Μενέλαος Λουντέμης, Έσπειρα τον κόσμο με τ’ όνομά σου…

Ο συγγραφέας που μετρούσε τα άστρα από την εξορία. Ο συγγραφέας που έκλεισε στο έργο του τη δίψα και τους αγώνες του λαού μας για Ελευθερία. Ο συγγραφέας που με τα γραφόμενα και τις πράξεις του άγγιξε και αγγίζει ολόκληρες γενιές ανθρώπων. «Η αγάπη είναι σαν το νερό που τρέχει…», έγραφε.. Και τέτοια υπήρξε και η δική του αγάπη για τη ζωή, τον άνθρωπο και τον κόσμο όπως αποτυπώθηκε στο έργο του

Ο Μενέλαος Λουντέμης γεννήθηκε το 1912 (ή το 1906) στο χωριό Αγία Κυριακή Γιάλοβας (Αιγιαλού) της Μικράς Ασίας. Το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Μπαλάσογλου ή Βαλασιάδης. Ήταν το μοναδικό αγόρι από τα πέντε παιδιά του Γρηγόρη Μπαλάσογλου (που με την εγκατάσταση του στην Ελλάδα έγινε Βαλασιάδης) και της Δόμνας Τσουφλίδη. Το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο το εμπνεύστηκε από τον ποταμό Λουδία, όπου εργαζόταν κατά τα νεανικά του χρόνια. Στην Ελλάδα ήρθε με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924. Η οικογένειά του ήταν εύπορη, αλλ’ οι γονείς του έχασαν τα πάντα στον μεγάλο ξεριζωμό. Εργάστηκε από μικρός ως λούστρος, λαντζέρης και βοσκός, επιστάτης στα έργα του Γαλλικού ποταμού, ενώ για μεγάλα διαστήματα έμενε άνεργος. Πολλοί τον χαρακτήρισαν και ως «Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδος».

Εγκαθίσταται με την οικογένειά του πρώτα στην Αίγινα, μετά στην Έδεσσα και τελικά στο χωριό Εξαπλάτανος της Πέλλας, στο οποίο έζησε από το 1923 μέχρι το 1932, οπότε έφυγε για την Κοζάνη. Έζησε για λίγο και στο κρατικό οικοτροφείο της Έδεσσας. Ο Λουντέμης υπήρξε πολυγραφότατος και πολυδιαβασμένος λογοτέχνης. Στα γράμματα εμφανίζεται το 1934 με τη δημοσίευση του διηγήματός του «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια», στο περιοδικό Νέα Εστία. Το 1938 εκδίδει τη συλλογή διηγημάτων «Τα πλοία δεν άραξαν» και τιμάται με το Α’ Κρατικό Βραβείο πεζογραφίας.

Θα ακολουθήσουν αρκετές συγγραφικές επιτυχίες και θα γίνει μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, με πρόεδρο τότε τον Nίκο Kαζαντζάκη. Ο τελευταίος θα τον βοηθήσει να διοριστεί βιβλιοθηκάριος της «Αθηναϊκής Λέσχης» το 1938 και να έχει έτσι ένα σταθερό εισόδημα. Την ίδια εποχή, η φιλία του με τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Νικόλαο Βέη, θα τον βοηθήσει να παρακολουθήσει ως ακροατής μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών. Θα ακολουθήσουν αρκετές συγγραφικές επιτυχίες και θα γίνει μέλος της Eταιρίας Eλλήνων Λογοτεχνών, επίσης με πρόεδρο, τότε, τον Nίκο Kαζαντζάκη.

Στην κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων. Κατά τον εμφύλιο συλλαμβάνεται για τα αριστερά του φρονήματα, δικάζεται με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και καταδικάζεται σε θάνατο, ποινή που δεν εκτελέστηκε ποτέ. Αντ’ αυτού, εξορίζεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, στη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη, με τον Ρίτσο, τον Θεοδωράκη, τον Κατράκη.

Στο έργο του «Οδός Αβύσσου Αριθμός 0», ο Λουντέμης κάνει μια κατάθεση ζωής. Καταθέτει στον Ελληνικό λαό τη φρικαλεότητα της Μακρονήσου, τις πιο μαύρες σελίδες της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας. Το 1956 μεταφέρεται από την εξορία στην Αθήνα, για να δικαστεί για το βιβλίο «Βουρκωμένες Μέρες», καθώς σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στο βιβλίο αναφέρονται «… προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας» και «προπαγανδίζει τας πολιτικάς ιδέας, θίγει την έννοια του κράτους, κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού στην Δικαιοσύνη, καλλιεργεί το μίσος».

Στη δίκη ο Λουντέμης δέχεται παρέμβαση του προέδρου, ο οποίος του είπε πως «αν νιώθεις πράγματι στοργή για το παιδί σου και τη γυναίκα σου, θα ‘πρεπε να έχεις κάνει δήλωση αποκήρυξης από το ΚΚΕ», ενώ εκείνος του απάντησε με τη φράση που έμεινε στην ιστορία: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια, για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάνω πάλι τέσσερα εγώ». Μετά τη δίκη και την απαγόρευση των βιβλίων του, του αφαιρείται η ελληνική ιθαγένεια και φιλοξενείται στη Ρουμανία και σε πρώην σοσιαλιστικές χώρες.

Ο Μενέλαος Λουντέμης, πρώτος από αριστερά, εξόριστος στη Μακρόνησο, 1949

Το 1956 εξελέγη μέλος του Παγκοσμίου Συμβουλίου της Ειρήνης. Στη Ρουμανία συνεχίζει το συγγραφικό του έργο, ως και λίγο μετά τη μεταπολίτευση. Την περίοδο της αυτοεξορίας ο Λουντέμης πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια, φτάνοντας μέχρι την Κίνα και το Βιετνάμ. Το οδοιπορικό του αυτό το αποτύπωσε και λογοτεχνικά στο έργο του. Έναν χρόνο αργότερα, στις 22 Γενάρη του 1977, σαν σήμερα, ο Μενέλαος Λουντέμης πεθαίνει από καρδιακή προσβολή στο αυτοκίνητό του. Στο πέρασμά του αφήνει μια τεράστια πνευματική κληρονομιά, η οποία μετρά πάνω από 40 τόμους βιβλίων. Ένας λογοτέχνης του οποίου σκοπός στα βιβλία του ήταν η καταγραφή της πραγματικότητας και η ανάδειξη της κοινωνικής ανισότητας.

Το έργο του καθίσταται ιδιότυπο, λόγω του «ερασιτεχνικού» τρόπου γραφής του συγγραφέα, τον οποίον υπηρέτησε με πλήρη συνείδηση, καθώς ο ίδιος υποστήριζε πως δεν τον ενδιαφέρει η Τέχνη. Αντίθετα, σκοπός του είναι η καταγραφή της πραγματικότητας και η κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας. Το έργο του εντάσσεται στο ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού (Μαξίμ Γκόρκι, Κνουτ Χάμσουν). Χαρακτηρίζεται από τη ρεαλιστική απεικόνιση τοπίων και προσώπων με έντονη αισθηματολογία, που αγγίζει κάποτε και τον μελοδραματισμό, βιωματική γραφή, ηθογραφικά και συμβολικά στοιχεία.

Ο Λουντέμης έχει την τάση να στρέφεται γύρω από ένα κεντρικό πρόσωπο – αφηγητή, που ανήκει στους περιθωριακούς τύπους των καταπιεσμένων κοινωνικά στρωμάτων και μας δίνει την προσωπική οπτική της μοναξιάς, του ανεκπλήρωτου έρωτα και της δυστυχίας του κόσμου. Κάποιοι θεώρησαν το έργο του απολύτως ξεπερασμένο σήμερα, καθώς αναφέρεται σ’ έναν κόσμο που δεν υπάρχει… Όμως ο Λουντέμης, έγραφε όπως ανάσαινε, δεν σταματούσε ποτέ. Ο Ρίτσος πάλι σε ποίημά του αφιερωμένο στον Λουντέμη γράφει πως: «Εδώ μένει ένας άνθρωπος που καίγεται από τον ήλιο της καρδιάς του και φωτίζει».

Ο συγγραφέας που μετρούσε τα άστρα από την εξορία. Ο συγγραφέας που έκλεισε στο έργο του τη δίψα και τους αγώνες του λαού μας για Ελευθερία. Ο συγγραφέας που με τα γραφόμενα και τις πράξεις του άγγιξε και αγγίζει ολόκληρες γενιές ανθρώπων. «Η αγάπη είναι σαν το νερό που τρέχει… τρέχει ασυλλόγιστα στους γκρεμούς που δε διαλέγει αυλάκι, δε ρωτά τα λουλούδια που ποτίζει, ούτε και τα χαλίκια που κατρακυλά. Δε ρωτά τίποτα, μόνο τρέχει. Να πεις “όχι” στην αγάπη είναι σα να κατσουφιάζεις μπροστά σ’ ένα λουλούδι, που ετοιμάζεται ν’ ανοίξει. Σα να βρίζεις το φως που σου έδειξε τον κόσμο».

Βιβλία του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, κυρίως στις ανατολικές χώρες, όπως η Πολωνία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία κ.ά. Επίσης, κάποια απ’ αυτά μεταφράστηκαν στα κινεζικά και στα βιετναμέζικα. Στην Ευρώπη δημοσιεύθηκαν αρκετά αποσπάσματα από το έργο του, κυρίως σε καλλιτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Το μυθιστόρημά του «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» έχει μεταφραστεί και στα γερμανικά. Κάποια ποιήματα του μελοποιήθηκαν, με γνωστότερα το «Ερωτικό κάλεσμα» από τους αδερφούς Κατσιμίχα και το «Οι κερασιές θ’ ανθίσουνε και φέτος», που ερμηνεύει ο Αντώνης Καλογιάννης σε μουσική του Σπύρου Σαμοΐλη.

Ο Μενέλαος Λουντέμης και η Μυρτώ

Η συγκλονιστική ιστορία κατά τη διάρκεια της εξορίας του μεγάλου λογοτέχνη και ο «χαμός» της κόρης του κατά τη διάρκειά της

Ο Μενέλαος Λουντέμης με τη σύζυγό του Έμυ Μαυρογιάννη και την κόρη τους Μυρτώ

Μέσα στην πείνα και στις εκτελέσεις, υπήρξε μια ευχάριστη στιγμή για τον Μενέλαο Λουντέμη: τον Απρίλιο του 1942 παντρεύτηκε μία θαυμάστριά του από αστική οικογένεια, την Έμυ Μαυρογιάννη. Οι δυο τους συναντήθηκαν για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1936 στην Αιδηψό, όπου ο πατέρας της Έμυς είχε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και ο Λουντέμης έψαχνε για δουλειά. Τέσσερα χρόνια αργότερα θα συναντηθούν ξανά στο βιβλιοπωλείο «Αετός», όπου είχε πάει με μία ξαδέλφη της για να τον συναντήσει. Ήξερε πως σύχναζε εκεί. Τα είπαν, έκλεισαν ραντεβού και έγιναν ζευγάρι. Ο γάμος έγινε στο σπίτι του Καραγάτση, Σπάρτης 14, στην πλατεία Αγάμων, με κουμπάρο τον Άγγελο Σικελιανό και καλεσμένο όλο τον καλλιτεχνικό κόσμο. Απουσίαζαν όμως οι γονείς και τ’ αδέλφια της Έμυς που ήταν αντίθετοι σε αυτό τον γάμο. Το νεαρό ζευγάρι νοίκιασε ένα σπιτάκι στον Βύρωνα, στην αυλή ενός άλλου σπιτιού κι έζησε φτωχικά εκείνα τα φοβερά χρόνια της Κατοχής. Και στην αντάρα του Δεκέμβρη γεννήθηκε η κόρη τους, η Μυρτώ».

Το 1943 και το 1944 ο Λουντέμης εκδίδει την «Έκσταση» και το «Γλυκοχάραμα». Ο ίδιος βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της πάλης ενάντια στους ναζί κατακτητές, καθώς είναι ο γραμματέας της Οργάνωσης διανοουμένων του ΕΑΜ. Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών καταγγέλλει την ένοπλη Αγγλική επέμβαση και αφήνει σαφείς υπαινιγμούς για τον ρόλο που έπαιξε η ΕΣΣΔ. Το 1946 κυκλοφορεί το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα «Καληνύχτα Ζωή» και το «Συννεφιάζει» που, όπως γράφει ο Δημήτρης Δαμασκηνός, «είναι το πρώτο μυθιστόρημα από τη σειρά των βιβλίων με συνοχή που θα μπορούσε να ονομαστεί η τετραλογία του Μέλιου».

Ο Μενέλαος Λουντέμης συνεχίζει να γράφει και να μιλά εναντίον της τρομοκρατίας που έχουν εξαπολύσει κρατικές και παρακρατικές συμμορίες της δεξιάς, μαζί με πρώην συνεργάτες των Γερμανών, που σε μια νύχτα μετατράπηκαν σε συνεργάτες των Άγγλων. Ο συγγραφέας θα βρεθεί εξόριστος στην Ικαρία, χωρίς να έχει απαγγελθεί εναντίον του καμία κατηγορία. Μαζί του, στο Γολγοθά του, η γυναίκα του Έμυ και η μικρή κορούλα της η Μυρτώ. Θ’ ακολουθήσει η μακριά νύχτα της εξορίας και των βασανιστηρίων. Από την Ικαρία, στη Σάμο και από εκεί στο κολαστήριο της Μακρονήσου και στον Αη Στράτη.

Το 1954 διακόπηκε για λίγο η εκτόπιση του Λουντέμη στον Αη Στράτη. Βρέθηκε τότε στην Αθήνα γιατί η υγεία του είχε κλονιστεί και μετά από διαμαρτυρία της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών μεταφέρθηκε εκεί για νοσηλεία στην κλινική «Λευκός Σταυρός» στα Ιλίσια. Εκεί θα λάβει ένα γράμμα από τη σύζυγό του, που ως εκείνη τη στιγμή ακολουθούσε στα βάσανά του τον Λουντέμη. Στο γράμμα της τον ενημερώνει ότι το παιδί είναι άρρωστο και πως θα υπογράψει δήλωση μετανοίας για να προστατέψει την κόρη τους. Μάλιστα, επισκέφθηκε τον Λουντέμη στον Αη Στράτη και τον ενημέρωσε ότι θα πάρει τη Μυρτώ στη Γερμανία για να τη βάλει σε νοσοκομείο.

Έπειτα από λίγο καιρό ένα γράμμα από την Έμυ, φτάνει στα χέρια του Λουντέμη: «Χάσαμε το παιδί. Ήταν βαριά άρρωστο. Δεν άντεξε». Ο Μενέλαος Λουντέμης συγκλονίζεται. Η ζωή μοιάζει πια να μην έχει κανένα νόημα. Αλλά… τα χρόνια περνούν. Ο Λουντέμης συνεχίζει να είναι εξόριστος. Μάλιστα, τον Μάρτη του 1956 θα δικαστεί γιατί η Εισαγγελία τον κατηγόρησε ότι η συλλογή διηγημάτων «Βουρκωμένες μέρες» είναι έργο «υπονομευτικό και αντεθνικό». Την ίδια χρονιά εκδίδεται το γνωστό σε όλους «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα». Στις 13 Μαρτίου του 1958, έπειτα από έντεκα ολόκληρα χρόνια εξορίας, ανακοινώνεται η παύση της εξορίας του Μενέλαου Λουντέμη.

Τα βάσανά του όμως δεν έχουν τελειωμό. Δύο μήνες μετά από την παύση της εξορίας του τον προσκαλούν από την Ένωση Ρουμάνων Συγγραφέων να επισκεφθεί το Βουκουρέστι. Ταυτόχρονα προσκλήθηκε στο Παγκόσμιο Συνέδριο Ειρήνης στη Στοκχόλμη και μίλησε στα εγκαίνια του μνημείου που είχε φτιαχτεί στο κολαστήριο Μπούχενβαλντ, ένα από τα στρατόπεδα εξόντωσης που είχαν δημιουργήσει οι ναζί. Στην ομιλία του ο Λουντέμης κατήγγειλε, ανάμεσα στα άλλα, το καθεστώς των διώξεων που υπήρχε στην Ελλάδα, και πριν προλάβει να επιστρέψει η ελληνική κυβέρνηση του αφαίρεσε την ιθαγένεια.

Έτσι εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι, όπου όμως τον περίμενε μία μεγάλη έκπληξη…! Σε κάποια εκδήλωση συνάντησε τον Χρήστο Τεγόπουλο, ο οποίος του είπε πως η κόρη του, η Μυρτώ, ήταν ζωντανή…

* Από το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο – μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη», εκδ. Ραδάμανθυς.

Αποσπάσματα από έργα του Μενέλαου Λουντέμη

«Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους»

Η αγάπη είναι σαν το νερό που τρέχει… τρέχει… ασυλλόγιστα στους γκρεμούς, που δε διαλέγει αυλάκι, δε ρωτά τα λουλούδια που ποτίζει, ούτε και τα χαλίκια που κατρακυλά. Δε ρωτά τίποτα, μόνο τρέχει. Να πεις «όχι» στην αγάπη είναι σαν να κατσουφιάζεις μπροστά σ’ ένα λουλούδι που ετοιμάζεται ν’ ανοίξει. Σαν να βρίζεις το φως, που σού έδειξε τον κόσμο».

Κάτω από το πευκάκι ο κόσμος γίνεται απέραντος.

Σωπαίνουν όλες οι φωνές που είχες μέσα σου. Γίνεται ησυχία. Οι ιδέες που βουίζουν μεσ’ στ’ αυτιά σου… τα παράπονα που φουσκώνουν το στήθος σου… Οι έγνοιες που ‘χουν εκεί μέσα τη φωλιά τους… Όλα πέφτουν στο νερό, σκορπούνε, χάνονται. Ακουμπάς στη ρίζα, αντίκρυ στην πεντάμορφη πόλη. Ύστερα κλείνεις την πόλη όξω απ’ τα μάτια σου, και φέρνεις στη θέση της ένα κήπο. Δάσος οι νερατζιές… και το παγκάκι ολομόναχο κάτω από μια νερατζιά. Είναι τα μάτια της λαμπερά και σε λούζουν. Κείνη λέει τ’ ονομά σου πολλές φορές. Ακουμπάει το χέρι της στην άκρη των μαλλιών σου -έτσι. Κι εσύ το νιώθεις -το χέρι της !- το νιώθεις να κοκκινίζεις απ’ την ντροπή. Τόσο όμορφο, τόσο ντροπαλό χέρι… πάει, δεν είναι πια να ξαναγίνει.

Ύστερα κάτι γίνεται κι όλα σταματούν… Οι νερατζιές απόμειναν σκυφτές από πάνω μας… Το φιλί της μοσχοβολούσε νιότη!… Αλίκη… Τ’ ονομά σου έμεινε στα χείλη μου σαν το κλαδάκι της βραδυνής μας νερατζιάς. Το κρατώ και μοσχοβολά ο κόσμος.

Τώρα (αγάπη μου… αγάπη μου…), τώρα ζηλεύω το παγκάκι που ακουμπούσε το φουστάνι σου… Και ζηλεύω και τον εαυτό μου που ήταν εκεί και το ‘δε… Αλίκη… θέλω να πω ένα τραγούδι και φοβάμαι μην καεί το στόμα μου.

Μα βλέπεις, η αγάπη είναι ανήμερο θεριό που τρώει την ζωή μας… Μα μόλις φύγει καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας.

Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν την χάνουμε. Όταν την έχουμε μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθησή της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν την χάσουμε. Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες. Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις. Καν’ την τραγούδια, ξενύχτια. Καν’ την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην την μοιρολογάς. Είναι σαν να την βρίζεις. Σαν να της κλείνεις τον δρόμο να ξανάρθει.

«Οι κερασιές θα ανθίσουν και φέτος»

Έχουμε την ανάγκη της, γι’ αυτό δεν έρχεται. Σ’ αυτόν τον παραστρατημένο κόσμο μας λείπει ακριβώς εκείνο που θέλουμε. Μας λείπει, γι’ αυτό το θέλουμε! Αν είχαμε όσα θέλαμε τι θα μας έλειπε; Κι αν δεν μας έλειπε τίποτα, τι θα επιθυμούσαμε; Και τι αξία θα είχε η ζωή χωρίς πεθυμιές; Όχι, να μου απαντήσεις!

Αγαπητέ μου φίλε, αλλοίμονο στον άνθρωπο που δεν απότυχε ποτέ. Κλαψ’ τον! Πάρε όλα τα έργα. Δίπλα στα πολύ μεγάλα υπάρχουν τα πολύ μικρά. Και να το ξέρετε: Τα μεγάλα υπάρχουν χάρη στα μικρά. Μια μεγάλη αποτυχία φέρνει μια μεγαλύτερη επιτυχία. Ποτέ όμως η μεγάλη επιτυχία δε φέρνει μια μεγαλύτερη. Άμα πετύχαινε ο άνθρωπος στην πρώτη εξόρμηση, δε θα ‘κανε δεύτερη. Η δόξα είναι μια κορυφή, που για να την ανέβεις πρέπει πρώτα να κατέβεις.

Η πρώτη κραυγή του ανθρώπου είναι κλάμα. Από εκεί και πέρα οι άνθρωποι ή παραμένουν άνθρωποι και κλαίνε ή γίνονται τέρατα και κάνουν τους άλλους να κλαίνε.

Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα

Άμα πεινάς, το ξέρεις. Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου. Άμα κρυώνεις, το ίδιο. Άμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί: τι είναι η αγάπη; Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα. Είπε πως είναι κάτι σαν φωτιά. Μα είναι; Άλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα, άλλος σαν δοξαριά. Τι είναι τέλος πάντων…; Κι αν, πάλι, αγάπη είναι κάτι που το λένε «αγάπη», είναι αυτό η αγάπη;
Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;

Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ’ ένα έρημο δάσος… Αν δεν τ’ ακούσει κανείς… είναι κελάηδηγμα; Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού;

Πήγαν κι οι σοφοί να πούνε κάτι πάνω σ’ αυτό και τα κάνανε θάλασσα. Αυτοί, γι’ αγάπη !… Τα μωρά ξέρουν περσσότερα.

Ένα λουλούδι είπε: «Αγάπη; Είμαι εγώ». Τρελαίνεσαι με τέτοια καμώματα. Ένας «Πέρσης» θα πει αυτό είναι «τρίχα». Ένας βαρκάρης θ’ αφήσει τα κουπιά και θα σκουπίσει το κούτελό του. Δε θα ξέρει να πει τίποτα. Μπορεί αυτό να είναι αγάπη. Μα είναι; Ποιος να του το πει;
Όσο έχεις κάτι μέσα σου και δε χρειάζεται να το πεις, το έχεις και ησυχάζεις.
Σε καίει… Σε λιώνει… Εσύ το βλέπεις. Κι αντί να βάλεις τα κλάμματα, το ρίχνεις στο τραγούδι. Είσαι μεθυσμένος και δεν έχεις πιει ούτε στάλα!
Αυτό το «πράμα» πρέπει να σκάβεις μέσα σου μια λακούβα να το θάβεις, κι ό,τι βρέξει. Μην το λες πουθενά. Άστο να σε κάψει. Θα ξέρεις ότι χάνεσαι λίγο – λίγο από μια αρρώστια, που δεν ξέρεις τ’ όνομά της. Θα ξέρεις όμως ότι είναι μια αρρώστια, που σε κάνει όμορφο. Ομορφαίνεις και πεθαίνεις… Κι όταν θα νομίσεις ότι πέθανες… θα ‘χει τελειώσει η αρρώστια. Θα είσαι ζωντανός, μα θα είσαι και άσκημος. Θα ‘χεις φρικτά ασκημίσει. Αλήθεια… αυτό είναι η αγάπη; Όποιος αγαπά δεν μπορεί να το πει. Κι όποιος δεν αγαπά, δεν το ξέρει.

«… Ο Μέλιος απ’ τη θέση του έμεινε άφωνος. Ύστερα, άρχισε σιγά – σιγά να καταλαβαίνει… Κάποιοι άνθρωποι που δεν ήξερε ποιοι, ούτε για ποιο λόγο, σκάβανε ανάμεσα απ’ τους ανθρώπους χαντάκια, σήκωναν αξεπέραστα βουνά. Ποιοι ήταν και γιατί το κάνανε; Ένα μόνο καταλάβαινε. Ότι σ’ αυτή τη ζωή είχε ο καθένας τη θέση του, που δεν ήταν όμοια για όλους. Τώρα, ποιος ήταν αυτός που μοίραζε τις θέσεις;… Μήπως ο θεός; Μα οι μεγάλοι, εξόν από τ’ άλλα κακά που κάνανε, κάνανε και τούτο: Φτιάξανε το Θεό σύμφωνα με το μπόι τους και δεν περίσσευε Θεός για παιδιά.
Του ‘ρθε να ξεφωνίσει. Να ξεφωνίσει την αδικία. Ύστερα έσφιξε τα χέρια του. Και τότε, ανακάλυψε ότι η μόνη δύναμη, που μπορούσε να στηρίζεται, ήταν μες στα χέρια του.
Ήταν ο εαυτός του. Ο μικρός φτωχός, εαυτός του. Κανένας άλλος».

Το παιδί συνέχισε ολομόναχο το κλάμα του… Πήχτωνε το βράδυ. Λιγόστεψε κι ο αχός απ’ τα κυπαρίσια. Ανάψανε οι λαμπάδες τ’ ουρανού. Όλα ήταν γάλα… γάλα… λουλάκι… και σπίθες. Το ποτάμι μουρμούριζε μες στον ύπνο του κρυφά παραμιλητά. Το παιδί εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε… ολόκληρο το βράδυ. Έγραψε το πιο πικρό, το πιο μεγάλο του παραμύθι… αυτό που θα ιστορήσει στο άλλο του βιβλίο το κατοπινό.
Την αυγή ξεκίνησε. Ήταν… παρηγορημένο… Είχε καταφέρει όλη τη νύχτα να μετρήσει τ’ άστρα… Να α μετρήσει όλα… σιγά – σιγά… ένα… ένα… όλα…
Και τα βρήκε σωστά.

«Κι αν δε βρεις δρόμο, φτιάξε…»

Ανέβα… Ανέβα…
Πάντα ανέβαινε.
Ακόμη πιο ψηλά.
Στη κορφή σε περιμένει η αγάπη
μ’ ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα.

Ανέβα…
Όλο μπρος… Όλο ψηλά.
Κι αν δε βρεις δρόμο
Φτιάξε.

Στην αγάπη
δεν υπάρχουν δρόμοι έτοιμοι,
τους φτιάχνεις εσύ.

Ανέβα…
Έστω κι αν δεις
πως τα λουλούδια είναι ψεύτικα
κι η αγάπη -η ολόφλογη αγάπη-
ένας καπνός, εσύ ανέβα.

Ανέβα…
Έστω κι αν στην κορφή
αντίς για τριαντάφυλλα
σε περιμένει ένα μπουκέτο μαχαίρια,
εσύ ανέβα !

Ανέβα…
Και πες «ευχαριστώ».
Όχι στα τριαντάφυλλα, όχι στα μαχαίρια.
Πες ευχαριστώ στη δύναμη,
που σ’ έκανε ν’ ανέβεις…

Πού χάθηκες κοριτσάκι;

«Μυρτώ… Μυρτώ…»
Γέμισα τον κόσμο.
Έσπειρα τον κόσμο με τ’ όνομά σου.
Μα εσύ δεν βρέθηκες.

Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
Ποια φτερά σε σήκωσαν απ’ τη ζωή;
Ρωτώ τους δρόμους:
«Μην ακούσατε κάτι βηματάκια; -ήταν πολύ αλαφρά».
Κείνοι πνίγονται στη σκόνη.
Δεν απαντούν.

Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
Αν μου το ‘καναν αυτό οι ουρανοί,
πώς μπόρεσαν;
Πώς μπόρεσαν κείνοι να σ’ αγαπήσουν
πιο πολύ απ’ τον πατέρα;

Ρωτώ τους αέρηδες -αυτούς που ‘ρχονται απ’ τα δάση,
απ’ τη γη, απ’ τις θάλασσες.
«Ήταν κάτι λογάκια που μύριζαν πασκαλιά –
μην τ’ άκουσε κανείς;»
Κείνοι βογκούν -σαν λαίμαργα πουλιά- και φεύγουν.

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
Ρωτώ τα φύλλα, τα καΐκια, τους ατμούς.
Τα μπουμπούκια που ξεκίνησαν απ’ την ανυπαρξία.
Τα σύννεφα…
«Μην είδατε ένα προσωπάκι; -Ήταν πολύ αχνό».
Σωπαίνουν.
Πού χάθηκες κοριτσάκι;
Τα μάτια μου θα σ’ έβρισκαν -και δίχως φως.
Και δίχως ήλιο -θα σ’ έπιαναν τα δάχτυλά μου.
Πώς χάθηκες λοιπόν μικρό μου;
Πότε μεγάλωσε τόσο πολύ ο κόσμος,
ώστε να μπορέσεις να χαθείς εσύ;

Εγώ θα σ’ έβρισκα…
Ας είσαι μικρό σαν το χνουδάκι.
Σαν πεταλούδα ας είσαι αλαφρό
Αδύνατο, σαν τη φλογίτσα του κεριού, ας είσαι.
Εγώ θα σ’ έβρισκα.

Γιατί σωπαίνεις; Γιατί σωπαίνεις, λοιπόν, κοριτσάκι;
Αν δεν μπορείς να τραγουδήσεις.
Αν δεν μπορείς να τους πεις να με φωνάξουν.
Τότε κλάψε, κοριτσάκι. Κλάψε!
Και τ’ αυτιά μου θα σ’ ακούσουν
Κι ύστερα ας μην ακούσουν πια
άλλην μουσική στον κόσμο.

Απόψε, θα σε ονειρευτώ. . .
Μου έλειψες τόσο πολύ.

Η Δίκη του Μενέλαου Λουντέμη

Ο Μενέλαος Λουντέμης κατηγορήθηκε για έσχατη προδοσία και για αντεθνική δράση και, μετά από χρόνια εξορίας στην Ικαρία, στη Μακρόνησο και στον Αη Στράτη και ενώ πλέον ήταν ετοιμοθάνατος από τις κακουχίες και το ξύλο δικάστηκε, το 1956, για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες». Ακολουθούν αποσπάσματα από τη δίκη του εκείνη…

Ο Θεοτοκάτος (συνήγορος του Λουντέμη) παίρνει από το τραπέζι ένα πανόδετο βιβλίο με γαλάζια ξεθωριασμένα εξώφυλλα, το ανοίγει και αρχίζει να απαγγέλει, καθαρά και βροντόφωνα για να μπορούν να τον παρακολουθούν όλοι:

Εγώ είμαι ο γκρεμιστής
Γιατί εγώ είμαι κι ο χτίστης
Ο διαλεχτός της άρνησης
Κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα
Νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα
Τρέμει ενός πόθου αστέρι.
Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός,
Του χαλασμού πατέρας
Πάντα κοιτάζω προς το φως
Το απόμαυρο της μέρας.
Εγώ ο σεισμός ο αλύπητος,
Εγώ κι ο ανοιχτομάτης
Του μακρεμένο αγναντευτής
Κι ο κλέφτης κι ο απελάτης
Και με το καριοφύλλι μου
Και με το απελατίκι
Την πολιτεία την κάνω ερμιά,
Γη χέρσα το χωράφι.

Εδώ ο Θεοτοκάτος σταματά, στρέφεται προς τον μάρτυρα και λέει:
Περιμένω ν’ ακούσω τη γνώμης σας γι’ αυτό το κείμενο κύριε μάρτυς.

Ο Καραχάλιος (μάρτυρας αστυνόμος γενικής ασφάλειας) όμως σωπαίνει. Ύστερα από λίγο λέει:
Δεν μπορώ να εκφράσω γνώμη μόνο από ένα απόσπασμα.

Τότε παρακαλώ τον πρόεδρο να μου επιτρέψει να συνεχίσω, λέει ο Θεοτοκάτος.

Κάλλιο φυτρώστε αγραγκαθιές
Και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
Κάλλιο φουσκώστε ποταμοί,
Και κάλλιο ανοίχτε, τάφοι,
Και, δυναμίτη, βρόντηξε
Και σιγοστάλαξε αίμα
Παρά σε πύργους άρχοντας
Και σε ναούς το ψέμα.
Των πρωτογέννητων καιρών
Η πλάση με τ’ αγρίμια
Ξανάρχεται. Καλώς να ‘ρθη
Γκρεμίζω την ασχήμια…

Εδώ σταματάει πάλι ο συνήγορος και ξαναρωτάει τον μάρτυρα:
Μήπως τώρα κύριε μάρτυς, σχηματίσατε γνώμη;
Αντί για απάντηση ο μάρτυρας ρωτά:
Τίνος είναι αυτό το βιβλίο;
Γιατί κύριε μάρτυς σας ενδιαφέρει;
Ναι, με ενδιαφέρει.
Γιατί σας ενδιαφέρει; Εσείς είπατε προηγουμένως ότι για να σχηματίσετε άποψη για κάποιο έργο δεν σας ενδιαφέρει ο συγγραφέας αλλά το περιεχόμενο και μόνο αυτό.
Μα ξέρετε κύριε συνήγορε…
Όταν γνωρίζουμε το συγγραφέα μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τι λέει. Λοιπόν πέστε μου σας παρακαλώ τίνος είναι για να μπορέσω να κρίνω και να εκφέρω γνώμη.
Δεν θα σας τον πω, γιατί αυτό αντιβαίνει στη συμφωνία που κάναμε πριν λίγο. Κι ύστερα εσείς μόνος σας είπατε ότι κρίνετε αντικειμενικά ένα λογοτεχνικό έργο. Το κρίνετε απ’ το περιεχόμενο κι όχι από τον συγγραφέα του.

Εδώ επεμβαίνει ο εισαγγελέας
Τέλος πάντων, κύριε συνήγορε, θα μας τον πείτε καμιά φορά αυτόν τον συγγραφέα του κειμένου;

Ο Πρόεδρος Φαρμάκης, που έχει χάσει φαίνεται την υπομονή του, γυρίζει προς τον εισαγγελέα και λέει:
Αφήστε κύριε εισαγγελέα.
Κάποιος του ίδιου φυράματος με τον Λουντέμη θα είναι κι αυτός. Ο Θεοτοκάτος ήρεμος άνοιξε το βιβλίο για να συνεχίσει το διάβασμα.

Βλέποντάς τον ο πρόεδρος τινάχτηκε πάνω σαν να τον σούβλισαν με πυρωμένα σουβλιά και λέει ουρλιάζοντας:
Κύριε συνήγορε δεν σας επιτρέπω να συνεχίσετε. Δεν σας επιτρέπω να διαβάζετε ενώπιόν μας τέτοια κείμενα. Αυτό που διαβάσατε δεν είναι ποίημα, είναι λίβελλος εναντίον του έθνους, είναι ένα κείμενο αντεθνικόν, που πρέπει να κατασχεθεί και να καταστραφεί αμέσως, ενώ εκείνος που το ‘γραψε, αν δεν έχει καταδικαστεί μέχρι τώρα, πρέπει να καθήσει στο εδώλιο μαζί με τον πελάτη σου, να καταδικαστεί για εσχάτη προδοσία και να κρεμαστεί…
Αυτός δεν είναι Έλλην, είναι προδότης, εχθρός της πατρίδας… είπε ο πρόεδρος και κάθησε. Έτρεμε ολόκληρος από τον θυμό του.

Κύριε πρόεδρε, λέει ο Θεοτοκάτος, ομολογώ πως τέτοιο λαβράκι δεν το περίμενα στα δίχτυα μου. Εγώ αλλού ψάρευα, συμπληρώνει, δείχνοντας τον μάρτυρα κατηγορίας. Το ποίημα που απήγγειλα πριν λίγο ενώπιόν σας και που εσείς το χαρακτηρίσατε λίβελλον εναντίον του έθνους, αντεθνικόν κ.λπ. κ.λπ. είναι απόσπασμα απ’ το γνωστό ποίημα «Ο γκρεμιστής» που κυκλοφορεί σήμερα στην Ελλάδα ελεύθερα και διαβάζεται από όλους τους Έλληνες. Εκείνος που τόγραψε και που, κατά τη γνώμη σας, πρέπει να δικαστεί για προδοσία δεν είναι άλλος από τον εθνικό μας ποιητή Κωστή Παλαμά, που όλο το έθνος τον διαβάζει, τον αγαπά και τον τιμά. Ναι, ο Κωστής Παλαμάς κύριε πρόεδρε. Και για να πεισθείτε καταθέτω το βιβλίο με τα γκρίζα εξώφυλλα λέγοντας:
Όσο προδότης είναι, κύριε πρόεδρε, ο εθνικός μας ποιητής, άλλο τόσο είναι προδότης κι ο Λουντέμης, που έγραψε το βιβλίο «Βουρκωμένες μέρες» και για το οποίο τόσο λυσσαλέα διώκεται.

Το ακροατήριο ξεσπά σε χειροκροτήματα. Ο πρόεδρος αιφνιδιάζεται, τα χάνει. Δεν ξέρει τι να κάνει. Και για να βγει από τη δύσκολη θέση χτυπά το κουδούνι αμήχανα και διακόπτει τη συνεδρίαση λέγοντας:
Άνθρωποι είμαστε κι εμείς, δεν μπορεί να τα ξέρουμε όλα.

Εργογραφία:
«Τα πλοία δεν άραξαν», διηγήματα, εκδ. Γκοβόστης, Αθήνα 1938, ISBN 960-344-915-6
«Περιμένοντας το ουράνιο τόξο», διηγήματα, Αθήνα 1940
«Γλυκοχάραμα», διηγήματα, Αθήνα 1944
«Το τραγούδι των διψασμένων», διηγήματα, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1966
«Βουρκωμένες μέρες», διηγήματα, Αθήνα 1953, ISBN 960-344-914-8
«Αυτοί που φέρανε την καταχνιά», διηγήματα, Αθήνα 1946, ISBN 960-393-140-3
«Έκσταση», μυθιστόρημα, εκδ. Αετός, Αθήνα 1943, ISBN 960-393-139-X
«Καληνύχτα ζωή», μυθιστόρημα, Αθήνα 1946, ISBN 960-393-138-1
«Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος», μυθιστόρημα, εκδ. Μόρφωση, Αθήνα 1956, ISBN 960-393-978-4
«Συννεφιάζει», μυθιστόρημα, Αθήνα 1946, ISBN 960-344-837-0
«Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», μυθιστόρημα, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1956, ISBN 960-344-768-4
«Η φυλακή του Kάτω Kόσμου», μυθιστόρημα, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1964, ISBN 960-393-312-0
«Το ρολόι του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα», μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1963, ISBN 960-344-888-5
«Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους», μυθιστόρημα, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1956, ISBN 960-393-137-3
«Λύσσα», μυθιστόρημα
«Τρόπαια Α’» (Η οπτασία του Μαραθώνα), μυθιστόρημα
«Τρόπαια Β’» (Σαλαμίνα), μυθιστόρημα
«Κάτω απ’ τα κάστρα της ελπίδας», μυθιστόρημα, ISBN 960-393-183-7
«Το κρασί των δειλών» (Σαρκοφάγοι Ι), μυθιστόρημα, Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις, Αθήνα 1965, ISBN 960-393-023-7
«Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα» (Σαρκοφάγοι ΙΙ), μυθιστόρημα, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1974
«Ο άγγελος με τα γύψινα φτερά» (Σαρκοφάγοι ΙΙΙ), μυθιστόρημα, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1974
«Οδός Αβύσσου αριθμός 0», μυθιστόρημα, εκδ. Βιβλιοεκδοτική, Αθήνα 1962, ISBN 960-344-820-6
«Θυμωμένα στάχυα», μυθιστόρημα, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1965, ISBN 960-344-993-8
«Αγέλαστη Άνοιξη», μυθιστόρημα, ISBN 960-393-024-5
«Της γης οι αντρειωμένοι…», βιογραφίες, Αθήνα 1976
«Οι αρχιτέκτονες του τρόμου», εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1966
«Οι κεραυνοί ξεσπούν», θεατρικό, εκδ. Κάδμος, Αθήνα 1958
«Θα κλάψω αύριο», θεατρικό, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1975
«Ανθισμένο όνειρο», θεατρικό, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1975
«Ταξίδια του χαμού», θεατρικό, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1975
«Πικρή θάλασσα», θεατρικό, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1976
«Μπατ-Τάι», ταξιδιωτικό, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1966
«Ταξίδι στην απεραντοσύνη», πολιτικό δοκίμιο, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1976
«Οι Δήμιοι με τ’ άσπρα γάντια», θεατρικό, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1978
«Δαίδαλος», παιδικά διηγήματα, εικονογράφηση Γ. Πανετέα, εκδ. Δωρικός, ISBN 960-393-136-5
«Ίκαρος», παιδικά διηγήματα, ISBN 960-344-835-4
«Ηρακλής», παιδικά διηγήματα, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1976, ISBN 960-393-135-7
«Θησέας», παιδικά διηγήματα, ISBN 960-344-771-4
«Ο μεγάλος Δεκέμβρης», παιδικά διηγήματα, εκδ. Μαρής – Κοροντζής, Αθήνα 1945
«Κραυγή στα πέρατα», ποιητική συλλογή, εκδ. Παλμός, Αθήνα 1954
«Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί», ποιητική συλλογή, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1975
«Το σπαθί και το φιλί», ποιητική συλλογή, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1967
«Κοντσέρτο για δύο μυδράλια και ένα αηδόνι», ποιητική συλλογή, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1973
«Πυρπολημένη μνήμη», εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1975
«Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς», ποιητική συλλογή, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1975
«Τραγουδώ για την Κύπρο», ποίημα, εκδ. Μόρφωση, Αθήνα 1956
«Ο λυράρης (Μιλτιάδης Μαλακάσης)», εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1974
«Ο κονταρομάχος (Κώστας Βάρναλης)», εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1974
«Ο εξάγγελος (Άγγελος Σικελιανός)», ποίηση, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1976
«Καραγκιόζης ο Έλληνας», εκδ. Δωρικός, Αθήνα
«Ο γολγοθάς μιας ελπίδας», εκδ. Δωρικός, Αθήνα
«Μενέλαος Λουντέμης Απανθίσματα», ανέκδοτο υλικό του Μενέλαου Λουντέμη: ποίημα, χειρόγραφα και απομαγνητοφωνημένο ηχητικό ντοκουμέντο, επιμ. Δαυίδ Ναχμίας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004
«Μια Νύχτα με πολλά φώτα, κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1934

Μεταφράσεις:
«Το σπίτι της ομίχλης», Θεόδωρου Κωνσταντίν, μυθιστόρημα
«Μορομέτε», Μαρίν Πρέντα, μυθιστόρημα
«Και τους καταδίκασα όλους σε θάνατο», Τίτους Πόποβιτς, μυθιστόρημα
«Πέρα απ’ τς αμμόλοφους», Φάνους Νεάγκου, μυθιστόρημα
«Πύρινα άλογα», Ίον Μπραντ, ποίηση
«Το λουλούδι της στάχτης», Εουτζέν Ζεμπελεάνου, ποίηση, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1974
«Οι φρουροί των ανέμων», Βίρτζιλ Θεοδορέσκου, ποίηση
«Ο ιππότης της μοναξιάς», Ζέο Ντιμιτρέσκου, ποίηση
«Σαρκασμοί και εφιάλτες», Μαρίν Σορέσκου, ποίηση
«Ένας άνθρωπος στην αγορά», Ντομίτρου Ποπέσκου, ποίηση
«Άσπιλοι κι αμόλυντοι», Χόρια Λοβινέσκου, θεατρικό, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1975

Σημειώσεις – Πηγές:
Αλέξανδρος Ζήρας, «Λουντέμης Μενέλαος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τομ. 5, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1986
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Μενέλαος Λουντέμης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία – Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), τόμ. Ε’, εκδ. Σοκόλης, Αθήνα 1992
Ινστιτούτο Επιμορφωτικών Βοηθημάτων, «Έλληνες συγγραφείς», Γιώργος Γούλης (επιμ.), εκδ. Εταιρίας Λογοτεχνικών Εκδόσεων
«Τα Ποιητικά», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, ISBN 960-344-694-7
Φώτης Σιούμπουρας, «Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης», Αθήνα 2005
«Βόλος, ένας αιώνας. Από την ένταξη στο ελληνικό κράτος (1881) ως τους σεισμούς (1955)», εκδ. Βόλος, Βόλος 1999, σ. 205-6.
Μενέλαος Λουντέμης «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», Αθήνα, ειδική έκδοση για την εφημερίδα «Το Βήμα», 2012
Δημήτρης Δαμασκηνός, «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας – Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη», εκδ. Ραδάμανθυς, Χανιά 2017

Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ:
«Μενέλαος Λουντέμης» του Δαυίδ Ναχμία (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)
Ρεπορτάζ από την κηδεία του Μενέλαου Λουντέμη (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ).

Πηγή: xyth.gr, cityculture.gr, dinfo.gr, edwzeis.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s