Ο Άγιος Νικήτας καταγόταν από το έθνος των Γότθων, που είχαν εγκατασταθεί πέραν του Ίστρου ποταμού στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου (Ίστρος, κατά τον Γεωγράφο Mελέτιο, καλείται ο ποταμός Δούναβις από το σημείο που ενώνετε με τον ποταμό Σαύο μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα ή κατ’ άλλους από την Aξιούπολη και κάτω, μέχρι τις εκβολές του).
Ο ναός του Τιμίου Σταυρού του Αγιασμάτι βρίσκεται στην οροσειρά του Τροόδους, γύρω στα έξι χιλιόμετρα ΒΔ του χωριού Πλατανιστάσα, στην αγκάλη μιας μικρής μαγευτικής καταπράσινης κοιλάδας. Ο ναός είναι του 15ου μ.Χ. αιώνα και έχει καταχωρηθεί ως μνημείο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ. Διαθέτει τις πιο καλοδιατηρημένες τοιχογραφίες του δευτέρου μισού του 15ου αι. σε όλη την Κύπρο.
«Τον Σταυρόν Σου προσκυνούμεν Δέσποτα και την αγίαν Σου Ανάστασιν υμνούμεν και δοξάζομεν»
Η Παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου Σταυρού αποτελεί έναν σπουδαίο εορτολογικό σταθμό του εκκλησιαστικού έτους. Στις 14 Σεπτεμβρίου σύμπασα η Ορθοδοξία τιμά τον Σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως το «καύχημά» Της και η «δόξα» Της.
Το Τσάμπασι (Çambaşı) υπήρξε ορεινό καλοκαιρινό θέρετρο των κατοίκων των Κοτυώρων (τουρκ. Ορντού). Βρίσκεται σε ένα οροπέδιο, σε υψόμετρο 2.000 μέτρων, 45 χιλιόμετρα από τα Κοτύωρα, δυτικά της Κερασούντας. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1913, με αφορμή μια μεγάλη πυρκαϊά κάηκαν τα περισσότερα σπίτια της πόλης, όπως μας πληροφορεί ο Ξενοφών Άκογλους (Ξένος Ξενίτας) στα «Λαογραφικά Κοτυώρων», και αυτό το θρήνο μας περιγράφει το περίφημο τραγούδι «Εκάεν και το Τσάμπασιν».
Άγιος Χρυσόστομος Επίσκοπος Σμύρνης και οι συν αυτώ Άγιοι Αρχιερείς Γρηγόριος Κυδωνιών, Αμβρόσιος Μοσχονησίων, Προκόπιος Ικονίου και Ευθύμιος Ζήλων που μαρτύρησαν κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή
Ανήμερα της μνήμης του Αγίου ιερομάρτυρα Χρυσοστόμου Σμύρνης στην αρχιερατική θεία λειτουργία στον ιερό ναό της Αγίας Φωτεινής Νέας Σμύρνης. Η όμορφη πολιτεία της νότιας Αθήνας όπου οι Σμυρνιοί πρόσφυγες μετέφεραν τα κειμήλια και τις μνήμες της αλησμόνητης πατρίδας της Μικρασίας, λαμπρύνεται από τον περικαλλή ναό της Αγίας Φωτεινής που δεσπόζει πάνω από την κεντρική πλατεία της.
«Λέμε αποστολή και ούτε σκιαζόμαστε τη λέξη, μήτε μας ενοχλεί η ιδέα, γιατί μονάχα με απόλυτη πίστη, με απόλυτη θυσία του εαυτού μας σε μια ανώτερη ιδέα μπορούμε ν’ αποχτήσουμε τη δύναμη, την οντότητα και να φέρουμε στην επιφάνεια τον ψυχικό πλούτο που βρίσκεται θαμμένος μέσα μας για την πραγματοποίησή της. Πρέπει να πιστεύουμε σε θαύματα για να γίνουν θαύματα» (Κάρολος Κουν,1943)
Τον Ιούλιο του 1922 η μοναρχική ελληνική κυβέρνηση αποφασίζει να απαγορεύσει στον ελληνικό πληθυσμό να εγκαταλείψει τη Μικρά Ασία. Η απόφαση αυτή πήρε τη μορφή του Νόμου 2870/1922, ο οποίος προέβλεπε αυστηρές πειθαρχικές και χρηματικές ποινές, στην περίπτωση σύλληψης πλοίων που θα μετέφεραν πληθυσμό. Ο Νόμος 2870/1922 ψηφίστηκε τον Ιούλιο, λίγο πριν την κατάρρευση του μετώπου.
Στις 11 Σεπτεμβρίου η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Ευφρόσυνο τον μάγειρα. «Oύτος εγεννήθη από αγροίκους και χωρικούς γονείς. Kαι ανατραφείς με ιδιωτικήν και απαίδευτον ανατροφήν, ύστερον απήλθεν εις Mοναστήριον. Kαι ενδυθείς το μοναχικόν σχήμα, έγινεν υπηρέτης των Mοναχών. Eπειδή δε εκαταγίνετο πάντοτε εις το μαγειρείον ως αγροίκος, εκαταφρονείτο από όλους τους Mοναχούς και επεριπαίζετο», γράφει ο Συναξαριστής.
«Πλην υπέφερεν ο μακάριος όλας τας καταφρονήσεις με γενναιότητα καρδίας και σύνεσιν, και με ησυχίαν του λογισμού, χωρίς να ταράττεται όλως. Διότι, αγκαλά και ήτον ιδιώτης κατά τον λόγον, όμως δεν ήτον ιδιώτης και κατά την γνώσιν. Kαθώς τούτο θέλει αποδείξει καθαρά το εξής ρηθησόμενον. Eις το Mοναστήριον γαρ εκείνο, οπού ευρίσκετο ο αοίδιμος ούτος Eυφρόσυνος, εκεί ήτον και ένας Iερεύς φίλος του Θεού, όστις επαρακάλει προθύμως διά να του φανερώση ο Θεός τα αγαθά, οπού μέλλουν να απολαύσουν οι αγαπώντες αυτόν».
Η συνέχεια της διήγησης του Συναξαριστή είναι συγκλονιστική. Ο ενάρετος ιερέας είδε όραμα ότι βρισκόταν στον Παράδεισο, σε κήπο με καλύκαρπα δένδρα, ευώδη άνθη και νερά διαυγή. Ο Ευφρόσυνος βρισκόταν εκεί και απολάμβανε τα άρρητα αγαθά. Στην ερώτηση του ιερέα πώς βρέθηκε εκεί, εκείνος απάντησε: Εγώ είμαι αγράμματος, αλλά από σας ακούω τον Απόστολο που λέει ότι όσοι αγωνίζονται βλέπουν από την παρούσα ζωή το κάλλος του παραδείσου. Στη συνέχεια ως φύλακας έδωσε τρία μήλα στον ιερέα, τα οποία εκείνος με έκπληξη βρήκε στο ράσο του μόλις συνήλθε.
Η αποκάλυψη από τον ιερέα στην αδελφότητα της μονής των υψηλών μέτρων της πνευματικής ζωής του μοναχού Ευφρόσυνου, που όλοι περιφρονούσαν, προξένησε τον θαυμασμό όλων. Εκείνος όμως, αποφεύγοντας τη δόξα των ανθρώπων, αναχώρησε κρυφά από το μοναστήρι και δεν φάνηκε ξανά. Έκανε προφανώς μόνιμη κατοικία του τον νοητό και πνευματικό παράδεισο, όπου επισκοπεί το φως του προσώπου του Χριστού. Διασώθηκε όμως ο βίος του, για να διδάσκει το μεγαλείο της χριστιανικής απλότητας και να επιβεβαιώνει τον λόγο του ευαγγελίου που αναφέρει ότι: «Πολλοί θα βρεθούν από πρώτοι τελευταίοι, κι άλλοι από τελευταίοι πρώτοι» (Ματθ. 19, 30).
Κορυφαία μορφή της Μικρασιατικής Καταστροφής υπήρξε ο τελευταίος Επίσκοπος Σμύρνης, της μιας από τις επτά Εκκλησίες της Αποκαλύψεως, Μητροπολίτης Χρυσόστομος Καλαφάτης. Ο μαρτυρικός του θάνατος από τον τουρκικό όχλο είναι άρρηκτα δεμένος με τις τελευταίες στιγμές της ελληνικής Σμύρνης και του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Αν και του προσφέρθηκαν πολλές ευκαιρίες να εγκαταλείψει τη Σμύρνη εκείνος προτίμησε να μείνει στην πόλη και να συμμεριστεί την τύχη του ποιμνίου του.
Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, είναι η μεγαλύτερη εθνική συμφορά στην ιστορία του νεωτέρου Ελληνισμού. Κι αυτό, γιατί αποτέλεσε την ταφόπλακα στο όνειρο της «Μεγάλης Ιδέας» που προσέβλεπε στην επανένωση όλων των εδαφών που κατοικούνταν από αρχαιοτάτων χρόνων από Έλληνες. Κυρίως όμως, επειδή ξεριζώθηκε οριστικά η μακραίωνη ελληνική παρουσία στην περιοχή, με τον πιο δραματικό τρόπο.
Η Μικρασιατική Καταστροφή και οι τελευταίες ημέρες της Σμύρνης
Νύχτα Παρασκευής προς Σάββατο. Η τελευταία ελληνική νύχτα της Μικρασίας… Κάποιοι φυγάδες φαντάροι έφτασαν από τη Μαινεμένη στο χωριουδάκι Σκάλα του Παπά, έξω από το Κορδελιό, άγριοι και ξετραχηλισμένοι.
Η «Αριάγνη» είναι το δεύτερο από τα τρία βιβλία που αποτελούν το μυθιστόρημα «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα (1911-1980). Τα άλλα δύο είναι: «Η Λέσχη» (1960) και «Η νυχτερίδα» (1965). Η δράση εκτυλίσσεται διαδοχικά, στην Ιερουσαλήμ, στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια. Κεντρικό πρόσωπο και στα τρία έργα: ο Σιμωνίδης ή Καλογιάννης, ανθυπολοχαγός των ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων που είχαν σχηματιστεί στην Αίγυπτο, μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς. Είναι μέλος αριστερής οργάνωσης και εμπλέκεται στις πολιτικές δραστηριότητες της εποχής. Οι πολιτικές συγκρούσεις, το ελληνικό στοιχείο των παροικιών καθώς και το κοσμοπολίτικο κλίμα της Μέσης Ανατολής κυριαρχούν στο μυθιστόρημα. Στο απόσπασμά μας ο Σιμωνίδης βρίσκεται για ανάρρωση στο Κάιρο, όπου φιλοξενείται στο σπίτι μιας λαϊκής ελληνικής οικογένειας, της Αριάγνης και του Διονύση Σαρίδη, που ο γιος τους Μιχάλης είναι φίλος του. Η Αριάγνη είναι από τα αδρότερα πρόσωπα που έχει πλάσει ο Τσίρκας.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]