Άγγελος Σικελιανός (Λευκάδα 15 Μαρτίου 1884 – Αθήνα 19 Ιουνίου 1951)
«Οι άνθρωποι της άμμου, του πηλού, του χώματος ζήσαν εύκολα και χάθηκαν εύκολα. Εγώ έζησα δύσκολα και δεν χάθηκα. Έμεινα ένα με τα λιθάρια. Τα λιθάρια φρουρός μου κι εγώ υπερασπιστής τους. Εγώ ο άνθρωπος του λιθαριού, ο υμνητής της πέτρας, ο απροσκύνητος, ριζωμένος στης λευτεριάς τη γη…» Άγγελος Σικελιανός
Η «Παιδική Πασχαλιά» συγκαταλέγεται στα πασχαλινά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Το διήγημα μας μιλάει για την ιστορία δυο μικρών παιδιών που έχουν χάσει τη μητέρα τους και μένουν μαζί με την άρρωστη γιαγιά τους, γιατί ο πατέρας τους είναι ναυτικός. Η γιαγιά είναι φιλάργυρη, δεν ξοδεύει χρήματα για να προσλάβει κάποια γυναίκα να τη φροντίζει, παρ’ όλο που την έχει ανάγκη, και όλες τις βαριές δουλειές τις έχει αναθέσει στην οκτάχρονη εγγονή της, τη Μόρφω. Το μικρό κορίτσι αναπολεί με νοσταλγία και πίκρα την περσινή Πασχαλιά, όταν ακόμα η μητέρα της ζούσε, και συνειδητοποιεί πως δεν θα την ξαναδεί…
Ιούλιος 1965. Ο Αντρέας, δεκαοχτώ χρόνια πολιτικός πρόσφυγας, επιστρέφει επιτέλους στην πατρίδα: «Όλα μου φαίνονται σαν παραμύθι… Αθήνα, η πιο ανοιχτή πόλη του κόσμου». Η «Αθηναϊκή Άνοιξη». Οι Τέχνες, τα Γράμματα έχουν ανθίσει ύστερα από τα μετεμφυλιακά χρόνια. Μια νεολαία με μεγάλα όνειρα πρωτοστατεί στους αγώνες για την παιδεία, τη δημοκρατία. Ανάμεσά τους η όμορφη, φλογερή αγωνίστρια Ματθίλδη, με την κριτική ματιά της νέας γενιάς. Στον ίδιο τόπο, η ερωτική Φλώρα μοιράζεται τον έκλυτο βίο ενός άλλου κόσμου, μιας παρέας Αμερικανών και άλλων ξένων όπως αυτή.
Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου αφηγείται την ιστορία του Ηνίοχου των Δελφών
Γιάννης Θ. Διαμαντής
Στις 16 Απριλίου 1896, γάλλοι αρχαιολόγοι, που από το 1892 έχουν ξεκινήσει τη λεγόμενη «Μεγάλη Ανασκαφή» των Δελφών, βρίσκονται μπροστά σε ένα εύρημα που έμελλε να γίνει το διασημότερο από τα αφιερώματα που βρέθηκαν στον συγκεκριμένο αρχαιολογικό χώρο, και που θα έπαιρνε το όνομα, Ηνίοχος.
Και τώρα στον πνευματικό εκπρόσωπο της Θράκης, σ’ έναν από τους παλιούς πνευματικούς εκπροσώπους της, τον Γεώργιο Βιζυηνό, που άλλοτε, στη δική μου γενιά που την απορροφούσε με τα κάθε λογής δικά της ενδιαφέροντα η φιλολογία, μας είχε τραβήξει όλους πιο πολύ, με το έργο του και με τη ζωή του. Ακριβέστερα, με τη ζωή του και με το έργο του. Γιατί το παθολογικό διανοητικό του τέλος τον επρόβαλλε υποβλητικότερα. Όπως συνέβαινε και σ’ άλλες περιπτώσεις παραπλήσιες, εδώ του Μιχαήλ Μητσάκη και του Ρώμου Φιλύρα, έξω του Φρειδερίκου Νίτσε και του Γκυ ντε Μωπασσάν -για ν’ αναφέρω λίγα πρόχειρα ονόματα πνευματικών ανθρώπων που η τρέλλα τους κίνησε έντονα, ζωηρά, την προσοχή των συγχρόνων των. Όχι μόνο επειδή οι εγκεφαλικές διαταραχές έχουν κάτι το βαθύτατα δραματικό, καθώς αχρηστεύουν στο τέλος και τις πιο προικισμένες προσωπικότητες. Αλλά γιατί, επίσης, η τρέλλα με το ταλέντο εφαίνονταν τότε έννοιες συγγενείς, τόσο που να θεωρείται η κατάσταση η δημιουργούμενη από την πρώτη, μοίρα σχεδόν του θείου δώρου που αποτελούσε το δεύτερο.
Η ανομία κάθεται στη θέση του νόμου, η νομιμότητα «τίθεται» εκτός νόμου. Εδώ είναι η κακοήθης ανατροπή. Ο πολίτης επανέρχεται στη θέση του υπηκόου, είναι δέσμιος και ανυπεράσπιστος απέναντι στον μηχανισμό βίας της καταχρηστικής εξουσίας. Από τη στιγμή που ανατρέπεται το Σύνταγμα που καθιέρωσε τη διάκριση των εξουσιών, την Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας από το Κοινοβούλιο και τον Τύπο, ουσιαστικά καταργείται το κράτος δικαίου, και ο δρόμος είναι ανοιχτός για την κρατική παραβατικότητα, την αστυνομική αυθαιρεσία και το ίδιο το έγκλημα (Περικλής Κοροβέσης, «Ανθρωποφύλακες», Οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα 2020, σελ. 15).
Την ημέρα που το καλαντάρι έδειχνε 1η Μαρτίου, έτυχε να διαβάσω πως το Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο του Λονδίνου είχε την ωραία ιδέα να οργανώσει στην αγγλική πρωτεύουσα ένα Φεστιβάλ αφιερωμένο στο Βυζάντιο. Τα δύο αυτά «άσχετα» η ημερομηνία και η αναδρομή ξανάφεραν στον νου μιαν από καιρό ξεχασμένη εικόνα: έναν παλιό μακροσυγγενή, που ήταν «βυζαντινός» κι εκείνος, Κωνσταντινουπολίτης δηλαδή, ναυαγός στην Ελλάδα, μετά τον μικρασιατικό όλεθρο και τον ξερριζωμό του εκεί Ελληνισμού. Ιερόθεος ήταν το («αλλόκοτο», για εμάς) όνομά του κι ερχόταν συχνά στο σπίτι επισκέπτης καλόδεχτος και αφηγητής μαγικός, για τα παιδικά μας αυτιά. Αλλά ξεχωριστά τον θυμάμαι στις αρχές της άνοιξης (να ο συνειρμός), να μπαίνει τραγουδώντας μας:
Μέγα μάθημα της ταπείνωσης είναι για μας, αδελφοί μου, η Γέννηση του Χριστού. Πού γεννήθηκε; Μέσα σε μια φάτνη, σ’ ένα παχνί να πούμε καλύτερα, για να νοιώσουμε βαθύτερα την ανείπωτη συγκατάβαση του Θεού, γιατί τ’ αρχαία λόγια κάνουνε να φαίνουνται στα μάτια μας πλούσια και τα φτωχά πράγματα. Η μητέρα του, η υπεραγία Θεοτόκος, μακριά από το σπίτι της, ξένη σε ξένον τόπο, πήγε και τον γέννησε μέσα σ’ ένα μαντρί. Το βόδι και το γαϊδούρι τον ζεστάνανε με την ανασαμιά τους. Τσομπάνηδες τον συντροφέψανε. Μαζί με τα νιογέννητα αρνιά λογαριάστηκε ο αμνός του Θεού, που ήρθε στον κόσμο για να σώσει τον άνθρωπο από την κατάρα του Αδάμ. Ποιος άνθρωπος γεννήθηκε με μεγαλύτερη ταπείνωση;
«Όταν το ξεροβόρι θέριευε, το χιόνι ντούνες – ντούνες σκέπαζε σπίτια, μαντριά, κονίσματα, μνήματα και το μοναστήρι το μεγάλο. Πώς να πορεύονταν άνθρωποι με τόσες δυσκολίες, φτώχεια κι ορφάνια. Λύγιζαν προς τα κάτω τα κλαριά μπαμπακένια, κάτασπρα, λύγιζαν κι οι ψυχούλες. Περνούσαν δυο και τρεις βδομάδες και να μην φαίνεται ουρανός. Βοήθεια, από πουθενά. Μπόρες απάλευτες, κι όμως εμείς εκεί, στον αγώνα… Δύσκολοι καιροί, αβάσταχτες καταστάσεις σ’ όλα τα σπίτια, πονεμένος κόσμος μα και δυνατός. Η φωτιά σε τούτα τα σπίτια ήταντη αναμμένη μέρα και νύχτα το χειμώνα, πώς να τα κατάφερναν αλλιώς στη λακιά με το ποτάμι να τρέχει παγωμένο και τα κρούσταλλα που κρέμονταν από τη γρεντέ σαν κουρτίνες…». Ένα εξαιρετικό διήγημα απ’ τη μαγευτική γραφή της Χαρούλας Βερίγου – Μπάντιου.
«Είμαι ευτυχής σημαίνει ότι επέστρεψα εκεί απ’ όπου ξεκίνησε ο πατέρας μου. Αυτό αποτελεί και την κρυφή πηγή της τωρινής μου ευδαιμονίας. Είμαι ευτυχής που γύρισα στο νησί μου. Γράφω γιατί είμαι ευτυχισμένος που το κατοικώ»
ΔΙΨΑΣΜΕΝΟΙ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 50 χρόνια μετά ο Δημήτρης Παπαχρήστος ξαναγυρνά στη μνήμη της εξέγερσης και των ανθρώπων της
Η φωνή του Δημήτρη Παπαχρήστου είναι κομμάτι της μνήμης αυτού του τόπου. Τμήμα ενός ηχητικού τοπίου της ιστορίας του. Διαρκής υπενθύμιση ότι υπήρξε μια μεγάλη εξέγερση που άλλαξε την πορεία των πραγμάτων και ουσιωδώς αδικαίωτη όπως παρέμεινε εξακολουθεί να φλογίζει τη σκέψη.
Ένας από τους πλέον εμβληματικούς λογοτεχνικούς ήρωες του Νίκου Καζαντζάκη, ο Καπετάν Μιχάλης, ζωντανεύει στη μεγάλη οθόνη. Η ταινία, που βασίζεται στο κορυφαίο μυθιστόρημα, φέρει τη σκηνοθετική υπογραφή του Κώστα Χαραλάμπους, ο οποίος υπογράφει και το σενάριο, ενώ την ερμηνεία του απαιτητικού πρωταγωνιστικού ρόλου έχει αναλάβει ο Αιμίλιος Χειλάκης.
Ο λαογράφος σήμερα τέμνεται με τον ανθρωπολόγο, τον ιστορικό, τον ψυχολόγο, τον φιλόλογο, αλλά πάνω από όλα πρέπει να επιστρέψει χαμηλά, κάτω, γύρω του για να αντλήσει το νέο υλικό. Κάτι που πρωτοπόρα έκανε ο Πετρόπουλος.
Στο κείμενο του έργου, στη δραματική του διάρθρωση και ποιότητα, πρέπει ν’ αναζητηθούν τα αείζωα στοιχεία που το προικίζουν με διάρκεια ανεξάρτητη από εποχικές μορφές και νοοτροπίες. Μόνον έτσι ο άνθρωπος του καιρού μας θα μπορέσει να βρεθή σ’ επαφή με το τραγικό μεγαλείο και να δοκιμάσει τη δραματική συγκίνηση που δονούσε τον αρχαίο θεατή
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]