Νεόφυτος Δούκας ο λόγιος Αρχιμανδρίτης και Φιλικός

Νεόφυτος Δούκας (1760-1845)

Ο Αρχιμανδρίτης Νεόφυτος Δούκας (1760-1845) ήταν Φιλικός και σημαντικός διδάσκαλος του Έθνους προ, κατά και μετά την Επανάσταση του 1821. Κατά τον Κωνσταντίνο Σάθα «ολίγους των λογίων δύναταί τις να παραβάλλη με τον Νεόφυτον, ως προς το άοκνον και φιλόπονον αυτού. Εις το γράφειν. Τα συγγράμματα τα οποία αυτός εσχολίασε, παρέφρασεν ή συνέγραψεν αποτελούσιν πλήρη βιβλιοθήκην, υπερβαίνοντα τους εβδομήκοντα τόμους. Εδαπάνησεν εις έκδοσιν αυτών δραχμάς εκατόν πεντήκοντα εξ χιλιάδας και τα αντίτυπα πάντα δωρεάν διένειμεν εις την ελευθέραν και δούλην Ελλάδα» (Κων. Σάθα, «Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων 1453-1821», εκδ. Χιωτέλλη, Αθήναι, 1868, σελ. 705).

Συνέχεια

Οι Κρυπτοχριστιανοί στην Τουρκία

Η πλούσια βιβλιογραφία για την ύπαρξη κρυπτοχριστιανών στην Τουρκία δεν είναι πλέον επαρκής για να μας διαφωτίσει για τους απογόνους αυτών των κρυπτοχριστιανών στην εποχή μας. Υπάρχουν βεβαίως πληροφορίες από κληρικούς και επισκέπτες από την Ελλάδα αλλά δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν γενικότερα συμπεράσματα. Επιπλέον ορισμένες παραδοσιακές πρακτικές των -κατά τα άλλα- μουσουλμάνων γειτόνων μας, όπως η προσκύνηση σε τόπους χριστιανικής λατρείας, ανάγονται στην ιδιάζουσα χριστιανοϊσλαμική σύνθεση που πραγματοποιήθηκε στη Μικρά Ασία ήδη από την περίοδο των Σελτζούκων.

Η αναζήτηση χριστιανικών συμβόλων από τμήμα της τουρκικής κοινωνίας δεν πρέπει να εκλαμβάνεται πάντοτε ως ένδειξη κρυπτοχριστιανικής ταυτότητας. Κάποτε είναι προϊόν δεισιδαιμονιών και τα χριστιανικά σύμβολα αντιμετωπίζονται σαν μαγικά φυλαχτά που απλώς φέρουν γούρι. Ο προσεκτικός παρατηρητής διαβλέπει βεβαίως στην Τουρκία πολλά ίχνη από το Βυζάντιο που έχουν ενσωματωθεί στην κοινωνική συμπεριφορά και τα ενδόμυχα πιστεύω των μουσουλμάνων, σε σημείο ώστε να γίνεται λόγος και περί «εκκοσμικευμένου Βυζαντίου» στο τμήμα της χώρας από τα παράλια μέχρι την Άγκυρα, ενώ οι πάντες ομολογούν ότι στον Πόντο υπάρχει ένας πολιτισμός διαφορετικός από όλη την υπόλοιπη χώρα.

Ευχάριστη λοιπόν έκπληξη για όσους ενδιαφέρονται για την ύπαρξη κρυπτοχριστιανών στη σημερινή Τουρκία αποτέλεσε το σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου του Φαρούκ Τουντζάι που κυκλοφορήθηκε από το Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού που διευθύνει. Ο συγγραφέας είναι λεξικογράφος τουρκικών και πολιτικός αρθρογράφος, εγκατεστημένος στην Ελλάδα από το 1982, όπου κατέφυγε ως μέλος της αριστερής οργάνωσης Dev-Yol. Ασχέτως εάν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις κατά καιρούς θέσεις του, χαίρει ιδιαίτερου κύρους στην ελληνική κοινωνία, τόσο για την ποιότητα του Ελληνοτουρκικού (1994) και του Τουρκοελληνικού (2000) λεξικού, όσο κυρίως για την παρρησία με την οποία εκφράζεται και το ελεύθερο και αντισυμβατικό φρόνημα που τον διακρίνει ως στάση ζωής.

Στο βιβλίο του υπό τον τίτλο «Πορτρέτα» ο Τουντζάι διηγείται ενδιαφέροντα περιστατικά από την πολυτάραχη ζωή του στην Τουρκία και στην Ελλάδα. Σχετικά με τους κρυπτοχριστιανούς παραθέτει μια αφήγηση ενός παλαιού συντρόφου του που αποφυλακίστηκε κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980 από τη δικτατορία του Εβρέν, όταν το καθεστώς προέβη σε σταδιακή φιλελευθεροποίηση διενεργώντας κοινοβουλευτικές και δημοτικές εκλογές.

Τότε ο φίλος του Τουντζάι αποφάσισε να περιηγηθεί στην Τουρκία με σκοπό αφ’ ενός να ενημερωθεί για τον τρόπο σκέψης των Τούρκων στα πολιτικά ζητήματα και αφ’ ετέρου να έλθει σε επαφή με παλιούς του συντρόφους. Υποδυόμενος τον πλασιέ βιβλίων ταξίδεψε με το αυτοκίνητό του σε διάφορα μέρη της Τουρκίας, ώσπου έφθασε σε ένα χωριό κοντά στα σύνορα με την Αρμενία. Εκεί, μπροστά στο καφενείο του χωριού, άπλωσε το εμπόρευμά του -εγκυκλοπαίδειες και βιβλία- και προσκάλεσε τους θαμώνες να το κοιτάξουν. Ένας χωρικός διάλεξε ένα Ευαγγέλιο μεταφρασμένο στα τουρκικά και επιτέθηκε λεκτικά στον «πλασιέ» για το πώς τόλμησε να φέρει ένα παρόμοιο βιβλίο.

Ο τελευταίος, αντλώντας επιχειρήματα και από το σχολείο, αντιλέγει διαβεβαιώνοντας τον συνομιλητή του ότι «και το Κοράνι ακόμη θεωρεί το Ευαγγέλιο ιερό κείμενο, πως το Ισλάμ το σέβεται, και δεν μπορεί να λέγεται μουσουλμάνος κάποιος που δεν αναγνωρίζει κάτι τέτοιο». Ακολουθεί έντονη συζήτηση, με πολλούς παρεμβαίνοντες -και τον ιμάμη ανάμεσά τους, η οποία επεκτείνεται στις μη μουσουλμανικές θρησκευτικές μειονότητες της Τουρκίας και, όπως γράφεται χαρακτηριστικά, «στη Γενοκτονία των Αρμενίων και στις άλλες εθνοκαθάρσεις που κατά καιρούς έχουν συμβεί και συμβαίνουν στην Τουρκία». Όταν ακούγεται το «Μπιρ Αλλάχ», η τελευταία προσευχή της ημέρας, ο ιμάμης καλεί ευγενικά στο τζαμί τον «πλασιέ», ο οποίος προσπαθεί να το αποφύγει, αλλά κατόπιν πιέσεως δέχεται.

Οδηγείται από τον ιμάμη στο τζαμί όπου κάτω από το μινμπάρ (τον άμβωνα του τζαμιού) ανοίγει μια καταπακτή που οδηγεί σε μια μικρή σάλα. Εκεί ο ιμάμης ενδύεται ενώπιόν του το εντερί και φορεί μια αρμενική τιάρα. Ακολουθεί η Θεία Λειτουργία και μετά τη λήξη της ο ιμάμης του εξηγεί μεταξύ άλλων ότι «επειδή μια μέρα μπορεί να αναλάβετε εσείς τη διακυβέρνηση της χώρας μας, θέλω να ξέρετε πως υπάρχουμε και εμείς». Η διήγηση αυτή είναι αποκαλυπτική, προέρχεται από ανεξάρτητη και μη ελεγχόμενη πηγή, και μαρτυρεί το μεγαλείο απλών ανθρώπων οι οποίοι διατηρούν την πατρογονική τους πίστη εν μέσω πυρός και σιδήρου.

Οι 45 Κρωμναίοι κρυπτοχριστιανοί που φανέρωσαν την πίστη τους

Το χάτι χουμαγιούν ήταν το αυτοκρατορικό – σουλτανικό διάταγμα που υποχρεώθηκε να εκδώσει η Τουρκία μετά τη λήξη του Κριμαϊκού πολέμου (1854-1856). Με αυτό αναγνωριζόταν σε όλους τους υπόδουλους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η ισότητα, η ισονομία καθώς και η ελευθερία της συνείδησης και η ελεύθερη άσκηση της λατρείας. Το διάταγμα επικυρώθηκε από διεθνές συμβούλιο που συνήλθε επί τούτου στο Παρίσι, τον Μάρτιο του 1856 (Συνθήκη Παρισίων του 1856). Ως αποτέλεσμά του εκδόθηκαν το 1862 οι γενικοί κανονισμοί των Πατριαρχείων, με τους οποίους ρυθμίζονταν και διευθετούνταν τα εκκλησιαστικά και εθνικά θέματα που απασχολούσαν τους ορθόδοξους χριστιανούς που ζούσαν υπό τον Οικουμενικό Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως και ήταν υπήκοοι του σουλτάνου.

Το 8ο άρθρο του διατάγματος όριζε: «Επειδή πάσαι αι θρησκείαι θα εξασκώνται ελευθέρως εν τοις κράτεσί μου, ουδείς υπήκοος της αυτοκρατορίας μου θα στενοχωρηθή εν τη εξασκήσει της θρησκείας ην πρεσβεύει, κατ’ ουδένα δε τρόπον θα ενοχληθή ένεκα τούτου». Έναν χρόνο αργότερα, το 1857, όταν διοικητής της Τραπεζούντας ήταν ο Ρουστέμ πασάς, 45 κρυπτοχριστιανοί Κρωμναίοι συγκεντρώθηκαν στη μονή της Θεοσκεπάστου και υπέγραψαν ένα «επιτροπικόν» έγγραφο, στο οποίο διακήρυτταν την πίστη τους και την απόφασή τους να φανερώσουν την αληθινή θρησκεία τους.

Το «επιτροπικόν» αυτό ήταν το εξής:                

«Διά του παρόντος ημών αποδεικτικού ενσφραγίστου επιτροπικού γράμματος δηλοποιούμεν ημείς οι εκ των επαρχιών των δύο μητροπόλεων αγίου Τραπεζούντος και Χαλδίας, κάτοικοι των χωρίων Κρώμνης, Σάντας, Κοβάσης, Πάρτης, Γιαγλήτερες, Σταύρης, Μούζενας, Στύλου, Χάραβας, Ταντουρλού, Σήσε, Πόντιλας, Θέρσας, Άγουρσας, Λαραχανής, Καπίκιογλου, Γαλίανας, Χατσάβερας, Κάβαρας και λοιπών, ότι κοινή γνώμη και εν μιά συμπνοία και ομονοία αποκατεστήσαμεν, από μέρους πάντων ημών, πληρεξουσίους επιτρόπους τον κύριον Τοσούνογλουν Μουσταφά Γιαγιτζήν μετά της συνοδείας αυτού, Μουσταφάν Τουρσούνογλου και Σουλεϊμάνογλου Ισμαΐλην, εις το να απολογηθώσι και δώσωσι τους αποχρώντας λόγους εις ό,τιδήποτε ερωτήσεις θέλουσι γίνει διά την οποίαν υπόθεσιν εστάλησαν εις Κωνσταντινούπολιν.

Εις τους κυρίους τούτους έχομεν παραδεδομένας την στερεάν ημών απόφασιν και την κοινήν γνώμην εις το να ενεργήσωσιν επί οίον τρόπον δύνανται την ανακάλυψιν της άχρι τούδε κεκρυμμένης θρησκείας μας. Όθεν παρακαλούμεν τους εξοχωτάτους πρέσβεις των Αυτοκρατορικών δυνάμεων Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Ρωσσίας και Ελλάδος, όπως αναγνωρίσωσιν αυτούς δυνάμει του παρόντος ενσφραγίστου επιτροπικού ημών γράμματος γνησίους ημών επιτρόπους, και οδηγήσωσιν αυτούς τα δέοντα υπέρ της θρησκείας και ελευθερίας ημών.

Δια τούτο λοιπόν έγινε το παρόν ανά χείρας αυτών δεικτικόν και τη σφραγίδι ενός εκάστου εσφραγισμένον επιτροπικόν γράμμα και εδόθη αυτοίς φέρειν εις ένδειξιν εν παντί τόπω και δικαστηρίω».

Ένα ξεχασμένο, εκπληκτικό κείμενο για τους Κρυπτοχριστιανούς

Τὴν 9ην ὥραν τῆς πρωίας τουρκιστί, δηλαδὴ περὶ τὴν τρίτην μετὰ τὸ μεσονύκτιον, σπάνιοί τινες διαβάται, οἱ τελευταῖοι ἀπομείναντες εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ κατὰ τὴν λειτουργίαν τῆς πρώτης Ἀναστάσεως, ἐπέστρεφαν σπεύδοντες εἰς τὰς οἰκὶας των. Μετ’ ὀλίγον οὔτε ἒν βῆμα ἀντήχει είς τὸν δρόμον, σιγὴ δὲ νεκρικὴ ἐβασίλευε καθ’ ὅλην τὴν τουρκικὴν συνοικίαν. ῎Εξαφνα ἡ θύρα τῆς αὐλῆς μεγάλης τινὸς οἰκίας ἠνοίχθη χωρὶς κρότον καὶ ἐφάνη προκύψασα κεφαλὴ ἀνθρώπου. Ἡ κεφαλὴ ἐστράφη δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ὡς νὰ ἐξήταζε μετὰ προσοχῆς εἰς τὸ μέσον τοῦ σκότους, ἔπειτα άπεσύρθη καὶ άνεφάνη πάλιν διὰ νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ἐξέτασιν.

-᾽Ελᾶτε, δὲν εἶναι κανείς, ἠκούσθη χαμηλὴ φωνή.

Ψιθυρισμὸς ἐλαφρὸς ἠκολούθησε, καὶ τρία σώματα, σκιαὶ μάλλον, ἡ μία μεγάλη, αἱ ἄλλαι μικρότεραι, ἐξῆλθον εἰς τὸν δρόμον. Ἀλλὰ παρευθὺς βήματα ἀντήχησαν, κατ’ ἀρχὰς μόλις ἀκουόμενα, ἔπειτα δὲ βαρέα καὶ πλησιάζοντα. Αἱ τρεῖς σκιαὶ ἀπεσύρθησαν ἀμέσως ἐντὸς τῆς αὐλῆς, καὶ ἡ θύρα ἐπανεκλείσθη. Ὅτε ὁ διαβάτης ἐπέρασε καὶ ἔσβησεν ὁ κρότος τῶν βημάτων του, προέκυψεν ἐκ νέου ἡ κεφαλὴ ἐκ τῆς ἡμιανοιχθείσης θύρας, ἐστράφη, ἐξήτασε, καὶ τὰ τρία πρόσωπα ἐξῆλθον πάλιν.

– Πᾶμε γρὴγορα, ἐψιθύρισεν ὁ ὑψηλὸς ἀνήρ· πᾶμε γρήγορα. Ἀργὴσαμε πολύ, καὶ θὰ μᾶς περιμένῃ… Βάλε καλύτερα τὸ γιασμάκι σου, ᾽Ελιφὲτ-Ρεσσίτ, δῶσε μου τὸ χέρι σου!

Καὶ οἱ τρεῖς ἐβυθίσθησαν εἰς τὸ σκὸτος τοῦ μικροῦ δρόμου καὶ ἐπροχώρουν σιωπηλοί˙ ἀλλὰ μόλις ἔστρεψαν αὐτόν, εὑρέθησαν πρὸ γραίας γυναικός, κρατούσης εἰς τὴν χεῖρα λαμπάδα ἀναμμένην. ᾽Εβάδιζεν αὕτη μετὰ κόπου ἔνεκα τῆς ἡλικίας της, ἐσύρετο σχεδόν, διὰ νὰ φέρῃ εἰς τὸ σπίτι της τὸ «ἅγιον φῶς», ποὺ εἶχεν ἀνάψει εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Εἰς τὴν θέαν του φωτὸς καὶ οἱ τρεῖς ἔστρεψαν τὴν κεφαλὴν πρὸς τὸ ἀντίθετον μέρος, διὰ νὰ μὴ ἀναγνωρισθοῦν.

Ἀλλὰ ματαίως ἡ γραῖα ὕψωσεν ὀλίγου τὸ φῶς, καὶ ἐφώτισεν αὐτοὺς περισσότερον διὰ τῶν ἀκτίνων του καὶ τῶν βλεμμάτων της. ῾Ο δρόμος ἦτο στενός. Τὰ πλατιὰ ἐνδύματα τῆς ᾽Ελιφέτ, μετατοπίζοντα τὸν ἀέρα, παρ’ ὀλίγον εἰς τὸ σκότος νὰ σβήσουν τὴν φλόγα τῆς λαμπάδος.

– Πολλὰ τὰ ἔτη σας, Μεχμὲτ μπέη, εἶπεν ἡ γραῖα χαιρετίζουσα.

– Καλημέρα, κερά ἀπήντησεν ἐκεῖνος· καὶ τοῦ χρόνου. Καὶ ἐπροχώρησε μετὰ τῆς συνοδείας του.

Ἡ γραῖα στραφεῖσα τότε τοὺς παρηκολούθησεν ἐπ’ ὀλίγον διὰ τοῦ βλέμματος, ὅταν δὲ τοὺς ἔχασεν εἰς τὸ σκότος εἶπε μέσα της:

– Τέτοια ὥρα ὁ Μεχμὲτ μπέης μὲ μιὰ χανοὺμ καὶ τὸ γυιὸ του… Ποῦ νὰ πηγαίνουμε; Χριστέ μου, μέρα πού’ ναι, δὲ ρίχνεις μιὰ φωτιὰ νὰ τόν κάψῃς, νὰ γλυτώσουν ἀπὸ ἕνα κακὸ σκύλο οἱ Χριστιαυοί;

Εἰς σκότος ἦτο βυθισμένος καὶ ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ. Πρὸ μικροῦ χιλιάδες κηρίων κατεφώτιζον αὐτόν˙ πρὸ μικροῦ πλήθη εὐσεβῶν συνωθοῦντο καὶ εἰς τὰς αὐλάς του ἀκόμη, πρὸ μικροῦ χαρμόσυνοι ψαλμῳδίαι ἀντήχουυ ὑπὸ τοὺς θόλους του καὶ τὸ «Χριστὸς Ἁνέστη» ἀπὸ στόματος εἰς στόμα μετεδίδετο ὡς ὁ γλυκύτατος τῶν ἀσπασμῶν.

Τώρα ἀπέμεινε μόνον τὸ ἀνάμικτον ἄρωμα τῶν λιβανωτῶν καὶ τῶν κηρίων, γεμίζον τὴν ἀτμόσφαιραν, ἡ πρὸ τῆς ἐπαργύρου εἰκόνος τῆς Παναγίας κανδήλα, αύτὴ μόνον διατηροῦσα τὸ ἀμυδρόν φῶς της, καὶ σιγή, σιγὴ πανταχοῦ…

Δύο κτύποι ἀκούονται αἴφνης εἰς τὴν ἐσωτερικὴν θύραν, ἑξ ἑνὸς παρ’ αὐτὴν στασιδίου ἐγείρεταί τις καθήμενος, ἀναμένων, καὶ σπεύδει μὲ βῆμα ἀσταθές, ὑποτρέμων, ν’ ἀνοίξῃ. Ἦτο ὁ ἱερεύς. Εἰσέρχεται εἰς, κλίνει τὸ σῶμα καὶ ἀσπάζεται τὴν δεξιάν του. Εἰσέρχεται ἄλλος, εἰσέρχεται τρίτος καὶ ἐπαναλαμβάνουν τὰ αυτά. Ἔπειτα ἡ θύρα κλείεται οἱ δὲ εἰσελθόντες, προπορευομένου τοῦ ἱερέως, πλησιὰζουν ἀθορύβως πρὸ τοῦ τέμπλου καὶ γονατίζουν, κάμνοντες τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ.

Ὁ ἱερεύς Γρηγόριος, γέρων σεβάσμιος, μὲ μακρὰν ὁλόλευκον γενειά- δα, εἰσέρχεται διὰ τῆς πλαγίας θύρας εἰς τὸ Ἱερόν, ἀνοίγει τὴν Ὡραίαν Πύλην καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν μικρότερον τῶν γονυπετούντων:

– ῎Ελα, παιδί μου, ἐδῶ νὰ μὲ βοηθήσῃς. Καὶ παραδίδει εἰς τὰς τρεμούσας ἐκ συγκινήσεως χεῖρας τοῦ σπεύσαντος δεκαετοῦς μικροῦ παιδίου μικρὰν λαμπάδα, ἀφοῦ ἤναψεν αὐτὴν ἐκ τοῦ ἀκοιμήτου φωτός, ποὺ φυλάσσεται ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου.

῎Επειτα, μετά τινας στιγμάς, φορέσας τὸ χρυσοπράσινον αὐτοῦ πετραχήλιον καὶ λαβὼν διὰ τῆς ἀριστερᾶς τὸ λιθοκόλλητον δισκοπότηρον τῆς Ἁγίας Κοινωνίας ἐπλησίασε πρὸς τὴν Ὡραίαν Πύλην ψιθυρίζων εὐχάς τινας μὲ χαμηλὴν φωνήν.

Πρὸ αὐτῆς ἐστέκετο ὁ λαμπαδοφόρος παῖς μὲ συμπαθῆ ὡραίαν ὅψιν, ὠχρός, συγκινημένος, μὴ τολμῶν νὰ ὑψώσῃ πρὸς τὸν ἱερέα τὰ ὄμματα.

– Πλησιάσατε, εἶπεν ὁ ἱερεὺς πρὸς τοὺς ἄλλους δύο.

Ἐν πρώτοις ἐπλησίασε γυνή, τριάντα ἕως τριανταπέντε ἐτῶν. Τὸ φῶς τῆς λαμπάδος ἔπιπτεν ὅλον ἐπὶ τῆς μορφῆς της, τῆς ὁποίας ἡ ἄπταιστος κανονικότης καὶ ἡ ἐρασμία αὐστηρότης παρουσίαζον τέλειον τύπον βυζαντινῆς ἁγιογραφίας. Ἦτο ἐπίσης ὠχρὰ καὶ βαθέως συγκινημένη.

Εχρειάσθη νὰ τὴν στηρίξῃ διὰ τῆς χειρὸς ὁ πλησίον ἱστάμενος, διὰ νὰ μὴ πέσῃ, ἀναβαίνουσα τὰς βαθμίδας, ποὺ τὴν ἐχώριζον ἀπὸ τοῦ ἱερέως.Οἱ μεγάλοι μαῦροι ὀφθαλμοί της ἦσαν δακρυσμένοι.

– «Μεταλαμβάνει ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ Μαρία, εἰς τὸ ὀνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

Ταῦτα ἀπήγγειλε βραδέως καὶ μετ’ ἐξαιρετικῆς ἐπισημότητος ὁ ἱερεύς, πλησιάζων πρὸς τὸ στόμα της τὴν θείαν μετάληψιν. Δύο μεγάλα δάκρυα ἐφάνησαν ἐπὶ τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἐκυλίσθησαν εἰς τὰς παρειὰς τῆς μεταλαβούσης.

– Μνήσθητί μου, Κύριε, εἶπεν μετὰ συντριβῆς, κάμνουσα τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ καὶ ὀπισθοχωροῦσα.

῎Επειτα, εἰς ἐν νεῦμα τοῦ ἱερέως, ἔλαβε τὴν λαμπάδα ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ παιδός, διὰ νὰ πλησιάσῃ καὶ οὖτος.

– «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Νικόλαος, ἐπανέλαβει ὁ ἱερεύς, περιβάλλων τὸν παῖδα διὰ φιλοστόργου βλέμματος.

Ἦλθε καὶ ἡ σειρὰ τοῦ ἀνδρός. Ἀνέβη καὶ οὔτος μὲ θάρρος τὴν άνωτέραν πρὸς τὸ ἱερὸν βαθμίδα καὶ ἐπλησίασεν. Αἱ ἀκτῖνες τῆς λαμπάδος τρέμουν, διότι τρέμει καὶ ἡ χεὶρ τῆς κρατούσης αὐτὴν Μαρίας. Πρὸ τοῦ «σώματος καὶ τοῦ αἵματος» ἡ αυστηρὰ καὶ ἐπιβλητικὴ ὅψις του καθίσταται ἥμερος καὶ συμπαθής, ὡς μορφὴ μάρτυρος, τὸ δὲ κινούμενον φῶς δίδει ἀνέκφραστόν τινα γλυκύτητα εἰς τοὺς συγκινημένους χαρακτῆρας τοῦ προσώπου του, εἰς τοὺς ἀκτινοβολοῦντας ἐκ χαρᾶς ὀφθαλμούς του.

– «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Μιχαήλ, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ἐπανέλαβε διὰ τρίτην φορὰν μετ’ ἐπιταθείσης εἰς τὸ ἔπακρον συγκινήσεως ὁ ἱερεὺς καὶ ἐδάκρυσε καὶ οὗτος.

– Ἀμήν˙ εἶπε διὰ βραχνῆς φωνῆς ὁ μεταλαβών.

Ὅταν μετά τινα λεπτὰ αἱ τρεῖς σκιαί, διασχίζουσαι τὸ ἐπὶκρατοῦν ἔτι σκότος εἰς τὰς στενωποὺς τοῦ Ἡρακλείου, ἐπέστρεφαν βιαστικαὶ εἰς τὴν οἰκίαν των, γραῖά τις δὲν ἔτυχεν εἰς τὸν δρόμον, διὰ νὰ τοὺς ἀναγνωρίσῃ μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ κηρίου τῆς Ἀναστάσεως. Ἂν εὑρίσκετο καὶ ἔβλεπε τὸν Μεχμὲτ μπέην, τὴν σύζυγόν του ᾽Ελιφὲτ καὶ τὸν υἱόν του Ρεσσίτ, θὰ τοὺς κατηρᾶτο καὶ αὕτη «νὰ ρίξῃ μιὰ φωτιὰ καὶ νὰ τοὺς κάψῃ ὁ Χριστὸς ἡμέρα πού’ ναι, γιὰ νὰ γλυτώσουν ἀπὸ ἕνα κακὸ σκύλο οἱ Χριστιανοί».

Διότι ὁ Μεχμὲτ ἔχαιρε φήμην σκληροῦ καὶ τυραννικοῦ μπέη, μόνος δὲ ὁ παπᾶ Γρηγόρης ἐγνώριζε ποίους θησαυροὺς πίστεως, ἀγάπης καὶ αὐταπαρνήσεως περιεῖχον αἱ καρδίαι τοῦ Μανουήλ, τῆς Μαρίας καὶ τοῦ υἱοῦ των, οἱ ὁποῖοι, κακοὶ εἰς τὸ φανερὸν Τοῦρκοι, ἐξήσκουν κρυφὰ στὰ τῆς σεβασμίας χειρός του πᾶσαν χριστιανικὴν ἀρετήν, θύματα καὶ αὐτοὶ δυστυχισμένα τῆς κατακτήσεως καὶ τῆς βίας, διατηροῦντα ἄσβεστον, ἀλλὰ μυστικήν, εἰς τὰς ψυχάς των τὴν ἱερὰν παράδοσιν τῆς πίστεως,πτωχοὶ μάρτυρες, φέροντες ἀντὶ βαρέος σταυροῦ ἐλαφρὸν σαρίκιον, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον μόνον μετὰ τῆς κεφαλῆς των ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποσπασθῇ.

Ματαίως θὰ κτυπήσετε τώρα τὴν θύραν τοῦ μεγάλου κονακίου. Κανεὶς δὲν θὰ. σᾶς ἀνοίξῃ. Αἱ σκλάβαι καὶ οἱ ὑπηρἑτ ὅλοι ἐστάλησαν ἀπὸ χθές εἰς τὸ μακρὰν τῆς πόλεως κείμενον μετόχι τοῦ Μεχμὲτ-μπέη, ὅπου θὰ ἐπήγαιναν τὴν ἐπαύριον καὶ οἱ κύριοί των. ῎Εμειναν οὗτοι μόνοι εἰς τὸ κονάκι, ἀλλὰ ματαίως θὰ κρούσετε.

Κανεὶς δὲν θὰ σᾶς ἀνοίξῃ, διότι κανεὶς δέν θὰ σᾶς ἀκούσῃ. Ὁ Μεχμὲτ, ἡ ᾽Ελιφὲτ καὶ ὁ μικρὸς Ρεσσὶτ δὲν εἶναι ἐδῶ. Τὸ κονάκι κατάκλειστον, κατασκότεινον. Μόνον εἰς τὸ ὑπὁγειον ἠδύνατο κανεὶς νὰ εὕρῃ ἀνθρώπους, ἀλλὰ δὲν εἶναι οὗτοι γνωστοὶ εἰς κανένα. Εἶναι τρεῖς πτωχοὶ χριστιανοὶ, προσευχόμενοι πρὸ τῆς εἰκόνος τοῦ ᾽Εσταυρωμένου. ῾Ο τρίτος, ὁ υἱός, στέκεται πλησίον μικρᾶς τραπέζης, ἐπὶ τῆς ὁποίας κάνιστρον γεμᾶτον κόκκινα αὐγά, καὶ ἀναγιγνώσκει εἰς χρυσόδετον βιβλίον μὲ χαμηλὴν φωνήν:

«Οὔσης ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν ᾽Ιουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν».

Καὶ οἱ ἀκούοντες προσθέτουν μετὰ συντριβῆς:

– Κύριε, ἐλέησον…».

Πηγές:
– Γιώργος Τσούτσος, σε: romioitisanatolis.blogspot.com
– orthodoxianewsagency.gr
– Ἰωάννης Δαμβέργης, Νεοελληνικὰ Ἀναγνώσματα, Β’ Γυμνασίου 1957, sfa-cryptochristian.blogspot.com

Άγιος Ιλαρίων ο νέος οσιομάρτυς εκ Κρήτης

20 Σεπτεμβρίου

Ο Άγιος Ιλαρίων καταγόταν από το Ηράκλειο της Κρήτης και το κοσμικό του όνομα ήταν Ιωάννης. Είχε άλλα τέσσερα αδέλφια, οι δε γονείς του, Φραντζέσκος και Αικατερίνη, τον είχαν αναθρέψει με επιμέλεια και είχε μάθει τα ιερά γράμματα. Ο Ιωάννης είχε ένα θείο γιατρό ο οποίος φεύγοντας για την Κωνσταντινούπολη τον πήρε κοντά. Μολονότι ο Ιωάννης έμεινε από μικρός μαζί του για δέκα χρόνια ούτε ιατρική τον έμαθε ο θείος ούτε ενδιαφερόταν καν για τον ανιψιό του. Γι’ αυτό ο Ιωάννης αναγκάστηκε να φύγει από το σπίτι του θείου του και προσελήφθη ως υπάλληλος σ’ ένα έμπορο, Χιώτη στην καταγωγή, ο οποίος απασχολούσε ήδη και κάποιο άλλο υπάλληλο. Κάποτε ο έμπορος αναγκάστηκε να λείψει από το κατάστημά του πηγαίνοντας στην ιδιαίτερή του πατρίδα τη Χίο. Όταν επέστρεψε, οι δύο υπάλληλοι απέδωσαν λογαριασμό στο αφεντικό τους για το χρονικό διάστημα που απουσίαζε. Ο έμπορος θεώρησε ότι τα χρήματα που είχαν εισπραχθεί δεν ανταποκρίνονταν στην αξία των εμπορευμάτων που είχαν πουληθεί και ότι έλειπαν τριάντα γρόσια, μολονότι δεν είχαν κάνει απογραφή των εμπορευμάτων πριν φύγει. Οι υποψίες και οι απειλές του εμπόρου στρέφονταν κατά του Ιωάννη. Απελπισμένος ο Ιωάννης ζήτησε βοήθεια από τον θείο του, ο οποίος όμως δεν τον δέχθηκε.

Μέσα στην απελπισία του πήγε στο ανάκτορο του σουλτάνου για να συναντήσει τη Βαλιδέ σουλτάνα, τη βασιλομήτορα. Πρώτα παρουσιάστηκε στον επιτετραμμένο αγά, τον Αιθίοπα Μερτζάν Αγά, που τον γνώριζε, του ανέφερε την υπόθεση και αυτός ο κάκιστος σύμβουλος άρπαξε την ευκαιρία και τον συμβούλεψε να αλλαξοπιστήσει και θα έχει πολλά πλούτη και αξιώματα. Μέσα στη στεναχώρια του ο Ιωάννης και με συνεργία του διαβόλου δέχθηκε. Τότε περιχαρής ο αγάς τον παρουσίασε στη μητέρα του σουλτάνου και αυτή με τη σειρά της στον σουλτάνο. Αμέσως του έκαναν περιτομή, τον έντυσαν με λαμπρά ενδύματα και τον παρέδωσαν σε κάποιον χότζα να τον διδάσκει. Μετά τρεις ημέρες όμως ήρθε ο νέος στον εαυτό του και μετανόησε από την καρδιά του. Ζητούσε ευκαιρία να φύγει.

Πράγματι κατόρθωσε και έφυγε για την Κριμαία. Έμεινε εκεί δέκα μήνες αλλά δεν μπορούσε να βρει ανάπαυση από το μεγάλο σφάλμα της άρνησης. Έτσι αποφάσισε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό να ομολογήσει τον Χριστό. Κάποιοι πνευματικοί όμως τον συμβούλευσαν να πάει στο Άγιον Όρος. Πήγε στο Άγιον Όρος, πρώτα στην Ιβήρων και έπειτα στη σκήτη της Αγίας Άννης, κοντά σε κάποιο ιερομόναχο Βησσαρίωνα, ο οποίος υπήρξε αλείπτης και του νεομάρτυρος Λουκά. Ο Γέροντας τον δέχθηκε και του όρισε κανόνα με αυστηρή άσκηση και νηστεία. Σε λίγο καιρό τον έκειρε μοναχό με το όνομα Ιλαρίων. Ένα πρωί ο Ιλαρίων είπε στον Γέροντά του ότι νιώθει έτοιμος να ομολογήσει τον Χριστό που είχε αρνηθεί. Ο Γέροντας συγκατένευσε στον καλό λογισμό και αναχώρησαν μαζί για την Κωνσταντινούπολη. Εκεί πρώτα κοινώνησε από τον Γέροντά του τα Άχραντα Μυστήρια και μετά παρουσιάστηκε στον αγά.

Αμέσως μόλις έγινα μουσουλμάνος, του είπε, μετάνιωσα πικρά και αμέσως άφησα το σκοτάδι της πλάνης και επανήλθα στο φως της αλήθειας, γι’ αυτό αναθεματίζω την ομολογία και την πίστη σας. Χριστιανός ήμουν και είμαι και αναθεματίζω το σαλαβάτι σας. Και ρίχνοντας κάτω στη γη το σαρίκι φόρεσε τον μαύρο σκούφο που είχε κρυμμένο στο στήθος του. Βλέποντας ο αγάς την αμετάθετη απόφασή του διέταξε να τον συλλάβουν και να τον βασανίσουν αλύπητα. Τόσο πολύ τον βασάνισαν που εξαρθρώθηκαν όλα του τα οστά. Τελικά τον αποκεφάλισαν και έλαβε δύο στεφάνια, της ασκήσεως και του μαρτυρίου. Η μνήμη του τιμάται στις 20 Σεπτεμβρίου. Μέρος των Ιερών Λειψάνων του Αγίου βρίσκονται στη Μονή Κύκκου Κύπρου.

Κάποτε που είχαν καλέσει τον Γέροντα Βησσαρίωνα σ’ ένα χριστιανικό σπίτι και του έφεραν τα παιδιά να τα ευλογήσει, ένα από αυτά, κοριτσάκι περίπου οκτώ ετών, που είχε κρυφό δαιμόνιο, μαύρισε, έκανε άτακτες κινήσεις και τελικά έπεσε κάτω σα νεκρό. Ο Γέροντας είχε μαζί του λίγο αίμα του Αγίου αλλά, πριν ακόμα προλάβει να σφραγίσει με αυτό το κορίτσι, βγήκε το δαιμόνιο από μέσα του και σηκώθηκε γερό το παιδί.

Ἀπολυτίκιον (Ἦχος πλ. α’ – Τὸν συνάναρχον Λόγον)
Τὸν σταυρόν σου ἐπ᾿ ὤμων ἄρας ἀοίδιμε, ὁλοψύχως Κυρίῳ κατηκολούθησας, Ἱλαρίων ἀθλητὰ γενναιότατε• καὶ νῦν οἰκεῖς τοὺς οὐρανούς, μετὰ πάντων ἀθλητῶν, τὸν κτίστην καθιλαρύνων, ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἐν πίστει, ἐπιτελούντων σου τὸ μνημόσυνον.

Πηγή: orthodoxia.online

Αγία Αριάδνη

18 Σεπτεμβρίου

Η Αγία Αριάδνη ήταν δούλα ωστόσο απεδείχθη ανώτερη και λαμπρότερη από πολλές κυρίες της κοινωνίας της εποχής της, δούλες των κοσμικών ματαιοτήτων.

Συνέχεια

Θαυμαστά ευρήματα στην εκκλησία της Παναγίας Παναγιώτισσας Πρωταρά

Το ξωκλήσι της Παναγίας Παναγιώτισσας στον Πρωταρά

Πριν έναν ακριβώς χρόνο, τον Σεπτέμβριο του 2019, κατά τη διάρκεια εργασιών ανακαίνισης της εκκλησίας της Παναγίας Παναγιώτισσας στον Πρωταρά, βρέθηκαν τα λείψανα του ιερομάρτυρα Ζαχαρία, ο οποίος αποκεφαλίστηκε από τους Οθωμανούς το 1573-74, μαζί με αρχαιότητες που παραπέμπουν στον τελευταίο βασιλιά της Σαλαμίνας Νικοκρέωντα και στην βασιλεία του αυτοκράτορα Ηρακλείτου. Ο επιχώριος Μητροπολίτης Κωνσταντίας και Αμμοχώστου κ. Βασίλειος τόνισε ότι η ανεύρεση των λειψάνων του μάρτυρα π. Ζαχαρία «είναι πολύ σημαντική τόσο για την Εκκλησία της Κύπρου, όσο και για τον κυπριακό λαό».

Συνέχεια

Άγιος Ευμένιος Επίσκοπος Γορτύνης, ο θαυματουργός

Άγιος Ευμένιος Γορτύνης 1697, Μονή Σέλτσου, Άρτα

Ο μακάριος Ευμένιος κατήγετο από την Κρήτη. Από την νεανική του ηλικία αφιερώθηκε με πολλή επιμέλεια στα έργα της ασκήσεως, τα οποία συνεδύαζε με άκρα ταπείνωση. Το πρόσωπό του ήταν πάντοτε λουσμένο στα δάκρυα. Ποτέ δεν κατέκρινε κανένα ούτε δέχθηκε να ακούσει άλλον να καταλαλεί. Έφθασε σε τέτοιο ύψος αρετής, ώστε οι χριστιανοί της Γορτύνης τον πίεσαν να γίνει επίσκοπός τους. Με πολλή σύνεση ποίμανε το ποίμνιό του, αξιώθηκε δε να λάβει από τον Θεό και την δύναμη να επιτελεί θαύματα. Όταν μετέβη στην Ρώμη, σαν πυρσός την κατεφώτισε με τις θείες διδασκαλίες του και στερέωσε τους πιστούς με τα πολλά του θαύματα.

Κατά την επιστροφή του επισκέφθηκε την Θηβαΐδα, όπου διέλυσε με την προσευχή του την ξηρασία που επικρατούσε. Ενώ βρισκόταν εκεί, εξεδήμησε προς Κύριον σε βαθύ γήρας και οι Θηβαίοι απέστειλαν το ιερό του σκήνωμα στην πατρίδα του Γόρτυνα. Οι πιστοί τον ενεταφίασαν στην τοποθεσία Ράξος, όπου βρισκόταν και το σεπτό λείψανο του προκατόχου του, αγίου Κυρίλλου.

Φαίνεται ότι ο άγιος Ευμένιος έζησε πριν από το 732, όταν η Κρήτη εκκλησιαστικώς εξηρτάτο από την Ρώμη και, ακριβέστερα, μεταξύ 667 και 680· διότι η ακολουθία που συνέθεσε ο (άγιος) Ιωσήφ ο Υμνογράφος αναφέρει ότι ο άγιος συμφιλίωσε στην Κωνσταντινούπολη τους συναυτοκράτορες Κωνσταντίνο Δ’ Πωγωνάτο, Ηράκλειο και Τιβέριο. Η μνήμη του τιμάται στις 18 Σεπτεμβρίου.

Άγιος Ευμένιος στην Κριτσά

Πηγή: proskynitis.blogspot.com

Οι Αγίες Σοφία, Πίστις, Ελπίς και Αγάπη

17 Σεπτεμβρίου

«Eις την Σοφίαν. Eυφραίνεται νυν ως Δαβίδ ψάλλων λέγει,
Mήτηρ κατ’ ευχάς η Σοφία εν τέκνοις.
Eις την Πίστιν, Eλπίδα και Aγάπην.
Τῇ πρὸς σὲ πίστει Πίστις, Ἐλπίς, Ἀγάπη,
Αἱ τρεῖς, Τριάς, κλίνουσιν αὐχένας ξίφει.
Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ Ἀγάπην τάμον, Ἐλπίδα, Πίστιν»

Ανάμεσα στο νέφος των Μαρτύρων της Χριστιανικής Εκκλησίας είναι και οι σήμερα εορταζόμενες Αγία Σοφία και οι θυγατέρες αυτής, Πίστις, Ελπίς και Αγάπη. Ποια ακριβώς είναι η πατρίδα της Αγίας Σοφίας, δεν έχουμε σαφή απάντηση. Στα Συναξάρια διαβάζουμε ότι πατρίδα της ήταν κάποια μεγάλη πόλη της Ιταλίας και ότι η καταγωγή της ήταν αριστοκρατική. Από μια φίλη της Χριστιανή η Αγία Σοφία κατηχήθηκε στην πίστη και αργότερα βαπτίσθηκε. Τη μεταστροφή της αυτή τη θεώρησε μεγάλη ευλογία για τη ζωή της. Τον θησαυρό αυτό της Χριστιανικής Πίστεως προσπαθούσε να τον διαδώσει και σε άλλους ανθρώπους. Η Αγία μας έγινε αιτία πολλοί άνθρωποι να αλλάξουν τρόπο ζωής και να γίνουν Χριστιανοί.

Συνέχεια
Χωρίς κατηγορία

Η Αγία Ευφημία η Μεγαλομάρτυς

16 Σεπτεμβρίου

Η αγία ένδοξη μεγαλομάρτυς Ευφημία διέλαμψε κατά τους καιρούς του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και του Πρίσκου, ανθυπάτου της Ευρώπης. Υπήρξε γέννημα και θρέμμα της πόλης της Χαλκηδόνας, καταγόμενη από ευγενείς και θεοσεβείς γονείς. Κατηγορήθηκε όμως στον ηγεμόνα ως χριστιανή, και γι’ αυτό την έρριξαν πρώτα στη φωτιά, έπειτα στα θηρία, και στη συνέχεια μηχανεύτηκαν και άλλα βασανιστήρια, τα οποία τα υπέμεινε όλα η αγία με γενναιότητα και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου.

Συνέχεια

Κανελόριζα

Αλατσατιανές με τις παραδοσιακές φορεσιές
του τόπου τους στο Ηράκλειο Κρήτης το 1937

Η «Κανελόριζα» είναι παραδοσιακό τραγούδι με προέλευση από την επαρχία Λυδίας, στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Ο ρυθμός του κομματιού στον πρώτο στίχο κάθε στροφής είναι 9/8 (2-3-2-2), ενώ στον δεύτερο στίχο αλλάζει και γίνεται 7/8 (3-4). Χορεύεται στα βήματα του Μικρασιάτικου Αντικριστού (Καρσιλαμά) και κινείται μελωδικά σε δρόμο Σαμπά. Την Κανελόριζα έχουν αποδώσει με πολύ όμορφες ερμηνείες η Δόμνα Σαμίου, ο Τζίμης Πανούσης, ο Παντελής Θαλασσινός και άλλοι σημαντικοί καλλιτέχνες.

Συνέχεια

Ματωμένος Σεπτέμβρης

«Θυμάμαι τη Σμύρνη, σαν να έφυγα χτες από κοντά της…
Η ωραιότερη πόλη επάνω στη γη!»
Τέτοιες μέρες δάσκαλε, σε θυμάμαι να μου τα λες και δακρύζω!…

Συνέχεια

Σμύρνη, Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 1922

«Είδα με τα ίδια μου τα μάτια έναν Τούρκο αξιωματικό να μπαίνει σε ένα σπίτι κρατώντας μικρούς τενεκέδες πετρελαίου ή βενζίνης και μέσα σε λίγα λεπτά το σπίτι να γίνεται παρανάλωμα. Οι δάσκαλοι και τα κορίτσια μας είδαν Τούρκους που φορούσαν κανονικές στολές στρατιωτών και, σε πολλές περιπτώσεις, στολές αξιωματικών, να κρατούν μακριά ξύλα με κουρέλια στην άκρη τους, τα οποία είχαν βουτήξει σε έναν τενεκέ με κάποιοι υγρό. Τα έφερναν μέσα στα σπίτια που αμέσως μετά έπιαναν φωτιά… Στο βάθος του δρόμου είδα μια ομάδα στρατιωτών να ξεφορτώνει κάτι που έμοιαζε να είναι μεγάλα βαρέλια με πετρέλαιο. Κρίνοντας από το χρώμα και το σχήμα τους, ήταν ολόιδια με τα βαρέλια της Εταιρείας Πετρελαίων της Σμύρνης. Ένιωσα ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά και συνειδητοποίησα τον σκοπό όλων αυτών των προετοιμασιών. Νιώσαμε σταγόνες να μας πιτσιλίζουν. Στρατιώτες από τον δρόμο έριχναν στους τοίχους ένα υγρό με κουβάδες. Μόλις μύρισα αυτό το υγρό πάνω στα βρεγμένα μου ρούχα, κατάλαβα ότι ήταν πετρέλαιο.

Συνέχεια
Χωρίς κατηγορία

Άγιος Ιωάννης ο Νεομάρτυρας από την Κρήτη

15 Σεπτεμβρίου

Τα Σφακιά της Κρήτης ήταν η πατρίδα του Αγίου Ιωάννη και εργαζόταν σαν γεωργός στη Νέα Έφεσο. Ο Άγιος καταγόταν από την Κρήτη αλλά ζούσε στην περιοχή της Νέας Εφέσου, Κουσάντασι, όπως την ονόμαζαν οι Τούρκοι. Ήταν γεωργός στο επάγγελμα και ήταν αρραβωνιασμένος. Νέος στην ηλικία, κόσμιος, συνετός, σώφρων, στολισμένος με πολλές αρετές.

Συνέχεια

Όσιος Ιερόθεος ο Ιβηρίτης, μια ολόφωτη πνευματική μορφή

13 Σεπτεμβρίου

Οι άγιοι της Εκκλησίας μας υπερέβησαν την κοσμική σοφία και έφτασαν στο θείο φωτισμό, λάμποντας οι ίδιοι και φωτίζοντας τους άλλους. Μια τέτοια φωτεινή μορφή, σε μαύρους χρόνους, υπήρξε ο άγιος Ιερόθεος ο Ιβηρίτης, ο οποίος σημάδεψε την πνευματική πορεία πολλών ανθρώπων. Υπήρξε ένας φωτισμένος νους, μια ολοκληρωμένη πνευματική προσωπικότητα. Ένας φωτεινός φάρος στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Συνέχεια

Όσιος Γεράσιμος Μακρυνίτσας Πηλίου

Κτήτωρ Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Σουρβιάς (14-15 Σεπτεμβρίου)

Ο Όσιος Γεράσιμος καταγόταν από το χωριό Λεοντάρι της Πελοποννήσου. Από την ηλικία των οκτώ ετών οι γονείς του τον έβαλαν σε Σχολείο για να μάθει τα ιερά γράμματα. Επειδή μάλιστα έδωσε ολόκληρο τον εαυτό του στην ανάγνωση των βίων των Αγίων και ιδιαίτερα των Οσίων Πατέρων, θέλησε να τους μιμηθεί. Έτσι, μόλις ενηλικιώθηκε, απέρριψε τις φροντίδες του κόσμου και έγινε μοναχός. Εν συνεχεία χειροτονήθηκε βαθμιαία αναγνώστης, διάκονος και πρεσβύτερος. Έπειτα αναχώρησε για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Από εκεί επέστρεψε, μέσω ξηράς, στην Ελλάδα.

Κατά την επιστροφή του φρόντιζε να κηρύσσει το λόγο του Θεού σε πολλές πόλεις και χωριά απ’ όπου διερχόταν. Έτσι, από πόλη σε πόλη, έφτασε και στα μέρη της Μαγνησίας. Κοντά στη Μακρυνίτσα του Πηλίου υπήρχε ένα μοναστήρι, στο όνομα της Αγίας Τριάδος, που το είχε κτίσει ο Όσιος Διονύσιος (Σουρβιά). Σε αυτή τη Μονή πήγε ο Όσιος Γεράσιμος και, επειδή του άρεσε η ησυχία του τόπου, έμεινε εκεί αγωνιζόμενος με νηστεία, προσευχή και κακοπάθεια. Για τις πολλές του αρετές, ο Θεός τον αξίωσε να κάνει θαύματα ακόμα και όσο ζούσε.

Ο ιερός ναός του Οσίου Γερασίμου στην πλατεία της Μακρυνίτσας

Έτσι μια γυναίκα στείρα, από τη γειτονική Κερασιά, με τη μεσιτεία των ευχών και της προσευχής του Οσίου γέννησε τρία παιδιά. Ο Όσιος Γεράσιμος συχνά μετέβαινε στο Βελεστίνο για να εξομολογεί τους κατοίκους της κωμόπολης. Χρησιμοποιούσε μάλιστα ένα κελί κοντά στην Εκκλησία που είναι γνωστό ως «Κελί του Γερασίμου». Στο Βελεστίνο κήρυττε και το θείο λόγο, ενώ συχνά  επιτιμούσε ακόμα και τους ιερείς της περιοχής για διάφορα σφάλματά τους. Εν όσω κάποτε βρισκόταν στην προαναφερθείσα κωμόπολη, κατάλαβε ότι πλησίαζε η ώρα της κοιμήσεώς του και θέλησε, παρά τις αντιδράσεις των ντόπιων, να επιστρέψει στην Ιερά Μονή του.

Εντέλει κατάφερε ο Άγιος να φύγει κρυφά. Όταν ο Όσιος είχε ήδη φτάσει στο Ριζόμυλο, οι Βελεστινιώτες κατάλαβαν ότι έφυγε ο πνευματικός τους και έσπευσαν να τον προφθάσουν. Όταν ο προορατικός Γεράσιμος πληροφορήθηκε τον ερχομό τους, κατέβηκε από το μουλάρι του και προσευχήθηκε. Αμέσως άρχισε ν’ αστράφτει, να βροντά και να πέφτει πολλή βροχή με χαλάζι. Έτσι οι Βελεστινιώτες αναγκάστηκαν να γυρίσουν βιαστικά πίσω άπραγοι. Λίγο πριν κοιμηθεί ο Όσιος κάλεσε τους μοναχούς της Σουρβιάς και τους νουθέτησε λέγοντάς τους, μεταξύ άλλων: «Προσέχετε και τούτο καλώς, όσοι έχετε ιερωσύνην, διότι ο λαμβάνων χρήματα και συγχωρών αμαρτίας είναι διάβολος … διότι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος δεν αγοράζεται αλλά δίδεται δωρεάν εις τους ευλαβείς και φοβουμένους τον Κύριον και εις εκείνους όπου έρχονται μετά πίστεως και φόβου Θεού εις το λουτρόν της εξομολογήσεως …».

Η είσοδος του ιερού ναού του Οσίου Γερασίμου στη Μακρυνίτσα

Τέτοια λέγοντας προς τους πατέρες ο Όσιος και νουθετώντας τους πατρικά, παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού, την 14η Σεπτεμβρίου. Να σημειωθεί ότι ενώ εκοιμήθη την 14η Σεπτεμβρίου, η εορτή του μεταφέρθηκε κατά μία ημέρα για την 15η Σεπτεμβρίου, για να μην συμπέσει με τη μέγιστη των εορτών εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Πολλά θαύματα έκανε ο Όσιος Γεράσιμος μετά την ανακομιδή των λειψάνων του στη Σκόπελο, στους Πινακάτες, στο Χατζήμισι (ονομασία του Στεφανοβίκειου Μαγνησίας), στα Κανάλια, στον Άγιο Γεώργιο Βελεστίνου και αλλού.

«Φύλαττε τους δούλους σου εκ δεινών, παντοίων τρισμάκαρ,
και λοιμώδους νόσου σοφέ, όπως σε ως ρύστην, ακοίμητον υμνώμεν,
Γεράσιμε οι πόθω σοι καταφεύγοντες»

Πηγή: enromiosini.gr