Κάθε χρόνο η γιορτή της Αγίας Μαρίνας, στην καρδιά του καλοκαιριού, τελείται πανηγυρικά στα ιερά προσκυνήματα που είναι αφιερωμένα στη χάρη Της σε ολόκληρη τη χώρα. Ξεχωριστή ομορφιά έχουν τα μικρά ξωκλήσια, σπαρμένα στην ελληνική ύπαιθρο, όπου η ευωδιά του θυμιάματος στην ιερή ακολουθία της Αγίας σμίγει μοναδικά με το μυρωμένο αγέρι και τη γαλήνη της εξοχής.
Η θαυματουργός ιερά εικόνα της Αγίας Μαρίνας στην Μονή της στην Άνδρο
Η Αγία Μαρίνα γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Πισιδίας, στα χρόνια του αυτοκράτορα Κλαυδίου του Β’, το 270 μ.Χ. Λίγες ημέρες μετά τη γέννησή της, η μητέρα της πέθανε και ο πατέρας της Αιδέσιος, που ήταν Ιερέας των ειδώλων, την ανέθεσε σε μια χριστιανή γυναίκα, από την οποία η Μαρίνα διδάχθηκε το Χριστιανισμό. Όταν έγινε 15 ετών, αποκαλύπτει στον πατέρα της ότι είναι χριστιανή. Έκπληκτος εκείνος από αυτό που άκουσε, με μίσος τη διέγραψε από παιδί του. Μετά από καιρό, έμαθε για τη Μαρίνα και ο έπαρχος Ολύμβριος, που διέταξε να τη συλλάβουν για ανάκριση. Όταν την είδε μπροστά του, θαύμασε την ομορφιά της και προσπάθησε να την πείσει με κάθε τρόπο να αρνηθεί το Χριστό και να γίνει σύζυγος του. Μάταια, όμως. Η Αγία Μαρίνα σε κάθε προσπάθεια του Ολυμβρίου αντέτασσε τη φράση: «Είμαι χριστιανή». Τότε ο σκληρός έπαρχος διέταξε να την ξαπλώσουν στη γη και την καταξέσχισε άσπλαχνα με ραβδιά τόσο, ώστε η γη έγινε κόκκινη από το αίμα που έτρεξε. Έπειτα, ενώ αιμορραγούσε, την κρέμασε για πολλή ώρα και μετά τη φυλάκισε.
«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης – Ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ’ αλώνια…» (Οδ. Ελύτης)
Κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη
Ο Οδυσσέας Ελύτης στο περίφημο «Άξιον εστί» του μας παρέδωσε τη δική του ποιητική εκδοχή των «Χαιρετισμών» η οποία, θα έλεγε κανείς, πως είναι συνώνυμη της θάλασσας, του θαύματος, του Αιγαίου, του ονείρου, του ανέμου…
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι
Σαν σήμερα, την 13η Ιουλίου του 1965, έφυγε ο σπουδαίος αγιογράφος, ζωγράφος και λογοτέχνης Φώτης Κόντογλου
Φώτης Κόντογλου (1895-1965)
Ο Φώτης Κόντογλου (Φώτιος Αποστολλέλης) γεννήθηκε στο Αϊβαλί (Κυδωνίες) της Μικράς Ασίας, στις 8 Νοεμβρίου 1895, τέταρτο παιδί του Νικολάου Αποστολλέλη και της συζύγου του Δέσποινας, το γένος Κόντογλου. Είχε μια αδερφή και δυο αδερφούς. Σε ηλικία μόλις ενός έτους ορφάνεψε από πατέρα και την οικογένεια ανέλαβε ο αδερφός της μητέρας του Στέφανος Κόντογλου, που ήταν Ηγούμενος στην ιερά μονή Αγίας Παρασκευής, στην κηδεμονία του οποίου ανάγεται και το όνομα Κόντογλου.Τα μαθητικά του χρόνια ο μικρός Φώτης τα πέρασε στο μετόχι της Αγίας Παρασκευής και στις Κυδωνίες και το 1913 εισήχθη, κατόπιν εξετάσεων, στο τρίτο έτος της Σχολής Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Λίγους μήνες αργότερα εγκατέλειψε τη σχολή και έφυγε για να συνεχίσει τις εικαστικές σπουδές του στο Παρίσι με οικονομική βοήθεια από τον θείο του.
Στο Παρίσι παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής, συνεργάστηκε με το γαλλικό περιοδικό «Illustration», σε διαγωνισμό του οποίου βραβεύτηκε για την εικονογράφηση του έργου του Κνουτ Χάμσουν «Η πείνα», και εργάστηκε ως εργάτης σε πολεμική βιομηχανία για να ζήσει. Το 1917 ταξίδεψε στην Ισπανία και στην Πορτογαλία. Το 1919, μετά το τέλος του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, επέστρεψε στη γενέτειρά του, όπου διορίστηκε ως καθηγητής γαλλικών και ιστορίας τέχνης στο Παρθεναγωγείο, ανέπτυξε πνευματική δραστηριότητα και ίδρυσε τον σύλλογο «Νέοι Άνθρωποι».
Το 1921 έλαβε μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία και μετά την καταστροφή, το 1922, κατέφυγε αρχικά στη Μυτιλήνη και στη συνέχεια στην Αθήνα. Είχε προηγουμένως επισκεφτεί το Άγιον Όρος, όπου ξαναπήγε το 1923, για να μελετήσει τη βυζαντινή τέχνη και να δημιουργήσει αντίγραφα αγιογραφιών, τα οποία παρουσίασε σε εκθέσεις στη Μυτιλήνη και στην Αθήνα. Το 1926 παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη και επισκέφτηκε για τρίτη φορά το Άγιον Όρος. Την περίοδο 1930-1931 εργάστηκε ως συντηρητής στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας. Από το 1933 δίδαξε ιστορία τέχνης και ζωγραφική στο Αμερικανικό Κολλέγιο, όπου γνωρίστηκε με τον Κάρολο Κουν και είχε μαθητές του τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Νίκο Εγγονόπουλο.
Η πρώτη εμφάνιση του Κόντογλου στα γράμματα πραγματοποιήθηκε το 1918 με την έκδοση της νουβέλας του «Πέδρο Καζάς» σε περιορισμένα αντίτυπα. Το 1928 εκδόθηκε το βιβλίο του «Ταξείδια» και το 1935 ο «Αστρολάβος». Εντονότερη παρουσιάζεται η συγγραφική του δραστηριότητα (θρησκευτικής κυρίως θεματολογίας) στα μέσα της δεκαετίας του 1940 και ως το τέλος της ζωής του.
Το 1935 του ανατέθηκε η οργάνωση του βυζαντινού τμήματος του Μουσείου της Κέρκυρας. Ανέλαβε τη συντήρηση των τοιχογραφιών του Μυστρά, την εικονογράφηση πολλών εκκλησιών, τη διακόσμηση του Δημαρχείου της Αθήνας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 αγιογράφησε την πρώτη εικόνα των νεοφανέντων Αγίων μαρτύρων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, και το 1962 εκδίδεται το βιβλίο του «Σημείον μέγαν, ήγουν τα θαύματα της Θερμής», που αποτελεί την πρώτη επίσημη καταγραφή του βίου τους και της ευρέσεως των ιερών λειψάνων τους στη Θερμή της Λέσβου.
Μαθητής ακόμη του Γυμνασίου στις Κυδωνίες είχε κυκλοφορήσει το περιοδικό «Μέλισσα», όπου εικονογραφούσε ο ίδιος. Υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού «Φιλική Εταιρεία», μαζί με τους Κώστα Βάρναλη, Δημήτρη Πικιώνη, Στρατή Δούκα και Βάσο Δασκαλάκη, που κυκλοφόρησε από το 1924 ως το 1925, και του περιοδικού «Κιβωτός», μαζί με τον Βασίλη Μουστάκη. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Ελληνικά Γράμματα» του Κωστή Μπαστιά (1929), «Νέα Εστία», «Ελληνική Δημιουργία», «Εκκλησία», «Εφημέριος» και την εφημερίδα «Ελευθερία» (από το 1949 ως το τέλος της ζωής του) και εξέδωσε μελέτες για τη βυζαντινή τέχνη και έργα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και πεζογραφίας.
Τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1959), για το βιβλίο του «Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας», με το Βραβείο Πουρφίνα της Ομάδας των Δώδεκα (1963) για το βιβλίο του «Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου», με το Βραβείο του Ταξιάρχη του Φοίνικα καθώς και με το Αριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών (1965) για το σύνολο του έργου του.
Το 1963 τραυματίστηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα με τη σύζυγό του και έμεινε κατάκοιτος για πέντε μήνες. Πέθανε στις 13 Ιουλίου 1965 στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» στην Αθήνα, από μετεγχειρητική μόλυνση μετά από χειρουργική επέμβαση στην κύστη.
Ο Φώτης Κόντογλου υπήρξε ένας πραγματικός μαχητής της Ορθοδοξίας που έδωσε πολλά και τα λόγια του είναι μία αιώνια παρακαταθήκη για όλους μας. Διαισθανόταν πού βαδίζει η κοινωνία και προειδοποιούσε:
– Βιβιλάκης Ιωσήφ, «Φώτης Κόντογλου· εν εικόνι διαπορευόμενος· εκατό χρόνια από τη γέννησή του και τριάντα από την κοίμησή του», εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1995.
– Βιβιλάκης Ιωσήφ, «Βιογραφικές παρατηρήσεις για τον Φώτη Κόντογλου», Νέα Εστία, 1.11.1995, ετ. ΞΘ’, αριθ. 1640, σ. 1413-1418.
– Ζήρας Αλεξ., Σπητέρης Τ., «Κόντογλου Φώτης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1986.
– Μαστροδημήτρης Π.Δ., «Το πεζογραφικό έργο του Φώτη Κόντογλου», Πέντε δοκίμια για τη νεοελληνική πεζογραφία, εκδ. Λύχνος, Αθήνα 1987, σ. 69-91.
– Μητσάκης Κάρολος, «Φώτης Κόντογλου», Νεοελληνική πεζογραφία· Η γενιά του ‘30, Ελληνική Παιδεία, Αθήνα 1977, σ. 37-39.
– «Μνήμη Κόντογλου· Δέκα χρόνια από την κοίμησή του», Αθήνα 1975.
– Μουστάκης Βασ., «Κόντογλου Φώτης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα.
– Παγανός Γ.Δ., «Φώτης Κόντογλου», Η μεσοπολεμική πεζογραφία· Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Ε’, εκδ. Σοκόλης, Αθήνα 1992, σ. 48-121.
– Πάσχος Π.Β., «Κόντογλου – Εισαγωγή στη λογοτεχνία του μ’ ένα επίμετρο – ανθολόγιο κειμένων του», εκδ. Αρμός, Αθήνα 1991.
– Πάσχος Π.Β., «Φώτης Κόντογλου – 25 χρόνια από την κοίμησή του», Τήνος, 1990.
– Σαρδέλης Κώστας, «Η ρωμιοσύνη και ο Φώτης Κόντογλου», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1982.
– Σαχίνης Απόστολος, «Φώτη Κόντογλου: Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι -1942, Ο θεός Κόνανος – 1943, Ιστορίες και περιστατικά – 1944», Η πεζογραφία της κατοχής, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1948, σ. 25-39.
– Σκοτεινιώτη Ελένη, «Οι ηθικές και θρησκευτικές αρχές του Κόντογλου· “Σηματώρος και κήρυκας” του έργου του», Νέα Εστία, 1.5.1998, ετ. ΟΒ’, αριθ. 1700, σ. 615-625.
– Σπητέρης Τώνης, Ζήρας Αλεξ., «Κόντογλου Φώτης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1986.
– Τσιάμης Μ.Ν., «Φώτης Κόντογλου· Ένας ερημίτης ασκητής της τέχνης και της ζωής», Αθήνα, 1971.
– Φώτης Κόντογλου, «Σημείον αντιλεγόμενον», εκδ. Αρμός, Αθήνα 1998.
– Χατζηφώτης Ι.Μ., «Φώτιος Κόντογλου· Η ζωή και το έργο του», εκδ. Γραμμή, Αθήνα 1977.
– Χατζηφώτης Ι.Μ., «Κόντογλου ο Μεταβυζαντινός», Δοκίμιο, Αθήνα 1978.
– Χατζίνης Γιάννης, «Φώτη Κόντογλου: Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι», Νέα Εστία, ετ. ΙΖ’, 15.1.1943, αριθ. 375, σ. 121-123.
«Τετράδια Ευθύνης» (Μνημονάριον του Φώτη Κόντογλου), 1985.
Εργογραφία
(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)
I. Πεζογραφία:
«Pedro Cazas», Αϊβαλί, τυπ. Αιολικός Αστήρ, 1918.
«Η τέχνη του Άθω – Αντιγραφή και ανασυγκρότηση του Φώτη Κόντογλου», τα ξυλογραφήματα εφιλοτεχνήθησαν από τον Άγγελο Θεοδωρόπουλο, εκδ. Γανιάρης, Αθήνα 1923.
«Ταξείδια – Σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Ανατολής, περιγραφικά του τι απόμεινε από τα χρόνια των Βυζαντινών, των Φράγκων, των Βενετσάνων και των Τούρκων», εκδ. Γανιάρης, Αθήνα 1928.
«Icones et fresques d’ art Byzantine», Αθήνα 1932.
«Τοιχογραφίες των βυζαντινών εκκλησιών του Υμηττού», Ελληνική Τέχνη, Αθήνα 1933.
«Ο Αστρολάβος – Βιβλίο παράξενο γραμμένο από τον Φώτη Κόντογλου», εκδ. Κέρκυρα, 1935.
«Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι – Βιβλίο ιστορικό γραμμένο από τον Φώτη Κόντογλου», εκδ. Αετός, Αθήνα 1942.
«Ο θεός Κόνανος και το Μοναστήρι του το λεγόμενο Καταβύθιση· Ιστορία γραμμένη από το Φώτη Κόντογλου», εκδ. Σπ. Νικολόπουλος, Αθήνα 1943 (μαζί «Τα Δαιμόνια της Φρυγίας» και το «Εξ’ Ανατολών πνεύματα οργισμένα»).
«Ιστορίες και περιστατικά· κι άλλα γραψίματα λογής – λογής γραμμένα από τον Φώτη Κόντογλου», εκδ. Σπ. Νικολόπουλος, Αθήνα 1944.
«Ιστορία ενός καραβιού που χάθηκε απάνου σε μια ξέρα· Όπως την ταίριαξε από κάποια παληά χαρτιά ο Φώτης Κόντογλου», εκδ. Πήγασος, Αθήνα 1944.
«Η Αφρική και οι θάλασσες της νοτιάς», εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1944.
«Ο μυστικός κήπος», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1944.
«Έλληνες θαλασσινοί στις θάλασσες της Νοτιάς», εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1944.
«Ο κουρσάρος Πέδρο Κάζας· Ιστορία απίστευτη βγαλμένη από κάποιο χειρόγραφο που βρέθηκε στο Οπόρτο· Τυπωμένη και ζωγραφισμένη από το Φώτη Κόντογλου», εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1944 (έκδοση γ’).
«Οι Αρχαίοι Άνθρωποι της Ανατολής», εκδ. Σπ. Νικολόπουλος, Αθήνα 1945.
«Βίος και Πολιτεία του Βλασίου Πασκάλ του διά Χριστόν Σαλού», εκδ. Ι.Δ. Κολλάρος, Αθήνα 1947.
«Βίος και Άσκησις του οσίου Πατρός ημών Αγίου Μάρκου του Αναχωρητού του εξ Αθηνών», Αθήνα 1947.
«Άνθος, ήγουν λόγια ανθολογημένα από τους Πατέρας», Αθήνα 1949.
«Πηγή ζωής, ήγουν λόγοι των θεοφόρων εξηγημένοι κατά δύναμιν», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1951.
«Εικόνες της Παναγίας», εκδ. Κιβωτός, Αθήνα 1953.
«Βίος του Αγίου Ιερομάρτυρος Θεράποντος του θαυματουργού», Θεσσαλονίκη 1955.
«Η βυζαντινή τέχνη ή Η λειτουργική ζωγραφική», Αθήνα 1956.
«Η αγιασμένη Ελλάδα», Αθήνα 1957.
«Όρη άγια», Αθήνα 1958.
«Οι άγιοι Ραφαήλ και Νικόλαος και η εικόνα του Χριστού οπού ευρέθη εις την Καρυάν της Θέρμης (Λέσβου)», Μυτιλήνη 1961.
«Η απελπισία του θανάτου – Εις την θρησκευτικήν ζωγραφικήν της Δύσεως και η ειρηνόχυτος και πλήρης ελπίδος ορθόδοξος εικονογραφία», Αθήνα 1961.
«Σημείον μέγαν, ήγουν τα θαύματα της Θέρμης», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1962.
«Θάλασσες, Καΐκια και καραβοκύρηδες», επιμ. Ι.Μ. Χατζηφώτης, εκδ. Εστία, Αθήνα 1977.
«Ο Καστρολόγος», επιμ. Ι.Μ. Χατζηφώτης, εκδ. Εστία, Αθήνα 1977.
«Ευλογημένο καταφύγιο», επιμ. Π.Β. Πάσχος, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1985.
«Μικρό εορταστικό», εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1985.
«Γίγαντες ταπεινοί», επιλογή από άρθρα για αγίους δημοσιευμένα στις εφημερίδες, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1991.
ΙΙ. Μεταφράσεις:
Λεωνίδα Ουσπένσκη, «Η εικόνα· Λίγα λόγια για τη δογματική έννοιά της», μτφρ. Φώτη Κόντογλου, εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1952.
Η Αγία Σοφία δημιουργήθηκε από νεοπλατωνιστές αρχιτέκτονες που ενσωμάτωσαν στην κατασκευή της την ελληνική πυθαγόρεια και πλατωνική γνώση για την πραγμάτωση της επαφής του ανθρώπου με το θείο. 1483 χρόνια από τα εγκαίνια του λαμπρότερου χριστιανικού ναού, στις 27 Δεκεμβρίου 537, η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Stanford Μπισέρα Πέντσεβα ολοκλήρωσε μια πρωτοποριακή μελέτη που έχει οδηγήσει, με τη βοήθεια προηγμένων υπολογιστικών συστημάτων, στην πιστή αναδημιουργία του ήχου του Ναού, φέρνοντας στο σήμερα κάτι που έμοιαζε να έχει οριστικά χαθεί: την εμπειρία της συμμετοχής στον Όρθρο και στον Εσπερινό, σαν να βρίσκεσαι στην Αγία Σοφία της Βυζαντινής εποχής.
«Σήμερα έγινε η πραγματική άλωση της Πόλης», ανέφερε η διακεκριμένη ιστορικός εκφράζοντας την άποψη ότι η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει τη βαρβαρότητα του γειτονικού μας λαού. Όταν ένας λαός έχει ανάγκη από τέτοιους συμβολισμούς για να διατηρήσει τη συνοχή του, απέχει πολύ από τα ευρωπαϊκά δεδομένα..
Έργο του λαϊκού Κυπρίου ζωγράφου Μιχαήλ Κάσιαλου, «Ο μάρτυρας Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός πριν τον απαγχονισμό του από τους Τούρκους»
Η παρουσία των Ελλήνων Κυπρίων εθελοντών στους Εθνικούς αγώνες υπήρξε πάντοτε, από κάθε άποψη, ιδιαίτερα σημαντική. Το ίδιο ακριβώς θα συμβεί και κατά τη διάρκεια της Εθνεγερσίας του 1821. Σκορπισμένοι παντού σε όλα τα τουρκοπατημένα εδάφη, οι Έλληνες της Κύπρου μετείχαν ενεργώς στη δημιουργία των συνθηκών, πάνω στις οποίες έκτισε και πρόσφερε η Φιλική Εταιρεία με πρώτο τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κυπριανό.
Ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς είναι ένας σύγχρονος άγιος της Ορθοδοξίας. Ρωσικής καταγωγής, υπήρξε Αρχιεπίσκοπος Κίνας και Επίσκοπος Σαγκάης, Βρυξελλών – Παρισιού και Σαν Φρανσίσκο. Κοιμήθηκε ειρηνικά την 2α Ιουλίου 1966 στο Σιάτλ των ΗΠΑ. Θεωρείται ο προστάτης άγιος των ορφανών παιδιών, ένας άγιος ολόκληρης της Οικουμένης.
Δόξα τω Θεώ που υπάρχουν ακόμη πουλάκια. Πολλά όμως είδη πουλιών εξαφανίστηκαν. Η ζωή όλο και περισσότερο, καταστρέφεται και σβήνει. Μέχρι πριν από δέκα περίπου χρόνια, εδώ στο Μοναστήρι μας στη Βιτόβνιτσα, όταν χιόνιζε πολύ και είχε ξαστεριά, μαζεύονταν πάρα πολλοί λαγοί. Ολόκληρη αγέλη. Το χιόνι παχύ και επάνω του έκαναν μονοπάτια, σχημάτιζαν κύκλους μέσα στα ξέφωτα εκεί που δεν υπήρχαν δέντρα. Κυνηγιόντουσαν, κυλιόντουσαν στο χιόνι, έπαιζαν, χαίρονταν. Χαρά Θεού! Τα ζώα έχουν μέσα τους τη χαρά της ζωής. Ενώ εμείς οι άνθρωποι διαταράξαμε την ισορροπία της φύσης. Τα ζώα αν και δεν έχουν πολλά, έχουν τη χαρά της ζωής. Εμείς οι άνθρωποι έχουμε τα πάντα, και πάλι δεν είμαστε ευχαριστημένοι. Τα ζώα δεν μεριμνούν, δεν χτίζουν αποθήκες για να στιβάσουν σιτάρι και ο Κύριος πάλι τα τρέφει. Λίγο δαγκώνουν από κανένα κλαδάκι, βρίσκουν κάπου να προστατευθούν και κοιμούνται. Δοξάζουν τον Θεό.
Ένας Τούρκος επισκέπτης αποφασίζει να πάρει την κάμερά του (2018) και να δημιουργήσει ένα δικό του virtual tour μέσα στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως. Όπως όμως θα παρακολουθήσετε, συναντιέται διαρκώς με τη μορφή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, της Υπεραγίας Θεοτόκου, αρκετών Αγίων αλλά και σπουδαίων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων.
Ιερά Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας, πίνακας της Ιωάννας Ξέρα
Η Ιερά Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας ιδρύθηκε το 1077. Στις αρχές του 13ου αιώνα, όπως αναφέρεται στο κτητορικό της για το έτος 1212, ζούσαν στη Βαρνάκοβα 96 ιερομόναχοι και διάκονοι. Οι Κομνηνοί, άρχοντες του Δεσποτάτου, αγάπησαν τόσο πολύ την Παναγία τη Βαρνάκοβα, ώστε μερικοί εξ αυτών επέλεξαν το Καθολικό της Μονής ως τόπο ενταφιασμού τους. Μάλιστα, τουλάχιστον δύο από αυτούς έγιναν μοναχοί: ο Αλέξιος, με το όνομα Ακάκιος, ο κάποτε ηγούμενος και ο πατέρας του Εμμανουήλ, με το όνομα Ματθαίος. Το 1919 ο αρχαιολόγος Αναστάσιος Ορλάνδος ανακάλυψε τους τάφους τους κάτω από το δάπεδο του εσωνάρθηκα, ενώ σώζονται μέχρι σήμερα στη Μονή οι επιτύμβιες πλάκες. Ανάλογη με τους Κομνηνούς εύνοια προς το Μοναστήρι λέγεται πως επέδειξαν και οι τελευταίοι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, οι Παλαιολόγοι.
Η Παναγία «η Πάντων Ελπίς» εκ Μικράς Ασίας βρίσκεται στον ιερό ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Ιπποδρομίου Θεσσαλονίκης. Η εικόνα αυτή της Παναγίας ήρθε πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία χωρίς να έχει καταγραφεί ποιος την έφερε. Κανένας δεν γνωρίζει ποιου τέμπλου, ποιας εκκλησιάς, ποιου χωριού ή Μικρασιατικής πολιτείας υπήρξε κομμάτι. Την έφεραν πρόσφυγες από τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922. Πρόσφυγες ανώνυµοι τη δώρισαν εδώ, σε τούτο τον ναό παραδίδοντάς την σε τόπο ασφαλή και χέρια ευλαβικά. Σύμφωνα με μαρτυρίες γηραιών ενοριτών, αν και την έφεραν Μικρασιάτες πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη, προέρχεται από τα Ταταύλα της Κωνσταντινούπολης.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]