Ήμην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τελευταίαν φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187… Ήμην ωραίος έφηβος, κ’ έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπον μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ’ εγύμναζα το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστημά μου ανά τους βράχους και τα βουνά.
«Τέτοιαν ώρα νυχτερινή κι ανοιξιάτα, στα πωρικά μυρισμένη, βάνω κι εγώ στο νου μου το Ρέθεμνος και γυρίζω κοντά του… Έβγαλα από τον πόνο του τούτο εδώ το χρονικό που, αν και λυπητερό, παραμύθησε την ψυχή μου στην ξενιτιά, και του το φέρνω. Το κρατώ σαν τάμα πάνω στην καρδιά μου, δεν ξέρω πώς να το χωριστώ και να του το χαρίσω. Θάθελα νάναι κι αυτό λουλουδισμένο, μυρισμένο απ’ ό,τι καλύτερο έχω στα στήθη μου, και δυνατό μέσα στον καιρό. Θα τόθελα να ζει σήμερα κι αύριο και πάντα, και να μη χάσει τη δροσεράδα του. Θα τόθελα ακατάλυτο κι αμάραντο, για να πάει ενάντια στη μοίρα του Ρεθύμνου και της κάθε πολιτείας πούναι καμωμένη από πέτρες και ξύλα…».
Παντελής Πρεβελάκης, «Το Χρονικό μιας Πολιτείας» (1938)
«Η Τιμή και το Χρήμα» εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1914. Όπως όμως αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας στην αφιέρωσή του στην Ειρήνη Δεντρινού «εγράφτηκε πριν από το βαλκανικό πόλεμο, που ήταν το προοίμιο του σημερινού ολέθριου σπαραγμού της Ευρώπης και εδημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Νουμά ενώ διαρκούσε και εμάνιζε εκείνη η αντάρα». Η χρονική περίοδος που γράφτηκε το διήγημα (νουβέλα θα λέγαμε σήμερα) συμπίπτει με την ακμή της σοσιαλιστικής δράσης του συγγραφέα. Το 1907-1909 ο Θεοτόκης παρακολουθεί μαθήματα στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Την εποχή αυτή η σοσιαλδημοκρατική κίνηση στη Γερμανία βρίσκεται στην κορύφωσή της. Κι ενώ στην πρώτη φάση της πεζογραφίας του ανανεώνει την ελληνική ηθογραφία με γλώσσα αδρή και λιτή («Κορφιάτικες ιστορίες»), στη δεύτερη φάση, επηρεασμένος από τις σοσιαλιστικές ιδέες, προσπαθεί να δείξει ότι με το κοινωνικό σύστημα που ισχύει, το χρήμα και το συμφέρον αλλοιώνουν τον χαρακτήρα των ανθρώπων και κατευθύνουν τις πράξεις τους («Η Τιμή και το Χρήμα», «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους»). Ο ιδεολογικός αυτός προγραμματισμός δεν ζημιώνει καθόλου το διήγημα, που είναι οργανωμένο δραματικά, με σκηνές ζωντανές και ανθρώπινες.
Ο λογοτέχνης Ανδρέας Καρκαβίτσας, ένας από τους πρωτοπόρους της νέας μας πεζογραφίας και μια από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες της ελληνικής διηγηματογραφίας και ηθογραφίας, γεννήθηκε στα Λεχαινά της Ηλείας, το 1865 (ως χρονολογία γεννήσεώς του αναφέρεται και το 1866) και απεβίωσε στις 24 Οκτωβρίου 1922 λόγω λαρυγγικής φυματίωσης
Τιμώντας τον μεγάλο Έλληνα συγγραφέα, η Περιφέρεια Θεσσαλίας εγκαινιάζει στη Σκιάθο, το τετραήμερο 19-22 Σεπτεμβρίου, έναν ετήσιο κύκλο εκδηλώσεων αφιερωμένων στο έργο του. Οι «Ημέρες Παπαδιαμάντη 2024» περιλαμβάνουν ένα πλούσιο πρόγραμμα ομιλιών, συζητήσεων, λογοτεχνικών αναγνώσεων, συναυλιών και ξεναγήσεων σε ιστορικούς τόπους της Σκιάθου και διοργανώνονται με την πολύτιμη αρωγή του Δήμου Σκιάθου.
Και τώρα στον πνευματικό εκπρόσωπο της Θράκης, σ’ έναν από τους παλιούς πνευματικούς εκπροσώπους της, τον Γεώργιο Βιζυηνό, που άλλοτε, στη δική μου γενιά που την απορροφούσε με τα κάθε λογής δικά της ενδιαφέροντα η φιλολογία, μας είχε τραβήξει όλους πιο πολύ, με το έργο του και με τη ζωή του. Ακριβέστερα, με τη ζωή του και με το έργο του. Γιατί το παθολογικό διανοητικό του τέλος τον επρόβαλλε υποβλητικότερα. Όπως συνέβαινε και σ’ άλλες περιπτώσεις παραπλήσιες, εδώ του Μιχαήλ Μητσάκη και του Ρώμου Φιλύρα, έξω του Φρειδερίκου Νίτσε και του Γκυ ντε Μωπασσάν -για ν’ αναφέρω λίγα πρόχειρα ονόματα πνευματικών ανθρώπων που η τρέλλα τους κίνησε έντονα, ζωηρά, την προσοχή των συγχρόνων των. Όχι μόνο επειδή οι εγκεφαλικές διαταραχές έχουν κάτι το βαθύτατα δραματικό, καθώς αχρηστεύουν στο τέλος και τις πιο προικισμένες προσωπικότητες. Αλλά γιατί, επίσης, η τρέλλα με το ταλέντο εφαίνονταν τότε έννοιες συγγενείς, τόσο που να θεωρείται η κατάσταση η δημιουργούμενη από την πρώτη, μοίρα σχεδόν του θείου δώρου που αποτελούσε το δεύτερο.
Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου» πρωτοδημοσιεύτηκε στις 15 Αυγούστου 1906, στο τεύχος 141-142 του δεκαπενθήμερου φιλολογικού περιοδικού «Παναθήναια». Ο Παπαδιαμάντης εστιάζει στο εκκλησάκι της Παναγίας της Πρέκλας στη Σκιάθο. Στο προαύλιο του ναΐσκου υπάρχει μια μικρή προχειροκτισμένη καλύβα, όπου ζει σαν καλόγηρος ένας πρώην άρχοντας του τόπου, ο Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας, που αναπολεί τις καλές και κακές στιγμές της ζωής του.
Τα έργα του κινούνται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Ο ίδιος ενδιαφερόταν για την αρχιτεκτονική του κειμένου, αποκαλώντας τον εαυτό του «παιζω-γράφο». Παντρεύει την αρχαία, βυζαντινή και δημοτική παράδοση με τη νεωτερικότητα, ενώ ολόκληρο το έργο του διακατέχεται από την έννοια της ύπαρξης μέσα από τα πράγματα, δηλαδή της συνοχής του κόσμου.
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης καταγράφει τη συλλογική ψυχολογία των ναυτικών τη στιγμή της αναχώρησης και των γυναικών τους που την ημέρα εκείνη συγκεντρώνονται στο ξωκλήσι της Παναγίας Κατευοδώτρας…
Τάκης Σινόπουλος (17 Μαρτίου 1917 – 25 Απριλίου 1981)
Ποιητής, γιατρός, μεταφραστής, κριτικός και ζωγράφος ο Τάκης Σινόπουλος συγκαταλέγεται στους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της μεταπολεμικής ελληνικής ποίησης. Το έργο του είναι βαθύτατα συνυφασμένο με τις ιστορικές περιπέτειες της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής Ελλάδας, ενώ η παρουσία του στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων συνδέεται άμεσα με τις ευρύτερες αναζητήσεις και την προσπάθεια συγκρότησης της ποιητικής εκείνης γενιάς που εμφανίστηκε και έδωσε το κύριο έργο της στην περίοδο της Κατοχής και των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων.
Αν σ’ αυτό τον κόσμο μπορούσαμε όλοι να βρούμε τέτοιες μανάδες, τέτοιους δασκάλους ζωής σαν τη θεια Ρουσάκη, τι άλλο θα μπορούσαμε να ζητήσουμε, ποια μεγαλύτερη ευλογία;
Έχω διαβάσει άλλο ένα βιβλίο του Πρεβελάκη και έχω ανταλλάξει μερικά γράμματα μαζί του, κι όμως αισθάνομαι σα να τον έχω γνωρίσει όλη μου τη ζωή. Είναι ένας συγγραφέας που η ψυχή του και το πνεύμα του με διεγείρουν, που η γλώσσα του ξυπνά απόηχους από άλλες συγγενικές ψυχές των οποίων το έργο ελάτρεψα από τα νιάτα μου.
Ο Μάριο Βίττι γεννήθηκε στις 18 Αυγούστου 1926, στην Κωνσταντινούπολη. Το έργο του σπουδαίο αποτελεί μια διαρκή μαρτυρία για τις γέφυρες που δημιούργησε ανάμεσα στην Ιταλία, την Ελλάδα και την Τουρκία. Σε ηλικία 20 χρόνων, το 1946, εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, την πατρίδα του πατέρα του και εκεί σπουδάζει φιλολογία καλλιεργώντας συστηματικά τη σχέση του με την ελληνική λογοτεχνία, σχέση που είχε ήδη αρχίσει από τα γυμνασιακά του χρόνια στη γενέτειρά του. Συναντά μεγάλους διανοητές στο Πανεπιστήμιο που τον εμπνέουν να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία.
Ο συγγραφέας που μετρούσε τα άστρα από την εξορία. Ο συγγραφέας που έκλεισε στο έργο του τη δίψα και τους αγώνες του λαού μας για Ελευθερία. Ο συγγραφέας που με τα γραφόμενα και τις πράξεις του άγγιξε και αγγίζει ολόκληρες γενιές ανθρώπων. «Η αγάπη είναι σαν το νερό που τρέχει…», έγραφε.. Και τέτοια υπήρξε και η δική του αγάπη για τη ζωή, τον άνθρωπο και τον κόσμο όπως αποτυπώθηκε στο έργο του
«Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν …» Νίκος Καββαδίας, «Fata Morgana», 1977
Ο Νίκος Καββαδίας σε παιδική ηλικία
Ο ποιητής και πεζογράφος Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910, στην επαρχιακή πόλη Νίκολσκι Ουσουρίσκι, του Χαρμπίν της Μαντζουρίας, από γονείς Κεφαλλονίτες. Σε ηλικία τεσσάρων ετών και μετά την κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, η οικογένειά επέστρεψε στο Αργοστόλι.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]