Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά …και πάντα θα υπάρχουν!

Μικρό αφιέρωμα στον μεγάλο Νίκο Γκάτσο

Επιμέλεια: Σοφία Παυλάκη, Νομικός

Νίκος Γκάτσος
(8 Δεκ. 1911 – 12 Μαΐου 1992)

Με Νίκο Γκάτσο («Δροσουλίτες») κλείσαμε τόσο προχθές αλλά και χθες -Κυριακή πρωί («Αμοργός»), ετούτη εδώ τη στήλη και με Νίκο Γκάτσο συνεχίζουμε και σήμερα και ..καλή μας εβδομάδα! Το υπουργείο της παιδείας επέλεξε το πλέον λυρικό δίδυμο της μεταπολεμικής Ελλάδας «Νίκο Γκάτσο & Μάνο Χατζιδάκι» για το φετινό θέμα των Πανελληνίων εξετάσεων στο μάθημα της Έκθεσης. Ήταν μια επιλογή που μας ξάφνιασε, πρωί-πρωί, ποιητικά και ευχάριστα! Ευχόμαστε πως δεν πρόκειται για απλό «πυροτέχνημα» αλλά ολόκληρη η παιδεία των παιδιών μας να κατακλυστεί από τους Έλληνες Ποιητές και τους μεγάλους μας Λογοτέχνες, καθώς τα σχολικά εγχειρίδια των τελευταίων ετών έχουν καταστεί «κρανίου τόπος», όσον αφορά την τεράστια λογοτεχνική μας παράδοση και όσα έχει να δώσει. Ευχόμαστε ακόμα ολόκληρη η σχολική χρονιά να είναι στο εξής μια -επί της ουσίας- μέθεξη στο έργο και στην ανεκτίμητη προσφορά των Ελλήνων λογοτεχνών στο χώρο του πνεύματος και να μη ζητείται από τα παιδιά μόνο την ώρα των Πανελληνίων να καταγράψουν λίγες φτωχές και μηχανικά «τακτοποιημένες» σκέψεις -προσαρμοσμένες στις ανάγκες των συγκεκριμένων εξετάσεων, γι’ αυτούς τους αληθινά μεγάλους της πατρίδας μας που «μάτωσαν πάνω από τα γραπτά και τα χαρτιά τους», όπως θα έλεγε ο Ελύτης μας!

Το τραγούδι «Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά», σε στίχους Νίκου Γκάτσου και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, ήταν το εναρκτήριο στον ομότιτλο δίσκο, που κυκλοφόρησε και το θυμόμαστε από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν ο «Σείριος» ξεκινούσε το μεσουράνημά του στον μουσικό ουρανό της πατρίδας μας γεμάτος από την αδαμάντινη λάμψη πολυαγαπημένων μουσικών δημιουργών που «έγραφαν στίχους κι -ακούραστοι του ονείρου κυνηγοί- κεντούσαν με συνθήματα τους τοίχους». Την ίδια εποχή, η μεταπολιτευτική Ελλάδα εισερχόταν στη δεκαετία του ’90 που έκοβε τις γέφυρες με την παράδοση και υποκλινόταν στην κυριαρχία των τεχνοκρατών και των οικονομικών δεικτών που γιγαντώθηκαν στη διάρκειά της και έκτοτε καθορίζουν σταθερά τη ζωή μας με ό,τι έχουμε δει και βιώσει να σημαίνει αυτό. Όμως στον «Σείριο» υπάρχουνε ακόμη παιδιά να μας θυμίζουν την αληθινή μας φύση, και -ευτυχώς για μας- επιμένουν να ντύνουν με τους αιώνιους στίχους και τις μελωδίες τους την κάθε μέρα μας και να μας αποκοιμίζουν γλυκά το βράδυ. Εξαρτάται με ποιους επιλέγεις να είσαι και να παραμένεις σε πείσμα των καιρών.

Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά

Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά
ποτέ δε βάλαν έγνοια στην καρδιά
δεν είδανε πολέμους και θανάτους
και πάνω απ’ τη γαλάζια τους ποδιά
φοράν τις Κυριακές τα γιορτινά τους.

Τις νύχτες που κοιτάν τον ουρανό
ένα άστρο σαν φτερό θαλασσινό
παράξενα παιδεύει το μυαλό τους
τους φαίνεται καράβι μακρινό
και πάνε και ρωτάν το δάσκαλό τους.

Αυτή τους λέει παιδιά μου είναι η γη
του σύμπαντος αρρώστια και πληγή
εκεί τραγούδια λένε γράφουν στίχους
κι ακούραστοι του ονείρου κυνηγοί
κεντάνε με συνθήματα τους τοίχους.

Στο Σείριο δακρύσαν τα παιδιά
και βάλαν από κείνη τη βραδιά
μιαν έγνοια στη μικρούλα τους καρδιά.

(Στίχοι: Νίκος Γκάτσος, Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις, Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας, 1988)

Ο Σείριος είναι το πιο λαμπρό αστέρι στον νυχτερινό ουρανό, σε απόσταση περίπου 8,6 έτη φωτός από τη Γη. Στην ελληνική Μυθολογία, ο Σείριος συνδέεται στενά με τον αστερισμό του Ωρίωνα, στου οποίου τις φτέρνες είναι ξαπλωμένος. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο Ωρίωνας επέσυρε την οργή της θεάς Αρτέμιδας, όταν καυχήθηκε πως είχε σκοτώσει όλα τα άγρια θηρία στην Κρήτη. Τότε η Άρτεμις έβγαλε έναν σκορπιό από τη γη και με αυτόν σκότωσε και τον Ωρίωνα και τον σκύλο του, τον Σείριο, που μεταφέρθηκαν αμέσως στους ουρανούς. Έκτοτε, οι αστερισμοί του Ωρίωνα και του Σκορπιού έχουν πάντα θέσεις διαμετρικά αντίθετες στο στερέωμα, για να μη μπορέσουν ποτέ ξανά να συναντηθούν.

Ο Μάνος Χατζιδάκις δημιούργησε, το 1985, στην Αθήνα, την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία «Σείριος» με σκοπό την ανάδειξη καλλιτεχνών και μουσικών δημιουργιών επί τη βάσει μη εμπορικών κριτηρίων. Παράλληλα παρουσίαζε επιλεγμένα μουσικά έργα και καλλιτέχνες στη μπουάτ «Σείριος» (Ζουμ) στην Πλάκα. Στον δίσκο «Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά» (1988) περιλαμβάνονται συνολικά τριάντα τρία (33) τραγούδια: Γιώργος Νταλάρας, «Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά» / Έλλη Πασπαλά, «Συνέβη στην Αθήνα» / Έλλη Πασπαλά, «Υμηττός» / Νίκος Ξυδάκης, «Σου-Μι-Τζού» / Νίκος Ξυδάκης, «Το φίλημα» / Ρος Νταίηλυ, «Αράβικο Σαζ Σεμάι» / Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, «Κορίτσια της Συγνώμης» / Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, «Νύχτωσε Νύχτα» / Ελευθερία Αρβανιτάκη, «Έφυγες νωρίς» / Ελευθερία Αρβανιτάκη, «Σαν βασιλιάς» / Χάνομαι γιατί ρεμβάζω, «Je Reviens Toujours» / Δήμητρα Γαλάνη, «Dedication» / Νίκος Παπάζογλου, «Αύγουστος» / Νίκος Παπάζογλου, «Ραγίζει απόψε» / Αφροδίτη Μάνου, «Ο βασιλιάς κι’ εγώ» / Αφροδίτη Μάνου, «Η νύχτα» / Ανδρέας Καρακότας, «Κάποια μάννα αναστενάζει» / Βασίλης Λέκκας, «Τριαντάφυλλο» / Βασίλης Λέκκας, «Αρθούρε Ρεμπώ» / Μελίνα Τανάγρη, «Άσε με ‘δω» / Μελίνα Τανάγρη, «Θανατηφόρος πυρετός» / Φατμέ, «Πέστο κι’ έγινε» / Φατμέ, «Υπάρχει λόγος» / Αλίκη Καγιαλόγλου, «Amado mio» / Αλίκη Καγιαλόγλου, «Balada para un loco» / Ηλίας Λιούγκος, «Μαννούλα μου» / Ηλίας Λιούγκος, «Ξημερώνει» / Λουδοβίκος των Ανωγείων, «Η εύμορφη βοσκοπούλα» / Νένα Βενετσάνου, «Πρωινό τσιγάρο» / Νένα Βενετσάνου, «Το μήλο» / Δυνάμεις του Αιγαίου, «Το παιδί που περιμένει» / Δυνάμεις του Αιγαίου, «Της τριανταφυλλιάς τα φύλλα» / Θέμις Μαρσέλλου, «Το τραγούδι της στειρότητας».

Οδυσσέας Ελύτης
(2 Νοε. 1911 – 18 Μαρτίου 1996)

Ειδικά για τον Νίκο Γκάτσο, με τον οποίο τον συνέδεε βαθιά φιλία, ο νομπελίστας Οδυσσέας Ελύτης σημειώνει στο κεφάλαιο «Το Χρονικό μιας δεκαετίας» από το έργο του «Ανοιχτά Χαρτιά» (εκδ. Ίκαρος, 1987, σελ. 365-367, 395, 399):

«Κι όμως, να που μια μέρα, ένα βράδυ μάλλον, εκεί που χάζευα έξω από τα ζαχαροπλαστεία των Χαυτείων, μου έπεσε από τον ουρανό ένας απροσδόκητος ομοϊδεάτης … Ήταν ο ποιητής Νίκος Γκάτσος. Δεν μπορώ να θυμηθώ αυτή τη στιγμή ποιος μας σύστησε· ούτε αν είχα ποτέ μου ακούσει το όνομά του. Ψηλός, λιγνός, μελαχρινός, με μάτια μεγάλα που έμελλαν, στις δεκαετίες που ακολούθησαν να κάψουν πολλές καρδιές, όμως πάντα λίγο ερεθισμένα σαν από μια μόνιμη αϋπνία, έστεκε εκεί καταμεσής στο πλήθος, ελαφρά σκυφτός από φυσικού του, κάτω από μια μακριά μπεζ καμπαρντίνα με ανασηκωμένο το γιακά, σφίγγοντας κάτω από τη μασχάλη του ένα μάτσο ξένα κινηματογραφικά περιοδικά, γαλλικά κι αμερικάνικα τα περισσότερα. Κάπνιζε αδιάκοπα ενώ άκουγε αυτά που του έλεγα μ’ ένα ύφος αποσπασμένο, που δεν μπορούσα να καταλάβω εάν σήμαινε υπεροψία ή αδιαφορία μόνο.

Ο Οδυσσέας Ελύτης με τον Νίκο Γκάτσο

Ώσπου να φθάσουμε στη στάση Αγγελοπούλου -και είχαμε πάρει το δρόμο με τα πόδια ως εκεί, μια που κι εκείνος, όπως μου είπε, καθότανε στην Κυψέλη- με είχε κοσκινίσει κάνοντας αντεπίθεση, βάζοντας μεθοδικά ερωτήσεις, ανιχνεύοντας τις γνώμες μου και τις προτιμήσεις μου, αναφέροντας απίθανες λεπτομέρειες από ελάχιστα γνωστά κείμενα που, παρ’ όλα αυτά, στάθηκε αδύνατον να μ’ αιφνιδιάσουν, απεναντίας με κούρδιζαν, μ’ έβαζαν να του ανταποδίδω κι εγώ με τη σειρά μου τα ίδια. Το παιχνίδι αυτό βάσταξε ώσπου αράξαμε σ’ ένα μικρό καφενείο και πιάσαμε σε χείλη μας τα Μανιφέστα του Breton. Δόξα να ΄χει ο Θεός, ο άνθρωπος αυτός είχε μπει στο νόημα. Ήταν ο δεύτερος μετά τον Εμπειρίκο. Κι ίσαμε σήμερα που γράφω, και που έχουνε περάσει τρεις δεκαετίες σχεδόν, είναι ένας από του πέντε ή έξι σ’ ολόκληρη την Ελλάδα (μαζί με το Νικήτα Ράντο, το Νίκο Εγγονόπουλο και το Νάνο Βαλαωρίτη) που αποδειχτήκανε κάτοχοι πραγματικοί του μυστικού. Θέλω να πω: της γοητείας, του θαύματος, και όχι των γνώσεων που σήμερα διδάσκονται στα Πανεπιστήμια και βρίσκονται σ’ όλες τις Εγκυκλοπαίδειες.

Ο Νίκος Γκάτσος “είχε ακούσει τη φωνή”. Ενδιαφερότανε για το τυχαίο και την πιθανή αλλ’ ασύλληπτη νομοτέλειά του, όχι μόνο στην ποίηση, αλλά το ίδιο και στη ζωή, στον έρωτα, στο παιχνίδι, στα καθημερινά γεγονότα. Τον τραβούσε η άπειρη συνδυαστική της φαντασίας. Βρισκότανε πέραν από τις προκαταλήψεις, κι ας είχε δημιουργήσει άλλες δικές του, προσωπικές. Πολύ φυσικό να γίνουμε γρήγορα φίλοι. Ανταλλάξαμε βιβλία, ποιήματα, μυστικά. Μαζί, αργότερα, ιδρύσαμε το πρώτο φιλολογικό καφενείο της γενιάς μας, το “Ηραίον”, στη διασταύρωση των οδών Αγίου Μελετίου και Πατησίων, που το ενισχύσανε αμέσως ο Καραντώνης, ο Σαραντάρης και η πολυθρύλητη παρέα τους. Στις δύο μετά τα μεσάνυχτα, όταν το “Ηραίον” έκλεινε, ολόκληρο εκείνο το μπουλούκι ξεχυνότανε στην παρθένα τότε ακόμα λεωφόρο Φωκίωνος Νέγρη κι άρχιζε τις ατέλειωτες συζητήσεις κάτω από τους ευκαλύπτους, συχνά ως τις τρεις και τέσσερις το πρωί. Η Jeune Parque, τα Τραγούδια του Mardolor, η Έρημη Χώρα, ηχούσανε μαζί με τα υπόγεια νερά του υδραγωγείου ενώ οι αστυφύλακες της 4ης Αυγούστου μας παρακολουθούσανε με βλοσυρό και καχύποπτο μάτι…

Στο Πανεπιστήμιο, προσκαλεσμένοι, ο Αντρέας Καραντώνης, ο Νίκος Γκάτσος κι εγώ, παρακολουθούσαμε ατέλειωτες συζητήσεις των φοιτητών γύρω από το θέμα (ενν. το έργο και την προσωπικότητα του ποιητή Ανδρέα Κάλβου και την επιρροή του στη γενιά του ποιητή). Το μικρό αμφιθέατρο, σα να το βλέπω ακόμα, έλαμπε από τα φωτισμένα πρόσωπα, οι διάδρομοι, τα σκαλοπάτια ήταν ασφυκτικά γεμάτα. Μια νεολαία χωρίς πικάπ, χωρίς τρανζίστορς, χωρίς ντίβες του κινηματογράφου, ανακάλυπτε ξαφνικά πως δεν είναι η στέρηση της ευμάρειας που κάνει τη δυστυχία μας τόσο αποτρόπαιη. Κι έτρεχε με τρύπιο παπούτσι, που δεν την ενοχλούσε καθόλου, οπουδήποτε μια φωνή έδειχνε ότι θα τα καταφέρει μέσα τους καλύτερα ν’ αντιδικήσει με τα τεχνάσματα και τα σιδερικά του διαβόλου. Οι διαλέξεις, οι ομιλίες σε στενό κύκλο, οι συγκεντρώσεις σε σπίτια φιλικά, πίσω από κλειστά παράθυρα, με χαρτί μπλε στα τζάμια για τη συσκότιση, έπαιρναν κι έδιναν. … Με τον Νίκο Γκάτσο είχαμε τώρα στήσει το στρατηγείο μας καταμεσής της οδού Σταδίου, στο πατάρι του «Λουμίδη». Εκεί κουβαλούσαμε τις καινούργιες αγάπες μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, θέλω να πω τις καινούριες ποιητικές συλλογές και τις καινούριες φιλενάδες μας. Στα διπλανά τραπέζια, η μαύρη αγορά έπαιρνε κι έδινε, απίθανοι τύποι έκλειναν παρτίδες ζάχαρη και παρτίδες κονσέρβα, υπογράφανε χαρτιά και παραδίνανε πελώριες βαλίτσες, παστωμένες από ετοιμοθάνατα εκατομμύρια …».

Αγία Άννα, Αμοργός

Αλλά και στο μεταγενέστερο έργο του «Εν Λευκώ» (εκδ. Ίκαρος, 1992, σελ. 295-301), στο κεφάλαιο «Τα μικρά Έψιλον» και στο κείμενο που αφιερώνει στον Νίκο Γκάτσο με τίτλο «Σκοποί στο ένα δάχτυλο για τον Νίκο Γκάτσο», ο Οδυσσέας Ελύτης, μεταξύ άλλων, αναφέρει για εκείνον:

«Όπως και να το δοκιμάσεις, ο Νίκος Γκάτσος δεν πιάνεται με τίποτα. Είναι συνεχώς παρών χωρίς να τον απασχολεί διόλου το παρόν, και, με μιαν ελαφρότατα δαιμονική, μαγνητική δύναμη, εξακολουθεί να επηρεάζει όλα τα σωματίδια που κινούνται μέσα στη σφαίρα της ελληνικής πνευματικής ζωής. Το ιδιότυπο σχήμα που πήρε από μιας αρχής και που το διατηρεί με αξιοθαύμαστη συνέπεια ως τις μέρες μας του επιτρέπει να ασκεί την ποίηση λιγότερο με λόγια και περισσότερο με μια πειθώ μαγική που αλλοιώνει τη γύρω του πραγματικότητα, όπως εκείνος ο μυστηριώδης Jacques Vaché, όπου εκκολάφθηκε για κάμποσο διάστημα το αυγό της μοντέρνας ποίησης εωσότου το σπάσουν και το ανοίξουν ο André Breton και οι φίλοι του.

Ακόμη και στην ιστορία της λογοτεχνίας μας δυσκολεύεται, πιστεύω, να ενταχθεί ο Νίκος Γκάτσος. Τη συνοψίζει όλη, από το πολύ να την έχει αφομοιώσει, πάντοτε όμως περισσεύει κατά τι. Κείνο το λίγο της υπεροχής που μας ενοχλεί, όπως ο αθλητής που αφήνει να τον νικήσουμε, όχι γι’ άλλο λόγο αλλ’ από απλή γενναιοδωρία. Κυριολεκτικά και μεταφορικά ιδού: αυτό είναι και το κυριότερό του γνώρισμα. Να πετάει από το παράθυρο (έτσι, για τη χαρά της αφιλόκερδης χειρονομίας) προσόντα που άλλοι θα τα έβαζαν στον τόκο για να εισπράττουν σε όλη τους τη ζωή. Όμως εκείνος τη ζωή δεν μπόρεσε ποτέ του να τη δει παρά σαν ένα παιχνίδι. Τραγικό ίσως παιχνίδι και μάταιο, αλλά παιχνίδι. Κι εξακολουθεί να ποντάρει, με τη βεβαιότητα ότι θα χάσει (κι ας διαθέτει τους τέσσερις άσσους), αποβλέποντας σε μιαν άλλου είδους ικανοποίηση: να προκαλεί την τύχη όχι μόνο στον συνδυασμό των λέξεων αλλά και στο συνδυασμό των ψυχικών καταστάσεων που διαδραματίζονται σ’ ένα δεύτερο ή τρίτο επίπεδο και παραμένουν εσαεί αθέατες από τους άλλους.

Απ. Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013

Η κρυπτότητά του είναι συνάμα παγίδα και άμυνα. Ώσπου να καταλάβει κανείς -δοκιμάζοντας να τον πλησιάσει βαθύτερα- ότι πήρε λανθασμένο δρόμο, μετατρέπεται κιόλας σε έναν αιχμάλωτο. Τέτοιοι αιχμάλωτοί του είμαστε όλοι μας κάτω από το φως της μεγάλης, της τρομακτικής αντίληψης που διαθέτει. Και αυτή, αποτελεί το δεύτερο χαρακτηριστικό του γνώρισμα. Επειδή το μειονέκτημά του –αν θέλει κανείς να το βλέπει έτσι- απέναντι σ’ εμάς που γράψαμε πέντε ή δέκα βιβλία δεν είναι ότι εκείνος έγραψε μόνον ένα ή δύο· είναι ότι δεν είχε τη δική μας «δύναμη αυταπάτης» να γράψει περισσότερα. Η μεγάλη αντίληψη, με το να φωτίζει τόσο άπλετα το οπτικό του πεδίο, καθιστά ίσα ίσα και πιο ευκρινή τα όρια που δε γίνεται ποτέ του να περάσει ο άνθρωπος. Και ο Παράδεισος του ποιητή, που αποτελείται από καίριες αλήθειες και τελειότητες, φεύ, κείται πέραν. Αυτόν τον παράδεισο ξεκινήσαμε να κατακτήσουμε κάποτε.

Τα χρόνια εκείνα η Αθήνα δεν είχε νερό μήτε δωρεάν παιδεία. Είχε όμως μια Φωκίωνος Νέγρη σε πρωτόγονη κατάσταση, με πολλούς ήχους νερών και πολλές κρυφές πρασινάδες. Εκεί κάπου, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, μπορούσες να συναντήσεις τον Νίκο Γκάτσο και να βολτάρεις μαζί του, συζητώντας για ποίηση, ως το πρωί. Που βέβαια, εάν ήταν Σάββατο, εκείνος βρισκότανε κιόλας στη Δευτέρα. Τόσο ανεξήγητα πανέτοιμος μας είχε φτάσει στα δεκαοχτώ του από την Ασέα της Αρκαδίας. Με πλήρη εξάρτυση: με τους Έλιοτ και τους Λόρκα, τους Κάφκα και τους Σαρτρ. Χώρια βέβαια τη δημοτική παράδοση, που, αυτή, κυκλοφορούσε στο αίμα του και αναπηδούσε πίσω από κάθε του κρίση, κάθε του αντίδραση, αρκεί να πατούσες το κουμπί στην κατάλληλη στιγμή. Το τι μυριάδες τσιγάρα και καφέδες καταναλώθηκαν αργότερα, λίγο πιο πάνω στο τέρμα της οδού Σετσών όπου βρισκότανε το μικρό του σπίτι, το τι ολονυχτίες εξαντλητικές διαδέχονταν η μία την άλλη στα χρόνια της 4ης Αυγούστου ή της Γερμανικής Κατοχής ή του Εμφυλίου, με συνεχή ανεβοκατεβάσματα Σολωμών και Καβάφηδων, Βαλερύδων και Ελουάρδων, δεν περιγράφεται. Ίσως χωρίς το μπουλούκι εκείνο των ενθουσιώντων νέων, που το πάθος τους για τα ποιήματα, ωστόσο, το μετρούσανε στην πλάστιγγα των χρυσοχόων κι όχι καθόλου των πολιτικών σκοπιμοτήτων, το μοντέρνο ποιητικό κίνημα να μην είχε πάρει ποτέ τις προεκτάσεις που γνωρίζουμε και να μην είχε κρυφά συνδεθεί με τις υπόγειες φλέβες που διατρέχανε την παράδοση και που ανεβάζανε στην επιφάνεια εικόνες του ομαδικού υποσυνειδήτου, μοραΐτικες, νησιώτικες μακεδονικές, κάτι άγνωστο στους αλλοδαπούς συναδέλφους με τις ομοιόμορφες -μόλις πέντε ή έξι αιώνων- μορφές πνευματικής κληρονομιάς που διαθέτανε.

Πρέπει, φαίνεται, να κρατάς την Ποίηση σε απόσταση, αν θες να τη βλέπεις να ‘ρχεται από μόνη της κοντά σου, όπως οι γάτες ή όπως οι γυναίκες. Τα “φιλολογικά ζώα” βέβαια, εκείνα, βουτάν με τα μούτρα και δεν παύουν να γλείφονται. Είναι όμως αμφίβολο εάν ένας χημικός θ’ ανακάλυπτε ποτέ στη σίελό τους τον θείο ιό. Η αλήθεια (ή πραγματικότητα;) βρίσκεται πάντοτε παραδίπλα στο νόημα, όπως η μαγεία παραδίπλα στο εκάστοτε γραπτό που την εκφράζει.

Κάπου εκεί κοντά, σ’ έναν τέτοιο τρόπο αντίληψης (που ή τον υποψιάζεσαι, και τότε βγάνεις, ακόμη κι από μπλε με κίτρινο, το πράσινο που σου χρειάζεται, ή αλλιώς μένεις διά παντός έξω από το παιχνίδι) συναντηθήκαμε πριν από μισόν περίπου αιώνα με τον Νίκο Γκάτσο. Τα χρώματα ίσαμε σήμερα δεν ξεβάψανε.

Ν. Γκάτσος

Κοντά στον μόχθο του για τον επιούσιο, είναι περίεργο αλλά κάποτε ο άνθρωπος επιμένει να μοχθεί και για κάτι επιπλέον ακόμη. Όσο μάλιστα λιγότερο απαραίτητος μοιάζει ο λόγος που τον ωθεί τόσο πιο ακατανόητο βρίσκουμε το φαινόμενο. Και ας είναι αυτό, ίσως, το μοναδικό γνώρισμα της ευγένειάς του.

Έχω δει τον Νίκο Γκάτσο να εξαναγκάζει σε αναβολή πρεμιέρες και να ξημερώνεται για μια λέξη. Όχι καν λέξη σε ποιητικό κείμενο· σε απλό θεατρικό διάλογο, προορισμένον να διαρκέσει μερικά δευτερόλεπτα. Τι μπορεί να σημαίνει μια τέτοιου είδους επιμονή; Ευσυνειδησία; σχολαστικότητα; αίσθηση ευθύνης; μανία της τελειότητας; Ερευνήσετε στα εδάφη του Διονυσίου Σολωμού για να βρείτε το μυστικό και να εξηγήσετε την ολιγογραφία του.

Προσωπικά, έχω καταλήξει από καιρό στο συμπέρασμα, ότι δεν υπάρχει ταλέντο ποιητικό· υπάρχει απλώς «ορθή αίσθηση του ποιητικού». Δεν υπάρχει γνώση της γλώσσας· υπάρχει «ορθή αίσθηση της γλώσσας». Και λοιπόν, να κρίνουμε τον Νίκο Γκάτσο από την Αμοργό και τις μεταφράσεις του; Ωστόσο, αν ένας μάγος μπορούσε να μεταφυτεύσει σ’ όλους τους σύγχρονους Έλληνες τι «στέκει» και τι «δε στέκει», όπως βγαίνει από τη μικρή εκείνη ποιητική συλλογή, καθώς και το τι περνάει και τι δεν περνάει από τη γλώσσα μας, όπως βγαίνει από τα ποιητικά έργα που μεταγλώττισε, θα βλέπαμε ποια και πόση μπορεί να είναι η συνεισφορά του. Αλλ’ εμείς τη δημοτική γλώσσα και την παράδοση τις εκμάθαμε. Σιγά σιγά και με πολύν κόπο. Εκείνος τις βρήκε μέσα του, τις αφομοίωσε μαζί με το «γάλα της μητρός του», που θα ‘λεγε ο Σολωμός. Ακόμη και στους στίχους που για βιοποριστικούς λόγους έγραψε (αλλά και γιατί προτιμότερη βρίσκει την ταπεινή τέχνη που λειτουργεί παρά την υψηλή που σκονίζεται στα ράφια), οι αρετές του περνάνε, τις περισσότερες φορές, σχεδόν ατόφιες, μείον τη διαφορετική κλίμακα. Και θα μου επιτραπεί να υποστηρίξω πως μερικοί στίχοι που έγραψε για τη Μυθολογία του Μάνου Χατζιδάκι, για τους Δροσουλίτες του Χριστόδουλου Χάλαρη και, τώρα τελευταία, για το Ρεμπέτικο του Σταύρου Ξαρχάκου ξεπερνούν κατά πολύ μερικά μεγαλεπήβολα σύγχρονα ποιητικά μας έργα και διδάσκουν τι πάει να πει αρρενωπότητα της δημοτικής παράδοσης, οργανική λειτουργία της ομοιοκαταληξίας, ήθος της ελληνικής.

Όταν δεν μετράς με κουκιά, οι αναλογίες του κόσμου παρουσιάζονται διαφορετικές, αν όχι -φαινομενικά τουλάχιστον- αναποδογυρισμένες. Ο εξοικειωμένος με τα άπιαστα δεν απορεί. Προϋποθέτει φυσιολογική μια πραγματικότητα όπως αυτή, κι απάνω της κινείται με άνεση. Αυτό κάνει, εδώ και χρόνια, ο Νίκος Γκάτσος, που δεν προσπάθησε ποτέ του να διορθωθεί, θέλω να πω να απαλείψει ακατανόητες λογικά συνήθειες ή έξεις, για να ευθυγραμμισθεί με ό,τι αποτελεί την «κοινή αντίληψη». Κι ευτυχώς. Εκατομμύρια ιδιοφυών ανθρώπων χάνουν την ταυτότητά τους «καθ’ οδόν». Γιατί; Για να μην κακοχαρακτηρισθείς από τους κουτούς, αξίζει τόσο που να καταθέτεις στα πόδια τους την ευφυΐα σου; Κι ύστερα ποια ευφυΐα; Εδώ μιλάμε για την ποιητική· που τρέπει σε φυγή το σύνολο των αστών κι ένα μέρος των επαναστατών, που όλα τα ‘καψαν μείον τον καθωσπρεπισμό, κι ας νομίζουν ότι τον απέβαλαν μαζί με την πανάθλια γραβάτα τους.

Αν εξακολουθούμε να παραμένουμε ζωντανοί, πιστεύω, είναι χάρη στην αυταξία ορισμένων στιγμών που υποσυνείδητα επιλέγουμε κι επανασυνδέουμε, δημιουργώντας μια δεύτερη ροή, όπου η φθορά δεν προχωρεί και οι πέτρες δε μαλλιάζουν. Απ’ αυτή την άποψη, επιστρέφω τις ρυτίδες μου και κρατώ την ψυχή μου στην άκρη κάποιου στίχου ή μιας μελωδίας ή ενός φωτεινού κοριτσίστικου χαμόγελου.

Ο τρόπος που μιλάς για το παρελθόν χωρίς να γίνεσαι ύποπτος νοσταλγίας, δεν έχει βρεθεί ακόμη. Ωστόσο, είναι άλλο πράγμα να φορτώνεσαι το χρόνο και να τον μεταφέρεις μαζί με τις ρυτίδες σου και άλλο να κυκλοφορείς μέσα του πίσω μπρός, με την ευκολία που μόνον η ποίηση επιτρέπει.

Με τον Νίκο Γκάτσο συνδέθηκα και συμπορεύτηκα, επειδή κι εκείνος, πίσω από τα χαμόγελα και τις μελωδίες, είχε ακούσει τη φωνή που κηρύττει και στις παραμονές του θανάτου και πάνω από τις καταιγίδες».

Μάνος Χατζιδάκις
(23 Οκτ. 1925 – 15 Ιουν. 1994)

Για τη γνωριμία του με τον Μάνο Χατζιδάκι, που έγινε στο σπίτι του φίλου του ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη, επίσης στο έργο του «Ανοιχτά Χαρτιά» (ό.π., σελ. 401), ο Ελύτης αναφέρει:

«… Εκεί ο Μάνος Χατζιδάκις -αυτός ήταν ο νέος συνθέτης-κάθισε στο πιάνο. Δεν έχει πια καμία σημασία τι μας έπαιξε εκείνο το απομεσήμερο. Όπως εξομολογήθηκε ο ίδιος αργότερα, δεν υπήρχε τίποτα συγκεκριμένο στο νου του, απλώς αυτοσχεδίασε. Το αθώο ψέμα που μεταχειρίστηκε για να μας πλησιάσει, και να κινήσει το ενδιαφέρον μας, δεν τον εμπόδισε καθόλου -φτάνει που βρέθηκαν τα δάκτυλά του επάνω στα πλήκτρα- να το ανατρέψει και να το κάνει μια μαγική αλήθεια. Τόσο πολύ θα ‘λεγες ότι ο αυτοδημιούργητος αυτός νέος ήταν ξεχειλισμένος από μελωδικότητα, τόσο πολύ γειτόνευε με μια περιοχή παρθένα, γεμάτη από ανεκμετάλλευτους ήχους και ρυθμούς, που έφτανε να τη σκουντήξει λιγάκι με τον αγκώνα του επάνω στο πιάνο για να γεμίσει το δωμάτιο, να γεμίσει αργότερα η Ελλάδα κι ο κόσμος όλος από μιαν άλλου είδους γοητεία.

Ο Μάνος Χατζιδάκις στο πιάνο του

Και βέβαια η συναναστροφή του με τους ποιητές της γενεάς αυτής τον βοήθησε. Πανέξυπνος καθώς ήταν, μπήκε αμέσως στο κλίμα τους, εργάστηκε πάνω στα μοτίβα τους, και χρησιμοποίησε, τουλάχιστον στις πρώτες του δημιουργίες, την ίδια γλώσσα των κοινών συμβόλων που, ανεξάρτητα από την προσωπική εμπειρία του καθενός, είχε η ελληνική υπερρεαλιστική παράταξη θέσει σε κυκλοφορία. Είναι ένα παράδειγμα που αναφέρω ετούτη τη στιγμή, χωρίς να βρίσκω ότι έχει άλλη ευρύτερη σημασία, δείχνει όμως χαρακτηριστικά πόσο, στις εποχές που ένα καινούριο πνεύμα αναπτύσσεται και ανεβαίνει, αφήνει στον αέρα μερικά κοινά σύμβολα που ο καθένας αισθάνεται το δικαίωμα να εκμεταλλευθεί, χωρίς για τούτο να προδίδει ούτε τον εαυτό του ούτε τους άλλους. Αυτό δεν αφορά καθόλου τον Μάνο Χατζιδάκι που χωρίς να ‘χει καμιά σχέση με τη θάλασσα έγραψε μουσική Για μια μικρή αχιβάδα. Ο Νίκος Γκάτσος δεν είχε ζήσει ποτέ του σε νησί όταν έδινε στο ποιητικό του έργο τον τίτλο Αμοργός, και ο άλλος νέος συνθέτης, που φανερώθηκε αργότερα, ο Μίκης Θεοδωράκης, καμιάν ανάλογη εμπειρία όταν προσεταιριζότανε για τα τραγούδια του τη μαγική λέξη Αρχιπέλαγος. Αλλά δε χωράει συζήτηση ότι μονάχα για τους minores η τέχνη περιοριζότανε στην παρατήρηση και στην εξομολόγηση. Για κάθε βήμα πιο πέρα τον πρώτο λόγο έχει μια δύναμη που ξέρει να οικειοποιείται την ευαισθησία της εποχής και να ενσωματώνει στην έκφρασή της, οδηγημένα σε αντικειμενική κατάσταση κι εκείνα, τα προσωπικά βιώματα …».

Ο Νίκος Γκάτσος με τον Μάνο Χατζιδάκι

Αναμφίβολα η μαγεία εκείνης της εποχής, που περιγράφει ο Οδυσσέας Ελύτης μέσα από τη γνωριμία και τη φιλία του με τον Νίκο Γκάτσο και τον Μάνο Χατζιδάκι, παρ’ όλα τα τεράστια προβλήματα που βίωσε η ελληνική κοινωνία και ο ελληνικός λαός καθ’ όλο το διάβα του 20ού αιώνα, πέρασε μέσα από την πένα των ποιητών μας στην κοινή συνείδηση κι έγινε ένα με τη μοίρα του τόπου, εξακολουθώντας να μας συντροφεύει ως σήμερα. Κληρονομιά βαρύτιμη, που έκλεισε μέσα της μοναδικά ολάκερη την ιστορία, την παράδοση, τα όνειρα, τα βάσανα και τους καημούς της ρωμιοσύνης, και που τώρα περνάει πια στα παιδιά μας με τον πόθο και την ευχή να την κάνουν ουσιαστικά δική τους με τη ζωή τους. Άλλωστε πρέπει να έχουμε παντοτινά στο νου και τα λόγια ενός ακόμα κορυφαίου στιχουργού μας, του Μάνου Ελευθερίου:

«Πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
πώς το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή».

Πηγές:
– Οδυσσέας Ελύτης, «Ανοιχτά Χαρτιά», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1987, σελ. 365-367, 395, 399.
– Οδυσσέας Ελύτης, «Εν Λευκώ», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1992, σελ. 295-301.
– «Σείριος, το πιο λαμπρό αστέρι του ουρανού…», σε: mixanitouxronou.gr

kimintenia.wordpress.com

Ο Όσιος Ονούφριος ο Αιγύπτιος

12 Ιουνίου

«Καὶ τὴν ἑνὸς χιτῶνος ἐντολήν, Πάτερ,
Ὑπερβέβηκας, γυμνητεύσας εἰς τέλος.
Δωδεκάτῃ ἀχίτωνα Ὀνούφριον ἐκ βίου ἦραν»

Οι Άγιοι της Εκκλησίας δεν είναι μερικές χιλιάδες∙ είναι αρκετά εκατομμύρια. Κάθε προσπάθεια βέβαια να τους μετρήσει κάποιος θα ήταν μάλλον μια ματαιοπονία. Και αν κάποιος, υποθετικά, ενδιαφερόταν να μετρήσει όλους τους Αποστόλους, τους Προφήτες, τους Ιεράρχες, τους Ιερομάρτυρες, τους Οσίους, τούς Οσιομάρτυρες, τους Ομολογητές και απλά όλους τους αγίους άνδρες και γυναίκες μαζί θα εύρισκε να ίναι περισσότεροι από την άμμο της θάλασσας.

Συνέχεια

Οι Δροσουλίτες και ο θρύλος του Φραγκοκάστελλου

Το Φραγκοκάστελλο, 1960

Τέλος της άνοιξης χαθήκαν εδώ οι Δροσουλίτες, οι ηρωικοί πολεμιστές
του ηπειρώτη στρατηγού Χατζη-Μιχάλη Νταλιάνη. Και ως αρχές Ιουνίου, το χάραμα,
όταν ο πρώτος ήλιος της αυγής σκορπά την πρωινή δροσιά του στην πλάση, ξαναγυρνούν
μέσα από τον θρύλο τους, καλπάζοντας πάνω στα τείχη του Φραγκοκάστελλου…

Συνέχεια

Σύναξη της Παναγίας «Άξιον Εστί»

11 Ιουνίου

«ᾞσας Γαβριὴλ πρὶν τὸ Χαῖρε τῇ Κόρῃ.
ᾌδεις δὲ καὶ νῦν, Ἄξιόν σε ὑμνέειν»

Η εικόνα της Παναγίας το «Ἄξιον ἐστι», είναι μια από τις περίφημες εικόνες του Αγίου Όρους. Βρίσκεται στον ιερό ναό του Πρωτάτου, στις Καρυές του Αγίου Όρους, θεωρούμενη ως «κοινή εφέστιος προστάτις» εικόνα όλων των Αγιορείτικων Μονών, φέρουσα στο πλαίσιό της τις σφραγίδες και των 20 Μονών. Το παρακάτω ιστορικό της ιεράς εικόνος Παναγίας το «Ἄξιον ἐστι» γράφηκε ως υπόμνημα από τον ιερομόναχο Σεραφείμ τον Θυηπόλο, το 1548, ο οποίος υπήρξε και Πρώτος του Αγίου Όρους, το διέσωσε δε ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:

Συνέχεια

Οι Άγιοι Απόστολοι Βαρθολομαίος και Βαρνάβας

11 Ιουνίου

«Καὶ σὸς μαθητής, Χριστέ, Βαρθολομαῖος,
Μιμούμενός σε, σταυρικὸν φέρει πάθος»

«Ὑπὲρ λίθον σάπφειρον, ὡς γραφὴ λέγει,
Τοὺς συντρίβοντας εἶχε Βαρνάβας λίθους»

«Ἑνδεκάτῃ σταύρωσαν ἐρίφρονα Βαρθολομαῖον»

Ο Βαρθολομαίος ήταν από τους δώδεκα Απόστολους του Κυρίου και κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Ινδούς στους οποίους και παρέδωσε το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Αλλά στην Ουρβανούπολη οι ειδωλολάτρες τον σταύρωσαν και έτσι ένδοξα τελείωσε τη ζωή του με το μαρτύριο.

Συνέχεια

Άγιος Λουκάς ο ιατρός, Επίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας

11 Ιουνίου

Η ζωή του

Ο Άγιος Λουκάς, κατά κόσμον Βαλεντίν Φελίξοβιτς Βόινο Γιασενέτσκι, ήταν Ρώσος αρχιερέας και καθηγητής – χειρουργός. Γεννήθηκε στις 27 Απριλίου 1877, στο Κερτς της Ουκρανίας στην Κριμαία. Το Κερτς είναι η αρχαία πόλη Παντικάπαιον, όπου το ελληνικό στοιχείο είναι ισχυρό ακόμη και σήμερα. Εκεί ο άγιος πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του. Ο πατέρας του ήταν ρωμαιοκαθολικός, ενώ η μητέρα του ήταν ορθόδοξη. Οι πρόγονοί του ήταν γνωστοί στην περιοχή, αλλά σε αντίθεση με την οικογένεια του Αγίου, ζούσαν πλουσιοπάροχα.

Συνέχεια
Χωρίς κατηγορία

Ο Άγιος Νεομάρτυς Ζαφείριος

11 Ιουνίου

«Χριστού κηρύξας θεότητα γενναίως,
Μαρτύρων εύρες, Ζαφείριε, την δόξαν.
Πρώτη τε δεκάτη Ζαφείριος Χριστώ παρέστη»

Το 1821 με την επανάσταση της Χαλκιδικής πολλοί κάτοικοι των χωριών της περιοχής κατέφυγαν με τις οικογένειές τους στο Άγιον Όρος, προκειμένου να διαφύγουν της σφαγής και του εξανδραποδισμού των Τούρκων. Υπήρξαν περιπτώσεις Χαλκιδικιωτών οι οποίοι αρνήθηκαν ν’ αλλαξοπιστήσουν με αποτέλεσμα να δεχθούν τον στέφανο του μαρτυρίου. Ένας από αυτούς ήταν και ο νεαρός Ζαφείριος.

Συνέχεια

Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου (10 Ιουνίου 323 π.Χ.)

Στις 10 Ιουνίου του 323 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος, μια από τις σημαντικότερες μορφές της παγκόσμιας ιστορίας, άφησε την τελευταία του πνοή στη Βαβυλώνα, σε ηλικία μόλις 33 ετών.

Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε στις 20 ή 21 Ιουλίου του 356 π.Χ στην Πέλλα της Μακεδονίας. Πατέρας του ήταν ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Β’ και μητέρα του η Ολυμπιάδα, κόρη του βασιλιά της Ηπείρου Νεοπτολέμου. Από τον πατέρα του ο Αλέξανδρος κληρονόμησε την οξεία αντίληψη, τις οργανωτικές ικανότητες και την ταχύτητα ενεργειών. Και από τη μητέρα του τη φιλοδοξία, την υπερηφάνεια και την ισχυρή θέληση.

Συνέχεια

Η Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

«Ἐκ δεξιᾶς κάθισας πατρικῆς Λόγε,
Μύσταις παρασχὼν πίστιν ἀσφαλεστέραν»

«Ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τὸν Παράκλητον τῶ κόσμω, οἱ οὐρανοὶ ἡτοίμασαν τὸν θρόνον αὐτοῦ, νεφέλαι τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ, Ἄγγελοι θαυμάζουσιν, ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν, ὁ Πατὴρ ἐκδέχεται, ὃν ἐν κόλποις ἔχει συναϊδιον, Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον κελεύει πᾶσι τοὶς Ἀγγέλοις αὐτοῦ, Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν, Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χείρας, ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἣν τὸ πρότερον». Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μετά την λαμπροφόρο Ανάστασή Του από τους νεκρούς, δεν εγκατέλειψε αμέσως τον κόσμο, αλλά συνέχισε για σαράντα ημέρες να εμφανίζεται στους μαθητές Του (Πράξ. 1,3). Αυτές οι μεταναστάσιμες εμφανίσεις Του προς αυτούς είχαν πολύ μεγάλη σημασία. Έπρεπε οι πρώην δύσπιστοι και φοβισμένοι μαθητές να βιώσουν το γεγονός της Αναστάσεως του Διδασκάλου τους και ν’ αποβάλουν κάθε δισταγμό και ψήγμα απιστίας για Εκείνον.

Συνέχεια

Απόδοση της εορτής του Πάσχα

9 Ιουνίου 2021

Η Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού συνεχίζεται! Αυτό δείχνει και η γιορτή της Αποδόσεως του Πάσχα. Τα ίδια γράμματα της νύχτας της Αναστάσεως, ακούγονται και κατά την Απόδοση του Πάσχα. Τελείται μία ημέρα πριν από την εορτή της Αναλήψεως. Κάθε μεγάλη εορτή στην Ορθόδοξη λατρεία έχει την «απόδοσή» της. Κάθε εορτή είναι ζωντανό γεγονός, που επαναλαμβάνεται στη ζωή της Εκκλησίας, στη ζωή του πιστού.

Συνέχεια

Η Αγία Καλλιόπη

8 Ιουνίου

«Kάλλη παραβλέπουσα των ποιημάτων,
Kτίστου τα κάλλη οπτάνη Kαλλιόπη»

Η Αγία Καλλιόπη έζησε στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ., στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου. Διακρινόταν για τη φυσική της ομορφιά, αλλά και τα πλούσια ψυχικά και πνευματικά χαρίσματά της. Απέρριπτε μετά βδελυγμίας κάθε πρόταση γάμου γιατί είχε αφιερώσει τη ζωή της στον Χριστό, στη διδασκαλία του Θείου Λόγου Του και στη διακονία και παραμυθία των ασθενών και πασχόντων αδελφών της. Στον φοβερό διωγμό που εξαπέλυσε ο φοβερός διώκτης των χριστιανών Δέκιος, η Καλλιόπη συνελήφθη και οδηγήθηκε μπροστά στον τοπικό άρχοντα, ο οποίος θαύμασε την ομορφιά της και προσπάθησε με διάφορες κολακείες και υποσχέσεις να την δελεάσει και να την σύρει στην ανόσια ζωή της ειδωλολατρίας. Όμως η Αγία με ηρωική σταθερότητα και αγωνιστικό φρόνημα ομολόγησε την πίστη της στον Χριστό, τον μοναδικό Σωτήρα και Λυτρωτή. Εξοργισμένος ο τύραννος διέταξε και τη μαστίγωσαν ανελέητα. Κατόπιν την χαράκωσαν με μαχαίρια και έκαψαν τις πληγές της. Τελικά την αποκεφάλισαν χαριζόντάς της την ουράνια και άφθαρτη δόξα. Η μνήμη της τιμάται στις 8 Ιουνίου εκάστου έτους.

Συνέχεια

Ο Όσιος Παναγής Μπασιάς

7 Ιουνίου

Ο Όσιος Παναγής (Παΐσιος) ο Μπασιάς γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλληνίας, το 1801 μ.Χ., και ήταν γιός ευσεβών και επιφανών γονέων, του Μιχαήλ Τυπάλδου – Μπασιά και της Ρεγγίνας Δελλαπόρτα. Έμαθε Ιταλικά, Γαλλικά, Λατινικά και καταρτίσθηκε στη φιλοσοφία και τη θεολογία. Μικρός ακόμα χειροθετήθηκε αναγνώστης και στην αρχή της σταδιοδρομίας του διορίζεται γραμματοδιδάσκαλος και εξασκεί το λειτούργημα του διδασκάλου, αλλά εμπνεόμενος από τα ριζοσπαστικά κηρύγματα του Κοσμά Φλαμιάτου και Ευσεβίου Πανά, εκκλησιαστικών αναστημάτων της εποχής, οι οποίοι υπεράσπιζαν ότι οι Άγγλοι (κυρίαρχοι της Επτανήσου) προστάτες, ουσιαστικά τύραννοι, επιβουλεύονταν το ορθόδοξο φρόνημα των κατοίκων, αφήνει το δημόσιο σχολείο και παραδίδει μαθήματα κατ’ οίκον συνεχίζοντας την αποστολή του.

Συνέχεια

Ο ευχαριστιακός τρόπος ζωής και ο ρόλος του ανθρώπου στη δημιουργία

Ο άνθρωπος είναι ένα ζωντανό πλάσμα
που έχει λάβει την κλήση να γίνει Θεός

Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Ware

«Ως εικόνα του Θεού ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να υπερβαίνει τον εαυτό του, να μεσιτεύει ανάμεσα στις ακρότητες και να τις οδηγεί στην αρμονία. Το ανθρώπινο ον δεν είναι πρωταρχικά ένα λογικό ζώον, ούτε ακόμη ένα πολιτικό ζώον, αλλά πολύ πιο θεμελιακά ένα ευχαριστιακό ζώον. Το υψηλότατο προνόμιο και η υπέρτατη κλήση μας, η πράξη η οποία μας πραγματώνει αυθεντικά, είναι να προσφέρουμε τον κόσμο ως ευχαριστία πίσω στον Θεό. Η ίδια η οικολογική κρίση έδειξε πως αυτό που χρειάζεται να επιδείξουμε είναι ένα ευχαριστιακό και ασκητικό πνεύμα, μια στάση αυτοπεριορισμού, κενωτικής απλότητας στον συνολικό τρόπο ζωής μας, μια θέληση να διακρίνουμε, και ως κοινότητες και σε προσωπικό επίπεδο, ανάμεσα σε αυτό που θέλουμε και σε αυτό που χρειαζόμαστε. Το γεγονός ότι θέλουμε κάτι, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχουμε και το δικαίωμα να το αποκτήσουμε. Αυτό είναι ένα μάθημα που οι καταναλωτικές κοινωνίες σε όλον τον κόσμο δεν επιθυμούν να διδαχθούν. Με μια λέξη, εννοούμε ένα πνεύμα επώδυνης θυσίας. Άλλωστε η τελεία αγάπη είναι η θυσιαστική αγάπη. Να προσφέρεις τον κόσμο πίσω στον Θεό ευχαριστιακά, σημαίνει να προσφέρεις την ίδια σου τη ζωή ως θυσία στον Θεό, για χάρη των συνανθρώπων σου. Μόνο που με μια τέτοια θυσία, θα ανακαλύψουμε ότι δεν χάνουμε άλλα κερδίζουμε». Τα σοφά τούτα λόγια ανήκουν σε έναν από τους σπουδαιότερους θεολόγους του καιρού μας, στον π. Κάλλιστο Ware και τα καταθέτουμε ως μία από τις πιο γνήσιες ορθόδοξες μαρτυρίες για το θαύμα της ζωής, τον άνθρωπο και τη θέση του στη δημιουργία.

Συνέχεια

Ο Άγιος Νεομάρτυς Μάρκος ο εν Χίω

5 Ιουνίου

Ο Άγιος Μάρκος γεννήθηκε στη Σμύρνη. Ο πατέρας του καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και ονομαζόταν Χατζή Κωνσταντής, η δε μητέρα του καταγόταν από τη Σμύρνη και ονομαζόταν Μαρία. Ο ίδιος παντρεύτηκε το έτος 1788 μ.Χ. Μπλέχτηκε όμως στην Έφεσο με άλλη χριστιανή γυναίκα και κάποια ημέρα συνελήφθησασν επ’ αυτοφώρω. Ο άγιος και η ερωμένη του αρνήθηκαν την πίστη τους ενώπιον του κριτή. Ο Μάρκος, γρήγορα αισθάνθηκε τύψεις συνειδήσεως για την εξωμοσία του, πήγε με δάκρυα και εξομολογήθηκε σε κάποιον πνευματικό, ο οποίος τους διευκόλυνε να φύγουν στη Σμύρνη. Από εκεί, αφού επιβιβάστηκαν σε πλοίο που πήγαινε στην Τεργέστη, το 1792 μ.Χ., αποβιβάστηκαν στη Βενετία, όπου χρίστηκαν με Άγιο Μύρο, κοινώνησαν και παντρεύτηκαν.

Συνέχεια

Η Πίννα, η Τόννα κι η Μπουρού, οι μεγάλες κυρίες των βυθών της Μεσογείου

Τα μεγαλύτερα είδη κοχυλιών που συναντάμε στην Ελλάδα, την Κύπρο, αλλά και σε ολόκληρη τη Μεσόγειο Θάλασσα είναι τρία: η Πίννα η ευγενής (Pinna nobilis), η Τόννα (Tonna galea) και ο Τρίτωνας ή Μπουρού (Charonia tritonis variegata). Και τα τρία αυτά κοχύλια ανήκουν στα προστατευόμενα είδη καθώς κινδυνεύουν με αφανισμό. Τα κοχύλια είναι ταυτισμένα με το ελληνικό καλοκαίρι, σύμβολα της ευτυχίας, της χαράς, της ξενοιασιάς, αλλά και των αγαπημένων περιπλανήσεων στις ελληνικές θάλασσες! Ας γνωρίσουμε όμως καλύτερα τις τρεις αυτές μεγάλες κυρίες των βυθών της Μεσογείου και τον θαυμαστό αλλά και απειλούμενο κόσμο τους..

Συνέχεια
Χωρίς κατηγορία

Φεγγάρι και γιασεμί στο Cine Ακρογιάλι στην Αίγινα…!

Το «Ακρογιάλι» είναι ο παλαιότερος θερινός κινηματογράφος της Αίγινας. Από τη δεκαετία του ’50, οπότε και ξεκίνησε η λειτουργία του, γενιές ολόκληρες θυμούνται νοσταλγικά και εξακολουθούν ν’ απολαμβάνουν τις όμορφες βραδιές, με το φεγγάρι να καθρεφτίζεται στα νερά του Σαρωνικού και τις αγαπημένες ταινίες να μας κρατούν συντροφιά στον φιλόξενο χώρο του.

Συνέχεια