλες μαζί σε βάρκες και συνειδητοποίησαν τι τις περίμενε στα παγερά νερά της λίμνης. Όντως οι δήμιοι τις έριξαν στο νερό -δεμένες και όχι μέσα σε σακί, όπως ήταν η ισλαμική συνήθεια. Μία εκδοχή αναφέρει ότι τις έβαλαν σε σακιά, αλλ’ η Φροσύνη και η υπηρέτριά της (πιθανόν η ηλικιωμένη τροφός της) πρόλαβαν προτού τις βάλουν στα σακιά να πηδήξουν δεμένες και πνίγηκαν, όπως και οι υπόλοιπες[18]. Κάποιες υποτάχθηκαν μοιρολατρικά κάνοντας την προσευχή τους και κάποιες φώναζαν «βοήθεια». Ήταν 11 Ιανουαρίου 1801. Ένας από τους δημίους ανέφερε αργότερα, ότι είχε δει πολλά βασανιστήρια, αλλά δεν θα ξεχνούσε ποτέ τα πρόσωπα των γυναικών στο νερό και ότι ξυπνούσε πολλές νύχτες ακούγοντας τις κραυγές τους[19] στους πιο φριχτούς εφιάλτες του.

Τα πτώματα εκβράσθηκαν και έγινε η ταφή τους μέσα σε γενική κατακραυγή, αλλ’ ο Αλή Πασάς ανακοίνωσε ότι κακώς διαμαρτύρονταν οι Έλληνες, αφού θα τους χάριζε τη ζωή, αν εμφανιζόταν εγκαίρως έστω και ένας συγγενής τους ζητώντας την απελευθέρωσή τους. Σύμφωνα με μια εκδοχή ο θείος της Φροσύνης, Μητροπολίτης Γαβριήλ, προσπάθησε με πλούσια δώρα να ζητήσει τη συγχώρεσή της από τον Αλή Πασά, αλλ’ εκείνος το μόνο που δέχθηκε ήταν να επιτρέψει την προστασία των παιδιών της Φροσύνης από τον ίδιο τον Μητροπολίτη, προκειμένου να τύχουν ηθικής ανατροφής[20].

Τα πρόσωπα γύρω από την τραγωδία

Η Κυρά Φροσύνη δεν ήταν, απλώς, η ωραία γυναίκα με τη χάρη και την ευφυΐα. Ήταν κάτι παραπάνω. Ήταν το σημαίνον πρόσωπο. Ήταν ακόμα συγγενής του Κυρίτση Καραγιάννη, γιατρού του Αλή Πασά και συντρόφου του Ρήγα Φεραίου. Όταν συνελήφθη ο Ρήγας στη Βιέννη, ήταν και αυτός εκεί. Ο μεν Ρήγας ακολούθησε το μαρτυρικό του δρόμο, ο δε Κυρίτσης κατέφυγε στα Γιάννενα. Μέσα σε αυτό το διάστημα συνδέθηκε με την Κυρά Φροσύνη. Στα τέλη του 1800, γκρεμίστηκε με το άλογό του σε ένα χάσμα του Σουλίου, όπου είχε πάει περίπατο μαζί με τον Αλή και το δεσπότη Ιωαννίνων Γκάγκα, το θείο της κυρα Φροσύνης, και σκοτώθηκε. Τα υπάρχοντά του, καθώς και κάποια χαρτιά του, ίσως η αλληλογραφία του με το Ρήγα και άλλα έγγραφα, που τα φύλαγε σε κρυψώνα, έπεσαν στα χέρια του Αλή Πασά. Μέσα σε αυτά τα χαρτιά ίσως να βρέθηκαν και ενοχοποιητικά στοιχεία για την Κυρά Φροσύνη. Για δράση της επαναστατική. Και η σκληρή τιμωρία που της επέβαλε ο Αλή ίσως να οφείλεται σε μια κάποια αναφορά σε επαναστατική δραστηριότητα, που ξεκινούσε από την επαναστατική κίνηση του Ρήγα[21].

Ιωάννινα, η λίμνη (φωτ. Κώστας Μπαλάφας)

Για τις δεκαεπτά ή δεκαοκτώ γυναίκες που πνίγηκαν μαζί με την κυρα Φροσύνη, αποφασίσθηκε η ταυτόχρονη σφράγιση των σπιτιών τους και η δήμευση των περιουσιών τους. Ο Μουχτάρ φέρεται να έγινε στο εξής απλησίαστος και βλοσυρός[22]. Ο βρετανός περιηγητής Charles Cockerell, που συζήτησε με τον ίδιο το Μουχτάρ, δεκατρία χρόνια μετά την εκτέλεση των γυναικών (χωρίς όμως να μπει σε αυτό το θέμα[23]), αναφέρει ότι ο γιος του Αλή Πασά δεν ξαναπλησίασε τη συγκεκριμένη σύζυγο που είχε παραπονεθεί για τη μοιχεία, ότι αποξενώθηκε ακόμα περισσότερο από τον πατέρα του και ότι πάντως συνέχιζε να δείχνει έντονο ενδιαφέρον για τις ερωτικές περιπέτειες. Στο μεταξύ απέκτησε έναν ακόμη γιο, όμως από μία Κιρκάσια. Ο Αραβαντινός εκτιμά ότι λόγω χαρακτήρα, ο Μουχτάρ μπορεί να θύμωσε, αλλ’ όχι και να συγκινήθηκε ιδιαίτερα με τη θανάτωση της Φροσύνης[24].

Αστικές γυναικείες φορεσιές Ιωαννίνων 18ου-19ου αι. (pinterest)

Άγνωστο για ποιον λόγο, για τις άλλες δεκαεπτά (ή δεκαέξι) γυναίκες ουδείς έγραψε ποτέ τίποτε, ενώ η Φροσύνη έγινε σχεδόν πατριωτικός θρύλος. Άλλοι υποστηρίζουν ότι οι περισσότερες ήταν πράγματι ελευθερίων ηθών, κάτι που πάντως -ακόμα κι αν ευσταθούσε- δεν θα αιτιολογούσε την κοινωνική αδιαφορία για την τραγική τιμωρία τους. Ανάμεσά τους εξ άλλου ήταν και η υπηρέτρια της Φροσύνης που πήγε μαζί της μόνο για συμπαράσταση καθώς και η σύζυγος του Νικολάου Γιάγκου, που είναι ιδιαίτερα αμφίβολο ότι τον απατούσε και οι τέσσερεις ράφτρες αδελφές, που φαίνεται απίθανο να εκπορνεύονταν όλες μαζί και συνάμα να δούλευαν και στο ραφτάδικο! Επιπλέον, ακόμα και όσες από τις εκτελεσθείσες ήταν μοιχαλίδες, είχαν γονείς, παιδιά ή αδέλφια, επομένως η φοβερή σιωπή γύρω από αυτές ίσως δείχνει μάλλον τον τρόμο για τον Αλή Πασά, παρά τον άκρατο συντηρητισμό της κοινωνίας[1].

Κώστας Πλακωτάρης, Γιάννενα, υδατογραφία, 1956

Η Φροσύνη πιθανόν απόλαυσε τιμητικών διακρίσεων, επειδή ήταν συγγενής ιερέα ή επειδή την πήρε η πέννα του Ραγκαβή και του Βαλαωρίτη που την παρουσίασαν ως ένα άτομο που προέβαλε ηρωική αντίσταση -ότι θα μπορούσε δηλαδή να είχε γλιτώσει, αν είχε ενδώσει στις πιέσεις του Αλή Πασά. Θάφτηκε στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων και η τοπική Μητρόπολη έσπευσε με επικήδειες τιμές ν’ αναγορεύσει τα λείψανα όλων των γυναικών που πνίγηκαν στη λίμνη σε «καλλιμάρτυρες».

Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ίσως την προσπάθεια που κατέβαλε ο τότε Μητροπολίτης, προκειμένου οι γυναίκες αυτές -και προ πάντων η Φροσύνη- να θεωρηθούν θύματα του τυράννου και όχι κατάδικοι ηθικής παρανομίας και να τύχουν συμπάθειας από το λαό[1]. Σημειώνεται πως, αργότερα, επί των πρώτων κυβερνήσεων του υπό ανάδειξη ελληνικού κράτους, ο Μητροπολίτης Γαβριήλ προσπάθησε να αναδείξει τη Φροσύνη και ως ηρωίδα της Ελληνικής Επαναστάσεως[1].

Ο θρύλος της Κυρά Φροσύνης στη λογοτεχνία και την τέχνη

Η ιστορία της Κυρά Φροσύνης[1] ενέπνευσε αφ’ ενός τη δημοτική μούσα, αφ’ ετέρου τους Έλληνες λογοτέχνες. Παράλληλα, σημαντικοί ζωγράφοι, γλύπτες, συνθέτες, θεατρικοί συγγραφείς και κινηματογραφιστές εμπνεύστηκαν επίσης από τον θρύλο της Κυρά Φροσύνης, δίνοντας καθένας θαυμαστά έργα, που διασώζουν δια της Τέχνης τον φοβερό θρύλο του πνιγμού των γυναικών στην παγωμένη λίμνη των Ιωαννίνων.

Γιάννενα (φωτ. Βασίλης Λάππας)

Όπερα

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έγραψε, το 1859, ένα ποίημα αφιερωμένο στην κυρά Φροσύνη, επί του οποίου και βασίσθηκε ο Ζακυνθινός μουσουργός Παύλος Καρρέρ και έγραψε ομώνυμη όπερα.

Θέατρο Σκιών

Στο πλαίσιο του «Its Kale Festival Ιωάννινα 2017», που διοργάνωσε το Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννιτών σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων, ο καραγκιοζοπαίχτης Κώστας Μακρής παρουσίασε, στην ακρόπολη του Ιτς Καλέ, την παράσταση του Θεάτρου Σκιών «Η λίμνη των στεναγμών». Επρόκειτο για αναβίωση μιας ιστορικής παράστασης του Θεάτρου Σκιών, που πραγματεύεται τον μύθο της Κυρά Φροσύνης, η οποία πλήρωσε με τη ζωή της, την ομορφιά της και τον έρωτα[47].

Η Κυρά Φροσύνη στο Θέατρο Σκιών (epirusnow.gr, nhmuseum.gr)

Κινηματογράφος

Ανεπηρέαστος από τη σχετική θεματική δεν έμεινε ούτε ο Ελληνικός κινηματογράφος, που αποτύπωσε τη μυθοποιημένη ιστορία της κυρά Φροσύνης, το 1959, οπότε γυρίστηκε από τον Γρηγόρη Γρηγορίου η ταινία «Λίμνη των στεναγμών», εμπνευσμένη από το ποίημα «Κυρά Φροσύνη» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Στον ρόλο του Αλή Πασά ο Τζαβαλάς Καρούσος, της κυρά Φροσύνης η Ειρήνη Παπά, του Μουχτάρ ο Ανδρέας Μπάρκουλης και της τροφού η Ελένη Ζαφειρίου[26].

Ποίηση – Πεζογραφία – Τραγούδι

Το επεισόδιο με τον πνιγμό της Κυρά Φροσύνης παρέχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά της ρομαντικής λαϊκής τραγωδίας: τη φρίκη από τη βαρβαρότητα του τυράννου, την υπέρ της πίστεως, της τιμής και της πατρίδος θυσία μιας Ελληνίδας – Χριστιανοπούλας, το φόντο της Γιαννιώτικης λίμνης με τα χιονοσκεπή βουνά της Ηπείρου και τους μιναρέδες του σεραγιού του κάστρου του Αλή Πασά[25]. Το σκηνικό αυτό δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητους τους Ποιητές και τους Πεζογράφους μας, αλλά και τη λαϊκή μούσα, που ύμνησαν με την πένα και τους στίχους τους τη θρυλική Κυρά της Λίμνης των Ιωαννίνων. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω δημοτικό τραγούδι[1]:

«Τραβάει αγέρας και βοριάς που κυματάει η λίμνη
να βγάλει τες αρχόντισσες και την κυρα Φροσύνη.
Φροσύν’, σε κλαίει το σπίτι σου, σε κλαίνε τα παιδιά σου,
σε κλαίν’ όλα τα Γιάννινα διά την ομορφιά σου.
Φροσύν’, σε κλαίει η άνοιξη, σε κλαίει το καλοκαίρι,
σε κλαίει κι ο Μουχτάρ-πασάς με τον τσεβρέ στο χέρι».

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
«Η Κυρά Φροσύνη»

«… Καθώς ανθίζει η μυγδαλιά με τα πολλά τα χιόνια,
άνθιζε μες στα Γιάννινα και η Κυρά Φροσύνη.
Χρυσή αχτίδα φεγγαριού στα σύννεφα κρυμμένη.
Μια μέρα την απάντησα. Εδιάβηκε σιμά μου.
Κι εθάμβωσαν τα μάτια μου. Κρυφή ανατριχίλα.
Μ’ έσφαξε μες στα κόκκαλα…

Επέρασε πολύς καιρός και πάντα στ’ όνειρό μου,
την έβλεπα· της άπλωνα τα χέρια να την πιάσω.
Και μώφευγε σαν τον αφρό στα δάχτυλα του ναύτη…

Είναι τρεις νύχταις που άγρυπνος, την βλέπω πάλι πάλι εμπρός μου.
Η σπίθα μου έγινε φωτιά, με καίει, με φλογίζει.
Δεν είμαι Αλής Τεμπελενλής, δεν είμαι υιός της Χάμκως,
αν ίσως στο κρεββάτι μου δεν την ιδώ να πέση …».[27]

Θεόδωρος Ράλλης, «Νέα στο παράθυρο»

Ο θρύλος της κυρά Φροσύνης ενέπνευσε επίσης τους Αλέξανδρο Ραγκαβή, Αντώνιο Αντωνιάδη, Δημήτριο Βερναρδάκη και τον Σωτήρη Σκίπη. Μάλιστα, στο ποίημα του τελευταίου βασίστηκε ο Θεόδωρος Σπάθης αφήνοντας ημιτελή ομώνυμη όπερα[1].

Εσωτερικό Γιαννιώτικου αρχοντικού, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (athinorama.gr)

Θεόδωρος Σπάθης
«Το τραγούδι της Κυρά Φροσύνης»

Στη λίμνη το ρηγόπουλο
στάσου και πρόσμενέ το,
μοσχοτραγούδησέ το.

Παλάτια χρυσοπλουμιστά,
παλάτια μαγεμένα,
τα παρατάει για σένα.

Δούλος και σκλάβος γίνεται
της πλάνας ομορφιάς σου
στάσου στη λίμνη, στάσου.

Να πέσει στην αγκάλη σου,
να σε γλυκομεθύσει
κι εκεί να ξεψυχήσει.[28]

Κατά τον λαογράφο Δ. Σαλαμάγκα, η κυρά Φροσύνη είναι η «Ξωτικιά», ενώ και το αστικό τραγούδι των Ιωαννίνων «Της Φροσύνης», αναφέρεται στη γνωστή ιστορία της όμορφης Φροσύνης και στον τραγικό θάνατό της, το 1801[29]:

Της Φροσύνης

Τ’ ακούσατε τι γίνηκε ‘ς τα Γιάννενα, τη λίμνη,
που πνίξανε τοις δεκαφτά με την κυρά Φροσύνη;
Αχ, Φροσύνη παινεμένη,
τι κακό ‘παθες, καϊμένη!
Άλλη καμιά δεν τό βαλε το λιαχουρί φουστάνι,
πρώτ’ η Φροσύνη το βαλε και βγήκε ‘ς το σιργιάνι
Αχ, Φροσύνη παινεμένη,
και ‘ς τον κόσμο ξακουσμένη!
Δε σ’ τό ‘λεγα, Φροσύνη μου, κρύψε το δαχτυλίδι,
γιατί αν το μάθη ο Αλήπασας θε να σε φάη το φίδι;
Αχ, Φροσύνη μου καϊμένη,
τι πολύ κακό θα γένη!
«Αν είστε Τούρκοι αφήστε με, χίλια φλωριά σας δίνω,
σύρτε με ‘ς το Μουχτάρπασα, δυο λόγια να του κρίνω».
Αχ, Φροσύνη μου καϊμένη,
τι κακό πολύ θα γένη!
«Πασά μου, πού είσαι, πρόβαλε, τρέξε να με γλυτώσης,
μέρωσε τον Αλή πασά, και δώσε ό,τι να δώσης».
Αχ, Φροσύνη πέρδικά μου,
τι κακό ‘παθες, κυρά μου!
Εις το Βεζίρη τα φλωριά, τα δάκρυα δεν περνάνε,
και σένα μ’ άλλαις δεκαφτά τα ψάρια θα σας φάνε.
Αχ, Φροσύνη πέρδικά μου,
μόκαψες τα σωθικά μου!
Νά ‘ταν οι πέτραις ζάχαρη, να ρήχνανε ‘ς τη λίμνη,
για να γλυκάνη το νερό για την κυρά Φροσύνη.
Αχ, Φροσύνη παινεμένη,
μέσ ‘ς τη λίμνη ξαπλωμένη!
Φύσα, βοριά, φύσα, θρακιά, για ν’ αγριέψη η λίμνη,
να βγάλη ταις αρχόντισσαις και την κυρά Φροσύνη.
Αχ, Φροσύνη παινεμένη,
μεσ ‘ς τη λίμνη ξαπλωμένη!
Φροσύν’, σε κλαίει το σπίτι σου, σε κλαίνε τα παιδιά σου
σε κλαίν’ όλα τα Γιάννενα, κλαίνε την ομορφιά σου.
Αχ, Φροσύνη πέρδικά μου,
μόκαψες τα σωθικά μου!

Φωνές της λίμνης

Στα γιοφύρια, κοπελιές θυσιάστηκαν στα θεμέλια, για να στηθούν οι αγέρινες καμάρες τους.
Και στις λίμνες, ξωθιές αποκοιμιούνται και τραγουδούν τις νύχτες, που έχει γέμιση φεγγαριού.

Στη λίμνη, στην ακρολιμνιά,
ξωθιά αποκοιμιέται.
Αν την ιδείς, μαγεύεσαι
και τα μυαλά σου χάνεις.
Είναι του φεγγαριού αδερφή
και του νερού το πνέμα.
Είναι της λίμνης η ψυχή
του αγέρα η θυγατέρα[30-31].

Ο θρήνος της Κυρά Φροσύνης

Καλνούν οι ξωθιές της λίμνης, κείνους που δύνενται να τις ακούσουν… Τους καλνούν για να τις συντροφέψουν, λέει η κυρά Κρυστάλλω στα Γιάννινα. Πολλοί παλιοί ψαράδες της λίμνης των Γιαννίνων ιστορούσαν πως σαν φύσαγεν αγέρας δυνατός και αντάριαζε τα νερά της ήσυχης και ατρικύμιαστης λίμνης, άκουγαν μαζί με το σύρσιμο των καλαμιών φωνές και καλέσματα. Και έδιναν την εξήγηση πως ήταν το παράπονο της κυρά Φροσύνης και των άλλων γυναικών που έπνιξε στη λίμνη ο Αλή Πασάς. Και ακόμα οι παλιοί Γιαννιώτες -οι γερόντοι και οι γερόντισσες κυρίως- ιστορούσαν ότι κάποια βράδια, πάνω από τα νερά της λίμνης, όταν χυνόταν ασημένιο ποτάμι το φως του φεγγαριού, έβλεπαν την κυρά Φροσύνη σαν ίσκιο ονείρου, να πλανιέται και να αλαφροπατά στην επιφάνεια της Παμβώτιδας. Και είναι γνωστό το τραγούδι που εκφράζει τον καημό του απλού και ανώνυμου τραγουδιστή για τον άδικο χαμό της κυρά Φροσύνης[32]:

«Χίλια καντάρια ζάχαρη
να ρίξω μες στη λίμνη
για να γλυκάνει το νερό
να πιει η κυρά Φροσύνη».

Ασημένια γιαννιώτικη πόρπη της Μόσχως Τζαβέλλα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (jewelpedia.com)

«Η διπλή ζωή της κυρά Φροσύνης»
(«Ενστάσεις» του Τάκη Καμπύλη)

Η ιστορία της κυρά Φροσύνης ούτε απλή είναι ούτε δεδομένη. Τα αισθήματά της και τα διλήμματά της έπεσαν με ορμή σ’ έναν κόσμο μοιρασμένο σε μουσουλμάνους και χριστιανούς, σε αξιωματούχους (και) προκρίτους και πληβείους της υπαίθρου (χριστιανούς και μουσουλμάνους). Η εθνική ιστοριογραφία δεν άφησε χώρο για έρωτες. Αντίθετα, τους ενέπλεξε και τους χρησιμοποίησε ανάλογα με τις ανάγκες της νέας εθνικής μυθολογίας. Αν κάπου η Επανάσταση του 1821 δεν έφερε μια οριστική ρήξη με το παρελθόν, ο χώρος αυτός ήταν ο έρωτας. Και ο χρόνος ήταν σε δύο κομμάτια.[33]

Λίμνη Ιωαννίνων

«Μέσα μου το χάος πρέπει να συνοψίσω» του Νικία Λούντζη

Δεν ξέρω τι παρακίνησε τη γιαννιώτικη κοινωνία και το σκλαβωμένο γένος, στη συνέχεια, ν’ ανακηρύξει μάρτυρα μια μοιχαλίδα. Bάρυνε η γοητεία της γυναίκας, βάρυνε το μίσος για τον τύραννο, βάρυνε η λαϊκή φαντασία που το ζητούσε να παραμυθιαστεί και να παραμυθιάσει; … H κοπέλα, όμως, είπε το όχι του θεριού· του είπε το όχι μέχρι θανάτου! Δε νιώθω βέβαιος αν το έκανε, γιατί αγαπούσε το Mουχτάρ ή γιατί, καθώς το θέλει ο λαϊκός θρύλος, ξύπνησε μέσα της η Eλληνίδα και η μάνα… Έφταιξε η Φροσύνη; Παρασύρθηκε από τη γοητεία της γοητείας; Ξεπέρασε τα όρια της φιλαρέσκειας, τα όρια της θηλυκής πρόκλησης; Mάλλον έφταιξε· αλλ’ υπάρχει τραγωδία χωρίς φταίχτη και φταίξιμο; H αντιφατική ιστορία της ανακατεύει φιλαρέσκεια, πάθος, αμοραλισμό και αξιοπρέπεια. Kαι στον αμοραλισμό κάποτε, υπάρχει αξιοπρέπεια. H Φροσύνη προσβάλλοντας βάναυσα το κοινωνικοϊστορικό της πλαίσιο, έγινε μοιχαλίδα και δοσίλογος από πάθος. Aρνήθηκε να το επαναλάβει, όμως, δίχως πάθος· έστω και για να σώσει τη ζωή της. O τρομερός Aλή Πασάς, εξ αιτίας της, γεύτηκε την παρθενιά της ήττας. H επιλογή της αξιοπρέπειας σε βάρος της ζωής δικαίωσε, in extremis, τη συναρπαστική αυτή γυναίκα. H αξιοπρέπεια, πιστεύω, ήτανε που γοήτεψε πιότερο κι από τη γοητεία της.[34]

Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909), «Το φλερτ»

«Το γαρ πολύ του έρωτος γεννά παραφροσύνη…»

Το 1976 η Μελίνα Μερκούρη ερμηνεύει την «Προσευχή της παρθένου», σε στίχους Νίκου Γκάτσου, από το άλμπουμ «Τα Παράπονα» του Μάνου Χατζιδάκι. Ο κορυφαίος στιχουργός, με αφορμή τον θρύλο της Κυρά Φροσύνης, δίνει το δικό του στίγμα για την παραφροσύνη του ερωτικού πάθους, που τρελαίνει και τυφλώνει τις ανθρώπινες καρδιές:

«Με είκοσι φθινόπωρα και άνοιξη καμία
απ’ την Υπάτη το ‘σκασα και πήγα στη Λαμία.
Ήμουν μικρούλα κι άπραγη και δροσερή κι ωραία
πώς το ‘παθα μανούλα μου κι αγάπησα εκδορέα;
Το γαρ πολύ του έρωτος γεννά παραφροσύνη
γι’ αυτό και ο Αλή Πασάς έπνιξε τη Φροσύνη»

Αρκετά νωρίτερα, το 1965, ο Μάνος Χατζιδάκις είχε παρουσιάσει, πάνω στην ίδια θεματική, την «Πνιγμένη κόρη», την οποία ερμήνευσε ο Γιώργος Ρωμανός:

«Πνιγμένη κόρη»

Στο βυθό προσπαθώ
τα χεράκια σου να βρω
για να τα φιλήσω,
το νερό καρτερώ
να ποτίσει όλη τη γη
για να σ’ αναστήσω.

Πώς θα σε βρω
μες στο νερό καλή μου,
σ’ αναζητώ
και σ’ αγαπώ ψυχή μου.

Δυο πουλιά αγκαλιά
κλαίν’ γιατί είναι μοναχά
μες σ’ αυτό το βράδυ,
έτσι εγώ που οδηγώ
το κορμί μου στο νερό
καρτερώ ένα χάδι.

Πώς θα σε βρω
μες στο νερό καλή μου,
σ’ αναζητώ
και σ’ αγαπώ ψυχή μου.

Sir John Everett Millais, «Ophelia», 1851-52, Tate Gallery

Η «Κυρά Φροσύνη» στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο

Η θρυλική Κυρά Φροσύνη, η γυναίκα που πνίγηκε με διαταγή του Αλή Πασά στη λίμνη Παμβώτιδα, ήταν το θέμα των παραστάσεων «Φροσύνη» και «Πασού», σε σκηνοθεσία Στεφάνου Παπατρέχα και Λαζάρου Βαρτάνη, που ανέβηκαν στο θέατρο «Άβατον», το 2019. Στην παράσταση «Φροσύνη», έναν μονόλογο για γυναίκα ηθοποιό, η πρωταγωνίστρια, στο πλαίσιο ενός αυτοσχεδιασμού, καταδύεται στον χαρακτήρα, την προσωπική ζωή, τις σκέψεις της για τη ζωή, τον γάμο, τα παιδιά της, τον έρωτά της για τον γιο του Αλή Πασά, Μουχτάρ. Η Φροσύνη είναι μια γυναίκα που πνίγεται από τα κοινωνικά «πρέπει», που ζητάει να ζήσει το απόλυτο, τον έρωτα, τη ζωή. Παντρεμένη και με παιδιά στην κοινωνία των Ιωαννίνων του 1800, τολμάει να δοθεί στον Μουχτάρ, τον γιο του Αλή Πασά. Μία φύση ατίθαση, ελεύθερη και γεμάτη πάθος θα πνιγεί στη λίμνη Παμβώτιδα. Στον αντίποδα, η Πασού, μια γυναίκα που έμαθε να υπακούει, να σιωπά, να δέχεται. Μία ερωτευμένη, πληγωμένη ύπαρξη. Μια στείρα, απατημένη, ζηλόφθονη σύζυγος. Θα υπομείνει, θα ζητήσει, θα παρακαλέσει, θα ματαιωθεί, θ’ απελπιστεί. Θ’ αναγκαστεί να υπερβεί τη φύση της, να σκληρύνει, να εκδικηθεί (πάντα μέσα από τους κανόνες που έμαθε τόσο καλά να τηρεί). Θα προκαλέσει θάνατο..[35]

Από την παράσταση «Φροσύνη» των Στ. Παπατρέχα και Λ. Βαρτάνη (elculture.gr)

«Ένα δάκρυ για την Κυρά Φροσύνη»

Εμπνευσμένος απ’ την περιοχή και την ιστορία των Ιωαννίνων, ο Χρήστος Λάμπρου δημιούργησε, το 1996, στον Μόλο της πόλης, ένα όμορφο μαρμάρινο γλυπτό, που ονομάζεται «Ένα δάκρυ για την Κυρά Φροσύνη».[36]

(epirusforallseasons.gr)

Το γλυπτό απεικονίζει μία γυναικεία φιγούρα, που προβάλλει μέσα από ένα μαρμάρινο δάκρυ, συμβολίζοντας την αιώνια θλίψη για τον χαμό της Κυρά Φροσύνης και των γυναικών που πνίγηκαν μαζί της, αλλά και το παντοτινό παράπονο της Κυράς της Λίμνης για την τραγική, γεμάτη αγριότητα και σπαραγμό, θυσία τους στα παγωμένα νερά των Ιωαννίνων. Όπως λέει και ο ίδιος ο δημιουργός: «Ένα δάκρυ λοιπόν είναι το θέμα που επέλεξα να φτιάξω, ένα δάκρυ για την Κυρά Φροσύνη, ένα δάκρυ νοσταλγίας για τα χρόνια που έζησα στα Γιάννενα, ένα δάκρυ για τους Γιαννιώτες που κρέμασαν οι Γερμανοί στην Κατοχή στα πλατάνια, που ανάμεσά τους τοποθετήθηκε το έργο, ένα δάκρυ αφιερωμένο στους φίλους μας, που μας άφησαν για πάντα..».

Γιάννενα, η θρυλική καστροπολιτεία
που καθρεφτίζεται στ’ ασημένια νερά

Σύντομη ιστορία της πόλεως των Ιωαννίνων

Παλαιότερα επικρατούσε η άποψη ότι τα Ιωάννινα[45] ιδρύθηκαν από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, τον 6ο μ.Χ. αιώνα. H θεωρία αυτή βασίστηκε σε λανθασμένη ταύτιση της σημερινής πόλεως των Ιωαννίνων με την τοποθεσία, όπου σύμφωνα με το «Περί Κτισμάτων» έργο του ιστορικού Προκοπίου, μετοίκησαν οι κάτοικοι της αρχαίας Θεσπρωτικής πόλεως Εύροιας. Σήμερα γνωρίζουμε πως το μέρος που περιγράφει ο Προκόπιος δεν ήταν τα Γιάννενα. Επιπλέον, δεν υπάρχει κάποια άλλη ιστορική πηγή που να πιστοποιεί την ίδρυση της πόλεως τον 6ο αιώνα μ.Χ, ούτε σχετικά αρχαιολογικά ευρήματα.

Η πρώτη ιστορική αναφορά για την πόλη των Ιωαννίνων βρίσκεται στα Πρακτικά της 8ης Οικουμενικής Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως του 879-880 μ.Χ., όπου μνημονεύεται ότι συμμετείχε, μεταξύ άλλων, και ο Επίσκοπος Ιωαννίνων Ζαχαρίας. Πρόκειται για την Οικουμενική Σύνοδο που διεξήχθη στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλως, στην οποία πρωτοστάτησε ο Πατριάρχης Φώτιος για το ζήτημα του filioque και στην οποία είχαν συμμετάσχει 383 Επίσκοποι.

Η Άννα Κομνηνή στο έργο της «Αλεξιάδα», εξιστορεί πως το 1082, την πόλη κατέλαβε ο Νορμανδός Βοημούνδος (Boemondo). Ο Βοημούνδος υπήρξε μεγάλη μορφή εκείνης της εποχής. Ήταν γιος του περιβόητου Ροβέρτου Γυισκάρδου (Δούκα Καλαβρίας και Σικελίας) και πολύ αργότερα διακρίθηκε ως ο de facto αρχηγός της Α’ Σταυροφορίας. Έφτασε μάλιστα να γίνει Πρίγκιπας της Αντιόχειας. Οι Νορμανδοί είχαν ξεκινήσει επιδρομές στα Δυτικά Βαλκάνια το 1080 και αρχικά είχαν επιτυχίες. Στη συνέχεια όμως, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός αντεπιτέθηκε και κατόρθωσε να τους απωθήσει.

Το παλάτι του Αλή Πασά και αρχαία ερείπια στο Ίτς Καλέ (epirusforallseasons.gr)

Ο Βοημούνδος, προκειμένου να διαφυλάξει τα μέχρι τότε κεκτημένα, οργανώθηκε αμυντικά. Στα Ιωάννινα έκανε ενίσχυση της οχύρωσης κατασκευάζοντας τάφρο και χτίζοντας μια δεύτερη ακρόπολη. Μέχρι σήμερα στο κάστρο σώζεται ο λεγόμενος «πύργος του Βοημούνδου», ο οποίος όμως ενδέχεται να είναι βυζαντινός και να προϋπήρχε της Νορμανδικής επιδρομής. Οι Νορμανδοί έχασαν σύντομα τα περισσότερα εδάφη που είχαν κατακτήσει σε εκείνη την εκστρατεία, όμως η περιοχή των Ιωαννίνων παρέμεινε υπό τον έλεγχό τους για 25 ακόμα χρόνια, μέχρι το 1108. Ίσως στην περίοδο αυτή θα μπορούσε να αναζητηθεί η απαρχή της οικονομικής άνθισης της πόλης κατά το Μεσαίωνα, που στηρίχτηκε στην ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων με τη Δύση και τη Βενετία, κάτι που υπό κανονικές συνθήκες, για ένα απλό πολίδιον της ενδοχώρας, δεν ήταν καθόλου συνηθισμένο.

Το Κάστρο των Ιωαννίνων

Τον 13ο αιώνα, με την εγκαθίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου, τα Ιωάννινα έγιναν το δεύτερο σημαντικότερο αστικό κέντρο της Ηπείρου, μετά την Άρτα. Ο ιδρυτής του Δεσποτάτου Μιχαήλ Α’ Κομνηνός Δούκας ανοικοδόμησε τμήματα των τειχών της πόλεως και εγκατέστησε στο κάστρο μέλη αριστοκρατικών οικογενειών που είχαν φύγει από την Κωνσταντινούπολη μετά την άλωση από τους Φράγκους, το 1204. Αυτό έδωσε στην πόλη μια νέα πληθυσμιακή, οικονομική και πνευματική ώθηση. Σε όλη την υστεροβυζαντινή περίοδο (13ος-15ος αιώνας), η πόλη των Ιωαννίνων γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη. Η οικονομική ευμάρεια δημιούργησε μια εύπορη και ισχυρή αστική τάξη που, όπως αποδείχτηκε σε πολλές περιπτώσεις, είχε τον πρώτο λόγο στις αποφάσεις για την πορεία της πόλεως.

Στις αρχές του 14ου αιώνα οι Γιαννιώτες αποδεσμεύτηκαν από την ηγεμονία του Δεσποτάτου της Ηπείρου και την κηδεμονία της Άρτας και παρέδωσαν την πόλη τους στον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο. Σε αντάλλαγμα, πήραν μια σειρά προνομίων που κατοχυρώνονται με δύο αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα, του 1319 και του 1321. Τα προνόμια αυτά αφορούσαν όλους τους κατοίκους της πόλεως, άρχοντες και «κοινόν», και βασικά είχαν να κάνουν με φορολογικές απαλλαγές, όπως το κομμέρκιον (φόρο εμπορίου), το μιτάτον (δικαίωμα του στρατού να αγοράζει φθηνά προϊόντα), την αποβίγλιση κ.λπ. Όμως δεν απέφυγαν την ευθύνη για την «επιμέλειαν και περιποίησιν και ανάκτισιν» του κάστρου τους.

Η νέα κατάσταση δεν κράτησε πολύ γιατί με τον θάνατο του Ανδρονίκου Γ’ ξέσπασε Βυζαντινός εμφύλιος και ο Σέρβος κράλης Στέφανος Δουσάν, εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία, κατέλαβε πολλά Βυζαντινά εδάφη, μεταξύ των οποίων και τα Γιάννενα, το 1348. Πάντως και σε αυτή την περίπτωση οι Γιαννώτες παρέδωσαν την πόλη μόνο αφού εξασφάλισαν προνόμια από τους Σέρβους. Δεσπότης Ηπείρου και Θεσσαλίας έγινε τότε ο Συμεών Ούρεσης, αδερφός του Στεφάνου Δουσάν. Οι Σέρβοι παρέμειναν επικυρίαρχοι μέχρι το 1356, οπότε την περιοχή ανακατέλαβε, για λογαριασμό των Βυζαντινών, ο Νικηφόρος Β’ Ορσίνι, που είχε τα δικαιώματα του θρόνου του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Ήταν μια πολύ ταραγμένη εποχή. Εκτός από τα προβλήματα με εμφυλίους, δυναστικές έριδες, Σέρβους ηγεμονίσκους κ.λπ., η περιοχή αντιμετώπιζε σοβαρότατα προβλήματα και με Αλβανούς ληστές. Το 1359 ο Νικηφόρος Β’ σκοτώθηκε σε συμπλοκή με Αλβανούς επιδρομείς.

Αργυροχοΐα, η περίφημη και αγαπημένη τέχνη των Γιαννιωτών

Μετά απ’ αυτό, ο Συμεών Ούρεσης, που είχε καταφύγει στην Καστοριά, ανακατέλαβε την Ήπειρο και τη Θεσσαλία και αυτοαναγορεύθηκε Τσάρος Ηπείρου. Στην πραγματικότητα όμως δεν είχε τον πλήρη έλεγχο. Υπήρχε κενό εξουσίας και ο πληθυσμός ήταν απροστάτευτος. Το 1366 οι κάτοικοι των Ιωαννίνων και του Αγίου Δονάτου έστειλαν πρεσβεία στον Συμεών – Ούρεση με το αίτημα να ορίσει κάποιον ηγέτη ικανό να τους κυβερνήσει και να τους προστατέψει. Ο Συμεών ανέθεσε τη δουλειά στον άντρα της κόρης του, τον Θωμά Πρελούμπο. Έτσι, ο Θωμάς Β’ Πρελούμπος ή Πρελούμποβιτς ή Θωμάς Κομνηνός Πρελούμπος Παλαιολόγος έγινε Δεσπότης της Ηπείρου από το 1366 έως το 1384. Υπήρξε μισητός λόγω της αυταρχικής του συμπεριφοράς. Στο «Χρονικό των Ιωαννίνων» περιγράφεται ως αδίστακτος και δεσποτικός τύραννος. Μεταξύ άλλων δήμευσε εκκλησιαστική και ιδιωτική περιουσία και την προσέφερε σε Σέρβους. Αντιμετώπισε όμως μάλλον με επιτυχία το πρόβλημα με τους Αλβανούς. Το 1382 αναγνωρίστηκε ως Δεσπότης και από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο. Το 1384 σκοτώθηκε πέφτοντας θύμα συνωμοσίας, στην οποία συμμετείχε και η γυναίκα του, Μαρία Νεμάνιτς.

«Άνθη της πέτρας» στα όμορφα Γιάννενα..

Ανεξάρτητα από την υστεροφημία του Πρελούμπου, κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του, τα Γιάννενα έγιναν για πρώτη φορά η σπουδαιότερη πόλη της Ηπείρου (κυρίως επειδή στην Άρτα είχαν επικρατήσει Αλβανοί). Ο Πρελούμπος έκτισε ή επιδιόρθωσε αρκετά κάστρα στην Ήπειρο και έκανε σοβαρές επεμβάσεις και στο κάστρο των Ιωαννίνων. Σώζεται μέχρι σήμερα ο «πύργος του Θωμά». Η χήρα του Πρελούμπου, γνωστή και ως Μαρία Αγγελίνα Δούκαινα Παλαιολογίνα, έγινε «Βασίλισσα» και ήταν πολύ αγαπητή στους Γιαννιώτες. Το 1385 παντρεύτηκε τον Ιταλό ευγενή και τυχοδιώκτη Ησαύ Μπουοντελμόντι (Esau de Buondelmonti), ο οποίος βρισκόταν στα Γιάννενα ως αιχμάλωτος πολέμου από το 1379. Ο ιστορικός Χαλκοκονδύλης υποστηρίζει ότι η χήρα και ο Ιταλός ήταν εραστές πριν δολοφονηθεί ο Πρελούμπος. Όπως και να ‘χει, ο Μπουοντελμόντι αποδείχθηκε καλός και δημοφιλής ηγεμόνας έχοντας και την επίσημη αναγνώριση του Βυζαντινού αυτοκράτορα. Το 1411 πέθανε από φυσικά αίτια. Επρόκειτο να τον διαδεχθεί ο γιος του Γεώργιος, αλλ’ οι προύχοντες των Ιωαννίνων παρέδωσαν την πόλη στον Κάρολο Α’ Τόκκο.

Ο Κάρολος Α’ Τόκκο (1372-1429) ήταν κόμης παλατινός Κεφαλληνίας και Ζακύνθου και εκείνη την εποχή ήταν ο πιο ισχυρός Φράγκος ηγεμόνας στην Ελλάδα. Ο Ησαύ Μπουοντελμόντι ήταν αδερφός της μητέρας του. Οι Τόκκοι ήταν Γαλλικής καταγωγής ορμώμενοι εξ Ιταλίας και ουσιαστικά είχαν πλέον ελληνοποιηθεί. Ο Κάρολος Α’ Τόκκο πέθανε το 1429 και τον διαδέχθηκε ο ανιψιός και θετός του γιος Κάρολος Β’. Αυτή η διαδοχή προκάλεσε την αντίδραση των μη νόμιμων γιων του Καρόλου Α’, κυρίως του Μέμνονα Τόκκο (Memnone di Tocco). O Μέμνων ζήτησε τη βοήθεια του Τούρκου Σουλτάνου Μουράτ Β’, ο οποίος πολύ πρόθυμα έστειλε στρατό υπό τον Μέγα Βεζίρη Καρά Σινάν Πασά. Ο βεζίρης ήρθε σε συνεννόηση απ’ ευθείας με τους άρχοντες της πόλης, οι οποίοι αφού εξασφάλισαν προνόμια για τους κατοίκους, συμφώνησαν να του την παραδώσουν. Η συμφωνία, που έμεινε στην ιστορία ως ο «Ορισμός του Σινάν πασά» ήταν ομολογουμένως ευνοϊκή. Οι Οθωμανοί δεν είχαν δικαίωμα να χτίσουν στο κάστρο ούτε μασγίδι, δηλαδή μικρό τζαμί. Ο Κάρολος Τόκκο δεν ήταν σε θέση ν’ αντιδράσει και υπέγραψε ταπεινωτική συνθήκη παράδοσης της πόλεως με καταβολή ετήσιου φόρου υποτελείας 500 δουκάτων συν 500 δουκάτα δώρο σε κάθε νεοδιοριζόμενο πασά των Ιωαννίνων. Προσωρινά κατόρθωσε να κρατήσει τις υπόλοιπες κτήσεις του και παρέμεινε για λίγο ακόμα Δεσπότης με έδρα την Άρτα. Έτσι, στις 9 Οκτωβρίου 1430 η πόλη των Ιωαννίνων παραδόθηκε στους Οθωμανούς.

Τα Γιάννενα του Fred Boissonnas και του Κώστα Μπαλάφα

Πρόσωπα που σφράγισαν την ιστορία των Ιωαννίνων

Διονύσιος ο Φιλόσοφος

Ο φλογερός δεσπότης που ξεσήκωσε τη Θεσσαλία και την Ήπειρο και το μαρτυρικό του τέλος

Διονύσιος Φιλόσοφος (Μουσείο Π. Βρέλλη)

Ο εθνομάρτυρας Διονύσιος ο Φιλόσοφος γεννήθηκε στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας το 1541 μ.Χ., με καταγωγή από το χωριό Αβδέλλα Γρεβενών. Πολύ νέος έγινε μοναχός στο Διχούνι, στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου. Αργότερα μετέβη στην Πάδοβα και στην Κωνσταντινούπολη, όπου σπούδασε Ιατρική, Φιλοσοφία, Φιλολογία, Λογική, Αστρονομία και Ποίηση, ενώ μιλούσε επτά γλώσσες! Τούτα δείχνουν τη μεγάλη φιλομάθειά του, εξ ου και η προσωνυμία «Φιλόσοφος», που του αποδόθηκε και με την οποία έμεινε στην ιστορία. Κατά την παραμονή του στη Δύση και στην Πόλη ο Διονύσιος επεχείρησε δυναμικά να ξεσηκώσει φιλελληνικά αισθήματα και να συγκεντρώσει δυνάμεις και εφόδια για να υποστηρίξει ένα επαναστατικό κίνημα κατά των Οθωμανών τυράννων, επιστρέφοντας στην πατρίδα του.

Υπήρξε Επίσκοπος Τρίκκης και Λαρίσης και το 1601, έλαβε μέρος σε επαναστατικό κίνημα κατά των Τούρκων, στον Βάλτο Αιτωλίας. Για τη δράση του αυτή, οι μεν Τούρκοι τον επικήρυξαν, το δε Πατριαρχείο τον καθαίρεσε από τον επισκοπικό θρόνο Λαρίσης. Σύμφωνα με το συναξάρι του: «Εκ του λόγου τούτου αιτιολογείται πιθανώς η έλλειψις πάσης μνείας του αγίου τούτου ανδρός, όστις ηδικήθη υπό της ιστορίας, εν τοις συναξαρισταίς». Ως απλός ιερομόναχος πλέον, τη νύχτα 10ης-11η Σεπτεμβρίου 1611, ο Διονύσιος και άλλοι επαναστάτες, όπως ο Ζώτος Τσίριπος και ο Γεώργιος Ντελής, κατευθύνονται προς τα Γιάννενα, με ένα εξεγερμένο σώμα 800-1.000 χωρικών οπλισμένων με πρωτόγονα όπλα, όπως ρόπαλα, δρεπάνια, σφενδόνες, μαχαίρια και γιαταγάνια και μόνο 40 άντρες έφεραν αρκεβούζια -παλαιού τύπου όπλα. Εισέρχονται στη συνοικία της Καλούτσιανης και επιτίθενται στο τουρκικό διοικητήριο, κατατροπώνουν την τουρκική φρουρά και Οσμάν Πασάς μόλις κατορθώνει να διαφύγει λαβωμένος.

Αιφνιδιασμένοι και αλαλιασμένοι οι Τούρκοι σκόρπισαν και οι φλόγες του Διοικητηρίου, που στέγαζε τον Πασά και τον σουλτανικό θησαυρό, φώτισαν την ολοσκότεινη νύχτα. Ως τ’ άστρα έφταναν, μαζί με τις φλόγες, οι πολεμόχαρες ιαχές του μεθυσμένου όχλου των χωρικών και των γιδάρηδων, που μέσα στο αίμα τους έβραζε η οργή δύο αιώνων σκλαβιάς και τυραννίας. Τα Γιάννενα ήταν στα χέρια των Εθνεγερμένων! Οι Τούρκοι δεν ήταν αήττητοι! Τελικά, οι Τούρκοι με τον Οσμάν κατέφυγαν και κλείστηκαν στο Κάστρο των Ιωαννίνων, το οποίο πολιορκούσε ο Διονύσιος με τους επαναστάστες του. Το κίνημα ήταν καλά οργανωμένο, όμως προδόθηκε.. Καθώς πλησίασαν το Κάστρο, για να μπουν θριαμβευτές σε αυτό, όπως σχεδιάζαν, οι πύλες βρέθηκαν κλειστές! Οι ευγενείς φεουδάρχες υπολόγισαν πιο πολύ τα τιμάρια τους και τα προνόμια που τους είχε παραχωρήσει ο Σουλτάνος, παρά τις αβέβαιες νίκες των πειναλέων και άοπλων στασιαστών, που ξεσήκωσε ο φλογερός Δεσπότης. «Προς τι οι επικίνδυνες περιπέτειες; Ας κλειστούμε ουδέτεροι μέσα στο Κάστρο, να ιδούμε τι θ’ απογίνει και προς τα πού θα κλίνει η ζυγαριά».

Μέσα στην οχλοβοή και στη νύχτα, μπροστά στις κλειστές πύλες του Κάστρου, δεν άργησε ν’ απλωθεί στους ανοργάνωτους και άοπλους χωρικούς η σύγχυση. Σκορπίστηκαν στην πόλη και χωρίς συνοχή πια, στη μέθη της πρώτης νίκης, στο ξάφνισμα του βουβού Κάστρου, στον τρόμο της νύχτας, έδωσαν τον καιρό στους αιφνιδιασμένους Τούρκους να συνέρθουν, ν’ ανασυνταχτούν, να ορμήσουν πάνω τους και ν’ αρχίσουν να τους πελεκάνε.. Οι Τούρκοι αντεπιτέθηκαν με ιππικό κατά των επαναστατών, οι οποίοι άφησαν νεκρούς, στο πεδίο της μάχης, περίπου 200 στασιαστές. Οι υπόλοιποι κατέφυγαν στα βουνά. Η αυγή που ξημέρωνε είδε τη θλιβερότερη σκηνή της τραγικής αυτής ιστορίας. Η σφαγή που επακολούθησε δεν περιγράφεται… «Άλλους μεν εσκότωσαν, άλλους έψησαν ζωντανούς, άλλους έβαλαν εις τα τζεγγέλια και άλλους επαλούκωσαν. Και έγινεν αιματοχυσία πολλή εις το Κάστρον, εις ταις στράταις, όπου τις διηγήσεται …».

Η σπηλιά των Ιωαννίνων, όπου συνελήφθη ο Διονύσιος Φιλόσοφος και αναθηματική πλάκα

Σε μια σπηλιά, κοντά στη λίμνη, κάτω απ’ τα βράχια του Κάστρου, ανακάλυψαν μετά από προδοσία και τον ασπρομάλλη Ιεράρχη. Μετά από βασανιστική ανάκριση, στην οποία τον υπέβαλε ο Οσμάν Πασάς, στο ερώτημά του «Γιατί προκάλεσε την εξέγερση;», ο Διονύσιος απάντησε: «Πολέμησα για να ελευθερώσω τον λαό μου από τα βάσανα και την τυραννία σας!». Έξαλλος τότε ο Οσμάν διέταξε να τον γδάρουν ζωντανό, όπως και έγινε, ποινή που επέβαλαν παγίως οι Οθωμανοί σε στασιαστές – επαναστάτες.

Το μαρτύριο του Διονυσίου Φιλοσόφου (Μουσείο Π. Βρέλλη)

Αφού τον έγδαραν, οι Οθωμανοί δήμιοι γέμισαν το δέρμα του με άχυρο. Τον διαπόμπεψαν έτσι σε πόλεις και χωριά, από τα Γιάννενα ως την Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με το συναξάρι του: «Καταπνιγείσης και ταύτης της επαναστάσεως ο Διονύσιος εκρύβη εις τι σπήλαιον της λίμνης των Ιωαννίνων. Προδοθείς υπό των Εβραίων και συλληφθείς υπό των Τούρκων, υπέστη φρικτά βασανιστήρια, παραμένων αδούλωτος την ψυχήν και πιστός εις την Χριστιανικήν πίστιν. Οι Τούρκοι εξέδειραν τον άγιον ζώντα και παραγεμίσαντες το δέρμα αυτού δι’ αχύρων περιήγαγον αυτό εις διαφόρους πόλεις. Κομίσαντες τούτο εις Κωνσταντινούπολιν, το επέδειξαν εις τον Σουλτάνον, όστις φρικιάσας επί τη οικτρή ταύτη θέα, ηγέρθη από του θρόνου του».

Τα αντίποινα των Τούρκων υπήρξαν επίσης φρικτά.. Στέρησαν τα προνόμια από τους Χριστιανούς τιμαριούχους, παρά τη «νομιμοφροσύνη» που είχαν επιδείξει κατά την νύχτα που εκδηλώθηκε το κίνημα και τα όνειρα της Λευτεριάς ενταφιάστηκαν κάτω από τη βαρύτερη σκλαβιά και τυραννία για τρεις ακόμα ολόκληρους αιώνες στα Γιάννενα. Ο Διονύσιος ο Φιλόσοφος, ο πρώτος μεγάλος Εθνεγέρτης της Τουρκοκρατίας, δέχτηκε, νεκρός πια, τον χλευασμό των ανάξιων αντιπάλων του, που τον παρέστησαν κακό δαίμονα και αντί για «Φιλόσοφο», τον είπαν «Σκυλόσοφο!».

Το Έθνος όμως τιμά τον μάρτυρα του Ελληνισμού και της Χριστιανοσύνης και περιφρονεί τους τουρκολάτρες εχθρούς της μνήμης του. Στα Γιάννενα τιμητική μαρμάρινη στήλη μπροστά στην «τρύπα του Σκυλοσόφου», όπως λέγεται η σπηλιά όπου συνελήφθη, υπενθυμίζει την ηρωική μορφή του Εθνεγέρτη Ιεράρχη. Στα Τρίκαλα στήθηκε με τιμές η προτομή του. Στην Καρδίτσα περιφέρεται η εικόνα του στη λιτανεία που τελείται στην εορτή του Αγίου Σεραφείμ[48] και στήθηκε και εκεί άλλη προτομή του. Κορυφαίο μνημείο, που ιστορεί μοναδικά το φρικτό μαρτύριο του αγίου Ιεράρχη, αποτελεί το κέρινο ομοίωμά του, που φυλάσσεται στο Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας Παύλου Βρέλλη, στα Γιάννενα, ένα παντοτινό αμείλικτο τεκμήριο της οθωμανικής ωμότητας και φρικαλεότητας σε βάρος του λαού μας. Τέλος, ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, αείμνηστος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, είχε περιλάβει τον Διονύσιο τον Φιλόσοφο ανάμεσα στους ενδόξους νεομάρτυρες της Εκκλησίας μας και του είχε αφιερώσει διεξοδική μελέτη. Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αγίου Διονυσίου του Φιλοσόφου την 10η Οκτωβρίου εκάστου έτους.

Αλή Πασάς Τεπελενλής

(1740 – 24 Ιανουαρίου 1822)

Το 1788, πασάς στα Γιάννενα έγινε ο Αλή Πασάς Τεπελενλής. Μέχρι τον θάνατό του, η πόλη των Ιωαννίνων γνώρισε την πιο ταραχώδη περίοδο της ιστορίας της, αλλά και το απόγειο της ακμής της. Η μορφή του κάστρου των Ιωαννίνων είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα των εργασιών που έγιναν επί των ημερών του Αλή Πασά και ολοκληρώθηκαν προ του 1815. Μεταξύ άλλων, ο Αλή Πασάς έχτισε στο Ιτς Καλέ, στη θέση της ακρόπολης του Βοημούνδου, το μεγαλοπρεπές σεράι του, ενώ είχε διαμορφώσει σε θερινή κατοικία του τον ιερό χώρο της Μονής Αγίου Παντελεήμονος στο νησάκι Ιωαννίνων, όπου τελικά βρήκε τραγικό τέλος τον χειμώνα του 1822.

Ταπεινωτικά νεανικά χρόνια και ανέλιξη

Ο Αλή Πασάς Τεπελενλής (1740 – 24 Ιανουαρίου 1822) ήταν Αλβανικής καταγωγής πασάς των Ιωαννίνων, που διαδραμάτισε, για περισσότερα από 40 χρόνια, καθοριστικό ρόλο στην ιστορία της Ηπείρου. Γεννήθηκε στο Τεπελένι, το 1740 και ήταν γιός του Βελή μπέη και της Χάμκως. Μεταξύ των εραστών που είχε και ζώντος του συζύγου της, η ακόλαστος Χάμκω, ήταν και κάποιος Δήμος του Παπά-Κώστα από το Χόρμοβον, τον οποίο μετά τον θάνατον του συζύγου της Βελή, το 1753, πήρε σπίτι της ως αρχηγό της φρουράς της και οικονόμο. Ο εραστής της αυτός βοήθησε τη Χάμκω να εξοντώσει τους ανεπιθύμητους συγγενείς και να εξασφαλίσει την κυριαρχία της στην περιφέρεια του Τεπελενίου. Για να εξασφαλίσει την αρχηγία της οικογένειας στον γιο της Αλή, η Χάμκω φαρμάκωσε, το ένα μετά το άλλο, τα δύο αγόρια που είχε ο Βελής από την πρώτη του γυναίκα. Με τα εγκλήματα και την απληστία της ωστόσο η Χάμκω είχε γίνει στόχος γενικού μισούς.

Για να την εκδικηθούν οι Γαρδικιώτες, από τους οποίους με τους παλληκαράδες της είχε αρπάξει ένα ολόκληρο χωριό, αιχμαλώτισαν την ίδια, την κόρη της Χαϊνίτσα και τον γιο της Αλή, τους μετέφεραν στο Γαρδίκι και εκεί μπροστά στα μάτια του Αλή, του αυριανού τυράννου, ασέλγησαν επάνω στα κορμιά της μάνας του και της αδελφής του. Στην πρωτόγονη και άγρια ψυχή του Αλή ρίζωσε το μίσος εναντίον των ανθρώπων και η άσβεστη δίψα να γίνει δυνατός για να εκδικηθεί και να ξεπλύνει την προσβολή. Στα 17 του χρόνια ο Αλή πήρε τα βουνά. Σκοτώνοντας και κλέβοντας μπόρεσε να φτιάξει και να συντηρήσει το δικό του ασκέρι. Γρήγορα όμως γνώρισε μια μεγάλη ταπείνωση. Θέλοντας να εκδικηθεί τον βιασμό της μητέρας και της αδερφής του έκανε έφοδο στο χωριό των δραστών, οι οποίοι όμως απάντησαν με ισχυρή αντεπίθεση εκδιώκοντάς τον. Η μητέρα του δεν του συγχώρησε ποτέ αυτή του την αποτυχία. Λέγεται μάλιστα ότι για να τον υποτιμήσει και να του δείξει πόσο ανίκανος και ανεπαρκής ήταν, του πέταξε τη ρόκα της, με την οποία έγνεθε, λέγοντάς του ότι μόνο γι’ αυτό ήταν ικανός και όχι για να κρατάει όπλο. Έτσι ο Αλή ταπεινωμένος ξέσπασε στους πληθυσμούς της περιοχής. Μ’ ένα μικρό μπουλούκι πήρε τα βουνά και δεν άφηνε άνθρωπο σε ησυχία. Χτυπούσε, λήστευε Χριστιανούς και Τούρκους, αδιάκριτα. Τόσο υπόφεραν οι πληθυσμοί, που ο Κουρτ πασάς μια μέρα έβγαλε ντελάλη σε όλη την περιοχή: «Πέντε χιλιάδες γρόσια έχει όποιος πάει στο σαράι το κεφάλι του Αλή». Ο Αλή όμως, προσποιούμενος υποταγή και υπερβολικό σεβασμό, κατόρθωσε να διαθέσει τον πασά ευνοϊκώς υπέρ αυτού.

Πασάς στα Γιάννενα..

Αλή Πασάς Ιωαννίνων (museumalipasha.gr)

Οι περιπέτειες του νεαρού Αλή συνεχίστηκαν και τον οδήγησαν ως την αυλή του πασά Νεγρεπόντε της Ευβοίας. Αργότερα, επέστρεψε στα μέρη του, στην Ήπειρο και με τον μόνο τρόπο που γνώριζε, τη βία και την ωμότητα, απέκτησε την πολυπόθητη εξουσία. Οι αγριότητες που διέπραξε εκεί ήσαν ανήκουστες, έτσι ώστε η Πρεμετή, η Κόνιτσα και γειτονικές περιφέρειες, προκειμένου να γλιτώσουν την οργή και την αγριότητά του, αποφάσισαν αυθορμήτως να του παραδοθούν. Σταδιακά ο Αλή αποκτούσε όλο και περισσότερη δύναμη. Λόγω της αποστολής από πλευράς του ενός βοηθητικού αλβανικού στρατιωτικού σώματος σε εμπόλεμη σύρραξη μεταξύ Οθωμανών και Ρώσων, ο σουλτάνος τον αντάμειψε χρήζοντάς τον πασά Τρικκάλων. Ο μεγάλος του όμως στόχος ήταν το πασαλίκι των Ιωαννίνων. Η Πύλη όμως του το αρνήθηκε και έτσι το 1788, ο Αλή κατέλαβε τα Γιάννενα διά της βίας. Ο δε Σουλτάνος έκανε πίσω..

Θα περίμενε κανείς ότι η Πύλη θα τιμωρούσε την πονηρή αυτή θρασύτητα. Επειδή όμως γνώριζε τον άνδρα και τις μεθόδους του, έκρινε σκόπιμο ν’ αναγνωρίσει το τετελεσμένο γεγονός. Όχι μόνον αναγνώρισε στον Αλή το πασαλίκι των Ιωαννίνων, αλλά τον διόρισε στο πολύ σημαντικότερο αξίωμα του Δερβέντ πασά της Ρούμελης – Επιθεωρητού των δημοσίων οδών. Η ανέλιξη και η ισχυροποίηση του Αλή συνεχίζονταν έτσι. Εξακολούθησε δε να ανέρχεται υψηλότερα, ωσάν με κάθε νέα ατιμία του να προσέθετε μία νέα βαθμίδα στην κλίμακα που είχε τάξει στη φιλοδοξία του. Του αναγνωρίσθηκε μάλιστα και το πασαλίκι της Άρτας, η δε Ακαρνανία, η Κλεισούρα, η Πρεμετή, η Κόνιτσα και η Οστάνιτσα υποτάχθηκαν, η μία μετά την άλλην, σε αυτόν.

Το φοβερό τέλος

Το 1790 ο Αλή πασάς εκστράτευσε κατά του Σουλίου χωρίς όμως να καταφέρει να το κυριεύσει. Αυτό συνέβη τον Δεκέμβριο του 1803, όταν και το κατέλαβε οριστικά, παρά την ηρωική αντίσταση των Σουλιωτών. Αργότερα ο γιος του Βελής διορίστηκε διοικητής της Θεσσαλίας και του Μοριά κι έτσι λίγο πριν την Ελληνική Επανάσταση, η «επικράτειά» του έφτανε από την Πελοπόννησο ως τη Θεσσαλία και ο ίδιος ο Αλή Πασάς ήταν ουσιαστικά αυτόνομος έναντι της κεντρικής εξουσίας του Σουλτάνου και της Υψηλής Πύλης. Τελικά ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις, τον Ιανουάριο του 1822, παραδόθηκε στον Χουρσίτ Πασά, υπό τον όρο ότι θα του παραχωρούσαν αμνηστία. Είχε αγνοήσει όμως ότι δεν ήταν ο μόνος που αθετούσε υποσχέσεις, προκειμένου να πετυχαίνει τους σκοπούς του.. Οι απεσταλμένοι του Χουρσίτ, αντί να του παραδώσουν το έγγραφο της αμνηστίας που ανέμενε, του επιτέθηκαν και ύστερα από φονική συμπλοκή, ο Αλή Πασάς έπεσε νεκρός, στις 24 Ιανουαρίου 1822, στα Γιάννενα. Η σορός του αποκεφαλίστηκε και το κεφάλι του στάλθηκε, ως βαρύτιμο τρόπαιο, από τον Χουρσίτ πασά στον Σουλτάνο, στην Κωνσταντινούπολη.

Η Κυρά Βασιλική

Αλή πασάς και Βασιλική

Δεν θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί στον Αλή Πασά χωρίς να μνημονεύσει την αγαπημένη του σύζυγο, την περίφημη «Κυρά Βασιλική». Η Βασιλική Κονταξή, όπως ήταν το όνομά της, γεννήθηκε στη Πλησιβίτσα των Φιλιατών Θεσπρωτίας, το σημερινό Πλαίσιο, το 1789. Ήταν κόρη του προύχοντα της περιοχής Κίτσου Κονταξή και αδελφή του οπλαρχηγού Γεωργίου Κίτσου και του Σίμου Κονταξή.

Όταν ο πατέρας της συνελήφθη για μια υπόθεση κατασκευής κίβδηλων νομισμάτων, η 12χρονη τότε Βασιλική ζήτησε έλεος από τον γέροντα αφέντη της Ηπείρου. Ο Αλή Πασάς θαμπώθηκε από την ομορφιά της και χάρισε τη ζωή στον πατέρα της. Ως αντάλλαγμα την κράτησε στο χαρέμι του και αργότερα, το 1808, την παντρεύτηκε παρά τις αντιρρήσεις της πρώτης του συζύγου Εμινέ.

Η Κυρά Βασιλική ασκούσε μεγάλη επιρροή στον σύζυγό της και δεν εξισλαμίστηκε ποτέ. Κατάφερε ακόμα και να μετατρέψει ένα δωμάτιο του χαρεμιού σε παρεκκλήσι με τακτικό ορθόδοξο ιερέα και μαρτυρείται ότι προστάτευε, με κάθε τρόπο, τους χριστιανούς συμπολίτες της. Ο Σπύρος Αραβαντινός, μάλιστα, αναφέρει για εκείνην, ότι: «Εγίγνωσκε να ποιήται και σκόπιμον της ισχύος αυτής χρήσιν, δεξιώτατα δε εκματαλλευόμενη δια της συνέσεως αυτής τας αδυναμίας του Αλή, κατόρθωσε πολλούς να διασώζη εκ της σπάθης ή εκ του βρόγχου του δημίου».

Η Κυρά Βασιλική

Όταν ο Sir Herny Holland βρέθηκε στα Γιάννενα, το 1812, η Βασιλική βρισκόταν ήδη στο χαρέμι, όμως δεν είχε γίνει ακόμη επίσημη σύζυγος του Αλή Πασά. Γράφει λοιπόν ο Άγγλος ιατρός στο οδοιπορικό του: «Η ευνοούμενη του Αλή Πασά, το διάστημα που ήμουν στα Ιωάννινα, ήταν κάποια νεαρή, πολύ όμορφη. Η υπεροχή της στο χαρέμι διακρινόταν από ένα πολυτελές φόρεμα, αλλ’ έπρεπε πάντοτε να προσκυνά τις γυναίκες του Μουχτάρ και του Βελή, όταν αυτές οι δύο επισκέπτονταν το χαρέμι του πεθερού τους». Η αδυναμία που της έδειξε ο Αλή Πασάς ήταν εντελώς πρωτόγνωρη για τον τραχύ σατράπη. Της προσέφερε τα πάντα. Ακριβά κοσμήματα, μεταξωτά ρούχα, πολυτελέστατα διαμερίσματα, σκλάβες άπειρες και θρησκευτική ελευθερία απόλυτη. Δεν κοιμόταν τα βράδια, χωρίς να την έχει δίπλα του. Δεν της χαλούσε ποτέ και το πιο παράξενο χατίρι. Λέγεται πως κάθε επιθυμία της ήταν γι’ αυτόν διαταγή. Όμως και η ίδια του στάθηκε, ως το τέλος, μέχρι τον αποκεφαλισμό του, έξι χρόνια μετά τον γάμο τους. Του έδωσε τρυφερότητα, στοργή και αγάπη, αισθήματα που ο σκληροτράχηλος τύραννος της Ηπείρου αγνοούσε.

Η Βασιλική υπήρξε μία από τις πλουσιότερες γυναίκες της εποχής της -ίσως και η πλουσιότερη της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς είχε στην κατοχή της τον μισό Θεσσαλικό κάμπο, αμύθητα πλούτη, χρήματα, πολύτιμους λίθους, κοπάδια, πάμπολλα διαμερίσματα, δεκάδες σκλάβες και υπηρέτριες. Μόνο για τον γάμο τους, ο Αλή είχε στείλει στη Νάπολη της Ιταλίας τον Θανάση Λάμπρου από τους Καλαρρύτες, με ένα καράβι γεμάτο σιτάρι και με την εντολή να πουλήσει το φορτίο και με ολόκληρο το αντίτιμο να του αγοράσει διαμάντια! Όταν τα διαμάντια έφθασαν στο σεράι του Αλή και τα αντίκρισαν οι αργυροχόοι του έμειναν έκθαμβοι. Όλα εκείνα τα διαμάντια χρησιμοποιήθηκαν για να στολίσουν, μαζί με πλήθος μαργαριτάρια και άλλους πολύτιμους λίθους, τα βασιλικά ενδύματα της λατρεμένης του Βασιλικής. Ιστορείται επίσης ότι ακόμα και ως κουρτίνα στην κρεββατοκάμαρα της Βασιλικής χρησιμοποιείτο το βαρύτιμο, χρυσοκέντητο ύφασμα της Ωραίας Πύλης του Αγίου Πέτρου της Ρώμης, το οποίο κουρσεμένο από τα στρατεύματα του Ναπολέοντα, είχε καταλήξει στην αυλή του Αλή στα Γιάννενα, για να κοσμεί, μαζί με πλήθος άλλων πολύτιμων θησαυρών, τα βασιλικά δωμάτια της αγαπημένης του, νεαρής συζύγου.

Κυρά Βασιλική (Μουσείο Π. Βρέλλη)

Μετά τα γεγονότα των ετών 1820-1822 και την καρατόμηση του τυράννου των Ιωαννίνων από τους σουλτανικούς, η Κυρά Βασιλική στάλθηκε από τον Χουρσίτ πασά, αιχμάλωτη, στην Κωνσταντινούπολη, κατόπιν σχετικής εντολής του Σουλτάνου Μαχμούτ Β’. Η ίδια έφθασε στην Πόλη πριν από το κεφάλι του Αλή και της επετράπη να πάρει μαζί της όλα της τα φορέματα, τα κοσμήματα και τα προσωπικά της είδη, για τη μεταφορά των οποίων χρειάστηκαν τουλάχιστον δέκα μουλάρια. Στην Κωνσταντινούπολη διέμεινε επί πέντε χρόνια, με έξοδα του Πατριαρχείου, τα οποία επέστρεψε, όταν πήρε πίσω μέρος της τεράστιας περιουσίας της.

Ο Σουλτάνος την υποδέχθηκε με τιμές βασίλισσας στο ανάκτορο του Τοπ Καπι. Την ρώτησε για το μέγεθος των θησαυρών του συζύγου της, καθώς εκείνα που του είχε φέρει ο Χουρσίτ υπολείπονταν κατά πολύ των προσδοκιών του… Τότε η Βασιλική άδραξε την ευκαιρία και εκδικήθηκε τον δολοφόνο του άντρα της. Διαβεβαίωσε τον καχύποπτο Σουλτάνο ότι οι πραγματικοί θησαυροί του Αλή ήταν αμύθητοι και τουλάχιστον δεκαπλάσιοι από αυτούς που ο Χουρσίτ είχε εμφανίσει ενώπιόν του, υπογράφοντας έτσι τη θανατική καταδίκη του. Έξαλλος από οργή ο Σουλτάνος, εξέδωσε φιρμάνι με το οποίο διέταξε τον άμεσο αποκεφαλισμό του Χουρσίτ πασά, ενός εκ των ικανοτέρων στρατηγών του. Λέγεται επίσης ότι ο Σουλτάνος πρότεινε τότε στη Βασιλική να την παντρέψει με έναν από τους καλύτερους Πασάδες του, αλλ’ εκείνη απέρριψε την αυτοκρατορική πρόταση, λέγοντάς του, πως δεν υπήρχε άντρας που να άξιζε τη γυναίκα του Αλή!

Το 1827, με την έναρξη του ρωσοτουρκικού Πολέμου, πολλοί Ρωμιοί εκδιώχθηκαν από την Πόλη, επειδή υπήρχε διάχυτος ο φόβος ότι θα δρούσαν ως κατάσκοποι για την εξυπηρέτηση των ρωσικών συμφερόντων στην περιοχή. Ανάμεσά τους και η Κυρά Βασιλική εξορίσθηκε στην Προύσα, όπου παρέμεινε επί 18 μήνες. Με ενέργειες του Πατριάρχη αφέθηκε τελικά ελεύθερη και ήρθε αρχικά στο Μεσολόγγι, στο σπίτι του αδερφού της Γιώργη και εν συνεχεία, στα Τρίκαλα, στο τσιφλίκι που της είχε δωρίσει ο Πασάς. Στη συνέχεια μετέβη στο Ναύπλιο. Εκεί συνάντησε τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος επίσης αναζητούσε τον αμύθητο θησαυρό του τυράννου των Ιωαννίνων, προκειμένου να τον εκποιήσει για να καλύψει ζωτικές ανάγκες του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Ωστόσο, ούτε και σε εκείνον φαίνεται πως αποκάλυψε η Βασιλική τα ίχνη του θησαυρού του συζύγου της. Τελικά κατέληξε στο χωριό Κατοχή της Αιτωλίας, και πάλι κοντά στον αδερφό της Γιώργη, που ήταν τώρα αξιωματικός του Ελληνικού στρατού.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα από την εξορία της στην Οθωμανική αυτοκρατορία, η Κυρά Βασιλική έφερε μαζί της τέσσερα ορφανά κοριτσάκια από την Προύσα. Τα κορίτσια αυτά τα φρόντισε σαν αληθινή μάνα, μέχρι το τέλος της πολυτάραχης ζωής της. Μίας μάλιστα σώθηκε και το όνομά της, Χαρίκλεια και η καταγωγή της από το Δεμίρ – Ισάρ. Η Βασιλική την πάντρεψε. Η κοπέλα έζησε 93 χρόνια και πέθανε το 1909.

Η Κυρά Βασιλική πέθανε από δυσεντερία στο Αιτωλικό, στις 11 Δεκεμβρίου του έτους 1834, σε ηλικία 45 ετών και ετάφη δίπλα από τον ιερό ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, όπου μέχρι σήμερα σώζεται ο τάφος της. Η ζωή της έγινε παραμύθι και θρύλος, υμνήθηκε από τη λαϊκή Μούσα, αλλά και από τους Ποιητές μας, ενώ πολλοί ζωγράφοι την αποθέωσαν στα έργα τους. Στο Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας Παύλου Βρέλλη, το κέρινο ομοίωμά της καθώς εγκαταλείπει τα Γιάννενα, αποτελεί την κυρίαρχη φιγούρα στη σύνθεση, με την οποία ο σπουδαίος καλλιτέχνης έχει αποδώσει τη σφαγή του Αλή Πασά και της φρουράς του, στην αυλή του στα Γιάννενα, τον Ιανουάριο του 1822.

Ο τάφος της Κυρά Βασιλικής στο Αιτωλικό

Ο Άγιος Νεομάρτυρας Γεώργιος Ιωαννίνων

17 Ιανουαρίου 1838

Ἅγιος Γεώργιος γεννήθηκε τό 1808 στό χωριό Τσούρχλι (ή Τζούραλη) τῆς ἐπαρχίας Γρεβενῶν (σήμερα φέρει τήν ὀνομασία Ἅγιος Γεώργιος) ἀπό γονεῖς πτωχούς, τόν Κωνσταντῖνο καί τή Βασίλω, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνταν μέ τή γεωργία. Λόγῳ τῆς πτωχείας τῆς οἰκογένειάς του παρέμεινε ἀγράμματος∙ ἀνετράφη, ὅμως, «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου». Σέ μικρή ἡλικία, μόλις 8 ἐτῶν, ὀρφάνεψε καί ἔμεινε ὑπό τήν προστασία τοῦ μεγαλύτερου ἀδερφοῦ καί τῆς ἀδερφῆς του, πτωχῶν καί τούτων γεωργῶν. Ὅταν ἐνηλικιώθηκε, πῆγε στά Ἰωάννινα, ὅπου ὁ Γεώργιος, ἔρημος καί άπροστάτευτος, προσκολλήθηκε σέ διάφορους ἀγάδες γιά να καταλήξει ἱπποκόμος τοῦ Χατζῆ Ἀβδουλᾶ, ἀξιωματικοῦ τοῦ ᾿Ιμίν Πασᾶ τῶν Ἰωαννίνων, κοντά στόν ὁποῖο παρέμεινε γιά ὀκτώ χρόνια. Ὁ Ἀβδουλά εἶχε ὅλον τόν καιρό νά ἐκτιμήσει τόν ὑπηρέτη του ὡς ἁπλό, πρᾶο, ἄκακο, αὐθεντικό, ἠθικά ἀκέραιο. Τόν ἐμπιστεύτηκε καί τόν περιέβαλε μέ τή στοργή καί τήν ἀγάπη του, ἐνῷ τοῦ ἐπέτρεπε νά ἐκτελεῖ ἀκώλυτα τά θρησκευτικά του καθήκοντα καί νά συχνάζει στούς ναούς τῶν Ἰωαννίνων.

Άγιος νεομάρτυς Γεώργιος Ιωαννίνων (φορητή εικόνα των αρχών του 19ου αι., Ίδρυμα Ευαγγέλου Αβέρωφ – Τοσίτσα, Λαογραφικό Μουσείο Μετσόβου, searchculture.gr)

Ἡ ὁλοφάνερη εὔνοια τοῦ Ἀβδουλᾶ πρός τόν χριστιανό Γεώργιο προκάλεσε τή ζηλοφθονία τῶν συνυπηρετῶν του, οἱ ὁποῖοι τόν ἀποκαλοῦσαν «γκιαβούρ Χασάν», δηλαδή ἄπιστο Χασάν. Ἔτσι, μέ τον καιρό καί τή συνήθεια ἑδραιώθηκε ἡ πίστη ὅτι ὁ Γεώργιος ἦταν μουσουλμάνος. Ὁ ἴδιος, βέβαια, παρέμενε στέρεος στήν ὁμολογία τῆς ἁγίας καί ἀμωμήτου πίστεως. Τό 1836 ὁ Ἰμίν πασᾶς ἔγινε γιά δεύτερη φορά ἡγεμόνας τῶν Ἰωαννίνων. Μεταξύ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἐπιτελείου του καί ὁ ἔμπιστός του Χατζή Ἀβδουλά μέ τόν δικό του ὑπομίσθιο, τόν Γεώργιο. Ἦταν τότε πού κάποιοι φίλοι του τόν παρακίνησαν νά ἀρραβωνιασθεῖ μιά νέα ἐνάρετη Γιαννιώτισσα, τήν Ἑλένη. Ἀλλά τήν ἡμέρα τῶν ἀρραβώνων τοῦ Γεωργίου καί τῆς Ἑλένης ἕνα σοβαρό ἐπεισόδιο σκίασε τό εὐτυχές γεγονός. Ἕνας Τουρκογιαννιώτης χότζας, γνωρίζοντας τόν ἱπποκόμο τοῦ Ἀβδουλᾶ καί στηριζόμενος περισσότερο στήν ὀνομασία του ὡς Γκιαούρ Χασάν παρά στήν πραγματικότητα, τόν κατέδωσε στόν μεχκεμέ (δικαστήριο) ὅτι εἶχε ἐξισλαμισθεῖ κατά τά προηγούμενα χρόνια καί ἐπανῆλθε στήν ὀρθόδοξη πίστη.

Προσαχθείς στό κριτήριο ἀπολογήθηκε καί μέ πνευματική ἀνδρεία ὑποστήριξε ὅτι οὐδέποτε ἔγινε ἀρνησίθρησκος. Ὁ κατής, μαθαίνοντας ὅτι ὁ Γεώργιος ἦταν ὑπηρέτης τοῦ Χατζῆ Ἀβδουλᾶ, ἀνθρώπου ἰσχυροῦ κοντά στόν ἡγεμόνα, σκέφτηκε νά καλέσει καί τόν ἴδιο τόν Ἀβδουλά. Κατ’ ἄλλη μαρτυρία, ὁ Ἀβδουλά, μαθαίνοντας ὁ ἴδιος τήν περιπέτεια τοῦ ἱπποκόμου του, ἔσπευσε αὐτόκλητος στό δικαστήριο. Ἤλεγξε τότε ὀργισμένος τόν κατή λέγοντας ὅτι αὐτός γνώριζε πάντα ὅτι ὁ Γεώργιος δέν ἦταν μουσουλμάνος ἀλλά χριστιανός καί ὡς χριστιανός ἦταν ἀπερίτμητος. Μετά ἀπό αὐτά, καί ἐπειδή τόν βρῆκαν καί ἀπερίτμητο, τόν ἄφησαν ἐλεύθερο καί καταχώρησαν τό ὄνομά του στόν κώδικα τῶν χριστιανῶν. Ἀργότερα, ὁ Γεώργιος νυμφεύθηκε τήν Ἑλένη. Οἱ μαρτυρίες γιά τόν χρόνο τέλεσης τῶν γάμων τοῦ Γεωργίου καί τῆς Ἑλένης δέν συμπίπτουν. Κατ’ ἄλλους οἱ γάμοι τελέσθηκαν τόν Αὔγουστο τοῦ 1836, κατ’ ἄλλον τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1836 καί κατ’ ἄλλους τόν Ἰανουάριο τοῦ 1837. Ἕναν περίπου μήνα μετά τό γάμο του ὁ Γεώργιος ἔφυγε ἀπό τά Γιάννινα καί ἐπέστρεψε τόν Ἰούνιο τοῦ 1837.

Το σπίτι όπου έζησε ο Άγιος Γεώργιος στα Γιάννενα, όπως διατηρείται σήμερα

Κατόπιν, ὁ ἅγιος προσκολλήθηκε, ὡς ἱπποκόμος πάντα, στόν μουσελίμη τῶν Φιλιατῶν, ἀπ’ ὅπου ἐπέστρεψε κατά τά τέλη Δεκεμβρίου, ἡμέρα Τετάρτη. Ξημερώνοντας, ἡ Ἑλένη γέννησε ἀγόρι. «Ἐχάρη ὁ εὐλογημένος ὅτι ἠξιώθη νά γίνῃ πατήρ» καί ζήτησε ἀπό τόν κύριό του τήν ἄδεια νά παραμείνει στά Ἰωάννινα γιά μερικές ἡμέρες, ὥστε νά παραστεῖ καί στή βάφτιση τοῦ γιοῦ του. Ἡ βάφτιση τοῦ νεογέννητου ἔγινε στίς 7 Ἰανουαρίου 1838, ἀνήμερα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου. Ὁ νεοφώτιστος ἔλαβε τό ὄνομα Ἰωάννης. Τή Δευτέρα, 10 Ἰανουαρίου 1838, ὁ μουσελίμης τῶν Φιλιατῶν ἀνεχώρησε ἀπό τά Ἰωάννινα, γιά νά ἐπιστρέψει στήν ἕδρα του. Ὁ Γεώργιος προτίμησε αὐτή τή φορά νά μήν ἀκολουθήσει τόν κύριό του, ἀλλά νά παραμείνει στά Ἰωάννινα, κοντά στήν οἰκογένειά του. Τήν Τρίτη, 11 Ἰανουαρίου 1838, «ἔλαβε οἱονεί προαίσθησιν τοῦ στεφανίτου ἀγῶνος του». Ὁ Γεώργιος παραδόθηκε σ’ ἕνα ἰσοθάνατο, ὁλοήμερο ὕπνο. Πολλές φορές προσπάθησαν νά τόν ξυπνήσουν, ἄλλ’ ὁ ἅγιος δέν αἰσθανόταν τό παραμικρό. Ξύπνησε, τελικά, ἀργά τό βράδυ.

Τήν Τετάρτη, 12 Ἰανουαρίου, ὁ Γεώργιος ζήτησε ἀπό τή γυναίκα του τά καλά του ἐνδύματα καί ξεκίνησε γιά τήν ἀγορά πρός ἀναζήτηση ἐργασίας. Καταγράφεται ὅτι τρείς φορές γύρισε πίσω για νά χαιρετήσει τή γυναίκα του καί τόν νεογέννητο, νεοφώτιστο γιό του. Κάποια ἐνόραση καθοδηγοῦσε πλέον τόν Γεώργιο. Ἡ πορεία του πρός τό μαρτύριο ἄρχιζε. Κατευθύνθηκε στήν πλατεῖα τοῦ Πλατάνου (σημ. Πλατεῖα Γεωργίου Σταύρου), στό Γυαλί καφενέ. Ἐκεῖ τόν ἅρπαξε ὁ χότζας πού τόν εἶχε κατηγορήσει καί στό παρελθόν, φωνάζοντάς του ὅτι ἐμπαίζει τή μουσουλμανική θρησκεία. Οἱ φωνές τοῦ χότζα συγκέντρωσαν πολύ κόσμο, μουσουλμάνους καί χριστιανούς. Ὁ Γεώργιος παρακάλεσε τόν Χότζα νά τόν ἀφήσει ἀλλά μάταια. Ἀκόμα καί ὁ ἀδελφός τῆς Ἑλένης, ὁ Ἀλέξιος, πού τυχαῖα διερχόταν ἀπό τόν τόπο τῆς σύλληψης, προσπάθησε ἀνεπιτυχῶς νά ἀποσπάσει ἀπό τά χέρια τοῦ φανατικοῦ χότζα τόν γαμβρό του.

Μαρτύριο του Αγ. Γεωργίου

Τό ἐπεισόδιο ἐκτυλισσόταν ἀπέναντι ἀπό τό σπίτι τοῦ Νταούτ πασᾶ, ὁ ὁποῖος ἀκούγοντας τό θόρυβο καί τήν ταραχή πού εἶχε δημιουργηθεῖ ἔστειλε ἀνθρώπους του νά ὁδηγήσουν τόν Γεώργιο ἐνώπιόν του. Ὁ Γεώργιος ἐξακολουθοῦσε νά ὁμολογεῖ θαρραλέα: «Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός εἶμαι καί χριστιανός πεθαίνω». Τότε ὁ παριστάμενος μπουλούκμπασης ἔδωσε ἐντολή νά δέσουν τά χέρια τοῦ Γεωργίου καί νά τόν ὁδηγήσουν στόν μεχκεμέ. Ὁ δικαστής ἀναγνώρισε τόν ἅγιο ἀπό τήν πρώτη του ἐμφάνιση στό δικαστήριο καί προσπάθησε μέ διάφορους τρόπους νά τόν ἐκβιάσει νά ἀλλαξοπιστήσει. Ὁ Γεώργιος παρέμεινε, ὅμως, σταθερός στήν πίστη του καί ὁδηγήθηκε στή φυλακή.

Ὁ τότε Μητροπολίτης Ἰωαννίνων, Ἰωακείμ ὁ Χῖος, μόλις πληροφορήθηκε τά διαδραματισθέντα, ἔσπευσε στόν μεχκεμέ (δικαστήριο) πρῶτα καί κατόπιν στό Διοικητήριο ζητώντας τήν ἀπόλυση τοῦ Γεωργίου, ἀλλ’ οἱ λόγοι του δέν ἔπιασαν τόπο. Τό πρωΐ τῆς Πέμπτης ὁ Γεώργιος ὁδηγεῖται καί πάλι στό δικαστήριο. Ὁ δικαστής μετέρχεται τώρα κολακεῖες καί νουθεσίες καί ὑποσχέσεις γιά νά πείσει τόν Γεώργιο νά ἐξομόσει μέ ἀντάλλαγμα ὑψηλά ἀξιώματα. Ὁ Γεώργιος φώναζε μόνο: «Χριστιανός εἶμαι». Οἱ Μουσουλμάνοι μαίνονται, μαστιγώνουν ἀνελέητα τόν Γεώργιο καί τόν ξανακλείνουν στή φυλακή. Ἀσφαλίζουν τά πόδια του στη φοβερή ποδοκάκη. Βάζουν βαριά πέτρα στό στῆθος του, τόν πιέζουν ποικιλοτρόπως νά ἐξομόσει. Παρά τά πολυειδῆ μαρτύρια ὁ Γεώργιος κοιμήθηκε γαλήνιος.

Ἡ Παρασκευή πέρασε γιά τόν Γεώργιο ἐν μέσῳ πολυειδῶν βασάνων: βραστό λάδι, πυρακτωμένα περόνια στά ἀπόκρυφα μέλη του, ἀκίδες στά νύχια του. Ξημερώνοντας Σάββατο ὁδηγεῖται πάλι στόν κατή. Πλῆθος φανατικῶν Ὀθωμανῶν ἔχουν συγκεντρωθεῖ ἔξω ἀπό τό δικαστήριο, ὅπου τοῦ ἔθεσαν τό δίλημμα ἤ νά ἀρνηθεῖ τήν πίστη του καί νά λάβει ἐπιβράβευση ἤ νά παραμείνει πιστός καί νά θανατωθεῖ. Ὁ Γεώργιος ἔδειξε ἀνδρεία ψυχή καί ὁμολόγησε εὐθαρσῶς μπροστά σέ ὅλους τους ἀσεβεῖς πού εἶχαν συγκεντρωθεῖ: «Χριστιανός ἤμουν ἀπ’ τήν ἀρχή, χριστιανός εἶμαι καί θα εἶμαι μέχρι τήν τελευταία μου πνοή». Τρείς φορές εἰσήχθη στόν κριτή καί τρείς φορές ἐξήχθη παραμένοντας σταθερός στήν ὁμολογία του. Τότε δόθηκε ἡ ἀπόφαση γραμμένη ἀπό τό χέρι τοῦ κριτῆ νά θανατωθεῖ. Ὑπέρ τοῦ Γεωργίου παρενέβησαν καί οἱ μητροπολῖτες Ἰωαννίνων, Ἄρτης καί Γρεβενῶν, καθώς καί προύχοντες τῆς πόλεως καί συγγενεῖς του, χωρίς ἀποτέλεσμα. Τόσο οἱ ἀρχιερεῖς ὅσο καί κάποιοι ἄλλοι Ἰωαννῖτες δέν παρέλειπαν νά στέλνουν ἀνθρώπους στό δεσμωτήριο, προκειμένου νά στηρίξουν τόν Γεώργιο. Σύμφωνα μέ μαρτυρίες τῶν συγκρατουμένων καί τῆς ἰδίας τῆς συζύγου του, τῆς Ἑλένης, ὁ Γεώργιος ἦταν ἠρεμώτατος.

Η τοποθεσία Κουρμανιό, όπου μαρτύρησε ο Άγιος Γεώργιος, σε παλαιά φωτογραφία. Διακρίνονται οι οδοί: 1. Αβέρωφ, 2, Καλλάρη, 3, Καραμανλή, 4-5, Κτήρια που υπάρχουν σήμερα, 6. Μιναρές του Κουμπλού-Τζαμί, σήμερα Τοσίτσειο Μέγαρο, 7. Στρατώνες στα Λιθαρίτσια και 8. Πλάτανος που υπάρχει σήμερα (anexitilo.net)

Στίς 17 Ἰανουαρίου 1838, ἡμέρα Δευτέρα, ὁ Ἅγιος ἀπαγχονίσθηκε στό Κουρμανιό, περιοχή τῆς ἀγορᾶς κοντά στήν κεντρική πύλη τοῦ φρουρίου, καί δέχθηκε ἀπό τόν Σταυρωθέντα Κύριο τό στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Ἀπό τή νύχτα ἐκείνη καί ἐνόσῳ τό σκήνωμα τοῦ νεομάρτυρα παρέμενε στήν ἀγχόνη, φῶς ἐν εἴδει στεφάνου κατέβαινε στήν κεφαλή τοῦ Αγίου. Τό σκήνωμα τοῦ ἁγίου παρέμεινε κρεμασμένο μέχρι τήν Τετάρτη, 19 Ἰανουαρίου, καί κατόπιν δωρήθηκε ἀπό τόν Μουσταφά πασᾶ στόν Μητροπολίτη Ἰωαννίνων Ἰωακείμ (ἤ ἐξαγοράστηκε ἀπό τόν Μητροπολίτη σύμφωνα μέ ἄλλη μαρτυρία) καί μεταφέρθηκε στόν δεύτερο ἐξώστη τοῦ Μητροπολιτικοῦ ναοῦ, στό παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Ἐκεῖ τόν σαβάνωσαν καί τόν κατέβασαν στό μέσον τοῦ νεότευκτου τότε ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ὅπου ἀνέμεναν οἱ μητροπολῖτες Ἰωαννίνων, Ἄρτης καί Γρεβενῶν, τό ἱερατεῖο τῆς πόλεως καί πλῆθος χριστιανῶν. Μετά τό τέλος τῆς πάνδημης ἐντάφιας ἀκολουθίας, ἡ σορός μεταφέρθηκε καί κατατέθηκε σέ τάφο κοντά στή δυτική πύλη τοῦ ἱεροῦ βήματος.

Προσκυνητάρι στον τόπο του μαρτυρίου του Αγίου Γεωργίου, στην Πύλη του Κάστρου, στα Γιάννενα

Μετά τό μαρτύριο καί τήν ταφή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἕνας καταιγισμός θαυμάτων πλημμύρισε τήν πόλη. Πλῆθος παραλύτων καί πασχόντων ἀπό ποικίλες ἀσθένειες προστρέχοντας στόν ἅγιο λάμβαναν τή θεραπεία τους. Ἀκόμη καί «μιά Τούρκα (Τουρκάλα) ἄρπαξε τήν κάλτσα ἀπό τό πόδι τοῦ ἁγίου καί ἔτρεξεν εἰς μίαν ἄρρωστη Τούρκα, ἥτις ἐθεραπεύθη ἀμέσως». Γι’ αὐτό καί στίς εἰκόνες ὁ ἅγιος εἰκονίζεται κρεμασμένος καί φορώντας κάλτσα μόνο στό ἕνα πόδι. Ἡ πρώτη μάλιστα εἰκόνα του φιλοτεχνήθηκε 13 μόλις μέρες μετά τό μαρτύριό του. Ἔτσι, ἡ ἁγιότητα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἐπεβλήθη ἀμέσως στή συνείδηση τοῦ χριστεπώνυμου πληρώματος καί ἡ ἁγιοκατάταξή του ἔγινε ἐντός περίπου δεκαεννιά μηνῶν άπό τόν μαρτυρικό θάνατο καί τήν ταφή του. Στίς 26 Ὀκτωβρίου 1971 ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τά ὁποῖα ἐναπετέθησαν σέ λάρνακα, πού κατετέθηκε στό νεόδμητο ναό τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου τῆς πόλεως Ἰωαννίνων, στήν πλατεῖα Πάργης.

Η Απελευθέρωση των Ιωαννίνων

(21 Φεβρουαρίου 1913)

Ο αγώνας για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων υπήρξε η σημαντικότερη στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο μέτωπο της Ηπείρου, κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου (5 Οκτωβρίου 1912 – 18 Μαΐου 1913). Η πολεμική αναμέτρηση για την κατάληψη της πρωτεύουσας της Ηπείρου κράτησε σχεδόν τρεις μήνες, από τις 29 Νοεμβρίου 1912 έως τις 21 Φεβρουαρίου 1913, οπότε οι οθωμανικές δυνάμεις παραδόθηκαν στον διάδοχο Κωνσταντίνο, που ηγείτο των ελληνικών όπλων. Με το ξέσπασμα του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, τα ελληνικά στρατεύματα, που είχαν συγκεντρωθεί στην περιοχή της Άρτας υπό τον αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη (1846-1931), κράτησαν αρχικά αμυντική στάση, με στόχο να εξασφαλίσουν τη μεθόριο. Οι ελληνικές δυνάμεις στο μέγεθος μεραρχίας υπολείπονταν των οθωμανικών δυνάμεων, που διέθεταν για την υπεράσπιση της περιοχής δύο μεραρχίες υπό τη διοίκηση του Εσάτ Πασά (1862-1952), ενός Οθωμανού στρατηγού που είχε γεννηθεί στα Ιωάννινα. Το σχέδιο προέβλεπε ότι μετά την ολοκλήρωση των επιχειρήσεων στη Μακεδονία, θα ελευθερώνονταν στρατεύματα για την ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας στην Ήπειρο.

Αλλά από τις 6 Οκτωβρίου κιόλας άρχισαν οι αψιμαχίες. Γρήγορα, ο ελληνικός στρατός ανέλαβε επιθετικές πρωτοβουλίες και τις επόμενες ημέρες κατέλαβε τη Φιλιππιάδα (12 Οκτωβρίου) και την Πρέβεζα (21 Οκτωβρίου). Στη συνέχεια κινήθηκε προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων, όπου είχε συγκεντρωθεί ο κύριος όγκος των τουρκικών δυνάμεων, που εν τω μεταξύ είχε ενισχυθεί με νέες δυνάμεις από την περιοχή του Μοναστηρίου. Έτσι, εξ αιτίας αυτού του γεγονότος, αλλά και των δυσμενών καιρικών συνθηκών, η προέλαση του ελληνικού στρατού ανακόπηκε. Η κατάληψη των Ιωαννίνων φάνταζε δύσκολη υπόθεση, καθ’ ότι ο ελληνικός στρατός έπρεπε να εκπορθήσει τα οχυρά του Μπιζανίου. Ο ορεινός όγκος του Μπιζανίου, που δεσπόζει νότια των Ιωαννίνων, αποτελούσε εξαιρετικά ισχυρή αμυντική τοποθεσία, που επιπλέον είχε ενισχυθεί πρόσφατα με πέντε μόνιμα πυροβολεία, κατασκευασμένα υπό την επίβλεψη γερμανών ειδικών.

Η κυβέρνηση Βενιζέλου επιζητούσε τη γρήγορη απελευθέρωση της Ηπείρου, πριν από τη σύναψη συνθήκης ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου, που βρισκόταν σε εξέλιξη. Έτσι, ο στρατός της Ηπείρου ενισχύθηκε με μία ακόμη μεραρχία από τη Θεσσαλονίκη και υπό την ηγεσία του αντιστράτηγου Κωνσταντίνου Σαπουντζάκη ανέλαβε την πρώτη σημαντική επιθετική ενέργεια κατά των οχυρών του Μπιζανίου στις 29 Νοεμβρίου 1912, η οποία απέτυχε προς μεγάλη ανησυχία της ελληνικής κυβερνήσεως. Στις 8 Δεκεμβρίου αποφασίστηκε η αποστολή δύο ακόμη μεραρχιών στην περιοχή, ενώ την επομένη ο διάδοχος Κωνσταντίνος με τηλεγράφημά του προς την πολιτική ηγεσία έθετε θέμα αντικατάστασης του αντιστράτηγου Σαπουντζάκη, τον οποίον χαρακτήριζε «αδέξιον». Το ίδιο βράδυ, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε να αναθέσει την ηγεσία του Στρατού της Ηπείρου στον Κωνσταντίνο, ο οποίος παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του δέχτηκε. Στις 3 Ιανουαρίου 1913 η σχετική διαταγή έφθασε στο Στρατηγείο Ηπείρου, η οποία περιελάμβανε και τη ρητή απαγόρευση προς τον στρατό της Ηπείρου να ενεργήσει οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια πριν την άφιξη του Κωνσταντίνου. Ένα απρόοπτο γεγονός άλλαξε ωστόσο τη φορά των πραγμάτων. Ένα αυτοκίνητο με δύο άνδρες αυτομόλησε προς τις τουρκικές γραμμές. Ο Σαπουντζάκης, που ήθελε να αποκαταστήσει το στρατιωτικό του γόητρο, εξέφρασε τους φόβους του προς το Υπουργείο Στρατιωτικών ότι οι επιβάτες του αυτοκινήτου θα πρόδιδαν στους Τούρκους τη διάταξη των ελληνικών δυνάμεων και διατύπωσε τη γνώμη ότι μία αιφνιδιαστική επίθεση πριν από την άφιξη του διαδόχου θα απέφερε ουσιαστικά αποτελέσματα. Το αίτημά του έγινε δεκτό από το επιτελείο και η νέα επίθεση κατά των οχυρών του Μπιζανίου ξεκίνησε το πρωί της 7ης Ιανουαρίου 1913. Οι αμυνόμενοι κατόρθωσαν να αποκρούσουν και αυτή την επίθεση, προκαλώντας απώλειες στους Έλληνες επιτιθέμενους.

Το απόγευμα της 10ης Ιανουαρίου 1913 έφθασε στο μέτωπο ο Κωνσταντίνος, ο οποίος μετά την ενημέρωσή του από τον αντιστράτηγο Σαπουντζάκη, έδωσε εντολή την επόμενη ημέρα για κατάπαυση του πυρός. Ο νέος αρχηγός βρήκε αποδεκατισμένο τον στρατό, όχι τόσο από τις απώλειες στη μάχη, όσο από τα επακόλουθα του σκληρού χειμώνα (ψύξεις, κρυοπαγήματα) και της υπερκόπωσης των ανδρών. Οι μάχιμοι από 40.000 είχαν περιοριστεί στις 28.000 άνδρες, δύναμη μικρή για τον Κωνσταντίνο, προκειμένου να επιχειρήσει την τρίτη επίθεση για την κατάληψη του Μπιζανίου, που θα σήμαινε και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Στις 30 Ιανουαρίου ο Κωνσταντίνος ζήτησε ενισχύσεις, αλλ’ ο Βενιζέλος που επισκέφθηκε το μέτωπο απέρριψε το αίτημά του, καθώς δεν μπορούσαν να διατεθούν μονάδες από τη Μακεδονία. Το σχέδιο που εκπόνησε ο Κωνσταντίνος και οι επιτελείς του για την εκπόρθηση του Μπιζανίου προέβλεπε την εκδήλωση της κύριας επίθεσης στις 20 Φεβρουαρίου 1913. Νωρίτερα, στις 17 Ιανουαρίου, με επιστολή του προς τον Εσάτ Πασά του είχε ζητήσει την παράδοση των Ιωαννίνων για λόγους ανθρωπιστικούς, μιας και η Τουρκία είχε ουσιαστικά χάσει τον πόλεμο. Η απάντηση του Τούρκου διοικητή ήταν αρνητική.

Στις 19 Φεβρουαρίου 1913, την παραμονή της γενικής επίθεσης, ο Κωνσταντίνος με κάποιες ενισχύσεις της τελευταίας στιγμής, διέθετε 41.000 ετοιμοπόλεμους άνδρες και 105 κανόνια, τα οποία άρχισαν να βάλουν με επιτυχία κατά των τουρκικών θέσεων στο Μπιζάνι. Ο Εσάτ Πασάς παρέταξε 35.000 στρατιώτες, άγνωστο αριθμό ατάκτων και 162 κανόνια. Η γενική ελληνική επίθεση εκδηλώθηκε τις πρωινές ώρες της 20ής Φεβρουαρίου και μέχρι τις πρώτες βραδινές ώρες της ίδιας ημέρας τα ελληνικά στρατεύματα με εφ’ όπλου λόγχη και μάχες εκ του συστάδην είχαν φθάσει στις παρυφές των Ιωαννίνων, στον Άγιο Ιωάννη. Καθοριστική συμβολή στην εξέλιξη αυτή είχε το 9ο Τάγμα του 1ου Συντάγματος Ευζώνων, υπό τον ταγματάρχη Ιωάννη Βελισσαρίου, που υπερκέρασε τις τουρκικές δυνάμεις και βρέθηκε στα μετόπισθεν του εχθρού. Οι εύζωνες φρόντισαν να καταστρέψουν τα τηλεφωνικά δίκτυα, διακόπτοντας την επικοινωνία της τουρκικής διοίκησης με τον στρατό της, που παρέμενε αποκομμένος, αλλ’ άθικτος στο Μπιζάνι.

Ο ελληνικός στρατός στην Ήπειρο, 1913 (Α’ Βαλκανικός πόλεμος) (fb)

Η παράδοση ήταν πλέον μονόδρομος για τον Εσάτ Πασά. Στις 11 το βράδυ της 20ής Φεβρουαρίου έφθασε στις προφυλακές του 9ου Τάγματος Ευζώνων ένα αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν ο επίσκοπος Δωδώνης, ο υπολοχαγός Ρεούφ και ο ανθυπολοχαγός Ταλαάτ. Έφεραν μαζί τους επιστολή, που υπογραφόταν από τους προξένους στα Ιωάννινα της Ρωσίας, Αυστρο-Ουγγαρίας, Γαλλίας και Ρουμανίας και περιείχε πρόταση του Εσάτ Πασά προς τον Κωνσταντίνο για άμεση και χωρίς όρους παράδοση των Ιωαννίνων και του Μπιζανίου. Στις 2 π.μ. της 21ης Φεβρουαρίου 1913 οι τρεις απεσταλμένοι, συνοδευόμενοι από τον ταγματάρχη Βελισσαρίου, έφθασαν στο στρατηγείο της 2ας Μεραρχίας. Εκεί περίμεναν την άφιξη ενός αυτοκινήτου, που τους οδήγησε στις 4:30 π.μ. στο χάνι του Εμίν Αγά, όπου έδρευε το ελληνικό στρατηγείο. Ο Κωνσταντίνος συμφώνησε με το περιεχόμενο της επιστολής και στις 5:30 το πρωί δόθηκε εντολή κατάπαυσης του πυρός σε όλες τις μονάδες. Στη διήμερη μάχη για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων ο ελληνικός στρατός είχε 284 νεκρούς και τραυματίες. Οι απώλειες για τους Τούρκους ήταν 2.800 νεκροί και 8.600 αιχμάλωτοι. Το πρωί της 22ας Φεβρουαρίου 1913 οι πρώτες μονάδες του ελληνικού στρατού παρέλασαν στην πόλη υπό τις επευφημίες των κατοίκων. Τα Ιωάννινα, μετά από 483 χρόνια δουλείας, ήταν και πάλι ελεύθερα. Το χαρμόσυνο άγγελμα για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων έγινε αμέσως γνωστό στην Αθήνα, σκορπώντας φρενίτιδα ενθουσιασμού. Ο Γεώργιος Σουρής δημοσίευσε στον «Ρωμηό» το ακόλουθο ποίημα:

«Τα πήραμε τα Γιάννινα, μάτια πολλά το λένε,
μάτια πολλά το λένε, όπου γελούν και κλαίνε

Το λεν πουλιά των Γρεβενών κι αηδόνια του Μετσόβου,
που τα ‘καψεν η παγωνιά κι ανατριχίλα φόβου

Το λένε χτύποι και βροντές, το λένε κι οι καμπάνες,
το λένε και χαρούμενες οι μαυροφόρες μάνες

Το λένε και Γιαννιώτισσες που ζούσαν χρόνια βόγγου,
το λένε κι οι Σουλιώτισσες στις ράχες του Ζαλόγγου»

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, πέρα από την εξουδετέρωση κάθε σοβαρής τουρκικής απειλής στην Ήπειρο και την κυρίευση σημαντικού πολεμικού υλικού, είχε επίδραση στο ελληνικό γόητρο, το οποίο μετά την επιτυχία αυτή εξυψώθηκε διεθνώς. Οι επιχειρήσεις στο Μπιζάνι σήμαναν ουσιαστικά και τη λήξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου στο στρατιωτικό πεδίο. Τις επόμενες ημέρες ο ελληνικός στρατός κινήθηκε βορειότερα και ως τις 5 Μαρτίου 1913 είχε απελευθερώσει τη Βόρειο Ήπειρο. Κατά την παράδοση των Ιωαννίνων στον Ελληνικό στρατό, την 21η Φεβρουαρίου 1913, το κάστρο, με επίκεντρο το Ιτς Καλέ, μετατράπηκε σε στρατόπεδο. Το 1978 ο χώρος του κάστρου πέρασε στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Πολιτισμού.

Το Νησάκι των Ιωαννίνων (mixanitouxronou.com.cy, museumalipasha.gr)

Η λίμνη των Ιωαννίνων

Παμβώτις σημαίνει «η τα πάντα τρέφουσα». Είναι το αρχαίο όνομα της ξακουστής λίμνης των Ιωαννίνων, που στολίζει με τη σπάνια ομορφιά της το ομώνυμο λεκανοπέδιο. Με ένα πλούσιο ιστορικό παρελθόν, διανθισμένο με θρύλους και παραδόσεις αιώνων, η λίμνη της Κυρά Φροσύνης οδηγεί τη φήμη της και πέρα από τα όρια της χώρας μας. Άλλοτε ασημένια και παγερή άλλοτε πάλι γαλανή με τις πολύχρωμες πιτσιλιές της ανοιξιάτικης φύσης γύρω της, φορτωμένη θρύλους και παραδόσεις, η λίμνη των Ιωαννίνων σε κάθε εποχή του έτους αποκαλύπτεται σαν ένα θαύμα στα μάτια όποιου την αντικρίζει..[37]

Η λίμνη Παμβώτιδα βρίσκεται σε ύψος 470 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Έχει μήκος 7,5 περίπου χλμ., πλάτος 1,5-5 χλμ., μέσο βάθος 4-5 μ., μέγιστο βάθος 11 μ. και επιφάνεια 22,8 τ.χλμ. Περιβάλλεται από το όρος Μιτσικέλι και από τα ανατολικά αντερείσματα του Τομάρου (ή Ολύτσικας) και σχηματίζεται από τα ύδατα τριών κυρίως πηγών (Ντραμπάντοβας, Σεντενίκου και Κρύας), που αναβλύζουν από το Μιτσικέλι. Συνδέεται με τους θρύλους της Κυρά Φροσύνης και του Ντουραχάν πασά. Οι όχθες της είναι πυκνόφυτες και τα βουνά της Ηπείρου καθρεφτίζονται στα ασημογάλανα νερά της.

Το όνομα της λίμνης, Παμβώτις, μας παραδίδεται για πρώτη φορά το 12ο αιώνα από τον Ευστάθιο, στα σχόλια που έγραψε για την Οδύσσεια. Αλλ’ ότι η λίμνη υπήρχε και παλαιότερα, προκύπτει από τον ιστορικό του Ιουστινιανού, Προκόπιο, ο οποίος στο έργο του «περί Κτισμάτων» αναφέρει την ίδρυση του φρουρίου των Ιωαννίνων το 527-528 μ.Χ.

Αν και στο παρελθόν η στάθμη των υδάτων της λίμνης είχε μειωθεί σημαντικά, σήμερα αποτελεί ένα ζωντανό κομμάτι της χλωρίδας και πανίδας της περιοχής. Η λίμνη είναι ιχθυοτρόφος, περίφημα δε είναι τα χέλια και οι καραβίδες της. Αποτελεί πηγή ζωής για τους ντόπιους ψαράδες. Στο μέσον περίπου της λίμνης υπάρχει μικρή νησίδα, το περίφημο «Νησάκι» της λίμνης, το οποίο κατοικείται από 100 περίπου οικογένειες. Κατά τα τελευταία χρόνια, η λίμνη των Ιωαννίνων έχει καταστεί κέντρο διεξαγωγής διεθνών αθλητικών συναντήσεων υγρού στίβου, κυρίως κωπηλασίας, κανόε καγιάκ και σκι.

Έχει αναφερθεί πολλές φορές στο παρελθόν ότι η λίμνη είχε παγώσει ολόκληρη. Μάλιστα, το έτος 1434 αναφέρεται ότι ο Ντουραχάν πασάς της Ρούμελης την πέρασε, με όλο τον στρατό του, χωρίς ν’ αντιληφθεί ότι επρόκειτο για παγωμένη λίμνη! Το φαινόμενο έχει επαναληφθεί πολλές φορές, ενώ οι κάτοικοι του νησιού έχει τύχει να τη διασχίζουν με τα πόδια ή με ποδήλατα. Συνήθως γαλήνια, ενίοτε δε και παγωμένη, η λίμνη ασκούσε και ασκεί στους Γιαννιώτες μια μυστηριακή γοητεία, που ενσαρκώνεται σε αστραφτερές καλοκαιρινές λιακάδες, σε υγρά πρωινά στην ομίχλη και στα μελαγχολικά χειμωνιάτικα δειλινά της.

Γιαννιώτες πάνω στην παγωμένη λίμνη, 10 Φεβρουαρίου 1929 (φωτ. Απόστολος Βερτόδουλος) (pinterest)

Οι πυκνόφυτες από εκτεταμένους καλαμιώνες όχθες της Παμβώτιδας και η πλούσια παραλίμνια βλάστηση από ιτιές, λεύκες και θεόρατα υπεραιωνόβια πλατάνια προσφέρουν απάνεμο καταφύγιο σε πλήθος ενδημικών και αποδημητικών πουλιών. Ερωδιοί, βουτηχτάρια, μπεκατσίνια, αγριόκυκνοι και κορμοράνοι αναζητούν τα «προς το ζην» ανάμεσα σε νόστιμους ψαρομεζέδες..[37]

Δύο είναι τα κύρια στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη λίμνη: η ονειρεμένη χερσόνησος με το ιστορικό κάστρο και τους ψηλούς μιναρέδες και το νησάκι -το μοναδικό κατοικημένο και «ανώνυμο» νησί λίμνης στην Ελλάδα, που αναπαύεται στα πράσινα νερά της λίμνης. Μικρά καραβάκια οδηγούν τους ταξιδιώτες σε ένα οδοιπορικό ανάμεσα στη φύση, στις ιστορικές μονές, αλλά και στη γραφική ψαράδικη κοινότητα, όπου χτυπά ο παλμός της ζωής στο νησί.

Στο νησάκι οι επισκέπτες μπορούν να γευθούν τα ονομαστά γιαννιώτικα γλυκά, ένα φιλόξενο καλωσόρισμα των κατοίκων, αλλά και τις φημισμένες νοστιμιές της λίμνης, όπως γριβάδια, χέλια και βατραχοπόδαρα. Τα μυστικά της λίμνης, καλά κρυμμένα στην πρωινή ομίχλη, περιμένουν κάθε επισκέπτη για ένα ταξίδι στον θρύλο και την ιστορία…

Η «βάρκα» της λίμνης των Ιωαννίνων

Αναπόσπαστο μέρος του τοπίου της λίμνης των Ιωαννίνων αποτελούν οι χαρακτηριστικές ξύλινες βάρκες,[44] παλιά ή νεότερα σκαριά, πελεκημένα με θαυμαστό μεράκι, τέχνη, μαστοριά και υπομονή. Μέσα σε μια τέτοια βάρκα αντίκρισε για στερνή φορά τα όμορφα Γιάννενα γύρω της η Κυρά Φροσύνη, πριν χαθεί για πάντα στα παγωμένα νερά..

Η «βάρκα» της λίμνης των Ιωαννίνων, όπως όλες σχεδόν οι βάρκες των ελληνικών λιμνών, έχει επίπεδο πυθμένα που λεπταίνει και σηκώνεται ελαφρά στις δυο άκρες του και κατασκευάζεται από μονοκόμματο ξύλο, που παίρνει την οριστική μορφή του μετά από επιδέξιο πελέκημα. Πάνω στα κοράκια της πλώρης και της πρύμνης (ποδόσταμο και στείρα), που οι ντόπιοι ονομάζουν κρούνες, στηρίζονται τα μαδέρια του πετσώματος (επηγκενίδες) σε κλιμακωτή αρμολογία, που πέρα από την απλότητα της κατασκευής εξασφαλίζει και ικανοποιητική στεγανότητα.

(tovima.gr)

Τα στραβόξυλα (εγκοίλια), που απέχουν μεταξύ τους γύρω στα 60-70 εκ., είναι απλά ενισχυτικά κομμάτια ξύλου που βοηθούν στη συγκράτηση των μαδεριών του πετσώματος και τη διατήρηση της μορφής της βάρκας, χωρίς ν’ αποτελούν και απαραίτητα στοιχεία της όλης κατασκευής. Στα 2/3 του μήκους του σκάφους και προς το κέντρο κατασκευάζεται πάτωμα ή στρωσιά, όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι. Αυτή στηρίζεται στο δόντι που σχηματίζεται μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου μαδεριού του πετσώματος. Ακόμα, στην πλώρη και την πρύμνη κατασκευάζονται δυο μικροί πάγκοι, που στηρίζονται στο δόντι που δημιουργεί η σύνδεση του δεύτερου με το τρίτο μαδέρι του πετσώματος. Η ύπαρξη αυτών αποτελεί ένα διαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα της «βάρκας» των Ιωαννίνων. Στην άκρη του πλωριού πάγκου παλιότερα υπήρχε υποδοχή για υποτυπώδη ιστό (ιστιοδόχη), που με το μικρό πανί που έπαιρνε απάλλασε τον επιβαίνοντα από τη συνεχή κωπηλασία. Οι κύριες διαστάσεις της «βάρκας» των Ιωαννίνων είναι: μήκος 5.50-6.00 μ., πλάτος 1.10-1.20 μ. και ύψος κοίλου 60-70 εκ.

«Γυάλινα Γιάννενα»
Μιχάλης Γκανάς

Χειμωνιάτικο τοπίο στη λίμνη (protothema.gr)

Η ποιητική συλλογή «Γυάλινα Γιάννινα» του Ηπειρώτη ποιητή Μιχάλη Γκανά, αποτελείται από αριστουργηματικά ποιήματα που απηχούν βιώματα και αναμνήσεις του ποιητή από το γενέθλιο τόπο του. Η πρωτεύουσα της Ηπείρου προβάλλεται μοναδικά, μέσα από ένα σκηνικό που ακροβατεί μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, αιωνιότητας και παρόντος, θρύλου και ιστορίας, μέσα από την ποιητική απόδοση του απαράμιλλου φυσικού τοπίου της περιοχής, αλλά και τις συνήθειες και ασχολίες των ανθρώπων, των οποίων η μοίρα είναι δεμένη με τον τόπο. Από την πολυαγαπημένη αυτή συλλογή του Μιχ. Γκανά ξεχωρίσαμε και παραθέτουμε δύο ποιήματα, τα «Γυάλινα Γιάννινα» και «Μια τέτοια νύχτα πριν από χρόνια». Το πρώτο ποίημα έχει μελοποιηθεί από τον Νίκο Ξυδάκη, ενώ το δεύτερο από τους Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα:

Η λίμνη το 1934 (anexitilo.net)

Γυάλινα Γιάννινα

Χάραζε ο τόπος με βουνά πολλά
κι ανάτελλε τα ζωντανά του,
καλούς ανθρώπους και κακούς, νυφίτσες,
αλεπούδες, μια λίμνη ως κόρην
οφθαλμού και κάστρα πατημένα.

Θα ’ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα,
στο χιόνι και στον άγριο καιρό
γυάλινα και μαλαματένια.
Κι όσο πήγαινε η μέρα,
σαν το βαπόρι σε καλά νερά,
είδα και μιναρέδες κι άκουσα
τα μπακίρια να βελάζουν.

Μια τέτοια νύχτα πριν από χρόνια

Μια τέτοια νύχτα πριν από χρόνια
Κάποιος περπάτησε μόνος
Δεν ξέρω πόσα λασπωμένα χιλιόμετρα
Κάποιος περπάτησε μόνος

Νύχτα και συννεφιά, χωρίς άστρα
Πήγαινε το δρόμο δρόμο.

Ξημερώματα, μπήκε στα Γιάννενα
Στο πρώτο χάνι έφαγε και κοιμήθηκε τρία μερόνυχτα
Ξύπνησε απ’ το χιόνι που έπαιφτε μαλακά
Στάθηκε στο παράθυρο και άκουγε τα κλαρίνα
Και άκουγε τα κλαρίνα
Πότε θαμπά και πότε δίπλα του
Πότε θαμπά
Και πότε δίπλα του
Όπως τα ‘φερνε ο άνεμος

Αχ…
Και άκουσε μετά τη φωνή πεντακάθαρη
Από κάπου κοντά την άκουσε
Σαν αλύχτημα και σαν να την έσφαζαν τη γυναίκα
Κι ούτε καυγάς, ούτε τίποτα άλλο
Χιόνιζε
Όλη νύχτα στα Γιάννενα χιόνιζε

Ξημερώματα, πλήρωσε ότι χρωστούσε και γύριζε στο χωριό του
Στα πενήντα του θα ‘τανε
Με γκρίζα μαλλιά και τρεις θυγατέρες, ανύπαντρες
Χήρος τέσσερα χρόνια
Στα πενήντα του θα ‘τανε.

Χήρος τέσσερα χρόνια
Με τη μαύρη κάπα στις πλάτες
Αχ, το τι χιόνι σήκωσαν
Τι χιόνι σήκωσαν τούτες οι πλάτες
Κανένας δε το ‘μαθε…
Κανένας δε το ‘μαθε…
Κανένας!

Ιστορίες της λίμνης…

Αμέτρητοι είναι οι μύθοι, οι θρύλοι και οι δοξασίες που σχετίζονται με την λίμνη των Ιωαννίνων και τη ζωή των ανθρώπων γύρω της, στο διάβα των αιώνων. Εδώ σταχυολογήσαμε και παραθέτουμε μερικές από τις πιο όμορφες και ξακουστές ιστορίες της λίμνης[1]:

Ο Ντουραχάν-πασάς και και το μοναστήρι της Παναγίας Ντουραχάνης

Ο θρύλος αναφέρει ως χαρακτηριστική χρονολογία το 1434, όταν ο Ντουραχάν πασάς, Μπεϊλέρμπεης της Ρούμελης, διέσχισε μαζί με όλον το στρατό του την παγωμένη λίμνη Παμβώτιδα, που ήταν καλυμμένη με χιόνι, πιστεύοντας ότι προχωρούσε πάνω σε στεριά. Ως δείγμα ευγνωμοσύνης για τη σωτηρία του λέγεται ότι έχτισε την ιερά Μονή της Παναγίας Ντουραχάνης.

Ιερά Μονή Παναγίας Ντουραχάνης Ιωαννίνων (maxmag.gr)

Συγκεκριμένα, το 1434 ο Αριανίτης Σπάτας Κομνηνός, που κυριαρχούσε στη νότια περιοχή του Ελβασάν, επαναστάτησε εναντίον του Σουλτάνου. Σε μια σύγκρουση που έγινε κατατρόπωσε το στρατό του Τούρκου Αλή και εξανάγκασε όσους είχαν απομείνει να καταφύγουν στα Ιωάννινα. Όταν έμαθε την ήττα του τουρκικού στρατού ο Ντουραχάν πασάς, που είχε ως έδρα του τη Θεσσαλία, ετοίμασε εκστρατεία, προκειμένου να βοηθήσει τον Αλή εναντίον του Αριανίτη. Ξεκίνησε το πέρασμα των βουνών, από τη Θεσσαλία προς την Ήπειρο, μέσα στην καρδιά του χειμώνα.

Φαίνεται πως έφτασε νύχτα στο Δρίσκο, απ’ όπου κατηφόριζε προς τα Ιωάννινα. Η λίμνη λόγω του χιονιού είχε παγώσει και έμοιαζε με στεριά. Μέσα στην παγερή νύχτα και τη χιονοθύελλα ή την ομίχλη που επικρατούσε, αποπροσανατολίστηκε, διέσχισε τη λίμνη μαζί με όλο το στράτευμά του, τα ζωντανά και τις αποσκευές, χωρίς να σπάσει ο πάγος και βρέθηκε στα Γιάννενα. Όταν ξημέρωσε και διαπίστωσε από πού είχε περάσει με ολόκληρο το στράτευμά του, απέδωσε τη σωτηρία του σε θαύμα. Αφού κατατρόπωσε τον Αριανίτη, επέστρεψε στο σημείο, από όπου είχε περάσει την παγωμένη λίμνη. Εκεί έλεγαν ότι υπήρχε ένα εικονισματάκι με ένα καντήλι και ένα εικόνισμα της Παναγίας. Σύμφωνα με το θρύλο ο Ντουραχάν πασάς είχε χριστιανικές ρίζες και απέδωσε τη σωτηρία του στο εικόνισμα. Έτσι, έδωσε εντολή να χτιστεί στο μέρος εκείνο ένα μοναστήρι, το περίφημο μοναστήρι της Παναγίας της Ντουραχάνης.

Άλλοι αποσυνδέουν οποιαδήποτε φάση οικοδόμησης της μονής από τον στρατηγό Ντουραχάν, λέγοντας ότι η επωνυμία «Δουραχάνη» προέρχεται από κάποιον Δουρ, κατώτερο αξιωματούχο, που μετονομάσθηκε σε Δουραχάνλ επειδή έκτισε κοντά στη μονή κάποιο χάνι[46]. Είναι άγνωστο πότε πήρε τη σημερινή της μορφή η Ιερά Μονή της Παναγίας Ντουραχάνης, καθώς το 1611 έγιναν από τους Τούρκους καταστροφές στα θρησκευτικά μνημεία της Ηπείρου, λόγω των πρώτων επαναστατικών προσπαθειών των υποδούλων υπό το κίνημα του Διονυσίου του Φιλοσόφου. Επίσης, παρ’ όλο που κάηκε ολοσχερώς το 1825, το 1830 η Μονή κτίσθηκε εκ θεμελίων και εξακολούθησε να λειτουργεί μέχρι το 1933, χρονιά κατά την οποία το μοναστήρι λεηλατήθηκε και ερημώθηκε[47].

Ι.M. Παναγίας Ντουραχάνης (monastiria.gr, paguristas.info, maxmag.gr, greekorthodoxreligioustourism.blogspot.com)

Το Καθολικό της Μονής είναι ένας απλός τρίκλιτος ναός με κεντρικό τρούλο και υπερυψωμένο κλειστό νάρθηκα, με αγιογραφημένους τοίχους και σκαλιστό ξύλινο τέμπλο, με την εικόνα της Παναγίας γεμάτη τάματα, να προκαλεί δέος και θαυμασμό στον προσκυνητή, που έρχεται ν’ ασπαστεί την αγία και θαυματουργό εικόνα της Παναγίας της Δουραχάνης. Υπάρχει επίσης ένα συγκρότημα κελιών στα δυτικά και ένας ψηλός μανδρότοιχος που περιβάλλει το Καθολικό, ενώ σε έναν διπλανό χώρο λειτουργεί και οικοτροφείο με μεγάλη κοινωφελή προσφορά στο νομό Ιωαννίνων. Είναι πραγματικά πανέμορφο μοναστήρι που η γεωγραφική του θέση προς τη λίμνη, του προσφέρει μία ξεχωριστή και ιδιαίτερη γοητεία.[46].

Τις τελευταίες δεκαετίες, η μονή έγινε σημείο αναφοράς λόγω της παρουσίας σε αυτήν του χαρισματικού γέροντος Αθανασίου Χατζή,[46] ο οποίος έδωσε ξανά ζωή στο μοναστήρι και το έκανε κέντρο αγάπης και προσφοράς. Τα λόγια του είναι αφοπλιστικά: «Στο δίλημμα, αν θα είμαι κοντά στον κόσμο ή θα φύγω σε ησυχαστήριο, υπερίσχυσε η κοινωνική αποστολή. Ήθελα, να έχω τη χαρά της δημιουργίας, να είμαι κοντά στον άνθρωπο, να προσφέρω». Με απλά λόγια, ο υπερήλικας πατέρας Αθανάσιος, αποτυπώνει το στίγμα για τη μεγάλη απόφαση ζωής, που πήρε ως νέος μοναχός το 1974. Τότε, το εγκαταλειμμένο μοναστήρι της Παναγίας της Ντουραχάνης που παραχωρήθηκε στον καλόγερο, είχε μόνο βράχια και πέτρες και ο πατέρας Αθανάσιος το ανέστησε με τα χέρια του.

Ο π. Αθανάσιος Χατζής

Έδωσε πνοή στα χαλάσματα, όπου, πριν από 34 χρόνια, φύτρωσε το «Άνθος», ένα Φιλανθρωπικό Ίδρυμα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με οικοτροφείο – καταφύγιο, ένα Δημοτικό Σχολείο και ένα Γυμνάσιο, που λειτουργούν, με πολύ κόπο αλλά ισχυρή θέληση, σε χώρο δίπλα από τη μονή και προσφέρουν τη ζεστασιά και τη φροντίδα σε παιδιά, ηλικίας 6-18 ετών. Στις εγκαταστάσεις λειτουργούν, επίσης, βιβλιοθήκες, αναγνωστήρια, αίθουσες ψυχαγωγίας. Εκεί βρίσκουν φαγητό, ύπνο, εκπαίδευση, στοργή και αγάπη, εκατοντάδες άνθρωποι που το έχουν ανάγκη. Το εργαστήρι της αγιογραφίας, ο ραδιοφωνικός σταθμός και το λαογραφικό μουσείο, μεγιστοποιούν το έργο των ανθρώπων του μοναστηριού, που δεν είναι άλλοι από τους εθελοντές συνεργάτες του γέροντα, οι οποίοι αφιέρωσαν τη ζωή τους, στην προσφορά και την αγάπη για τον συνάνθρωπο.

Ο γέροντας της Ντουραχάνης, στην αντίπερα όχθη της Παμβώτιδας, αντικριστά με τα τζαμιά του κάστρου των Ιωαννίνων, λιθαράκι – λιθαράκι έχτισε αυτή τη μικρή, αλλά μεγάλη σε συμβολισμό, κοινωνία προσφοράς, εθελοντισμού και αγάπης. Δάσκαλοι, καθηγητές, εργάτες, μάγειροι, απλοί πολίτες, προσφέρουν καθημερινά, ακούραστα τις υπηρεσίες τους με το κοινωνικό τους έργο ακόμη, να εξασφαλίζει φαγητό για τους κρατούμενους.

Ο πατέρας Αθανάσιος, κατά κόσμον Σωτήρης Χατζής, γεννήθηκε στην ορεινή Βοβούσα, στο Ανατολικό Ζαγόρι. Ο ίδιος έλεγε ότι ήτανε αγράμματος, όμως με τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος, κατάφερε να διαβάσει αρχικά την Αγία Γραφή και στη συνέχεια όλα τα εκκλησιαστικά βιβλία. Το 1972, ένας βοηθός Επισκόπου στα Ιωάννινα, προέτρεψε τον Σωτήρη Χατζή, αναγνωρίζοντας την επιθυμία του, να γίνει μοναχός, στη συνέχεια, χειροτονήθηκε διάκονος και την επόμενη χρονιά ιερέας. Αρχικά, του παραχωρήθηκε το μοναστήρι του Αϊ – Γιάννη του Προδρόμου, ενώ στη συνέχεια η Παναγία Ντουραχάνη. Η Μονή εορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου (τηλέφωνο επικοινωνίας: 26510 52247).

Η πολιορκία του Γουλά και η μάχη των λέμβων

Γιάννενα (emvolos.gr)

Στο «Χρονικό των Ιωαννίνων» (αρχές 15ου αιώνα), το οποίο είναι γνωστό και ως «Χρονικό των μοναχών Πρόκλου και Κομνηνού», αναφέρεται μία «ναυμαχία» στη λίμνη. Στις 26 Φεβρουαρίου 1379, ένα τμήμα από 200 περίπου Αλβανούς επιδρομείς κατόρθωσε, με τη βοήθεια ενός τοπικού βαρκάρη, ν’ αποβιβαστεί νύχτα από το Νησί ή το χωριό Πέραμα στη βορειοανατολική ακτή της λίμνης και να καταλάβει τη βορειοανατολική ακρόπολη του Κάστρου (τον «Επάνω Γουλάν», την έδρα των Δεσποτών, όπου σήμερα βρίσκεται το Δημοτικό Μουσείο). Ηγεμόνας των Ιωαννίνων τότε ήταν ο Θωμάς Πρελούμπος, γνωστός για την αγριότητα και τον βίαιο χαρακτήρα του. Τους αιφνιδίασε και αιχμαλώτισε πολλούς. Ένα άλλο τμήμα, πιο πολυάριθμο αυτό, από Αλβανούς, Βλάχους και Βουλγάρους, που είχε αποβιβαστεί στο Νησί, ξεκίνησε με μονόξυλα και μία μεγάλη λέμβο, για να καταλάβει το υπόλοιπο Κάστρο. Οι αμυνόμενοι Καστρινοί, πιο έμπειροι στη ναυτική τέχνη, έσπευσαν να εμποδίσουν την απόβαση. Τους επιτέθηκαν με δύο μεγάλες λέμβους και μονόξυλα και τους ανέτρεψαν σε μια θεαματική καϊκομαχία. Τότε αυτοί που κατέλαβαν αιφνιδιαστικά το Γουλά αναγκάστηκαν να παραδοθούν[39].

Ο θρύλος της Δραμπάτοβας

Το φοβερό βάραθρο της Δραμπάτοβας σε παλαιά καρτ ποστάλ

«Απ’ τη Ντραμπάτοβα μακριά
κι από τη Σκάλα αλάργα.
Χαϊδεύει η βάρκα το νερό
και το νερό τη βάρκα…»
(aggelospapagewrgiou.blogspot.com)

Η Ντραμπάτοβα[40] είναι από τις μεγαλύτερες πηγές της λίμνης των Ιωαννίνων. Η πηγή αναβλύζει κάτω από έναν τεράστιο βράχο στους πρόποδες του Μιτσικελίου, σχηματίζοντας ένα μεγάλο κοίλωμα στο εσωτερικό του. Κανένας όμως δεν είχε εισχωρήσει μέσα στο κοίλωμα αυτό, μέχρι που την επισκέφτηκε ο Αλή Πασάς. Έτυχε σε εποχή ανομβρίας, οπότε η στάθμη των νερών είχε χαμηλώσει αρκετά, οπότε πλησίασε κάτω από το βράχο και προσπάθησε να διακρίνει τι υπήρχε μέσα και κάτω από αυτόν. Όμως επικρατούσε βαθύ σκοτάδι και δεν μπόρεσε να διακρίνει τίποτα. Τότε διέταξε τον τσοχαντάρη του να ξεντυθεί και να μπει μέσα, για να διερευνήσει το βαθούλωμα. Τρέμοντας εκείνος ολόκληρος μπροστά στη θέα της σπηλιάς δίσταζε να εκτελέσει την εντολή. Τότε ο Αλής αγριεμένος έβγαλε το μαχαίρι του και απειλώντας τον του είπε: «Ή έμπα ωρέ παλιάραπε ή σου κόβω την κόκα (κεφάλι)». Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα για τον δύστυχο αράπη… Προκειμένου όμως να χάσει το κεφάλι του προτίμησε να μπει. Τρέμοντας ολόκληρος ξαναβγήκε μετά από λίγο και είπε στον Αλή: «Κόψε με καλύτερα, Πασά μου, παρά να με βάλεις σε αυτή τη μαύρη κόλαση».

Το Στοιχειό της λίμνης Λαψίστας

Κυνηγοί στη λίμνη Λαψίστας (unknowngreece.gr)

Η Λίμνη της Λαψίστας[41] ήταν μια λίμνη γειτονική της Παμβώτιδας, στα βορειοδυτικά της πόλεως των Ιωαννίνων, μάλιστα δε σε περιόδους που η τελευταία υπερχείλιζε, τα ύδατά της κατέληγαν στη λίμνη Λαψίστας, με την οποία αυτή των Ιωαννίνων αποτελούσε, στην ουσία, ένα ενιαίο οικοσύστημα. Ωστόσο, στα μέσα της δεκαετίας του 1950, έγιναν έργα αποξήρανσης στην περιοχή και η Λίμνη Λαψίστας αποξηράνθηκε και εξαφανίστηκε.. Η λίμνη της Λαψίστας ήταν ένας απέραντος και πλουσιότατος υγρότοπος, μέσα στον οποίο, εκτός των άλλων, εύρισκε φυσικό καταφύγιο ένα αναρίθμητο πλήθος πουλιών. Πάπιες, φαλαρίδες, χήνες, παλάζια και πολλά άλλα είδη πουλιών ζούσαν στα ήρεμα νερά της. Με την αποξήρανση της λίμνης Λαψίστας, ολόκληρος αυτός ο ανεκτίμητος και θαυμαστός κόσμος χάθηκε οριστικά, με όλα όσα αυτό σημαίνει για το περιβάλλον και το τοπικό ευαίσθητο οικοσύστημα..

Κυνηγοί στη λίμνη Λαψίστας, 1908-1910 (newspepper.gr)

Όσο ακόμα η λίμνη της Λαψίστας υπήρχε, πολλές φορές ακουγόταν από τα έγκατά της κάτι που έμοιαζε με υποχθόνιο, υπόκωφο, μακρόηχο μουγκρητό κάποιου υπερφυσικού όντος. Ο ήχος αυτό διαρκούσε ένα με δύο λεπτά και επαναλαμβανόταν αρκετές φορές. Δεν είχε καθορισμένες ημέρες ή ώρες, ούτε μήνες ή εποχές. Μπορούσε να ακουστεί οποιαδήποτε ημέρα ή νύχτα και οποιαδήποτε εποχή, πάντα όμως επαναλαμβανόμενο δύο ή τρεις φορές. Το σημείο από το οποίο προερχόταν δεν ήταν με ακρίβεια καθορισμένο, γιατί δεν επρόκειτο για σημείο, αλλά για ολόκληρη έκταση του βυθού. Άλλες φορές το εντόπιζαν κάπου ανάμεσα στο Στόμα της Λίμνης και την Κάτω ή Άνω Γόλιανη, άλλοτε μεταξύ Κρυονερίου και Προχώματος, και κάποιες φορές προς το μέρος των χωνευτρών των Μύλων. Οι κάτοικοι, επειδή δεν μπορούσαν να δώσουν μιαν εξήγηση για το φαινόμενο αυτό, το μυθοποίησαν. Θεώρησαν ότι κάποιο υπερφυσικό ον, άγνωστης ταυτότητας, κατοικούσε στα έγκατα της λίμνης και, όταν ξυπνούσε από το λήθαργό του, άρχιζε να μουγκρίζει παρατεταμένα. Έτσι το αποκάλεσαν «Στοιχειό της λίμνης». Με την αποξήρανση της λίμνης όμως δεν ξανακούστηκε ποτέ πια και το Στοιχειό..

Λίμνη Λαψίστας (newspepper.gr)

Η Βάβω

Το νησάκι των Ιωαννίνων (global-geography.org)

Στο Νησί της Λίμνης των Ιωαννίνων, μετά την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη και κοντά στον Άγιο Παντελεήμονα, υψώνονται κάποια απότομα βράχια, σχηματίζοντας ένα είδος βαθουλώματος. Από παλιά οι νησιώτες, αλλά και οι Γιαννιώτες, γνωρίζουν την τοποθεσία με το όνομα «Βάβω»[42]. Σε αυτό το μέρος, λένε πως κατοικούσε μια γριά, η οποία ανταπέδιδε τις κραυγές και τις φωνές των περαστικών, περιπαίζοντάς τους. Η μυθοπλασία αυτή θυμίζει τον αρχαίο ελληνικό μύθο της Ηχούς και του Νάρκισσου, με τη διαφορά ότι η αρχαία Ηχώ ήταν μια πανέμορφη Νύμφη. Η λαϊκή φαντασία απέδωσε το φυσικό φαινόμενο της ηχούς σε μια Βάβω, κρυμμένη στα έγκατα της λίμνης.

Χρήστος Χρηστοβασίλης
«Το Κάστρο της Νεράιδας»

(Παλιά ιστορία σε καινούργιο παραμύθι)

Sir John William Waterhouse, Νεράιδες

Μια φορά κι έναν καιρό, τον παλιόν καιρό, ζούσαν μέσα στες θάλασσες, στες λίμνες και στα ποτάμια κάτι πανώριες κορασιές χωρίς νάχουν μάννα και πατέρα ή κι’ αδέρφια που δεν γέραζαν ποτέ, όσα χρόνια κι’ αν περνούσαν από τα πάνω τους, κι’ αυτές οι κορασιές λέγονταν Νεράιδες. Σ’ εκείνα τα μακρυνά χρόνια, που ζούσαν οι Νεράιδες στα διάφορα στεκούμενα νερά, ζούσαν κι άλλες πανώριες κορασιές, μέσα στ’ απάτητα λόγγα, στα λαγκάδια και γύρα στες κρουσταλλένιες και καθαρογάργαρες βρύσες και στες νεροσυρμές, οι Ξωτικές, κι αυτές χωρίς μάννα και πατέρα κι αδέρφια, που δεν γνώριζαν ποτέ τα γεράματα κι είχαν απάνω – κάτω τα ίδια ιδιώματα με τες Νεράιδες. Καμμιά φορά Νεράιδες και Ξωτικές, που θεωριώνταν συναμεταξύ τους ως πρωτοξαδέρφες, ανταμόνονταν, όπως τες έφερναν οι άνεμοι: ή στη θάλασσα και στες λίμνες, αν ο άνεμος είταν βουνίσιος, ή στους λόγγους, αν ο άνεμος είταν θαλασσινός. Τότε γένονταν μεγάλο πανηγύρι και μεγάλη χαροκοπιά…

J.W. Waterhouse, Νεράιδες

Τον καιρό εκείνο, που είχαν τα ποτάμια, οι λίμνες κι οι θάλασσες Νεράιδες, και τα λόγγα, οι λαγκαδιές, οι νεροσυρμές κι οι βρύσες Ξωτικιές, υπήρχαν κι εδώ στη λίμνη μας τέτοιες Νεράιδες και στα λόγγα μας, στα λαγκάδια μας, στες νεροσυρμές μας και στες βρύσες μας τέτοιες Ξωτικές…Τον καιρό εκείνο, που υπήρχαν οι Νεράιδες κι οι Ξωτικιές στα νερά και στα λόγγα, δεν είταν ακόμα χτισμένα τα Γιάννινά μας αυτού, που βρίσκονται σήμερα. Δεν υπήρχε καθόλου πολιτεία με τέτοιο όνομα. Υπήρχε όμως μια παλιά πολιτεία, κάτω από το Κάστρο των Ελλήνων, που λέγεται σήμερα Καστρίτσα και τώχε γκρεμίσει η Μονοβύζα πριν από πολλά – πολλά χρόνια. Αυτή η πολιτεία λέγονταν Εροιβιά. Την ώριζε ένα πανέμορφο βασιλόπουλο, μ’ όλον τον τόπο: βουνά και κάμπους, που βρίσκονταν ολόγυρα. Αυτό το βασιλόπουλο, ενώ είχε όλα τα καλά του και τ’ αγαθά του ως βασιλειάς, στέρνες γεμάτες φλωριά, αμέτρητα κοπάδια γιδιπρόβατα, χιλιάδες αλογοφοράδια, μουλάρια και βώδια, δεν γνώριζε καλή μέρα. Τώτρωγε μέρα – νύχτα η πίκρα την καρδιά. Δεν γελούσε, δεν τραγουδούσε, δεν χαίρονταν τα νειάτα του και δεν παντρεύονταν, γιατί δεν μπορούσε να βρη γυναίκα της αρεσιάς του, τη γυναίκα, πώβλεπε κάθε νύχτα στον ύπνο του. Περβάτησε Ανατολές και Δύσες γυρεύοντας την, αλλά δεν την απαντούσε πουθενά, όπου κι αν πήγαινε όπου κι αν γύριζε…

Sarah Jarret, Νεράιδα

Ένας παλιός δούλος του παλατιού του, εκατοχρονιάρης, βλέποντας το βασιλόπουλο να μαραίνεται μέρα με την ημέρα, τον πόνεσε η καρδιά του και τον ρώτησε: «Γιατί δεν γελάς και δεν χαίρεσαι, μον στέκεις πάντα μελαγχολικός και μαραίνεσαι; Πες μου τον καϋμό σου, γιατ’ είμαι εκατό χρονών γέροντας κι έχουν ιδεί πολλά τα μάτια μου στη ζωή μου και ξέρω πολλά πράγματα … Ίσως μπορέσω να σου δώκω καμμιάν ορμήνεια»… «Αγαπώ μια πανέμορφη κορασιά, πλειό ώμορφη κι απ’ τον αυγερινό, και τον αποσπερίτη, πλειό ώμορφη κι απ’ τη χρυσαυγή… Μια κορασιά, που την βλέπω κάθε νύχτα στον ύπνο μου, κι έχω γυρίσει όλον τον κόσμο, Ανατολή και Δύση, και δεν μπόρεσα, ούτε μπορώ να την βρω!»… «Τι τα θέλω, λοιπόν, τα καλά, πώχω; Τι την θέλω τη ζωή, αφού δεν μπορώ να βρω και ν’ αποχτήσω εκείνη, που κάνη την καρδιά μου να ματόνη; Καλύτερα να πεθάνω, μια για πάντα, παρά να πεθαίνω κάθε μέρα και να ζω έτσι που ζω, πεθαμένος κι άθαφτος!».

Τότε του απάντησε ο γέρος: «Αφού δεν σου αρέσει καμμιά γυναίκα στον Κόσμο, τότε να προσπαθήσης και να μπορέσης να πάρης καμμιά Νεράιδα για γυναίκα σου. Δύσκολο πράγμα αυτό, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να βρης και να πάρης την γυναίκα που εινορεύεσαι. Για να το κατορθώσεις αυτό, πρέπει να πας μια νύχτα, πριν τα μεσάνυχτα σε μιαν ακρολιμνιά της Λίμνης μας, πριν βγουν οι Νεράιδες να στήσουν το χορό τους και να κρυφτής σ’ έναν καλαμιώνα, έτσι που να μην μπορεί να σε ιδή μάτι και να περιμένης εκεί ως που να βγούν, κατά τη συνήθειά τους από την Λίμνη, να ρίχνουν τους πέπλους τους απάνω στα καλάμια και ν’ αρχίζουν να χορεύουν, και τες ακούσης να τραγουδούν, να πεταχτής απ’ την κρυψώνα σου, σαν γεράκι γλήγορος και ν’ αρπάξης έναν πέπλο, όποιο κι αν είναι, από τ’ απλωμένα στα καλάμια και να φύγης προς το παλάτι σου… Φτάνοντας στο παλάτι να πετάξης αμέσως τον πέπλο στη φωτιά να γένη στάχτη… Τότες η Νεράιδα εκείνη θα γένη γυναίκα σου!».

J.W. Waterhouse, Γοργόνα

Ακούοντας αυτά τα λόγια το βασιλόπουλο, πήγε την ίδια νύχτα σε μια ακρολιμνιά, την ώρα που βγήκαν οι Νεράιδες από τη Λίμνη κι άπλωσαν τους πέπλους, αυτό πετάχτηκε, άρπαξε έναν πέπλο και δρόμο, σαν αλάφι, για το παλάτι του.
Βλέποντας αυτό η Νεράιδα έτρεξε σαν τρελλή, από κοντά του, παρακαλώντας και κλαίγοντας, να της τον δώκη, αλλά πού της τώδινε αυτός, και τη στιγμή, που μπήκε στην αυλή του παλατιού του, αυτός μπροστά κι εκείνη πίσω, βρήκε τους ζυμωτάδες να ζυμώνουν ψωμί και τους φούρνους αναμμένους κι έρριξε τον πέπλο της Νεράιδας σ’ έναν από τους αναμμένους φούρνους, κι έγεινε στάχτη.
Τότε η Νεράιδα έπαψε τες παρακάλιες και τα κλάματα, έπεσε στα γόνατά του, κι ώμωσε ότι γένονταν γυναίκα του. Το βασιλόπουλο την κύτταξε τότε κατάματα την Νεράιδα στο πρόσωπό της, την γνώρισε ότι είταν εκείνη, πώβλεπε τόσον καιρό στα είνορά του, και, μαγεμένος από την άρρητη ωμορφιά της, διαλάλησε την άλλη μέρα σ’ όλο το Βασίλειο του, ότι βρήκε την γυναίκα, που γύρευε, κάλεσε στον γάμο όλη την αρχοντολογιά άντρες, γυναίκες και παιδιά, κι έγεινε ο γάμος κι χαρά που βάσταξαν βδομάδες…

Γενόμενη βασίλισσα η Νεράιδα, βαφτίστηκε Χριστιανή Ορθόδοξη κι ωνομάστηκε Γιάννω. Η Νεραϊδοβασίλισσα Γιάννω, είταν, κατά το φαινόμενον μόνον ευτυχισμένη κι ευχαριστημένη με τη νέαν κατάσταση της ζωής της… Μια μέρα την έπιασε ο Βασιλειάς ν’ αγναντεύη την Λίμνη, να κλαίγη και να μοιρολογάη και να τρέχουν τα δάκρυα της, σαν βρύσες, απάνω στα κάτασπρα μάγουλά της.

Sarah Jarret, Νεράιδα

«Δεν μ’ αγαπάς, Βασίλισσα γυναίκα μου», της είπε. «Δεν μ’ αγαπάς»…
«Σ’ αγαπώ, άντρα μου Βασιλειά, του απάντησε εκείνη, σ’ αγαπάω και σε λατρεύω, αλλά με τρώει κι ο πόνος των τριάντα εννιά αδελφάδων μου, που τες ξεχωρίστηκα και τες έχασα έτσι έξαφνα κι αναπάντεχα»…
«Αλλ’ αφού κάηκε ο πέπλος σου και δεν μπορείς να ζήσης πλειό μαζή τους, μέσα στα νερά της Λίμνης, όπως ζούσες έναν καιρό, γιατί κλαις στα χαμένα;».
«Αλήθεια λες, άντρα μου Βασιλειά, θα μπορούσα όμως να παρηγορηθώ λίγο, αν μώχτιζες ένα παλάτι απάνω σ’ εκείνον τον μεγάλο βράχο, που βρίσκεται ψηλά από την λίμνη κι αντίκρυ στο Νησί. Έτσι θα μπορούσα να βλέπω και ν’ ακούω τες αδελφές μου τα μεσάνυχτα με το φεγγάρι, ή με την αστροφεγγιά και τα μεσημέρια το καλοκαίρι, κάτω από το ηλιοστάλαμμα».

Κάστρο Ιωαννίνων (kastra.eu)

«Μετά χαράς σου, Βασίλισσα γυναίκα μου! Θα γένη το θέλημά σου», της απάντησε ο βασιλειάς κι αμέσως διαλάλησε σ’ όλα τα μαστοροχώρια και μαζεύτηκαν στην Εροιβιά χίλιοι μαστόροι και σε τριά χρόνια έχτισαν το Κάστρο της Νεραϊδοβασίλισσας Γιάννως, που σώζεται ως τα σήμερα, και στην άκρη του Κάστρου, ψηλά από τη Λίμνη, όπου είναι σήμερα το Τζιαμί του Ασλάν -Πασιά, της έχτισαν κι ένα πανώριο παλάτι με γυάλινον εξώστη, για να κάθεται αυτή μέσα, με σαράντα δούλες, ν’ αγναντεύη τες τριάντα εννιά αδελφές της τες ώρες που βγαίνουν, νύχτα ή μέρα, από το νερό. Από τ’ όνομα λοιπόν, της νεραϊδοβασίλισσας Γιάννως, ωνομάστηκε το Κάστρο «Κάστρο της Νεράιδας» κι η πολιτεία που χτίστηκε αργότερα, «Γιάννινα»…[43]

Υποσημειώσεις:
[1] «Η Κυρα Φροσύνη..», σε: timesnews.gr
[2] Ο George Finley στο έργο του «History of the Greek revolution», τόμ. 1, σ. 74, αναφέρει ότι: «Η Ευφροσύνη ήταν συγγενής ιερέα, αλλά παραμελούσε τις βιογραφίες των αγίων και προτιμούσε να διαβάζει τους άτακτους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς», ενώ ο Παναγιώτης Αραβαντινός στη «Χρονογραφία της Ηπείρου», αναφέρει την Φροσύνη ως μια Ελληνίδα με τη συνηθισμένη, δηλαδή ανύπαρκτη, παιδεία των γυναικών της εποχής της.
[3] George Finley, History of the Greek revolution, τόμ. 1, σ. 75.
[4] Σύμφωνα με τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Παύλου Δρανδάκη, η κόρη της Φροσύνης Αλεξάνδρα Μούκα έζησε στη Γαλλία και πέθανε στη Λυών το 1877, κοντά στην κόρη της που αναφέρεται με το επώνυμο κάποιον Carchaud.
[5] Αραβαντινός, «Η ζωή του Αλή Πασά», σ. 530.
[6] Ο περιηγητής Charles Cockerell που συναντήθηκε με τον Μουχτάρ, αναφέρει στο έργο του «Travels in Southern Europe», ότι ο γιος του Αλή Πασά ήταν ένας χαρούμενος, αυθόρμητος γλεντζές που του άρεσαν πολύ οι ερωτικές περιπέτειες.
[7] George Finley, ό.π, σ. 75.
[8] Charles Cockerell, «Travels in Southern Europe»: «Βρήκα μια πόλη με 2.000 καταστήματα, ενώ πριν από τον ερχομό του βεζύρη δεν υπήρχαν πάνω από 5-6», αναφέρει χαρακτηριστικά ο περιηγητής που επισκέφθηκε την πόλη επί Αλή Πασά.
[9] Ο Thomas Smart Hughes, που περιηγήθηκε την Ήπειρο γύρω στο 1814 σχεδόν ταυτόχρονα με τον περιηγητή Cockerell και πιθανόν να μοιράζονταν τις ίδιες πηγές, αναφέρει στο «Travels in Greece and Albania», πρώτος τόμ., σελ. 38, ότι το πραγματικό πρόβλημα της γυναίκας του Μουχτάρ ήταν ίσως ο ανταγωνισμός στην επιρροή και στα ρουσφέτια της εποχής και όχι το δαχτυλίδι ή η ερωτική αντιζηλία.
[10] Αυτή την εκδοχή υποστηρίζει και ως πραγματικό κίνητρο ο Αραβαντινός, «Η ζωή του Αλή Πασά», σελ. 380.
[11] Επειδή οι στρατιώτες φοβούνταν τις αντιδράσεις του γιου του, όταν θα επέστρεφε.
[12] Αραβαντινός, «Η ζωή του Αλή Πασά», όπου ο συγγραφέας αναφέρει ότι ο διάλογος καταγράφηκε από αυτόπτη μάρτυρα, την πιο μικρή από τις τρεις υπηρέτριες της Φροσύνης, η οποία και μετέφερε την στιχομυθία στον Κουτσαλέξη.
[13] Τhomas Smart Hughes, «Travels in Greece and Albania», ό.π., σελ. 40.
[14] George Finley, «History of the Greek revolution», τόμ. 1, σελ. 76.
[15] Αραβαντινός, ό.π., σελ. 381.
[16] Κάποιοι φέρουν το Γιάγκο ως πιστό υπηρέτη του Αλή Πασά που ήταν γνώστης των τεκταινομένων, ενώ οι περισσότεροι πιστεύουν ότι είχε άγνοια και εξεπλάγη και ο ίδιος, πλην δεν αντέδρασε από φόβο.
[17] Υπάρχει και η εκδοχή ότι οι στρατιώτες δεν έβρισκαν βάρκες για να οδηγήσουν τις γυναίκες στη μέση της λίμνης, επειδή οι λεμβούχοι αντιδρούσαν, αλλά είναι μάλλον απίθανο οι τελευταίοι να είχαν αρνηθεί παραχώρηση λέμβων στον Αλή Πασά. Ο Αραβαντινός αναφέρει πάντως ότι ίσως ευσταθεί γιατί οι λεμβούχοι δεν αρνήθηκαν επακριβώς, αλλά ζήτησαν απλώς να δουν γραπτή εντολή.
[18] Τhomas Smart Hughes, «Travels in Greece and Albania», ό.π., σελ. 40.
[19] George Finley, «History of the Greek revolution», ό.π., σελ. 77.
[20] Ο Αραβαντινός, ό.π., θεωρεί απίθανο να πρόλαβε ο Γιάγκας να παρέμβει, γιατί η έδρα του τότε ήταν στη Λάρισα και κατά πάσα πιθανότητα έφτασε μετά την εκτέλεση, ίσα για να περισώσει τα παιδιά της Φροσύνης.
[21] «Η Λίμνη των Ιωαννίνων», σε: limnhioanninon.weebly.com
[22] Έτσι τον περιγράφει ο περιηγητής Charles Cockerell που συναντήθηκε μαζί του στα Ιωάννινα και με τον οποίο όταν συνομίλησε του έκανε εντύπωση ότι μιλούσε κυρίως για το κυνήγι και ότι τον σερβίριζε καφέ ένας πανέμορφος και πολυτελώς ενδεδυμένος νεαρός, ενώ εκείνους τους σερβίριζαν δύο εξαιρετικά άσχημοι υπηρέτες.
[23] Άντλησε τις πληροφορίες του κυρίως από τον Αθ. Ψαλίδα, τον τρόπον τινά υπεύθυνο θεμάτων παιδείας στα Ιωάννινα και άτομο του περιβάλλοντος του Αλή Πασά.
[24] Αραβαντινός, ό.π., σ. 528.
[25] Βάλτερ Πούχνερ, «Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 στο ευρωπαϊκό θέατρο», σε: «Ανιχνεύοντας τη θεατρική παράδοση – Δέκα μελετήματα», εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1995, σελ. 283.
[26] Γιάννης Σολδάτος, «Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου», τόμ. Α’, εκδ. Αιγόκερως, Αθήνα 1988, σελ. 212-213.
[27] «Η Λίμνη των Ιωαννίνων», σε: limnhioanninon.weebly.com
[28] «Η Λίμνη των Ιωαννίνων», σε: limnhioanninon.weebly.com
[29] «Η Λίμνη των Ιωαννίνων», σε: limnhioanninon.weebly.com
[30] «Η Λίμνη των Ιωαννίνων», σε: limnhioanninon.weebly.com
[31] «Η Λίμνη των Ιωαννίνων», σε: limnhioanninon.weebly.com
[32] «Η Λίμνη των Ιωαννίνων», σε: limnhioanninon.weebly.com, Δημοτικό Σχολείο Ριζού, Εργασίες για το νερό, Εφημερίδα «Μαθητικός Λόγος», σε: dim-rizou.pel.sch.gr
[33] «Η Λίμνη των Ιωαννίνων», σε: limnhioanninon.weebly.com
[34] «Η Λίμνη των Ιωαννίνων», σε: limnhioanninon.weebly.com
[35] Αργυρώ Μποζώνη, «Οι δημιουργοί των παραστάσεων “Φροσύνη” και “Πασού” μιλούν για τις δυο θρυλικές γυναίκες των Ιωαννίνων», σε: elculture.gr
[36] «Ένα δάκρυ για τη Κυρά Φροσύνη», σε: egiannina.wordpress.com
[37] «Λίμνη Παμβώτιδα», σε: visitgreece.gr
[38] «Η Λίμνη των Ιωαννίνων», σε: limnhioanninon.weebly.com
[39] «Η Λίμνη των Ιωαννίνων», σε: limnhioanninon.weebly.com
[40] «Η Λίμνη των Ιωαννίνων», σε: limnhioanninon.weebly.com
[41] «Η Λίμνη των Ιωαννίνων», σε: limnhioanninon.weebly.com
[42] «Η Λίμνη των Ιωαννίνων», σε: limnhioanninon.weebly.com
[43] «Το Κάστρο της Νεράιδας», Επιθεώρηση «Ελλοπία», Ιωάννινα, Δεκ. 1930, έτος Α’, αριθ. 5, σ. 113-115. Αναδημ. στη συλλογή διηγημάτων: Χρήστος Χρηστοβασίλης, «Γιαννιώτικα Διηγήματα», εκδ. Ροές – Οι Ηπειρώτες, Αθήνα 2007. Δημ. σε: ofisofi.blogspot.com και σε: limnhioanninon.weebly.com
[44] «Η βάρκα της λίμνης των Ιωαννίνων», σε: greekshipmodels.com
[45] «Κάστρο Ιωαννίνων», σε: kastra.eu
[46] «Ιερά Μονή Παναγίας Δουραχάνης (Ντουραχανιώτισσα) – Αμφιθέα Ιωαννίνων», σε: greekorhodoxreligioustourism.blogspot.com
[47] «Η Λίμνη των Στεναγμών στο Its Kale Festival», σε: epirusnow.gr
[48] Πρόκειται για τον Άγιο Σεραφείμ τον νέο Ιερομάρτυρα, Αρχιεπίσκοπο Φαναρίου και Νεοχωρίου, ο οποίος κατηγορήθηκε από τους Οθωμανούς ότι πήρε μέρος στην επανάσταση του Διονυσίου Φιλοσόφου και συνελήφθη, οπότε μάταια προσπάθησαν να τον εξισλαμίσουν. Εξαγριωμένοι οι Τούρκοι μπροστά στη σταθερότητα της πίστεως του ιερομάρτυρα, τον υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια, τα οποία μεγάλωναν, εφ’ όσον ο Σεραφείμ διαρκώς αρνιόταν να προδώσει την ελληνοχριστιανική πίστη του. Αφού του έκοψαν τη μύτη και επανειλημμένα τον παρουσίασαν στον κριτή, αρνούμενος να αλλαξοπιστήσει, τον εκτέλεσαν στις 4 Δεκεμβρίου 1601 μ.Χ. με ανασκολοπισμό, κατ’ άλλους δε με απαγχονισμό. Η μνήμη του τιμάται στις 4 Ιανουαρίου. Σχετ. βλ. και kimintenia.wordpress.com

Πηγές:
– Αλέξανδρου Ραγκαβή, «Η κυρά Φροσύνη», σε: books.google.gr
– William Martin Leake, «Travels in northern Greece», σε: books.google.gr
– George Finlay, «History of the Greek revolution», τόμ. 1, σε: books.google.gr «Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου», τόμ. 18, σ. 380-381.
– Νικ. Πολίτης, «Δημοτικά Τραγούδια», σ. 24-27 (επανέκδοση).
– Glaude Fauriel, «Ελληνικά Δημοτικά Ποιήματα», τόμ. 2, σ. 198, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2000.
– Κούλα Ξηραδάκη, «Γυναίκες του ’21» (η Κυρά Φροσύνη, το τραγικό θύμα του Αλή Πασά), εκδ. Δωδώνη, Αθήνα – Γιάννινα 1995, σελ. 97-122.
– «Η Λίμνη των Ιωαννίνων», σε: limnhioanninon.weebly.com
– Δημοτικό Σχολείο Ριζού, Εργασίες για το νερό, Εφημερίδα «Μαθητικός Λόγος», σε: dim-rizou.pel.sch.gr
– «Μιχάλης Γκανάς, Γυάλινα Γιάννενα», σε: ebooks.edu.gr
– «Το στοιχειό της Λίμνης Λαψίστας», σε: unknowngreece.gr
– «Τα νερά που χάθηκαν από τη Λίμνη Λαψίστας Ιωαννίνων», σε: newspepper.gr
– Στέφανος Κωλέττας, «Οι λίμνες Ιωαννίνων και Λαψίστας».
– Αργυρώ Μποζώνη, «Οι δημιουργοί των παραστάσεων “Φροσύνη” και “Πασού” μιλούν για τις δυο θρυλικές γυναίκες των Ιωαννίνων», σε: elculture.gr
– «Ένα δάκρυ για τη Κυρά Φροσύνη», σε: egiannina.wordpress.com
– Αναστάσιος Παπασταύρου, «Αλή Πασάς – Ο Απόλυτος Ηγεμόνας», περιοδικό «Ζωσιμάδες», 2011, σ. 27-46.
– «Αλή Πασάς Ιωαννίνων: Η πορεία και το τέλος του στυγερότερου πασά της Τουρκοκρατίας», σε: in.gr
– «Άγιος Διονύσιος ο φιλόσοφος», σε: saint.gr
– «Διονύσιος ο Φιλόσοφος», σε: kataggeilte.blogspot.com
– «Το Κάστρο της Νεράιδας», Επιθεώρηση «Ελλοπία», Ιωάννινα, Δεκ. 1930, έτος Α’, αριθ. 5, σ. 113-115. Αναδημ. στη συλλογή διηγημάτων: Χρήστος Χρηστοβασίλης, «Γιαννιώτικα Διηγήματα», εκδ. Ροές – Οι Ηπειρώτες, Αθήνα 2007. Δημ. σε: ofisofi.blogspot.com και σε: limnhioanninon.weebly.com
– «10 Οκτωβρίου η Ορθόδοξη εκκλησία τιμά τον Επίσκοπο Τρίκκης Διονύσιο Β’ τον Φιλόσοφο», σε: trikalain.gr
– «Λίμνη Παμβώτιδα», σε: visitgreece.gr
– «Η Κυρά Φροσύνη», σε: timesnews.gr
– «Η βάρκα της λίμνης των Ιωαννίνων», σε: greekshipmodels.com
– «Κάστρο Ιωαννίνων», σε: kastra.eu
– «Η Κυρά Βασιλική», σε: mixanitouxronou.com.cy
– «Σαν σήμερα 11.09.1611, ο Διονύσιος Φιλόσοφος κατέλυσε έστω και για λίγο την Τουρκοκρατία», σε: paramythia-online.gr
– Βαρβάρα Παπαδοπούλου, «Κάστρο Ιωαννίνων», σε: archaiologia.gr
– «Ο Αλή πασάς είχε 4 γυναικεία χαρέμια και ένα ανδρικό», σε: mixanitouxronou.gr
– «Βασιλική Κονταξή, ένας μεγάλος Έρωτας», σε: zsgiannina.gr
– «Δεν βρέθηκαν στον τάφο της τα οστά της Χριστιανής κυρά Βασιλικής του Αλή πασά», σε: romfea.gr
– «Ὁ Ἅγιος νεομάρτυς Γεώργιος ὁ ἐν Ἰωαννίνοις ἀθλήσας», σε: kimintenia.wordpress.com
– «Ο Άγιος Γεώργιος Ιωαννίνων στην εκκλησιαστική παράδοση της Ηπείρου», σε: kimintenia.wordpress.com
– «Άγιος Γεώργιος ο Νέος εξ Ιωαννίνων», σε: saint.gr
– «Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων», σε: sansimera.gr
– «Η Λίμνη των Στεναγμών στο Its Kale Festival», σε: epirusnow.gr
– «Ιερά Μονή Παναγίας Δουραχάνης (Ντουραχανιώτισσα) – Αμφιθέα Ιωαννίνων», σε: greekorthodoxreligioustourism.blogspot.com
– «Παλιές φωτογραφίες από τα Ιωάννινα», σε: anexitilo.net

kimintenia.wordpress.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s