Αριάγνη

Η «Αριάγνη» είναι το δεύτερο από τα τρία βιβλία που αποτελούν το μυθιστόρημα «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα (1911-1980). Τα άλλα δύο είναι: «Η Λέσχη» (1960) και «Η νυχτερίδα» (1965). Η δράση εκτυλίσσεται διαδοχικά, στην Ιερουσαλήμ, στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια. Κεντρικό πρόσωπο και στα τρία έργα: ο Σιμωνίδης ή Καλογιάννης, ανθυπολοχαγός των ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων που είχαν σχηματιστεί στην Αίγυπτο, μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς. Είναι μέλος αριστερής οργάνωσης και εμπλέκεται στις πολιτικές δραστηριότητες της εποχής. Οι πολιτικές συγκρούσεις, το ελληνικό στοιχείο των παροικιών καθώς και το κοσμοπολίτικο κλίμα της Μέσης Ανατολής κυριαρχούν στο μυθιστόρημα. Στο απόσπασμά μας ο Σιμωνίδης βρίσκεται για ανάρρωση στο Κάιρο, όπου φιλοξενείται στο σπίτι μιας λαϊκής ελληνικής οικογένειας, της Αριάγνης και του Διονύση Σαρίδη, που ο γιος τους Μιχάλης είναι φίλος του. Η Αριάγνη είναι από τα αδρότερα πρόσωπα που έχει πλάσει ο Τσίρκας.

Τα γεγονότα συνολικά του βιβλίου καλύπτουν ένα τμήμα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο ξεκινά από τις 13 Δεκεμβρίου 1942 και φτάνει μέχρι το καλοκαίρι του 1943. Στο εξεταζόμενο απόσπασμα εντούτοις το ενδιαφέρον προσωρινά απομακρύνεται από τον πόλεμο και επικεντρώνεται στις σχέσεις που διαμορφώνονται ανάμεσα στους Ευρωπαίους κατοίκους της Αιγύπτου και τους ντόπιους, με αποκορύφωμα την «προφητική» αφήγηση της Αριάγνης για γεγονότα που θα συμβούν αρκετά χρόνια μετά, όταν οι Αιγύπτιοι υπό την ηγεσία του Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ θα εκδιώξουν από την Αίγυπτο τους ξένους παροίκους, μεταξύ των οποίων και πολλές χιλιάδες Ελλήνων. Ο Νάσερ θα καταλάβει την εξουσία της Αιγύπτου τον Ιούλιο του 1952 με βασική του επιδίωξη να επαναφέρει τον έλεγχο της χώρας στα χέρια του αιγυπτιακού λαού και να θέσει τέρμα στη συνεχή εκμετάλλευση των Αιγυπτίων από τους ξένους. Οι εξαρχής δηλωμένοι αυτοί στόχοι θα προκαλέσουν αναστάτωση στους Έλληνες της Αιγύπτου, οι οποίοι από τα πρώτα κιόλας βήματα του νέου καθεστώτος θα ξεκινήσουν να εγκαταλείπουν τη χώρα σε μια φυγή που θα συνεχιστεί αμείωτη μέχρι και το 1962, οπότε η ελληνική παροικία θα έχει πια σχεδόν εκμηδενιστεί. Η φυγή των Ελλήνων θα λάβει δραματικές διαστάσεις αρχικά το 1956, όταν ο Νάσερ προχώρησε στην εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ, χρονιά που θα διεξαχθεί και ο πόλεμος με το Ισραήλ, και κυρίως το 1957, όταν εθνικοποίησε πολλές επιχειρήσεις της χώρας (βιομηχανίες, τράπεζες, εμπορικές εταιρείες κ.τ.λ.), επιφέροντας ανεπανόρθωτο πλήγμα στην οικονομική δραστηριότητα των εκεί Ελλήνων.

Σπυρίδων Σκαρβέλης, «Κάιρο», 1924

Στο απόσπασμα που ακολουθεί, ο σύζυγος της Αριάγνης, Διονύσης Σαρίδης, αρνείται να εξισώσει τον εαυτό του με τους ντόπιους. Τα λόγια του είναι γεμάτα περιφρόνηση και αναδεικνύουν την αρνητική εκείνη νοοτροπία των παροίκων που εξώθησε τελικά τους Αιγυπτίους να λάβουν τον έλεγχο της χώρας τους και να εκδιώξουν όλους τους ξένους. «Σιγά σιγά, δίχως να το καταλάβουμε, μας έβαζε δίπλα για βοηθό κι από έναν ιθαγενή. Αυτοί καταλαβαίνεις, γομάρια, ό,τι και να τους δώσεις σου λένε κι ευχαριστώ». Μέσα από τα λόγια του Διονύση γίνεται εμφανές πως οι Αιγύπτιοι αντιμετωπίζονταν στην ίδια τους τη χώρα ως τελευταίας κατηγορίας πολίτες, ως υπηρέτες, που ήταν αναγκασμένοι να δέχονται όποια δουλειά τους προσέφεραν οι Ευρωπαίοι, με το χαμηλότερο δυνατό μισθό. Η εκμετάλλευση του Αιγυπτιακού λαού ήταν συνεχής και γινόταν όχι μόνο απροκάλυπτα, αλλά και με πλήρη απαξίωση απέναντι στους ντόπιους κατοίκους. Οι Ευρωπαίοι άποικοι βρίσκονται εκεί, όχι για να αξιοποιήσουν το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας, προσφέροντας ισότιμες ευκαιρίες ανάπτυξης και στους Αιγυπτίους, αλλά με την πρόθεση να πλουτίσουν εκμεταλλευόμενοι με κάθε τρόπο τους οικονομικά ασθενείς και ελάχιστα μορφωμένους κατοίκους.

Αντίθετα, η Αριάγνη διαθέτει την ωριμότητα εκείνη που της επιτρέπει να έχει πλήρη επίγνωση της θέσης της. Γνωρίζει πως η μοίρα της είναι απόλυτα συνδεδεμένη με τη μοίρα των ντόπιων κατοίκων, τους σέβεται και αναγνωρίζει στο πρόσωπό τους την ευγένεια των συναισθημάτων τους και τη μεγαλοψυχία τους. Σε αντίθεση με το σύζυγό της που αντιμετωπίζει υποτιμητικά τους ντόπιους, η Αριάγνη αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί και δεν πρέπει οι άνθρωποι, ιδίως εκείνοι που βρίσκονται στην ίδια άσχημη κατάσταση, να έχουν εχθρότητες μεταξύ τους. Διαθέτει σοφία, ταπείνωση και απλότητα και κατανοεί πως θα ήταν ματαιοδοξία να υιοθετήσει τις απόψεις του συζύγου της και να θεωρήσει τον εαυτό της καλύτερο από τους ντόπιους. Βλέπει σ’ εκείνους τα ίδια βάσανα με τα δικά της και πολύ περισσότερο βλέπει σ’ εκείνους την ίδια αγάπη και την ίδια διάθεση αυτοθυσίας που διακρίνει και την ίδια. Προβλέποντας τη μέρα του διωγμού των Ελλήνων από την Αίγυπτο σκέφτεται πως το μόνο που θα μπορούν να κάνουν τότε είναι να μαζέψουν όπως – όπως τα πράγματά τους για να τα πάρουν στη νέα τους πατρίδα. Μα η ίδια γνωρίζει καλά πως όσα πράγματα κι αν πάρουν, ό,τι έχει πραγματική σημασία, δηλαδή τις αναμνήσεις τους και τη ζωή που με τόσο κόπο έχτισαν στην Αίγυπτο δεν θα μπορέσουν ποτέ να τα πάρουν στην νέα τους πατρίδα. «Μια ζωή που έζησες, την έζησες, δεν τη βρίσκεις αλλού. Γιατί την έζησες μέσα σε μυρουδιές, μέσα σε φώτα, μέσα σε ήλιους και βροχές, μέσα σ’ ανθρώπους. Κι αυτά όλα θα μείνουν πίσω και θα τ’ αναζητάς».

«Η Αριάγνη τον κοιτούσε με τα μαύρα μάτια της και δεν έλεγε τίποτα. Μάτια που σε κοιτούνε και δε σαλεύουνε… Τρέμω. Θα ‘θελα να μη ζω. Να μη δούνε τα μάτια μου. Θα έρθει μέρα. Βλέπω κόσμο να στριμώχνεται στις προκυμαίες με βουνά γύρω τους τις βαλίτσες και τους μπόγους και τα στρώματα. Και πίσω τους τάφοι γονιών, προγόνων. Τάφοι μικρών παιδιών αφημένοι στο έλεος του Θεού. Δίχως καντήλι, δίχως έναν κουβά νερό να ξεδιψάσουν τα κόκκαλά τους.

Απ. Γεραλής, Πορτραίτο γυναίκας

Και όλο το μόχθο, τις γιορτές, τις αγκούσες, πενήντα, ογδόντα, εκατό χρόνων, να θαρρείτε πια πως τις παίρνετε μαζί σας γιατί καρφώσατε όπως – όπως μέσα σε σανιδένια μπατάλικα σεντούκια τα έπιπλα και το ρουχισμό και τα σκεύη σας και τίποτε θυμητικά μικροπράγματα. Και θα νομίζετε πως μια και κουβαλήσατε τα πράγματα σώσατε μαζί τους τη χαρά και τους έρωτες και τις ελπίδες και τα μεθύσια. Τίποτα δε σώσατε. Μόνο άψυχα πράματα που κάποτε σταθήκαν μάρτυρες. Θα τα στήσετε κάτω από άλλον ουρανό και θα δείτε πως δε θα σας μιλούν, δε θα σας λένε αυτά που περιμένετε. Γιατί θα τα ζεσταίνουν άλλα χνώτα, άλλα βλέμματα, άλλες φωνές. Μη χάνεστε κι ακούστε που σας λέω. Μια ζωή που έζησες, την έζησες, δεν τη βρίσκεις αλλού. Γιατί την έζησες μέσα σε μυρουδιές, μέσα σε φώτα, μέσα σε ήλιους και βροχές, μέσα σ’ ανθρώπους. Κι αυτά όλα θα μένουν πίσω σου και θα τ’ αναζητάς. Θα τριγυρίζετε σαν άταφοι νεκροί που ζητούν ένα λάκκο να πέσουν μέσα να ξεκουραστούν. Και τα γουμάρια και το κουρμπάτσι θα βρίσκονται πίσω σας μίλια και σεις πια μήτε θα τα θυμόσαστε. Εγώ, θα λέτε, να ξεραθεί το στόμα μου αν είπα ποτέ τέτοιο λόγο. Μα τον είπατε, είναι γραμμένος στον αέρα, πάνω στους τοίχους των σπιτιών, μέσα στις φυλλάδες που βγάζατε. Και τούτοι οι άνθρωποι, όσο πονετικοί κι αν είναι, πώς θέτε να τον ξεχάσουνε; Θα τον θυμούνται και θα σας τον θυμίζουνε και σεις θα μετανιώνετε πικρά. Γι’ αυτό σας λέω μη, μη όσο είναι καιρός.

Θα λέτε: μάνα, και τούτη τη λεκάνη, πίσω μας θα την αφήσουμε; Να σας πως για τη λεκάνη. Το άσπρο σμάλτο της από μέσα είναι τσουκαρισμένο στον πάτο, μια μαύρη ξεγδαρματιά που μεγαλώνει με τα χρόνια, γι’ αυτό θέλει προσοχή στο σαπούνισμα. Έτσι την αγόρασα, μισοτιμής. Αυτού μέσα έπλυνα τα μωρουδιακά σας, από Μιχάλη ως Νίκο, τριάντα χρόνια μάλιστα. Πώς θαρρείτε πως στήνεται νοικοκυριό άμα ζεις μεροδούλι, το προστατεύεις, γατζώνεσαι πάνω του. Και το κουβαλάς από το ισόγειο της Μπαλάξα στο μονόροφο του λαβύρινθου με τα πολλά καφασωτά κι από κει εδώ, κι από ’δω ποιος ξέρει πού, με τα μυαλά που πηγαίνετε.

Ακούς εκεί, γουμάρια! Δεν τη θυμάστε φαίνεται τη λεκάνη γεμάτη ως τη μέση με το αίμα της Ουρανίας. Τη θυμάστε; Ήταν νύχτα του Οχτώβρη, ζεστή. Το κοριτσάκι από τ’ απόγευμα, σα γύρισε από το σκολειό, παραπονιόταν. Ένα βάρος, μαμά, στο κεφάλι μου. Τη βάλαμε κάτω και πλάγιασε νωρίς. Θάτανε εννιά, θάτανε δέκα; Ο ποδηλατάς κάτω είχε στήσει το τάβλι στο φως της ασετυλίνης κι έριχνε μόνος τα ζάρια για να γυμνάζεται. Μαμά, φωνάζει η Ουρανία, έλα να δεις. Είχε ανοίξει η μύτης της, τα μαξιλάρια κόκκινα, το νυχτικό της έσταζε. Δεν είναι τίποτε, είπαμε. Θα ξεθυμάνει ο πονοκέφαλος. Μα το αίμα έτρεχε βρύση, φέραμε το κοριτσάκι στο αντρέ, φέραμε τη λεκάνη και πιάσαμε τα ξίδια και τα μπαμπάκια. Σκύψε παιδί μου, μέσα, όχι, όχι καλύτερα πίσω το κεφάλι του. Τι γάζες, τι μαντίλια γέμισε.

– Βρε Μιχάλη, λέω του μεγάλου, η βάρδια του πατέρα σου ακόμη δεν τελείωσε. Πετάξου σ’ ένα τηλέφωνο και πες του να φέρει αμέσως γιατρό. Γιατρό, νύχτα, στο σπίτι; Έβαλε τα κλάματα ο Σταμάτης και πίσω του το Καλλιοπάκι. Η Ουρανία ήτανε σαν το πανί, σκυμμένη πάνω απ’ τη λεκάνη, δεν ήθελε πια να γέρνει πίσω, γιατί το αίμα κατέβαινε στο στομάχι της και την αναγούλιαζε.

Απ. Γεραλής, Αυτοπροσωπογραφία

Κι ο Μιχάλης ξεχρόνιζε. Πάει το χάνω το παιδί, λέω μέσα μου. Βαστάτε της το κούτελο, τους λέω και πάω στα εικονίσματα. Έπεσα χάμω και χτυπούσα το κεφάλι στο πάτωμα. Παναγίτσα μου έλεγα, όχι αυτό, είναι αθώο και τ’ αγαπάει τόσο τα γράμματα. Και στο ράψιμο είναι καλό και τ’ αδέρφια της τα πονάει κι είναι η αδυναμία του κύρη της.

– Μαμά, μου φωνάζουνε, τα χέρια της πάγωσαν. Κι ο Μιχάλης ξεχρόνιζε. Κι έφτασε κάποτε και νόμισα πως έφτασε ο Μεσσίας. Μα τι μου λέει; Ο πατέρας δεν πήγε απόψε καθόλου στη δουλειά. Ω, συμφορά, ως ανάθεμα σ’ αυτόν που έβγαζε τις τράπουλες.

Κάνω έτσι κι όταν είδα τη λεκάνη γεμάτη στα μισά, μου ήρθε σαν τρέλα. Μπα, λέω, αδύνατο τόσο αίμα να είναι του παιδιού. Θα ‘χε τελειώσει. Αυτό είναι ξινισμένο κρασί απ’ τη νταμιζανίτσα του μπαλκονιού. Το παιδί χάνεται, Αριάγνη!

Άνοιξα τα παράθυρα. Σώστε χριστιανοί, το χάνω μέσα από τα χέρια μου, φωνάζω. Από κάτω κάτι μου λέγανε. Σκύβω, ήταν ο Γιούνες, μ’ εκείνο το σερσέμη τον πιανίστα το Γερμανό και χάζευαν το τάβλι του ποδηλατά.

– Ομ Μεχάλη τρέχει τίποτα;

– Βρε Γιούνες του λέω, σώσε το παιδί μου τελειώνει. Ώσπου να το πω ήταν απάνω. Πλατς, πλατς χτυπούσαν τα γυμνά του πόδια στα πέτρινα σκαλοπάτια. Μια και δύο τη σήκωσε στα χέρια και δρόμο κάτω. Πίσω ο Μιχάλης με το παλτουδάκι της, για να τη σκεπάσει. Ξοπίσω τους εγώ με τις παντόφλες και τη νυχτικιά. Πού την πάει; Τρέχαμε σαν τρελοί και δεν τον προφταίναμε. Και από πίσω μας ο μαχαλάς ξεσηκωμένος να ρωτάει: Μα τι γίνηκε, φονικό; Ποιος είχε καιρό να τους εξηγήσει.

Όταν φτάσαμε στη Μπουστάνι τον χάσαμε. Αριστερά, πήρε την Νταουαουίν, μας λέει ένας περαστικός. Κατάλαβα, την πήγαινε στο φαρμακείο που διανυχτέρευε, αντίκρυ στο σαράι του Πασά. Την είχαν κιόλας ξαπλωμένη στο μουσαμαδένιο κρεβάτι.

– Ψυχραιμία, κυρία μου, έλεγε ο φαρμακοποιός. Μην κάνετε έτσι. Τώρα θα φθάσει ο γιατρός. Ευτυχώς κατοικεί από πάνω μας. Πήγε να τον φωνάξει. Μα πού το βρήκατε τέτοιο θηρίο; Κοιτάξτε πώς την έσπασε την πόρτα μου. Αφού τον είδα και του φώναξε έρχομαι, ήταν ανάγκη να την κλωτσήσει; Ποιος θα πληρώσει τώρα τα τζάμια;

Με το γιατρό άλλο ζήτημα. Τον κατέβασε με τις πυτζάμες. Και τον κρατούσε από το σβέρκο μπας και του φύγει. Μα εκεί το παράκαμνε. Γιατί ο γιατρός ήταν ένας καλότατος άνθρωπος. Μικροκαμωμένος, με μούσι, μιλούσε φαρσί τα ελληνικά, αν κι ήτανε Σαμλής ή κάτι τέτοιο.

– Βρε, Γιούνες, του λέω, κατέβασε τα χέρια σου απ’ το γιατρό, δεν ντρέπεσαι;

– Ομ Μεχάλη μου κάνει, άσε με να τελειώσω τη δουλειά κι ύστερα δείρε με.

Έτσι το σώσαμε το κοριτσάκι. Κι όταν γυρίσαμε σπίτι με τ’ αμάξι που μας έφερε ο Γιούνες και την πλαγιάσαμε στο κρεβάτι κι αποκοιμήθηκε, είδα τη λεκάνη πάνω στο τραπέζι.

– Θέ μου, είπα, αυτό είναι το αίμα του παιδιού μου, πώς να το χύσω στο νεροχύτη; Μα κι αυτό το έκανα κι όταν γύρισε ο κύρης της, ξημερώματα πια, το σπίτι ήτανε συγυρισμένο κι όλα τα παιδιά κοιμόντουσαν σα να μην είχε γίνει τίποτα.

– Το γουμάρι, του κάνω, ο ξυπόλητος, που λες καμιά φορά, έσωσε το παιδί μας απόψε.

– Ποιος, τι; Κι όταν του τα είπα με το νι και με το σίγμα, τι γυρίζει και μου κάνει;

– Κι άφησες αυτόν τον βρωμάραπα να πάρει στην αγκαλιά του το κορίτσι μας;

Τη λεκάνη και τα εικονίσματα μπορείτε να τα πάρετε. Ακόμα και το τραπέζι με τον κίτρινο μουσαμά. Και την Ουρανίτσα την ίδια μπορείτε να τη στείλετε αλλού. Μα τη νύχτα μέσα στο γαϊδουροκαλόκαιρο, το φως της ασετυλίνης, τους δρόμους και το βουητό του μαχαλά, τα σπασμένα τζάμια και τις μεγάλες φωτισμένες γυάλες με το πράσινο και το κόκκινο νερό, το λαχάνιασμα του Γιούνες, το χαμόγελο του γιατρού, αυτά όλα θα μείνουν πίσω, δεν κλείνονται σε βαγόνια. Και δίχως αυτά τι παίρνετε μαζί σας; Τίποτα!».

* Στρατής Τσίρκας, Αριάγνη (Ακυβέρνητες Πολιτείες -2, εκδ. Κέδρος, 1962).

Πηγή: ebooks.edu.gr, latistor.blogspot.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s