«Το γράμμα της Άννας» το έγραψε ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος για την ταινία του «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» (1998). Η ταινία βραβεύτηκε με Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ Καννών, το 1998. Στο στιγμιότυπο η Isabelle Renauld και ο Bruno Ganz. Ακούγονται οι ηθοποιοί Πέμυ Ζούνη και Πέτρος Φυσσούν. Η υπέροχη μουσική είναι της Ελένης Καραΐνδρου. Κατά τη γνώμη μας, μια από τις ωραιότερες στιγμές του παγκόσμιου κινηματογράφου…
Η Αγία μεγαλομάρτυς Χριστίνα καταγόταν από την Τύρο της Συρίας και ήταν κόρη του στρατηγού Ουρβανού (περί το 200 μ.Χ.). Ο πατέρας της, της έχτισε έναν υψηλό πύργο και την έκλεισε μέσα. Μάλιστα, κατασκεύασε αγάλματα των ειδώλων και διέταξε την κόρη του να θυσιάσει σε αυτά. Εκείνη όμως τα έκανε όλα κομμάτια. Γι’ αυτές της τις πράξεις η Αγία Χριστίνα υπεβλήθη σε φοβερά βασανιστήρια από τον ίδιο τον πατέρα της και μετά φυλακίστηκε. Στη φυλακή την άφησαν νηστική για να πεθάνει από την πείνα. Όμως άγγελος Κυρίου της πήγαινε τροφή και της θεραπεύτηκαν όλες οι πληγές της.
ΚΑΠΟΤΕ ΔΕΝ είναι παρά μια λάμψη πίσω απ’ τα βουνά -κει κατά το μέρος του πελάγου. Κάποτε πάλι ένας αέρας δυνατός που άξαφνα σταματάει όξω απ’ τα λιμάνια.
Κι όσοι νογούν, το μάτι τους βουρκώνει Χρυσέ ζωής αέρα γιατί δε φτάνεις ως εμάς;
Κανένας δεν ακούει, κανένας. Όλοι τους πάνε κρατώντας ένα εικόνισμα και πάνω του η φωτιά. Κι ούτε μια μέρα, μια στιγμή στον τόπο αυτόν που να μη γίνεται άδικο και φονικό κανένα.
Γιατί δε φτάνεις ως εμάς;
Είπα θα φύγω. Τώρα. Μ’ ό,τι να’ ναι: το σάκο μου τον ταξιδιωτικό στον ώμο, στην τσέπη μου έναν Οδηγό, τη φωτογραφική μου μηχανή στο χέρι. Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα μου θα πάω να βρω ποιος είμαι. Τι δίνω, τι μου δίνουν, και περισσεύει το άδικο.
«Από τη μόρφωσή μας απουσιάζει σχεδόν ολόκληρος ο βυζαντινός, ο μεσαιωνικός κόσμος με την ελληνική γραμματεία του και ο νέος Ελληνισμός, από το 13ο αιώνα και εδώ. Έχομε ανοίξει μια μεγάλη πληγή απάνω στο εθνικό σώμα της πνευματικής μας ιστορίας. Οι συνέπειες αυτής της πλάνης είναι πολλές. Αφαιρέσαμε από την παιδεία του Έθνους το στοιχείο που μπορεί να γίνει ο καλύτερος άξονάς της και που δικαιολογημένα πρέπει να είναι το καμάρι μας: την ιδέα της ακατάλυτης διάρκειας, της αδιάσπαστης συνέχειας που παρουσιάζει αυτός εδώ ο μικρός και βασανισμένος λαός στη μακρά και γεμάτη από ωραίες σελίδες πνευματική του ιστορία. Η παραμέληση των εθνικών θησαυρών είναι ίδιον των λαών που δεν σέβονται ή έπαψαν να πιστεύουν στον εαυτό τους…». 66 χρόνια μετά, τα λόγια αυτά του Ευάγγελου Παπανούτσου παραμένουν πιο επίκαιρα από ποτέ με ό,τι αυτό σημαίνει για όσα έχουν συντελεσθεί στην ελληνική παιδεία στο διάστημα που μεσολάβησε…
«Κι ἐφώναζα ώ θεϊκιά κι ὅλη αἵματα πατρίδα!» Διονύσιος Σολωμὸς
Αμμόχωστος, Ιούλιος 1974
Στο τέλος του «Αττίλα ΙΙ» στην Κύπρο, η μάχη στη Μια Μηλιά και η πτώση της Αμμοχώστου (14-17 Αυγούστου 1974) παραμένουν μια ακόμα τραγική επέτειος για τον Ελληνισμό
Η κατάληψη της πόλης της Αμμοχώστου κατά τον «Αττίλα ΙΙ» είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι της τραγωδίας του 1974, καθώς επετεύχθη λόγω προδοσίας και τραγικής έλλειψης οργάνωσης και συντονισμού, ενώ εκτιμάται ότι ακόμα και οι ανεπαρκείς δυνάμεις, που δρούσαν στην περιοχή χωρίς βοήθεια από τη νέα ελληνική κυβέρνηση της Χούντας, ήταν σε θέση να προστατέψουν την πόλη.
Οι γρίλιες μου φέρνουν την αντηλιά από το απέναντι σοκάκι Σιωπή… ακόμα και η βρύση σταμάτησε να στάζει, όλα είναι λουσμένα στο μεσημέρι, όλα είναι σιωπή και φόβος Μόνο μια μύγα δεν κουράστηκε να φέρνει κύκλους Μες το καυτό το απομεσήμερο, με μάτια ορθάνοιχτα παρακολουθώ μηχανικά τους επίμονους περίπατους της.
Μες το δωμάτιο πλανιέται ακόμα η μυρουδιά του δεκαπενταύγουστου. Η Μαρία ήρθε αμέσως μετά την εκκλησία ντυμένη στα κόκκινα και φεύγοντας ξέχασε πάνω στην καρέκλα της ένα ματσάκι βασιλικό και ριζμαρί που συνήθιζε να βάζει μες στα σφιχτά της στήθη. Τα μάτια μου έπεσαν στο ασυμμάζευτο ακόμα τραπέζι της Κυριακής, Κανείς δεν είχε την δύναμη την ώρα τούτη την περίεργη να το συμμαζέψει Όλοι περιμέναμε να έρθει το απόγευμα Όλοι περιμέναμε να σβήσει το μεσημέρι.
Οι φόβοι που με κυρίευαν άρχιζαν πέρα από την κλεισμένη πόρτα του δωματίου Πιο κει ήταν το δέος, η άγνοια, η ακατανόητη πίκρα που σου άφηνε η ζωή στα άπλετο φως του καλοκαιριού. Η σκιά του απογεύματος μεγάλωνε, οι αυλές γεμίζανε δροσιά, οι πόρτες άνοιγαν. Οι φόβοι του μεσημεριού ξεθώριαζαν έτσι καθώς δινόμουνα σιγά σιγά στην αγκαλιά της νύχτας.
Ήσουνα πάντα με την παρέα του Γιάννη και όταν σε έβλεπα από μακριά μία χαρά πρωτόγνωρη γέμιζε την καρδιά μου. Οι χτύποι της δυνάμωναν και όταν πια συναντιόμασταν τα μάτια σου γινόντουσαν πελώρια και ένα παίξιμο στα χείλη σου πρόδιδε την αγάπη… Ήταν η ώρα που η σκιά έφτανε μέχρι τις γέρικες ελιές του θείου Γιώργου. Δε θυμούμαι πια πότε σταμάτησα να σε συναντώ. Ξέχασα ακόμη και το όνομα σου!
Την ώρα τούτη που η βρύση σταμάτησε να στάζει και που η μάνα δεν ονειρεύεται στο διπλανό κρεβάτι Μόνο μια μύγα βουίζει επίμονα μέσα σε ένα δωμάτιο Όπου πια δεν υπάρχει παρά το κενό…
Ο Ηλίας ο Θεσβίτης ήταν ένας εξέχων Ισραηλίτης προφήτης του Θεού. Ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από ένα χωριό της ευρύτερης περιοχής της Γαλαάδ που πιθανόν ονομαζόταν Θέσβη. Κατοικούσε στη γη Γαλαάδ και έδρασε στα χρόνια του βασιλιά Αχαάβ, κατά τον 9ο-10ο αιώνα π.Χ. Το όνομα «Ηλίας» αποτελεί ελληνική μεταφορά του αντίστοιχου εβραϊκού ονόματος Ελιγιαχού (אליהו), το οποίο σημαίνει «Ο Θεός μου είναι ο Ιεχωβά» ή «Ο Ιεχωβά είναι Θεός».Αναφορές στον Ηλία περιέχονται και στο Κοράνιο.
«Σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα- Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι που έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη· εκείνοι που είδαν την αυγή μέσ’ απ’ την πάχνη του θανάτου ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ’ άστρα, νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής· κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια: Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε πώς έγινε τούτο το φονικό· την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια, το στέγνωμα της αγάπης· Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε, Νῆσός τις ἔστι …».
Μερικοί λένε: «Σ’ αυτόν τον Ναό τον μικρό, τον κατανυκτικό, ζω τη Θεία Λειτουργία· στον μεγάλο Ναό δεν τη ζω. Αν είναι κανένα εξωκλήσι σοβατισμένο άσπρο, δεν νιώθω τίποτε· αν όμως είναι αγιογραφημένο, έχει καλό τέμπλο κ.λπ., εκεί ζω τη Θεία Λειτουργία!».
Αυτά είναι για έναν άνθρωπο που δεν έχει όρεξη να φάει και του βάζεις λίγο αλάτι, λίγο πιπέρι, για να του έρθει η όρεξη.
– Δηλαδή, Γέροντα, αυτά δεν παίζουν κάποιο ρόλο; Δεν βοηθούν;
– Ναι, δεν λέω, βοηθούν και αυτά, αλλά να μη σκαλώνει κανείς σ’ αυτά.
Διαφορετικά, με μαγικό τρόπο θα ζητά ο άνθρωπος να ζήση τον Χριστό. Θα ζητά κελλί σκοτεινό, κανδήλι με χαμηλό φως, κατανυκτικό Ναό. Χωρίς αυτά δεν θα μπορεί να προσευχηθεί. Ή στο τραίνο βρίσκεται ή στη σπηλιά ή στο δρόμο, να είναι το ίδιο γι’ αυτόν.
Ο Θεός τον κάθε άνθρωπο τον έχει κάνει και ένα εκκλησάκι* και μπορεί να το φέρνει παντού μαζί του.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]