Αλέξης Δαμιανός, O ποιητής της εικόνας και η «Ευδοκία» του

Ο σπουδαίος Έλληνας κινηματογραφιστής Αλέξης Δαμιανός γεννήθηκε στις 21 Ιανουαρίου του 1921, στην Αθήνα και έφυγε από τη ζωή στις 4 Μαΐου του 2006. Με αφορμή την επέτειο από τα 101 χρόνια από τη γέννησή του, παρουσιάζουμε ένα αφιέρωμα στη θρυλική «Ευδοκία» του (1971), που για πολλούς αποτελεί την πιο σημαντική ελληνική ταινία όλων των εποχών.

Ο Αλέξης Δαμιανός, στο κέντρο, με τους συνεργάτες του Ηλία Παντελιά
και Χρήστο Βουδούρη, από τα γυρίσματα του «Ηνίοχου», στο Καρπενήσι

«Το θέμα είναι πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο. Πάμε να του βρούμε την ταυτότητά του, όλοι. Ψάχνουμε μια ταυτότητα όλοι μας, άλλοι πιο πολύ άλλοι λιγότερο, άλλοι με περισσότερα ελαττώματα άλλοι με λιγότερα. Ανθρωπάκια του Θεού είμαστε όλοι. Τα επιτεύγματά μας δεν έχουν τόση σημασία. Σημασία έχει η μάχη του καθενός μας. Πήραμε τη συνταγή την ξένη και προσπαθήσαμε να την εφαρμόσουμε εδώ. Και γίναμε γελοίοι. Και τη γελοιότητα αυτή την κάναμε αποδεκτή. Από έναν λαό που τραγουδούσε τα δημοτικά τραγούδια, έναν λαό τόσο ερωτικό που πάλλεται, που τρέχει σαν το νεράκι. Όλες αυτές τις μνήμες για την καταγωγή πρέπει να τις ξυπνήσουμε. Η λήθη που υπάρχει δεν μπορεί να πάει παραπέρα. Πρέπει να φτάσουμε στην Αλήθεια που σημαίνει μη Λήθη, το στερητικό Α και τη Λήθη. Να φτάσουμε στην ομολογία, στην ταπείνωση. Και ν’ αγαπάμε, όποιος δεν αγαπά εκείνος χάνει».

Αλέξης Δαμιανός, «Παρασκήνιο», 1995

Η «Ευδοκία» του Αλέξη Δαμιανού

Η ταινία «Ευδοκία» του Αλέξη Δαμιανού θεωρείται μία από τις σημαντικότερες δημιουργίες του ελληνικού κινηματογράφου. Για πολλούς, η πιο σημαντική όλων των εποχών. Στην ταινία, ένας νεαρός λοχίας γνωρίζεται με μια πόρνη, την Ευδοκία, την οποία και παντρεύεται. Δέσμιοι πλέον μιας κοινής μοίρας, βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν κοινωνικό περίγυρο που θέλει να τους (περι)ορίσει και τελικά τους συνθλίβει… Οι δύο εραστές ζουν στα όρια ενός γνώριμου, αλλά και σουρεαλιστικού κόσμου, γεμάτου φτωχές γειτονιές και άδεια, σκληρά τοπία.

Η Μαρία Βασιλείου στον ρόλο της Ευδοκίας

Σαν μεταφορά κάποιας κλασικής τραγωδίας που δεν γράφτηκε ποτέ, η ταινία επιλέγει μια δραματουργικά αντισυμβατική οδό για τα δεδομένα της εποχής, πέρα από την όποια εύκολη λύτρωση, έχοντας στο επίκεντρό της μια ηρωίδα που θέλει πάνω απ’ όλα να ζήσει και ν’ αγαπηθεί, ελεύθερη. Στον ρόλο της Ευδοκίας η βραβευμένη στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Μαρία Βασιλείου. Η «Ευδοκία», μετά και την ταινία «Μέχρι το πλοίο» του Αλέξη Δαμιανού, ολοκληρώνει ένα δημιούργημα άγριας κινηματογραφικής ελευθερίας, βαθιά πολιτικό, άρρηκτα συνδεδεμένο για πάντα με το εμβληματικό μουσικό έργο του Μάνου Λοΐζου. Ένα ορμητικό έργο πάθους, έρωτα και ιερής οργής, μια ταινία – αντίδραση σ’ έναν κόσμο σε αγκύλωση.

Η ιστορία της «Ευδοκίας»

Κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο 21χρονος Γιώργος Κουτούζης, από τη Νέα Ερυθραία, δουλεύει σε οικοδομή αλλά, καθώς προκύπτει κάποια σοβαρή υποχρέωση, πρέπει να λείψει. Επειδή γνωρίζει ότι ο εργολάβος θα «στραβώσει» αν μείνει πίσω η δουλειά, φροντίζει από την προηγούμενη μέρα να πάει σ’ ένα καφενείο της περιοχής, όπου συχνάζουν εργάτες σαν κι εκείνον και να βρει έναν αντικαταστάτη. Όμως, ο αντικαταστάτης του δεν πήγε ποτέ στο γιαπί… Έτσι, όταν την επομένη ημέρα ο Κουτούζης επέστρεψε στη δουλειά του, ο εργολάβος τον απολύει θυμωμένος.

Έξω φρενών ο νεαρός ξαναπάει στο καφενείο να ζητήσει εξηγήσεις από εκείνον που τον «κρέμασε» και, κουβέντα στην κουβέντα, ο άλλος αποκαλεί τον Κουτούζη «αλήτη». Ο Κουτούζης θολώνει, τον βγάζει σηκωτό από το καφενείο και τον αρχίζει στα χαστούκια. Κάποιοι κινούνται εναντίον του, αλλ’ ο γεροδεμένος Κουτούζης αρπάζει ένα μηχανάκι, το σηκώνει στον αέρα και απειλεί να το πετάξει σε όποιον πλησιάσει…

Το σκηνικό δεν θα είχε καμία αξιοσημείωτη συνέχεια, αν εκείνη τη στιγμή δεν περνούσε από εκεί ο Αλέξης Δαμιανός. Ο πενηντάχρονος τότε σκηνοθέτης, ιδρυτής του «Πειραματικού Θεάτρου» και του θεάτρου «Πορεία», τριγυρίζει ψάχνοντας τον πρωταγωνιστή της ταινίας του, κάποιον νεαρό όμορφο, που να μην είχε σχέση με την υποκριτική, για να του δώσει τον πρώτο ανδρικό ρόλο.

Περνώντας από το σημείο του καβγά, ο Αλέξης Δαμιανός εντυπωσιάζεται από τον Γιώργο Κουτούζη, τον πλησιάζει και, καθώς ο νεαρός έχει μείνει χωρίς δουλειά, πείθεται ν’ αναλάβει τον πρωταγωνιστικό ρόλο μιας από τις πλέον εμβληματικές ταινίες του νέου Ελληνικού κινηματογράφου. Λίγες ημέρες αργότερα, σε ένα ταβερνάκι στα παλιά σφαγεία της Κάτω Κηφισιάς, ο Κουτούζης αρχίζει την πρώτη και τελευταία του υποκριτική δουλειά: ως λοχίας πεζικού Γιώργος Μπάσκος χορεύει ζεϊμπέκικο για τα μάτια μιας νεαρής πόρνης, της Ευδοκίας…

Όπως ο ίδιος ο Κουτούζης θα εξομολογηθεί σε συνέντευξή του μετά από χρόνια: «Από την πλευρά μου, η μόνη έννοια που είχα για το θέμα της ταινίας ήταν να μην το προδώσω, αλλά το κυριότερο, να φανώ αντάξιος της εμπιστοσύνης του Αλέξη που ακούμπησε στις πλάτες μου έναν τέτοιο ρόλο. Κι εγώ έπρεπε αυτήν του την εμπιστοσύνη του δημιουργού να μην την προδώσω. Ούτε τον ίδιο ούτε το δημιούργημά του».

Μ. Βασιλείου

Η επιλογή της κοπέλας για τον ρόλο της Ευδοκίας δυσκόλεψε τον Δαμιανό σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό, σε σημείο που απογοητευόταν ότι δεν θα έβρισκε αυτό που ήθελε και του πήρε μήνες μέχρι να βρει την κατάλληλη. Είχαν περάσει πάρα πολλές «Ευδοκίες» από ακρόαση, μέχρι που η Άρτεμις, η σύζυγος του σκηνοθέτη, γνώρισε την Μαρία Βασιλείου στην Αγγλία και την έφερε μαζί της. Για τη Μαρία Βασιλείου ο Γιώργος Κουτούζης είχε επίσης πει πως: «Ήταν ένα γελαστό παιδί, μέσα στη ζωντάνια, με μεσογειακό ταπεραμέντο και εμφάνιση, αλλά και με συνήθειες αγγλικές. Ένα περίεργο κράμα, που της έδινε γοητεία».

Ο Γιώργος Κουτούζης ήδη έμενε στο σπίτι του Αλέξη Δαμιανού για τα γυρίσματα, καθώς αυτό ήταν μέσα στους όρους της συμφωνίας με τον σκηνοθέτη. Το ίδιο και η Μαρία Βασιλείου απ’ όταν ήρθε με την σύζυγό του στην Ελλάδα. Όσο διήρκεσαν τα γυρίσματα και οι δύο πρωταγωνιστές ζούσαν στο σπίτι του Αλέξη Δαμιανού «σαν εσώκλειστοι σε μια σχολή», θα πει για εκείνη την περίοδο ο πρωταγωνιστής Γιώργος Κουτούζης. Και συμπληρώνει: «Όσο ζούσαμε στο σπίτι του Αλέξη, απαγορευόταν να δούμε κινηματογράφο, τόσο εγώ όσο και η Μαρία, για να μην επηρεαστούμε».

Στα γυρίσματα της σκηνής του θρυλικού ζεϊμπέκικου, ο Κουτούζης χορεύει υπό τους ήχους της «Άτακτης» του Μάρκου Βαμβακάρη, επειδή ο Δαμιανός δεν είχε βρει ακόμη τον συνθέτη που θα έγραφε τη μουσική για την ταινία του. Η σκηνή πήρε δυο ημέρες για να ολοκληρωθεί, καθώς ο νεαρός πρωταγωνιστής δεν είχε ξαναχορέψει ζεϊμπέκικο στη ζωή του!

Όπως ο ίδιος ο Γιώργος Κουτούζης θα δηλώσει αρκετά χρόνια μετά: «Το γνωστό ζεϊμπέκικο το πρωτάκουσα όταν πρωτοείδα την ταινία στον κινηματογράφο. Μετά τις λέξεις στο φλιτζάνι “η κορόνα κι ο σταυρός, φυλάξου από τον σταυρό”, είδα τη σκιά του σταυρού του λοχία στο πάτωμα κι έκανε εκείνο το μπάσιμο η μουσική και ξαφνιάστηκα, σχεδόν αναπήδησα από το κάθισμά μου. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι ανατρίχιασα με μια παράξενη αίσθηση συγκίνησης. Ήχησε στ’ αυτιά μου ένα από τα ωραιότερα ακούσματα. Αυτός ο ήχος, αυτή η μουσική, με έκαναν να σκεφτώ ότι, αν ήταν από την αρχή στα γυρίσματα, το ζεϊμπέκικο θα ήταν διαφορετικό. Ένιωσα ότι έδωσα λίγα, αν και αυτό ήταν το πρώτο της ζωής μου. Θυμάμαι, όταν με ρώτησε ο Αλέξης, “ξέρεις ζεϊμπέκικο, έχεις χορέψει ποτέ;”, του είχα πει “όχι, αλλά θα προσπαθήσω”. Δεν φανταζόμουν τότε ότι αυτό το ζεϊμπέκικο θα το έντυνε ένας μουσικός ύμνος …».

Ο Γιώργος Κουτούζης στη σκηνή του θρυλικού ζεϊμπέκικου της Ευδοκίας

Αρκετές ημέρες μετά το γύρισμα της σκηνής του ζεϊμπέκικου, ο ηθοποιός Χρήστος Ζορμπάς, που παίζει τον νταβατζή της Ευδοκίας και ήξερε ότι ο Δαμιανός γύριζε την ταινία με ψίχουλα ως προϋπολογισμό, πρότεινε στον σκηνοθέτη έναν νεαρό ταλαντούχο φίλο του συνθέτη, ο οποίος θα μπορούσε ν’ αναλάβει τη δουλειά με πενταροδεκάρες.

Μ. Λοΐζος

Ο Δαμιανός συμφώνησε να συναντηθεί με τον φίλο του Ζορμπά για να συζητήσουν. Και κάπως έτσι, τον Ιούλιο του 1971, ο Δαμιανός γνώρισε τον 34χρονο τότε Μάνο Λοΐζο και του ανέθεσε να γράψει μουσική για την «Ευδοκία» του… Ο Λοΐζος είχε ξαναγράψει μουσική για τις ταινίες «Η νεράιδα και το παλληκάρι», «Λεβεντόπαιδο» κ.ά., αλλά τώρα προσπαθούσε να γράψει ένα ζεϊμπέκικο που να «κουμπώνει» σ’ εκείνη τη σκηνή, η οποία είχε ήδη γυριστεί με βάση το κομμάτι του Μάρκου…

Από την πρώτη στιγμή, του καρφώθηκε στο μυαλό η ιδέα να χρησιμοποιήσει έναν παλιό τζουρά, τον οποίο είχε χαρίσει στον Λευτέρη Παπαδόπουλο ο Γιώργος Μουφλουζέλης. Ο Λοΐζος σκέφτηκε τον τζουρά του Μουφλουζέλη, επειδή του άρεσε ο ήχος που έβγαζε στα χέρια του παλιού ρεμπέτη, αλλά το όργανο ήταν σε άθλια κατάσταση. Αποκορύφωμα αυτής της αθλιότητας ήταν ότι τα κλειδιά του καράουλου είχαν σπάσει και ο Μουφλουζέλης τα είχε αντικαταστήσει με… δεκάρες.

Έτσι ο Μάνος Λοΐζος ολοκληρώνει τη δουλειά του και αναθέτει την εκτέλεσή της στον, 23χρονο τότε, Θανάση Πολυκανδριώτη. Ο Πολυκανδριώτης πιάνει το μπουζούκι του, αλλ’ ο Μάνος τον διακόπτει και του δίνει τον τζουρά του Μουφλουζέλη. «Μ’ αυτό θα παίξεις», του λέει. Ο Πολυκανδριώτης βλέπει τις δεκάρες στο καράουλο και μένει άφωνος. «Μ’ αυτό;», απορεί. «Μ’ αυτό», επιμένει ο Μάνος.

Θ. Πολυκανδριώτης

Τι να κάνει κι ο Θανάσης; Παίρνει τον τζουρά, τον κουρδίζει κι αρχίζει. Πρώτη, δεύτερη, τρίτη πεννιά… στη δέκατη ξεκουρδίζεται ο τζουράς. Παύση. Κούρδισμα. Πρώτη, δεύτερη, τρίτη πεννιά… πού να κρατήσουν οι δεκάρες;… ξαναξεκουρδίζεται ο τζουράς… ξανά παύση… ξανά κούρδισμα… ξανά τα ίδια. «Δεν γίνεται μ’ αυτό, ρε Μάνο», ξεσπάει απογοητευμένος ο Πολυκανδριώτης. «Είπαμε, μ’ αυτό θα παίξεις», επιμένει απτόητος ο Λοΐζος, «Φτιάχτο!».

Ο Θανάσης δεν επέμεινε πολύ. Είχε το μουσικό αφτί που χρειαζόταν για να καταλάβει ότι ο ήχος αυτού του τζουρά είχε μια οξύτητα και συνάμα μια γλυκύτητα που δύσκολα θα ‘βγαινε από άλλο όργανο. Έτσι λοιπόν πάλεψε, χτυπήθηκε, βασανίστηκε, αλλά στο τέλος τα κατάφερε. Βέβαια, βόηθησε και το τετρακάναλο στην ηχογράφηση: έπαιζε ο Θανάσης ένα μοτίβο, σταματούσε, κούρδιζε, ξανάπαιζε, ξανακούρδιζε και στο τέλος έγινε το απαραίτητο μοντάζ για να βγει το κομμάτι ολοκληρωμένο όπως το γνωρίζουμε…

Λ. Παπαδόπουλος

Σαν τελείωσε αυτή η επεισοδιακή ηχογράφηση, παίρνει ο Λοΐζος το κομμάτι και το πάει στον Λευτέρη Παπαδόπουλο να του βάλει στίχους. Ο Παπαδόπουλος ακούει τη ζεϊμπεκιά και από τις πρώτες κιόλας νότες, τρελαίνεται! Όταν τελειώνει το κομμάτι, γυρίζει και κοιτάει τον Λοΐζο με απορία. «Τι στίχους να βάλω σ’ αυτό το πράγμα, ρε Μάνο;», ρωτάει αυθόρμητα τον συνθέτη. «Αυτό το πράγμα δεν παίρνει λόγια, δεν υπάρχουν στίχοι να το υποστηρίξουν». Ο Λοΐζος πείστηκε κι αποφάσισε ν’ αφήσει το κομμάτι δίχως στίχους, ορχηστρικό. Το μόνο ορχηστρικό κομμάτι που έγραψε ποτέ ο Μάνος Λοΐζος!… Και κάπως έτσι γεννήθηκε το πιο διάσημο ζεϊμπέκικο στην ιστορία της ελληνικής μουσικής.

Στην ταινία δεν υπήρχαν ερωτικές σκηνές μεταξύ της Ευδοκίας και του λοχία. Ναι μεν η ταινία δείχνει το ζευγάρι γυμνό, να ξυπνάει από μια νύχτα γάμου, αλλά δεν υπάρχει ερωτική σκηνή. «Η σκηνή με την κούνια γυρίστηκε στην Πάρνηθα, χαράματα, την ώρα που άρχιζε η ανατολή και είχε κρύο. Ήταν χειμώνας, η ανάβαση της Πάρνηθας με τη μηχανή πριν από τη σκηνή της κούνιας έγινε άλλη μέρα, πρωί κι εκείνη». Το «δεν σε θέλω Αμερικανό», που επαναλάμβανε ο Αλέξης Δαμιανός στον Γιώργο Κουτούζη, αναφερόταν στις σκηνές του καβγά. Και πράγματι, «αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά, στην ταινία δεν υπάρχουν γροθιές, μπουνιές και κινήσεις συνηθισμένες σ’ έναν αμερικανικό καβγά. Είναι τελείως διαφορετικά», θα διηγηθεί ο πρωταγωνιστής, πολλά χρόνια αργότερα, σε συνέντευξή του.

Για να δοθεί άδεια για τα γυρίσματα στα στρατόπεδα είχαν έρθει στο σπίτι του Αλέξη Δαμιανού δύο υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί, ένας ταξίαρχος και ένας υποστράτηγος, όπως είχε διηγηθεί ο πρωταγωνιστής Γιώργος Κουτούζης σε συνέντευξή του. Βλέποντας τον λοχία Κουτούζη οι δύο στρατιωτικοί είπαν του Δαμιανού: «Μπράβο, έτσι πρέπει να είναι ένας Έλληνας λοχίας! Καλά τον έφτιαξες!»… και του έδωσαν την άδεια για τα γυρίσματα στα στρατόπεδα. Το ένα στρατόπεδο ήταν στο Χαϊδάρι, όπου έγιναν και τα περισσότερα γυρίσματα, και το άλλο στην Αγία Παρασκευή, που δεν υπάρχει πια, ένα στρατόπεδο πεζοναυτών.

Σκηνή από την ταινία γυρισμένη σε στρατόπεδο

Αλ. Δαμιανός

Μετά την προβολή της ταινίας ωστόσο, ο Αλέξης Δαμιανός συνελήφθη από τη χούντα και καταδικάστηκε σε φυλάκιση έξι μηνών για «προσβολή των αξιών του ελληνικού στρατού»… Θα περνούσαν είκοσι χρόνια, ώσπου ν’ αξιωθεί να γυρίσει την τελευταία ταινία του, τον «Ηνίοχο».

Ο Αλέξης Δμαιανός έφυγε από τη ζωή το 2006, σε ηλικία 85 ετών. Νωρίτερα είχαν φύγει και ο Μάνος Λοΐζος, το 1982 από εγκεφαλικό, αλλά και η Μαρία Βασιλείου, το 1989, χτυπημένη από καρκίνο. Ο Γιώργος Κουτούζης συνέχισε τη ζωή του ως ναυτικός και ως εργάτης στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος και σήμερα, είναι πια συνταξιούχος.

Πηγές: Γιώργος Ρούσσος, σε: tvxs.gr, Χρήστος Παρίδης, σε: lifo.gr, filmfestival.gr, teddygr.blogspot.com, polykandriotis.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s