Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό… Ένα αφιέρωμα στον Νίκο Καββαδία

«Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν …»
Νίκος Καββαδίας, «Fata Morgana», 1977

Ο Νίκος Καββαδίας σε παιδική ηλικία

Ο ποιητής και πεζογράφος Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910, στην επαρχιακή πόλη Νίκολσκι Ουσουρίσκι, του Χαρμπίν της Μαντζουρίας, από γονείς Κεφαλλονίτες. Σε ηλικία τεσσάρων ετών και μετά την κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, η οικογένειά επέστρεψε στο Αργοστόλι.

Το 1921 εγκαθίστανται στον Πειραιά, όπου ο Καββαδίας στο δημοτικό έχει συμμαθητή τον Γιάννη Τσαρούχη, ενώ στο γυμνάσιο γνωρίζει τον συγγραφέα και γιατρό του Πολεμικού Ναυτικού, Παύλο Νιρβάνα. Στα 18 του χρόνια αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο «Πέτρος Βαλχάλας».

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή, όμως μετά τον θάνατο του πατέρα του αναγκάζεται να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο, συνεχίζοντας πάντα να συνεργάζεται με φιλολογικά περιοδικά. Η μέρα που βγάζει ναυτικό φυλλάδιο δεν αργεί και μπαρκάρει ως νεαρός ναύτης στο φορτηγό «Άγιος Νικόλαος».

Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του αποτυπώνει μοναδικά στο χαρτί τις εικόνες από τα μέρη που επισκέπτεται, τη ναυτική ζωή, τους ναυτικούς αλλά και τη σχέση τους με την πατρίδα, τη θάλασσα και τον έρωτα.

Τον Ιούνιο του 1933 κυκλοφορεί η πρώτη ποιητική συλλογή του Νίκου Καββαδία, με τίτλο «Μαραμπού». Το βιβλίο τυπώνεται σε 245 αντίτυπα, στο τυπογραφείο του περιοδικού «Ο Κύκλος», με έξοδα του ίδιου του ποιητή.

Το 1934, η οικογένειά του μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα και το σπίτι τους γίνεται τόπος καθημερινής συγκέντρωσης λογοτεχνών, ζωγράφων και ποιητών. Ο Καββαδίας, την εποχή εκείνη, περιγράφεται ως ένας άνθρωπος λιγομίλητος και απλός, «ατημέλητος», χαριτωμένος, εγκάρδιος, με ανεξάντλητο χιούμορ, αγαπητός στους πάντες.

Το 1938 στρατεύεται και υπηρετεί στην Ξάνθη, ενώ στη διάρκεια της Κατοχής, ο Καββαδίας περνάει στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης και γίνεται μέλος του ΕΑΜ. Την ίδια ακριβώς περίοδο γίνεται μέλος του ΚΚΕ και εντάσσεται στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, παρά το γεγονός ότι είχε τυπώσει ως τότε μόνον ένα βιβλίο, ενώ το ελάχιστο όριο ήταν τα τρία βιβλία.

Από το 1954 μέχρι και το 1974 ταξιδεύει διαρκώς με πολύ μικρά διαλείμματα. Μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή του ποιητή αφορούν τον αιφνίδιο θάνατο του μικρού του αδερφού Αργύρη, ο οποίος αυτοκτόνησε μέσα στην καμπίνα του το 1957, την κυκλοφορία της συλλογής «Βάρδια» στη γαλλική γλώσσα, το 1959, και δύο επανεκδόσεις, μία για το «Μαραμπού» και μία για το «Πούσι» το 1961.

Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του και συγκεκριμένα, το 1954, συνέβη ένα ατυχές περιστατικό στο «ποστάλι» (καράβι μικρών αποστάσεων, επιβατηγό), όπου εργαζόταν, όταν ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης που ταξίδευε με αυτό, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού δεν μπήκε στον κόπο να τον χαιρετήσει, γεγονός που πίκρανε τον Καββαδία. Ο τελευταίος θεώρησε ότι η λογοτεχνική γενιά του ’30 στην οποία και ανήκε, τον υποτιμούσε.

Ο Νίκος Καββαδίας αφήνει την τελευταία του πνοή ξαφνικά στις 10 Φεβρουαρίου του 1975, από εγκεφαλικό επεισόδιο, στην Αθήνα, στην κλινική «Άγιοι Απόστολοι». Κηδεύτηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών παρουσία πολλών ανθρώπων των γραμμάτων και της τέχνης. Δεν πρόλαβε ωστόσο να δει τυπωμένη την ποιητική συλλογή «Τραβέρσο» την οποία ετοίμαζε από καιρό. Στην ατζέντα του βρέθηκαν τρεις στίχοι που ήθελε να τους προσθέσει στο «Τραβέρσο», κάτι που δεν έγινε…

«Ο Σταυρός του Νότου»: Το «Μαχαίρι» από τα 11 μελοποιημένα ποιήματα του Νίκου Καββαδία από τον Θάνο Μικρούτσικο, με την κορυφαία ερμηνεία του Βασίλη Παπακωνσταντίνου:

Το τελευταίο ποίημα που έγραψε ο Νίκος Καββαδίας, μόλις τρεις ημέρες πριν τον θάνατό του, σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου και ερμηνεία των αδερφών Κατσιμίχα:

«Μα ο ήλιος αβασίλεψε κι ο αητός απεκοιμήθη
και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε»

Τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία ενέπνευσαν σπουδαίους συνθέτες της εποχής οι οποίοι και τα μελοποίησαν, κάνοντάς τον έτσι ευρύτερα γνωστό μέσω των τραγουδιών που σημείωσαν μεγάλη επιτυχία, αλλά και σκηνοθέτες – ντοκιμαντερίστες που αφιέρωσαν ταινίες στη ζωή και το έργο του. Ανάμεσα στους νεώτερους Έλληνες Ποιητές θεωρείται ως εκείνος που κατ’ εξοχήν ύμνησε τη θάλασσα και τη ζωή των ναυτικών. Το έργο του αγαπήθηκε ξεχωριστά και ταξίδεψε, όπως και ο ίδιος, στα πέρατα του κόσμου…

Όσα χρόνια κι αν περάσουν, οι στίχοι του μελωποιημένοι μοναδικά από τον Θάνο Μικρούτσικο θα τραγουδούν τις θάλασσες και τους καημούς τους μέσα από τις εμβληματικές και αλησμόνητες ερμηνείες των έργων του από σπουδαίους καλλιτέχνες όπως ο Γιάννης Κούτρας, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και πολλοί άλλοι.

Εργογραφία

Ποίηση: «Μαραμπού» (1933), «Πούσι» (1947), «Τραβέρσο» (1975) (το Ημερολόγιο ενός τιμονιέρη. Αθησαύριστα ποίηματα και πεζογραφήματα του Νίκου Καββαδία σε επιμέλεια Guy Michel Saunier, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2005). Πεζογραφία: «Βάρδια» (1954), «Λι» (1987), «Του πολέμου/Στ’ άλογό μου» (1987) (η φιλοξενία ενός Έλληνα στρατιώτη από έναν Αρβανίτη κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Γυρίστηκε σε ταινία σε σκηνοθεσία Χρήστου Παληγιαννόπουλου).

Ενδεικτικό του ήθους του Νίκου Καββαδία είναι εκείνο που είχε αναφέρει η ανηψιά του, Έλγκα Καββαδία: «Ο Καββαδίας δεν αγαπούσε την προβολή και δεν την επεδίωκε. Μία συνέντευξη έδωσε μονάχα ο θείος μου. “Δεν είμαι γυρολόγος να διαφημίζω την πραμάτεια μου”, έλεγε. “Φτάνει να διαβάσει κανείς προσεκτικά τα ποιήματά μου και θα βρει εκεί ό,τι θέλει για μένα, δεν έχω να πω κάτι περισσότερο”. Όταν κάποιος, που τον πρωτογνώριζε, τον ρωτούσε τι σχέση έχει με τον ποιητή Νίκο Καββαδία, εκείνος απαντούσε: “Ξάδερφός μου είναι”, για ν’ αποφύγει ερωτήσεις…».

Θάλασσα, έργο της Ρούλας Βασιλάκη εμπνευσμένο από την ποίηση του Νίκου Καββαδία

Η «Λι» του Νίκου Καββαδία…

Ο Νίκος Καββαδίας, ευρύτερα γνωστός για τα ποιήματά του, έχει γράψει και πεζά σπάνιας ομορφιάς και εξ ίσου υψηλής λογοτεχνικής αξίας, τα περισσότερα από τα οποία εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Η «Λι» είναι ένα σύντομο αφήγημα, στο οποίο περιγράφει την περιπέτεια που έζησε ταξιδεύοντας ως ασυρματιστής το 1968, όταν το πλοίο του «φούνταρε» ανάμεσα Καουλούν και Χονγκ Κονγκ, όπου το πλήρωμα περίμενε αναγκαστικά, μέχρι να «παραδώσουν» στους καινούριους ιδιοκτήτες και να φύγουνε. «Λι» είναι το όνομα μιας δεκάχρονης Κινέζας, μέσα από τα μάτια της οποίας, κατά τη σύντομη συνύπαρξή τους, ο Καββαδίας έρχεται σε επαφή με τα μυστήρια του ασιατικού πολιτισμού.

Η «Λι» διαβάστηκε σε όλο τον κόσμο, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα το 1987 και το 1995 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο. Αποτέλεσε τη σεναριακή βάση για τη βελγογαλλική ταινία «Between the Devil and the Deep Blue Sea», της Marion Hänsel, με πρωταγωνιστές τους Stephen Rea (στον ρόλο του ασυρματιστή Νίκου) και Ling Chu (στον ρόλο της νεαρής Κινέζας Λι). Την ίδια χρονιά το φιλμ προβλήθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών. Τη μουσική της ταινίας υπογράφει ο Wim Mertens.

«Λι»

(απόσπασμα)

Χαμηλή καταχνιά σκέπαζε τις δυο πολιτείες που εμάς δεν μας εμπόδιζε να βλέπουμε τα παρδαλά φώτα που δε σβήνουνε μέρα νύχτα. Τότε ήρθε στην πόρτα. Το φορτηγίσιο σκαλοπάτι ψηλό για να προστατεύει από τα κύματα, την έκρυβε από την μέση και κάτω. Το μουτράκι της ήταν άσχημο μα δε χόρταινες να βλέπεις τα μάτια της, που χόρευαν αδιάκοπα.

– Τι θέλεις, ρώτησα.
– Να σε δουλέψω όσο μείνετε, μου απάντησε με χελιδονίσια εγγλέζικα.

Στάθηκε μπροστά μου πατώντας ανάλαφρα στα δάχτυλα των ποδιών για να δείξει ψηλότερη.
– Λοιπόν θα με πάρεις;
– Ναι. Πώς σε λένε;
Μου ‘πε κάτι που θα ‘ταν αδύνατο να το θυμηθώ και να το ξαναπώ.
– Θα σε λέω Λι, της είπα.
Συμφώνησε.
– Πόσο χρονών είσαι;
Σήκωσε τα δάχτυλα και με μούντζωσε και με τα δέκα δάχτυλα.
Κατάλαβα.

Μπήκαμε στο Καρρέ. Πήρα ένα αυγό ωμό και της το ‘δωσα. Το ‘σπασε και το ‘δωσε του αδερφού της. Το κατάπιε σα φίδι.
– Φάε ό,τι θέλεις, της είπα.
– Δώσε μου, αποκρίθηκε.
– Διάλεξε μόνη σου.
Δίστασε. Πήρε λίγο απ’ όλα και τα τύλιξε σ’ ένα χαρτί. Κίνησε να φύγει. Την κάθισα δίπλα μου με το ζόρι. Πήρα ένα μπισκότο και το πλησίασα στο στόμα της. Έσφιξε τα χείλια της.
– Γιατί δεν τρως;
– Πρέπει να το πάω στο σπίτι.
– Φάε αυτό, θα σου δώσω κι άλλο.
– Και το άλλο θα το πάω.
– Ποιος σ’ έμαθε έτσι;
– Κανείς.
– Τότε;
Τσιμουδιά. Το πήρε, έκοψε λίγο και το μάσησε ανόρεχτα. Έδωσε το περισσότερο στον αδελφό της που το κατάπιε σα γλάρος.

Το απόγευμα ανέβηκα στον Ασύρματο. Έλαμπε από την πάστρα. Το ίδιο κι η κάμαρά μου. Η μικρή καθόταν σ’ ένα πεζούλι, το μωρό κοιμόταν στα γόνατά της. Σηκώθηκε και το ‘βαλε στην πλάτη.
– Πολλά βιβλία, είπε, είναι δικά σου;
– Ναι.
– Και τα ‘χεις διαβάσει;
– Όλα.
– Θα ξέρεις πολλά.
– Όχι περισσότερα από σένα, συλλογίστηκα, κι ό,τι δεν ξέρω το μαθαίνω τώρα από σένα, στα σαράντα μου…

Είμαι ένας ατζαμής -ο μεγαλύτερος που ξέρω- στις κρίσιμες ώρες. Λέω κάτι κουβέντες, που δεν έχουν καμιά θέση κείνη την ώρα και που τις θυμούνται οι άλλοι και περισσότερο απ’ όλους εγώ όταν έρχονται στο νου μου, την ώρα που πάω να κοιμηθώ, και με βασανίζουν. Είναι κάτι παγίδες που στήνω σ’ εμένα τον ίδιο.
– Θα με θυμάσαι όταν φύγω; τη ρώτησα. Θα με θυμάσαι;
Δεν αποκρίθηκε. Γιατί το ‘πα; Για να μου απαντήσει μ’ ευχαριστίες; Να μου δείξει τι μου χρωστούσε; Ποιος δαίμονας ξέρει; Και με γαργαλάει με την ουρά του, καταστρέφει την ευτυχισμένη στιγμή και κάνει τους άλλους να τραβιούνται από μένα.

– Τώρα είμαι πλούσια, είπε. Καμιά σ’ όλα τα Σαμπάν δεν έχει το βιος μου.
Κατέβασε το κεφάλι της.
Το ευχαριστώ είναι πρόστυχη πληρωμή. Όταν δυο άνθρωποι ζούνε ο ένας με την ανάσα του άλλου δε χωράει πληρωμή.
– Θα ξαναγυρίσω, της είπα.
– Κανείς δεν ξαναγυρίζει. Ο καλός Δράκος κατεβαίνει στα σπίτια μας μονάχα μια φορά. Πολλοί δεν τον έχουν ούτε συναντήσει. Εγώ τον είδα.
– Τότε γιατί δεν τον δένεις με σκοινί της Μανίλλα, να μη σου φύγει;
– Όσοι τον αγγίσανε μίκρυνε. Έγινε ένα σκουλήκι ίσαμε το νύχι μου. Σκλαβωμένος δε μπορεί πια να κάνει καλό.
– Πώς είναι;
– … είναι κεντημένος με χρυσές κλωστές σε μεταξωτό του Σαντούνγκ.
– Και πώς βοηθάει;
– Δε βοηθάει. Προλαβαίνει. Όταν κάποιος πέσει στο ποτάμι, κανείς δικός του δεν τον βοηθάει. Δεν πρέπει. Το σωστό είναι να τον προλαβαίνουν πριν πέσει.
– Είναι νάνος, σκέφτηκα. Δεν είναι φυσικό να μιλάει έτσι.
Την αλήθεια, πες μου την αλήθεια, της είπα. Πόσο χρονών είσαι;
– Όσο και προχτές που με ρώτησες. Δέκα. Μα γιατί ρωτάς;

Στο τελωνείο του Πειραιά, ένας ελεγκτής, ψάχνοντας τις αποσκευές μου, βρήκε στον πάτο ενός σάκου που δεν είχε ανοίξει από την ημέρα που αφήσαμε το καράβι ένα μικρό δέμα από στρατσόχαρτο. Το άνοιξε. Ξετύλιξε με προσοχή μια μικρή παλιά παντιέρα που ‘χε στο μάκρος της ένα Δράκοντα κεντημένο με χρυσοκλωνιά ξεφτισμένη.
Τη χαρακτήρισε «αντικείμενο άνευ αξίας» και την ξανάβαλε στη θέση της.

****

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό ποίημα του Νίκου Καββαδία μελωποιημένο από τον Θάνο Μικρούτσικο το 1988, με την εμβληματική φράση: «Γιέ μου πού πας; Μάνα θα πάω στα καράβια…» και την αλησμόνητη ερμηνεία του μεγάλου συνθέτη:

Οι 7 νάνοι στο s/s Cyrenia

Εφτά σε παίρνει αριστερά μην το ζορίζεις
μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές στεριά μυρίζεις
Ο πιο μικρός αχολογάει μ’ ένα καλάμι

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια
ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι
Μ’ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει

Απ’ το ποδόσταμο πηδάνε ως τη γαλέτα
μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατήρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγα γιός θε να την πιεί σ’ ένα ποτήρι;

Ραμάν αλλήθωρε τρελέ που λύνεις μάγια
κατάφερε το σταυρωτό του νότου αστέρι
Σωρός να πέσει να σκορπίσει στα σπιράγια
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει

Ο Τοτ του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει
Εσθήρ ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Κωνσταντίνα δε μιλάς γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι

Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει
μ’ ένα ξυστρί καθάρισέ με απ’ τη μοράβια
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει
Γιέ μου πού πας; μάνα θα πάω στα καράβια

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε
με τη βροχή με τον καιρό που μας ορίζει
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα θυμάμαι
ο πιο στερνός μ’ έναν αυλό με νανουρίζει.

(Ποίηση: Νίκος Καββαδίας, «Τραβέρσο» 1975, Μουσική – Ερμηνεία: Θάνος Μικρούτσικος, ίσκος: «Γραμμές των Οριζόντων» 1988, πρώτη εκτέλεση: Χαρούλα Αλεξίου)

Πηγές: popaganda.gr, kaboomzine.gr, vesper.gr, tovima.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s