Ο Όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης γεννήθηκε το έτος 1255 μ.Χ. στο χωριό Κούκουλο, πλησίων των Κλαζομενών της Μικράς Ασίας (αρχαίας πόλεως 40 χλμ. νοτιοδυτικά της Σμύρνης), από ευλαβείς και πλούσιους γονείς, από τους οποίους, παράλληλα με τους ευσεβείς διδασκάλους του, έμαθε τα πρώτα ιερά γράμματα. Κατόπιν πήγε στην Κύπρο, όπου έζησε για μικρό χρονικό διάστημα κοντά σε κάποιον ενάρετο μοναχό και έγινε και ο ίδιος δόκιμος και στη συνέχεια μετέβη στο όρος Σινά. Εκεί έλαβε τη μοναχική κουρά και έζησε ασκώντας την υπακοή και την ταπεινοφροσύνη, με αυστηρή νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Από το Σινά αναχώρησε για τα Ιεροσόλυμα, ως επισκέπτης και προσκυνητής του Παναγίου Τάφου και των λοιπών προσκυνημάτων της Παλαιστίνης και κατόπιν ήλθε στην Κρήτη, στους Καλούς Λιμένες, όπου διδάχθηκε τη νοερά προσευχή από τον ερημίτη Αρσένιο τον Αγιοφαραγγίτη.
Ο Όσιος Παρθένιος καταγόταν από την Βιθυνία της Μικράς Ασίας και έζησε κατά τους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου (324-337 μ.Χ.). Ήταν υιός του διακόνου της Εκκλησίας της Μελιτοπόλεως Χριστοφόρου, από τον οποίο εδιδάχθηκε την ορθόδοξη πίστη. Ο Άγιος από την παιδική του ηλικία προέκοπτε στην αρετή και στην ευσέβεια. Ο τρόπος με τον οποίο ο Κύριος αλίευσε τους αποστόλους, που ήσαν ψαράδες, τον έκανε ν’ αγαπήσει την αλιεία. Και όταν έριχνε τα δίχτυα του στην Απολλωνιάδα λίμνη και τα ανέσυρε γεμάτα ψάρια, αισθανόταν ότι εργαζόταν σε ένα από τα πλοιάρια του Αποστόλου Πέτρου ή του Ιωάννου.
Ο Όσιος Βουκόλος από νεαρή ηλικία έγινε κατοικιτήριο του Αγίου Πνεύματος και μαθητής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, ο οποίος τον εχειροτόνησε Επίσκοπο της Εκκλησίας της Σμύρνης. Ο Άγιος διακόνησε την Εκκλησία με όλη την ευσυνειδησία, τη θερμότητα και την αυταπάρνηση των μαρτυρικών εκείνων πρωτοχριστιανικών χρόνων. Υπήρξε πατέρας και ποιμένας για τους Χριστιανούς στη διδασκαλία και στην υπεράσπιση, όταν κινδύνευαν από τους διώκτες του Ευαγγελίου. Προς δε τα ειδωλολατρικά πλήθη συμπεριφερόταν με σύνεση και διάκριση, προσέχοντας να μην τα ερεθίσει, αλλά και προσπαθώντας με θεία τέχνη και φωτισμό να ελκύει πολλούς στη Χριστιανική πίστη.
Την 6η Φεβρουαρίου η Εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη του Μεγάλου Φωτίου. Πρόκειται για μια σπουδαία εκκλησιαστική προσωπικότητα, ο οποίος έχει λάβει δικαίως τον σπάνιο τίτλο του «Μεγάλου». Επίσης δεν θεωρείται μεγάλος μόνο από την Εκκλησία, αλλά και από την ιστορία, διότι συγκαταλέγεται στους ξεχωριστούς πνευματικούς φάρους της ανθρωπότητας.
O Όσιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης γεννήθηκε στην Αίγυπτο περί το 360 μ.Χ. από γονείς θεοφιλείς και ήταν συγγενής των Πατριαρχών Αλεξανδρείας Θεοφίλου (385-412) και Κυρίλλου Α’ (412-444). Σε νεαρή ηλικία έλαβε μεγάλη και θαυμαστή θεολογική και φιλοσοφική γνώση. Στην αρχή εργάσθηκε ως διδάσκαλος και κατηχητής της εκκλησίας της Αλεξάνδρειας. Επιζητώντας όμως την ησυχία για να δύναται να ασχοληθεί με το έργο της ζωής του, τη μελέτη των Αγίων Γραφών, αποσύρθηκε σε κάποιο μοναστήρι στο όρος Πηλούσιο, γι’ αυτό έλαβε και το όνομα «Πηλουσιώτης». Αργότερα δέχεται την πρόταση να γίνει ιερέας και στη συνέχεια εκλέγεται πανηγυρικά ηγούμενος στο μοναστήρι του.
Ο Όσιος Βασίλειος ο Ομολογητής, καταγόταν από την Αθήνα. Εκάρη μοναχός, το 857 μ.Χ. από τον πνευματικό του πατέρα, του Άγιο Ευθύμιο τον νέο «τον εν Άθῳ και Θεσσαλονίκῃ», ο οποίος και προέβλεψε την μελλοντική αρχιερατική εκλογή του πνευματικού του τέκνου. Ο Άγιος Βασίλειος φέρεται να ίδρυσε το ομώνυμο Κάθισμα στο Άγιον Όρος, αφιερωμένο στην Ανάληψη του Κυρίου, που υπάγεται στην δικαιοδοσία της Μονής Χιλανδαρίου. Το 904 μ.Χ., εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (Βασίλειος ο Γ’).
Ο όσιος Αρσένιος Σεργίου Σεργιάδης, κατά κόσμον Αθανάσιος, γεννήθηκε στα Ιωάννινα το έτος 1800 από ευσεβείς και εναρέτους γονείς. Πολύ νωρίς έμεινε ορφανός και από πατέρα και από μητέρα. Σε ηλικία εννέα ετών ήρθε στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, όπου με τη φροντίδα του Σχολάρχη Αρχιμανδρίτη Γρηγορίου Σαράφη, ανδρός εναρέτου και λογίου, ενεγράφη στην εκεί Σχολή.
Βασίλειος ο Μέγας, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Γρηγόριος ο Θεολόγος
30 Ιανουαρίου
Η Αγία Μητέρα Ορθόδοξος κατ’ Ανατολάς Εκκλησία του Χρστού την 30ή Ιανουαρίου εορτάζει τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου Θεότητος, Βασίλειον τον Μέγα, Γρηγόριον τον Θεολόγον και Ιωάννην τον Χρυσόστομον. Οι τρεις Ιεράρχες και Οικουμενικοί διδάσκαλοι υπήρξαν κατά την εποχή τους όντως Πανεπιστήμονες και πολυγραφότατοι θεολογικοί συγγραφείς. Εθεράπευσαν με την μελέτη και τα πνευματικά πονήματά τους, τόσον την εκκλησιαστική, όσον και την θύραθεν παιδεία και γι’ αυτό η πολιτεία ανεγνώρισε αυτούς ως προστάτες των Γραμμάτων. Οι τρεις Ιεράρχες έλαβαν πλήρη και πολύπλευρη φιλοσοφική και θεολογική μόρφωση, συνάμα όμως έλαβαν γνώση και όλων των τότε γνωστών και ολοκληρωμένων επιστημών, όπως της ιατρικής, της νομικής, της ρητορικής, της αστρονομίας κ.ά.
Θα σου πάει καλά όλη η χρονιά, όχι αν μεθάς την πρώτη του μηνός, αλλά αν και την πρώτη του μηνός και κάθε μέρα κάνεις αυτά που αρέσουν στον Θεό. Διότι η ημέρα γίνεται κακή ή καλή όχι από τη δική της φύση, αφού δεν διαφέρει η μια μέρα από την άλλη, αλλά από τη δική μας επιμέλεια ή ραθυμία.
Ο άγιος Ιγνάτιος ήταν διάδοχος των αγίων Αποστόλων και χρημάτισε επίσκοπος Αντιοχείας. Μαζί με τον άγιο Πολύκαρπο, τον Πρόεδρο της Εκκλησίας των Σμυρναίων, υπήρξε μαθητής του ευαγγελιστή Ιωάννου του Θεολόγου. Οδηγήθηκε λοιπόν ενώπιον του βασιλιά Τραϊανού κι αφού υπέστη όλα τα είδη των βασανιστηρίων, δεν κάμφθηκε, γι’ αυτό και εστάλη στη Ρώμη, προκειμένου να ριχτεί στα θηρία. Όταν έγινε αυτό, κάποιοι άνδρες Χριστιανοί μάζεψαν και έφεραν τα άγια λείψανά του από τη Ρώμη στην Αντιόχεια και τα δώρισαν στους αδελφούς Αντιοχείς που τα ήθελαν με μεγάλο πόθο. Αυτοί λοιπόν τα έβαλαν κάτω από τη γη με κάθε τιμή και σεβασμό. Χάριν τούτου η Εκκλησία πανηγυρίζει εορτή χαρμόσυνη.
Ν’ αγαπάς τον καλό σύντροφο και ν’ αποφεύγεις τον κακό, επειδή ούτε ο μάγος, ούτε ο ληστής, ούτε ο τυμβωρύχος γεννήθηκαν τέτοιοι, αλλά τα έμαθαν αυτά από ανθρώπους, των οποίων ο νους είχε διαφθαρεί από τον σατανά. Γιατί ο Θεός όλα τα έκανε πολύ καλά (Γεν. 1:31).
Ανάμεσα σε όλες τις προσευχές και τους ύμνους τις Μεγάλης Τεσσαρακοστής μπορεί να ονομαστεί η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η Παράδοση την αποδίδει σε έναν από τους μεγάλους δασκάλους της πνευματικής ζωής, τον Όσιο Εφραίμ το Σύρο. Να το κείμενο της προσευχής:
Ανάμεσα στα ολίγα σωζόμενα πνευματικά διαμάντια της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ισάξιος στην πολυμάθεια με τον Μέγα Βασίλειο, στη γλυκύτητα και στη γλαφυρότητα του λόγου με τον Θείο Χρυσόστομο, σύγχρονος και με τους δύο, είναι ο Όσιος και Θεοφόρος Πατέρας μας και Οικουμενικός Διδάσκαλος, Εφραίμ ο Σύρος.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, εκοιμήθη από εξάντληση στις 14 Σεπτεμβρίου του 407 μ.Χ. κατά τη διάρκεια της τρίτης του εξορίας από την αυτοκράτειρα Ευδοξία και ετάφη στα Κόμανα του Πόντου. Το σεπτό λείψανό του περίμενε, επί τριάντα έτη, θαμμένο στον τόπο της εξορίας και του μαρτυρίου του. Όταν όμως το 434 μ.Χ. πατριάρχης εξελέγη ο μαθητής του Άγιος Πρόκλος, παρεκάλεσε τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο να ενεργήσει τα δέοντα, ώστε το λείψανο του μεγάλου αυτού πατέρα της Εκκλησίας να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Και πράγματι, τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 27 Ιανουαρίου του 438 μ.Χ. έγινε η Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Αγίου.
Φθάνοντας οι απεσταλμένοι στά Κόμανα, ρώτησαν τους εγχώριους να δείξουν σ’ αυτούς τον τάφο, για να πάρουν το λείψανο. Οι δε πικράθηκαν υπέρμετρα, διότι θα στερούνταν τέτοιου θησαυρού ατίμητου, όμως δεν τόλμησαν να εναντιωθούν στο βασιλικό πρόσταγμα, αλλ’ έφεραν αυτούς στον τάφο του μάκαρος και καθώς σήκωσαν τον λίθο να εκβάλουν έξω το λείψανο, έμεινε ακίνητο, ω του θαύματος! και δεν μπορούσαν τόσοι άνδρες να το σαλεύσουν ολοτελώς. Γι’ αυτό επέστρεψαν οι αποσταλέντες στα βασίλεια άπρακτοι, κηρύττοντες σ’ όλη την πόλη το θαυμάσιο τούτο, ότι δηλαδή ο Άγιος δεν έδωκε τον εαυτό του, αλλ’ έμεινε ακίνητος. Τούτο δε το έκαμε, διότι με αυθεντία και υπερηφάνεια ήθελε να πάρει το λείψανό του ο βασιλεύς, τον οποίο θέλησε να διδάξει ο Άγιος ταπεινοφροσύνη και μετριότητα. Τούτου χάριν παρεκάλεσε τον Άγιο ο βασιλεύς αποστέλλοντας σ’ αυτόν επιστολή που περιείχε αυτά:
Αυτή την επιστολή του αυτοκράτορα την πήγαν στον Άγιο και την τοποθέτησαν πάνω στην λάρνακά του. Τότε ο Άγιος έδωσε τον εαυτό του στους απεσταλμένους του αυτοκράτορα και έτσι αυτοί μετέφεραν την λάρνακα που περιείχε το άγιο λείψανο στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να κοπιάσουν καθόλου.
Λαβόντες λοιπόν οι απεσταλμένοι την επιστολή αυτή και φθάνοντας στον τόπο, τέλεσαν καθώς ο βασιλεύς τους πρόσταξε και βλέπουν πάλι άλλο θαυμάσιο, δηλαδή φως άρρητο με πολλή λαμπηδόνα από του τάφου αναπήδησαν, ευωδία ανείκαστη εξήλθε του τάφου και δεν φαινόταν ως νεκρός ο Άγιος, αλλά φαιδρός στην όψη γεμάτος αμβροσίας και νέκταρος.
Όταν λοιπόν επέμφθη η επιστολή αυτή και ετέθη επί του στήθους του Αγίου, έδωκε τον εαυτό του ο θείος Πατήρ, διότι η θήκη που περιείχε το άγιο λείψανο ευκόλως και χωρίς κόπο φερόταν ανεμποδίστως. Τότε έγιναν και πολλά θαυμάσια σε όσους μετά πίστεως τον ασπάσθηκαν. Εξόχως δε ήταν ένας χωλός στο μέσον του πλήθους και με πολύ κόπο έκαμε τρόπο και άγγιξε στους πόδας του το του Αγίου ιμάτιο και ευθύς ιάθη. Θέτοντες λοιπόν το ιερό λείψανο σε χρυσοκόλλητη λάρνακα και βαστάζοντας αυτήν, εκίνησαν την οδοιπορία πρόθυμοι με ψαλμωδία πολλή, με λαμπάδες και θυμιάματα και σε όσες πόλεις και χώρες υποδέχονταν τον Άγιο, αγιαζόντουσαν. Όταν δε πλησίασαν στην Χαλκηδόνα και το άκουσαν στην βασιλεύουσα, έδραμαν όλοι νέοι και γέροντες με πόθο πολύ να το προϋπαντήσουν, ως έπρεπε, και γέμισε πλοία όλη η θάλασσα, η οποία φαινόταν σαν γη στερεά.
Όταν έφθασε το άγιο λείψανο αντίπερα της Κωνσταντινουπόλεως, εξήλθε ο Πατριάρχης μετά του βασιλέως και όλη η Σύγκλητος για να προϋπαντήσουν τον Άγιο. Την θήκη δε την έχουσα το άγιο λείψανο έβαλαν σε πλοίο βασιλικό. Γενομένης δε τρικυμίας, τα μεν άλλα πλοία διεσκορπίσθησαν σε ένα και άλλο μέρος, το δε πλοίο το περιέχον το άγιο λείψανο εξήλθε στον αγρό της Καλλιτρόπης χήρας, την οποία η Ευδοξία αδίκησε, όπως προείπαμε, και τότε πάλιν έγινε στην θάλασσα γαλήνη. Όταν δε έφθασαν στον ορισμένο τόπο εκείνοι, που βάσταζαν το τίμιο λείψανο, είδαν ότι έκλινε πάλι θαυμασίως προς το εν μέρος αφ’ εαυτού του, εκείνο το ηυτρεπισμένο καί ετοιμασμένο για τον Άγιο κουβούκλιο καί προσκαλούσε με σχήμα το λείψανο.
Η ιερά Κοίμησις του Αγίου Ιωάννoυ του Χρυσοστόμου (romfea.gr)
Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου! Όταν έβαλαν στο πλοίο εκείνο το τίμιο λείψανο, ο μεν βασιλεύς είχε πόθο να υπάγει στα βασίλεια, αλλ’ ως φαίνεται δεν ήθελε ο Άγιος Χρυσόστομος, γι’ αυτό κατέβηκε το ρεύμα της θαλάσσης του Ελλησπόντου δυνατό. Πρώτα λοιπόν εφέρθη το άγιο λείψανο στον Ναό του Αποστόλου Θωμά, τον ονομαζόμενο του Αμαντίου, όπου ο βασιλεύς ήταν παρών και σκέπαζε με την βασιλική του χλαμύδα την θεία σορό του λειψάνου και μαζί παρεκάλει τον Άγιο να παύσει τον κλονισμό του τάφου της μητρός του, ο οποίος έτρεμε ήδη τριάντα τρία έτη και δη επέτυχε της αιτήσεως διότι στάθηκε, παραδόξως, ο κινούμενος τάφος εκείνης. Μετά από αυτά εκομίσθη το άγιο λείψανο στο Ναό της Αγίας Ειρήνης. Εκεί, έβαλαν το άγιο λείψανο επάνω στο ιερό Σύνθρονο και εβόησαν άπαντες: «Απόλαβε τον θρόνο σου, Άγιε». Ύστερα απέθεσαν την θήκη του λειψάνου επί της βασιλικής αμάξης και έφεραν αυτό στον Ναό των Αγίων Αποστόλων.
Εκεί έβαλαν το άγιο λείψανο επάνω στην ιερά καθέδρα και, ω του θαύματος! επεφώνησε στο λαό το «Ειρήνη πάσι και τη Ευδοξία συγχώρησις». Και ύστερα ετέθη υποκάτω στην γη όπου και τώρα ευρίσκεται. Όταν δε η ιερά λειτουργία ετελείτο, θαύματα μεγάλα γινόντουσαν, δοξάζοντας ο Θεός με αυτόν τον τρόπο τους δοξάζοντες Αυτόν.
Σήμερα Ιερά Λείψανα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου αποθησαυρίζονται: Η Κάρα του με αδιάφθορο το αριστερό αυτί του στη Μονή Βατοπεδίου Αγίου Όρους. Η δεξιά του Αγίου βρίσκεται αδιάφθορη στη Μονή Φιλοθέου Αγίου Όρους. Δύο τμήματα της αριστεράς του Αγίου βρίσκονται στη Μονή Μεγ. Λαύρας Αγίου Όρους και ένα τμήμα της στη Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων. Μεγάλο τεμάχιο κνήμης και τέσσερα τεμάχια του Αγίου βρίσκονται στη Μονή Παντοκράτορος Αγίου Όρους. Δάκτυλος του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους. Αδιάφθορο μέρος του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Μεγ. Μετεώρου. Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκονται στις Μονές Ιβήρων Αγίου Όρους, Προυσού Ευρυτανίας και Κύκκου Κύπρου και στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.
Η εκκλησία μας σήμερα εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη του οσίου Ξενοφώντος και της οικογένειάς του. Ο όσιος Ξενοφών, η σύζυγός του Μαρία και τα δύο του παιδιά: Αρκάδιος και Ιωάννης, είν’ ένα παράδειγμα άγιας οικογένειας πολύ διδακτικό και μάλιστα στον καιρό μας. Γενική είναι η γνώμη και η ανησυχία ότι ο θεσμός της οικογένειας περνάει μεγάλη κρίση, κι όλοι όσοι σκέφτονται σωστά, ζητούν στηρίγματα για να ενισχύσουν το κύτταρο του κοινωνικού βίου, που είναι η οικογένεια. Παραδείγματα σαν των αγίων, που εορτάζει σήμερα η εκκλησία μας, είναι πολύ διδακτικά για τους χριστιανούς. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε και προβάλλει η εκκλησία το βίο και την πολιτεία των αγίων.
Ο άγιος Ξενοφών και η σύζυγός του Μαρία ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέα Ιουστινιανού, πλούσιοι και ευσεβείς χριστιανοί στην Κωνσταντινούπολη. Όχι πως πάντα η ευσέβεια συνοδεύει τον πλούτο, μα ο Ξενοφών και η Μαρία ήσαν καλοί χριστιανοί και νοικοκυρεμένοι άνθρωποι. Είχαν δυο παιδιά, τον Αρκάδιο και τον Ιωάννη και φρόντιζαν για την καλή τους αποκατάσταση, όπως αυτή είναι η φροντίδα και το όνειρο των καλών γονέων. Ο Ξενοφών λοιπόν και η Μαρία ανάθρεψαν πρώτα κι έβαλαν στο δρόμο του Θεού τα παιδιά τους και φρόντισαν ύστερα να τους δώσουν καλά εφόδια και για το βίο τους. Σήμερα ίσως αυτό το καταλαβαίνουμε περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, αφού τόσο απασχολεί τους γονείς η επαγγελματική αποκατάσταση των παιδιών.
Αφού λοιπόν ο Αρκάδιος και ο Ιωάννης έκαμαν τις πρώτες σπουδές των στην Κωνσταντινούπολη, οι γονείς των, μια και είχαν τα μέσα, αποφάσισαν να τα στείλουν στη Βηρυτό, για να σπουδάσουν τη νομική επιστήμη˙ η Βηρυτός τότε ήταν κέντρο ανώτερων σπουδών. Πήραν λοιπόν τα παιδιά την ευχή των γονέων τους και ξεκίνησαν για την πόλη, όπου θα έβρισκαν ανώτερες Σχολές και δασκάλους, για να σπουδάσουν την επιστήμη, που είχε τότε μεγάλη πέραση, και που θα τους εξασφάλιζε μια καλή σταδιοδρομία στις δημόσιες υπηρεσίες του μεγάλου Βυζαντινού Κράτους. Θα ταξίδευαν από θάλασσα, μα πρέπει να σκεφτούμε ποια ήσαν τα πλοία του καιρού εκείνου και να μη μας φανεί παράξενο ότι το πλοίο ναυάγησε κι ο Ξενοφών κι η Μαρία έχασαν τα ίχνη των παιδιών τους.
(sansimera.gr)
Όχι μόνο ένα πλοίο του καιρού εκείνου κινδύνευε εύκολα σε μια θαλασσοταραχή να ναυαγήσει, αλλά κι όλα τα άλλα μέσα που ξέρουμε τώρα δεν υπήρχαν, για να μάθει κανείς και να πληροφορηθεί τι απόγιναν οι ναυαγοί. Χάθηκαν λοιπόν πραγματικά τα ίχνη των δύο αδελφών κι οι γονείς των δεν είχαν τρόπο να τα αναζητήσουν και να τα βρουν. Ξεκίνησαν λοιπόν από την Κωνσταντινούπολη για τα μέρη της Συρίας και της Παλαιστίνης, μήπως βρουν τα παιδιά τους. Αυτή ήταν μια απόφαση πολύ τολμηρή και, σαν από την αρχή, καταδικασμένη σε αποτυχία. Μα οι δυο χριστιανοί σύζυγοι ξεκίνησαν με την αγάπη στα παιδιά τους και με την ελπίδα στο Θεό. Και δεν γελάστηκαν, γιατί όσα δεν μπορούν οι άνθρωποι τα μπορεί ο Θεός, και «η ελπίς ου καταισχύνει».
Περιπλανώμενοι και αναζητώντας τα παιδιά τους, ο Ξενοφών και η Μαρία έφτασαν στα Ιεροσόλυμα. Η αγία Πόλη τότε ήταν εκκλησιαστικό πνευματικό κέντρο, με λαμπρές εκκλησίες που είχε κτίσει η αγία Ελένη και με πολλά μικρά και μεγάλα μοναστήρια, στα οποία ασκήτευαν σπουδαίοι μοναχοί και Πατέρες. Εκεί λοιπόν, οδηγούμενοι από το Θεό, οι δυο χριστιανοί σύζυγοι Ξενοφών και Μαρία βρήκαν τα παιδιά τους, τον Αρκάδιο και τον Ιωάννη. Και πώς τα βρήκαν τάχα; Όχι δυο ναυαγησμένους και αποτυχημένους νέους, να γυρίζουν εξαθλιωμένοι στο δρόμο, αλλά δυο νέους ντυμένους το μοναχικό ένδυμα. Το ναυάγιο στη θάλασσα ήταν η επιτυχία των δύο αδελφών στη στεριά! Αντί να σπουδάσουν στη Βηρυτό, έγιναν μοναχοί στα Ιεροσόλυμα. Ίσως την ώρα του κινδύνου να έταξαν και να αφιέρωσαν τον εαυτό τους στο Θεό.
Αλλά είναι αντάξιος κι ο τρόπος, με τον οποίο οι γονείς χαιρέτισαν και πανηγύρισαν την ανακάλυψη των παιδιών τους. Τάχα λυπήθηκαν, που τους είδαν μοναχούς; Τάχα θέλησαν να τους πάρουν από το μοναστήρι και να γυρίσουν στο σπίτι τους; Τέτοια κάνουν πολλοί, όταν δουν τα παιδιά τους μοναχούς. Αλλά ο Ξενοφών και η Μαρία, σαν ευσεβείς χριστιανοί, έκαμαν κάτι άλλο. Γεμάτοι χαρά για την ανεύρεση των παιδιών τους και γεμάτοι ευγνωμοσύνη στο Θεό, έγιναν κι εκείνοι μοναχοί. Έτσι ο Ξενοφών και η Μαρία, ο Αρκάδιος και ο Ιωάννης έκαμαν τώρα μια πρότυπη μοναστική αδελφότητα. Η σωφροσύνη και η αγιότητα είναι ο κανόνας και η παράδοση της Ορθοδοξίας.
(orthodoxia-online)
Απολυτίκιον Ως γενεά ευλογητή τω Κυρίω, της ουρανίου ηξιώθησαν δόξης, ασκητικώς δοξάσαντες Χριστόν επί της γης. Ξενοφών ο Όσιος, και η τούτου συμβία, συν τοις αριστεύσασιν, ιεροίς αυτών τέκνοις, ους ευφημούντες είπωμεν φαιδρώς χαίροις Οσίων χορεία τετράριθμε.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]