Ο άγιος Νικόλαος έζησε στα χρόνια των τυράννων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού και διέπρεψε πρώτα ως μοναχός. Έπειτα λόγω της μεγάλης αρετής του δέχτηκε την αρχιερωσύνη. Επειδή όμως πίστευε στον Χριστό και κήρυσσε ελεύθερα την χριστιανική πίστη και ζωή, συνελήφθη από τους άρχοντες της πόλεως κι αφού υπεβλήθη σε βασανιστήρια και στρεβλώσεις του σώματός του, ρίχτηκε στη φυλακή μαζί με άλλους χριστιανούς. Όταν όμως ο μεγάλος και ευσεβής Κωνσταντίνος απέκτησε τη βασιλεία των Ρωμαίων με το θέλημα του Θεού, ελευθερώθηκαν οι φυλακισμένοι, και μαζί με αυτούς και ο Νικόλαος, ο οποίος πήγε στα Μύρα της Λυκίας. Μετά από λίγο διάστημα, συγκροτήθηκε με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου και η πρώτη εν Νικαία Σύνοδος, της οποίας μέλος ήταν και ο θαυμαστός Νικόλαος.
Η Αγία Μυρώπη (ή Μερόπη) ήταν από τις πιο γενναίες γυναίκες που μαρτύρησαν στα πρώτα χρόνια της χριστιανικής Εκκλησίας. Έζησε στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. και γεννήθηκε στην πόλη Έφεσο. Έχασε νωρίς τον πατέρα της και ανατράφηκε στην πίστη του Χριστού από τη μητέρα της, που καταγόταν από τη Χίο. Λέγεται ότι στην Έφεσο, η Αγία πήγαινε καθημερινά στον τάφο της Αγίας Ερμιόνης, θυγατέρας του αποστόλου Φιλίππου και έπαιρνε το αναβλύζον απ’ αυτόν μύρο και τον έδινε με αφθονία στους πιστούς, γι’ αυτό και ονομάστηκε Μυρώπη.
Μέσα στη σεπτή χορεία των δώδεκα μαθητών του Ιησού Χριστού εξέχουσα θέση κατέχει ο τιμώμενος υπό της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας στις 30 Νοεμβρίου Άγιος Απόστολος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος, ο οποίος από άσημος και απλοϊκός ψαράς κατέστη «ἁλιεύς τῶν ἀνθρώπων» και αναδείχθηκε μέγας διδάσκαλος του Ευαγγελίου του Χριστού και φλογερός Απόστολος του Γένους μας. Ο Άγιος Ανδρέας υπήρξε κατ’ εξοχήν Απόστολος των Ελλήνων, αφού ήρθε στον ελλαδικό χώρο για να κηρύξει τον σωτηριώδη λόγο του Θεού και να ιδρύσει Εκκλησίες. Έτσι μετά από μία καρποφόρα ιεραποστολική περιοδεία, κατέληξε στην Πάτρα, την οποία επορφύρωσε με το τίμιο αίμα του και καθαγίασε με τον ένδοξο σταυρικό του θάνατο για να πρεσβεύει αδιάλειπτα στον Πανάγαθο Θεό για τη σωτηρία και προστασία του πατραϊκού λαού, αλλά και σύμπαντος του Ελληνικού Γένους.
Ο Άγιος Μερκούριος σε αγιογραφία του Πρωτάτου του Αγίου Όρους, 1290
Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια αρκετοί Χριστιανοί υπηρετούσαν ως αξιωματικοί στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού και πολλοί από αυτούς αναδείχτηκαν Μεγαλομάρτυρες, για την πίστη τους στο Χριστό. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Μερκούριος.
Ο Άγιος Απόστολος και Ευαγγελιστής Ματθαίος, πριν γίνει μαθητής του Κυρίου Ιησού Χριστού, ονομαζόταν Λευίς. Ο πατέρας του λεγόταν Αλφαίος και καταγόταν από την Γαλιλαία. Ο Ματθαίος ασκούσε το επάγγελμα του τελώνη, και ο Ιησούς τον βρήκε να κάθεται στο τελωνείο έξω από την Καπερναούμ. Και είπε προς αυτόν: «Ἀκολούθει μοι». Ο Ματθαίος, χωρίς καμιά καθυστέρηση, αμέσως τον ακολούθησε. Και όχι μόνο εγκατέλειψε το αμαρτωλό -για την εποχή εκείνη- επάγγελμα του τελώνη, αλλά και με χαρά φιλοξένησε τον Κύριο στο σπίτι του. Εκεί, μάλιστα, ήλθαν και πολλοί τελώνες και άλλοι αμαρτωλοί άνθρωποι, με τους οποίους ο Ιησούς συνέφαγε και συζήτησε.
Η ένδοξος και καλλίνικος μάρτυς του Χριστού Ιφιγένεια καταγόταν από την Τοκάτη του Πόντου. Γεννήθηκε το 53 μ.Χ. από γονείς ειδωλολάτρες, οι οποίοι ωστόσο εγνώρισαν την αληθινή πίστη εις τον Σωτήρα Χριστό από τον Άγιο Απόστολο Ανδρέα τον Πρωτόκλητο και βαπτίστηκαν οικογενειακώς από εκείνον.
Ο Άγιος Φίλιππος ήταν ένας από τους δώδεκα μαθητές του Κυρίου. Καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, απ’ όπου και ο Ανδρέας με τον Πέτρο. Διακρινόταν για τη σύνεσή του και τη βαθειά προσήλωσή του στα βιβλία των Προφητών, ενώ ήταν γνωστός σε όλη τη ζωή του για την παρθενικότητά του. Τον βρήκε ο Χριστός μετά το Βάπτισμά Του στη Γαλιλαία και τον κάλεσε να Τον ακολουθήσει. Εκείνος δε, μετά από αυτό, συνάντησε τον Ναθαναήλκαι του είπε: «Ευρήκαμεν Ιησούν τον Υιόν Ιωσήφ, τον από Ναζαρέτ». Έτσι και ο Ναθαναήλ προστέθηκε στους μαθητές του Κυρίου.
Ένα μεγάλο θαύμα του Αγίου Μηνά συντελέστηκε το 1826 μ.Χ., στο Ηράκλειο της Κρήτης, πόλη στην οποία ιδιαιτέρως τιμάται ο Άγιος και είναι ο Πολιούχος και προστάτης της. Το 1821, μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως εναντίον των Τούρκων, οι κατακτητές προχώρησαν σε εκτεταμένες σφαγές χιλιάδων αμάχων σε πολλές περιοχές. Από τους πρώτους που πλήρωσαν με το αίμα τους την επανάσταση ήταν και οι κάτοικοι της μαρτυρικής Κρήτης. Μεταξύ των χιλιάδων θυμάτων συγκαταλέγονται ο Μητροπολίτης Κρήτης, οι Επίσκοποι Χανίων, Κνωσού, Χεροννήσου, Λάμπης, Σητείας κ.ά., οι οποίοι εσφαγιάστηκαν την 24η Ιουνίου 1821 στον περίβολο του Μητροπολιτικού Ναού του Ηρακλείου, που είναι αφιερωμένος στον Άγιο Μηνά. Μάλιστα ο ιερουργών ιερέας του ναού σφαγιάστηκε πάνω στην Αγία Τράπεζα!
Ο Άγιος Μηνάς γεννήθηκε στην Αίγυπτο, στα μέσα περίπου του 3ου αιώνα μ.Χ., από γονείς ειδωλολάτρες. Ωστόσο, το ειδωλολατρικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωνε, δεν κατάφερε να σκληρύνει την καρδιά του η οποία, όταν ήλθε η στιγμή, σκίρτησε ακούγοντας την φωνή του Θεού και έτσι ο, έφηβος ακόμη, Μηνάς έγινε χριστιανός. Μεγαλώνοντας, επέλεξε να σταδιοδρομήσει στον Ρωμαϊκό στρατό, στο ιππικό τάγμα των Ρουταλικών, υπό την διοίκηση του Αργυρίσκου. Η έδρα της μονάδας του ήταν στο Κοτυάειον, σημερινή Κιουτάχεια της Μικράς Ασίας. Εκεί ο Μηνάς διακρίθηκε για την φρόνησή του, αλλά και για το ανδρείο του φρόνημα και γι’ αυτό έχαιρε εκτιμήσεως στον κύκλο των στρατιωτικών.
Οι γείτονές του τον θυμούνται από μικρό παιδί να νηστεύει και παρ’ όλη την αθεϊστική ανατροφή που έλαβε, στα 12 του χρόνια ήξερε όλο το ευαγγέλιο απ’ έξω. Επί χρόνια έζησε ζητιανεύοντας, ταπεινωμένος, λοιδορούμενος και περιφρονημένος από όλους. Αντιστάθηκε δημόσια στην ειδωλοποίηση των ηγετικών μορφών του καθεστώτος στη χώρα του και για τούτο φυλακίστηκε και διώχθηκε βάναυσα επί σειρά ετών. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της επίγειας ζωής του υπέφερε εξοντωτικά βάσανα, στερήσεις και κακουχίες, σωματικές και ψυχικές, ως τα έσχατα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Μόνο μετά το τέλος των διωγμών του χριστιανισμού στη Ρωσία, φάνηκε ξεκάθαρα πως επρόκειτο για μια οσιακή μορφή, έναν από τους σημαντικότερους αγίους του καιρού μας.
Οι άγιοι μάρτυρες Ακίνδυνος, Ανεμπόδιστος, Ελπιδηφόρος, Πηγάσιος και Αφθόνιος ήταν όλοι αξιωματούχοι του Πέρση βασιλιά Σαπώρ του Β’. Επειδή ομολόγησαν ότι ήταν χριστιανοί, συνελήφθησαν και μαστιγώθηκαν σκληρά το έτος 330 μ.Χ. Έπειτα, τους έριξαν στις φλόγες μιας μεγάλης φωτιάς. Αλλά οι θερμές δεήσεις τους προς τον Θεό προκάλεσαν φοβερή θύελλα με βροχή, που έσβησε τη φωτιά.
Η Αγία, παρά το νεαρό της ηλικίας της, υπέμεινε με ακλόνητο φρόνημα τα απερίγραπτα μαρτύρια και πριν της κόψουν την κεφαλή, ζήτησε να προσευχηθεί στον Νυμφίο Χριστό. Δεν του ζήτησε κάποια ιδιαίτερη δόξα στον ουρανό, αλλά την ευλογία Του να θεραπεύει τους ασθενείς που θα προστρέχουν ζητώντας τη βοήθειά της. Αντιλαμβάνεται λοιπόν ο καθένας μας πόση αγάπη είχε πλημμυρίσει την καρδιά της για τους πονεμένους ανθρώπους όλων των γενεών που εκείνη τη στιγμή περνούσαν νοερά ενώπιόν της. Ο φιλάνθρωπος Κύριός μας εμφανίσθηκε στους αιθέρες και τη διαβεβαίωσε ότι θα εκπληρωθεί το αίτημά της. Να γιατί η αγία Αναστασία η Ρωμαία είναι θαυματουργός, διότι η ίδια έλαβε ως δωρεά, από το ίδιο το στόμα του Σωτήρα μας Χριστού, το χάρισμα να θεραπεύει κάθε ασθένεια.
O άγιος Δημήτριος μαζί με τον άγιο Γεώργιο, είναι τα δυο παλληκάρια της χριστιανοσύνης. Aυτοί είναι κάτω στη γη, κ’ οι δυο αρχάγγελοι Mιχαήλ και Γαβριήλ είναι απάνω στον ουρανό. Στα αρχαία χρόνια τους ζωγραφίζανε δίχως άρματα, πλην στα κατοπινά τα χρόνια τους παριστάνουνε αρματωμένους με σπαθιά και με κοντάρια και ντυμένους με σιδεροπουκάμισα. Στον έναν ώμο έχουνε κρεμασμένη την περικεφαλαία και στον άλλον το σκουτάρι, στη μέση είναι ζωσμένοι τα λουριά που βαστάνε το θηκάρι του σπαθιού και το ταρκάσι πόχει μέσα τις σαγίτες και το δοξάρι.
Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλύτης, Μανουήλ Πανσέληνου Πρωτάτο Αγίου Όρους, περίπου 1290 μ.Χ.
Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε περίπου το 280 μ.Χ., στη Θεσσαλονίκη, όπου και έζησε και μαρτύρησε το 306 μ.Χ., σε ηλικία 26 ετών, επί των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια της Θεσσαλονίκης και διέθετε εξαιρετικά χαρίσματα και σπουδαίες αρετές. Για τούτο σύντομα ανελίχθη στις βαθμίδες του Ρωμαϊκού στρατού με αποτέλεσμα σε ηλικία 22 ετών να φέρει το βαθμό του χιλιάρχου.
Πολλές και σοφές άγιες μορφές παρελαύνουν από τις σελίδες της ιστορίας της μεγάλης μας Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μια τέτοια μορφή και εξαιρετική προσωπικότητα είναι και ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Αρτέμιος που έζησε και μαρτύρησε περί τα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ. (361-363). Για τον Μεγαλομάρτυρα τούτον Άγιον αξίζει να μιλήσουμε εκτενέστερα. Γι’ αυτόν λοιπόν και οι γραμμές που ακολουθούν.
Οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος υπηρετούσαν στις στρατιωτικές τάξεις του αυτοκράτορα Μαξιμιανού. Τους διέκρινε μεγάλη ανδρεία στα πεδία των μαχών, αλλά και σωφροσύνη στην καθημερινή τους ζωή. Γι’ αυτό και ο αυτοκράτορας τους απένειμε τα αξιώματα του πριμικηρίου της σχολής των Kεντηλίων και του σεκουνδουκηρίου, αντίστοιχα. Όταν έμαθε ότι οι δύο επίλεκτοι στρατιώτες του ήταν χριστιανοί, δεν ήθελε με κανένα τρόπο να το πιστέψει.
Για να πεισθεί λοιπόν χειροπιαστά, οργάνωσε τελετές με θυσίες σε ειδωλολατρικό ναό και κάλεσε να παραστούν σε αυτές ο Σέργιος και ο Βάκχος. Οι δύο χριστιανοί στρατιώτες αρνήθηκαν και ομολόγησαν το Χριστό με θαρραλέο φρόνημα. Εξοργισμένος τότε ο αυτοκράτορας, διέταξε και τους αφαίρεσαν τα διάσημα των αξιωμάτων τους. Έπειτα, αφού τους ενέπαιξαν και τους διαπόμπευσαν περιφέροντάς τους δημόσια ντυμένους με γυναικεία ενδύματα και χλευάζοντάς τους, τους έστειλαν σε ένα σκληρό δούκα της Ανατολής, τον Αντίοχο.
Αυτός με πρωτοφανή ωμότητα μαστίγωσε μέχρι θανάτου το Βάκχο. Ο άγιος Βάκχος μαρτύρησε στην πόλη Λισσό της Συρίας. Στο δε Σέργιο, επειδή κάποτε τον είχε ευεργετήσει, πρότεινε, αφού αρνηθεί το Χριστό, να του χαρίσει τη ζωή. Η γενναία απάντηση του Σεργίου ήταν τα λόγια του Απ. Παύλου «Ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεὶν κέρδος» (προς Φιλιππησίους, α’ 21). Σε μένα, είπε ο Σέργιος, ζωή είναι ο Χριστός. Αλλά και το να πεθάνω είναι κέρδος, διότι έτσι θα ενωθώ πλήρως με το Χριστό. Τότε, ο Αντίοχος ανάγκασε τον άγιο Σέργιο να βαδίσει με σιδερένια υποδήματα επενδυμένα με αιχμηρά καρφιά μέχρι την πόλη Ρεσάφα της Συρίας, όπου και απέκοψαν την τιμία κεφαλή Του.
Το 547 μ.Χ. ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός ανήγειρε στην Κωνσταντινούπολη λαμπρό ναό προς τιμήν των Αγίων Μαρτύρων Σεργίου και Βάκχου, τον επονομαζόμενο «Μικρή Αγία Σοφία», όπου και κατέθεσε τα Ιερά Λείψανά τους.
Στη Δύση πολλές πόλεις διεκδικούν Λείψανα των Μαρτύρων με πρώτη την Βενετία, όπου Λείψανα αποδιδόμενα σε Εκείνους φυλάσσονται στο Ναό του Αγίου Πέτρου στο Καστέλλο. Τα Λείψανα αυτά έγιναν αντικείμενο αναγνωρίσεως το 1991 μ.Χ.
Στην Παβία, στη Μονή των Βενεδικτίνων του Αγίου Φίλικος, φυλάσσονται Λείψανα των δύο Μαρτύρων, δωρεά του Αυτοκράτορα Όθωνα Β’. Τα Λείψανα αυτά περιλαμβάνονται στα κειμήλια που έφερε μαζί της στη Δύση η σύζυγός του Βυζαντινή Πριγκίπισσα Θεοφανώ και για τον λόγο αυτό δεν υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την γνησιότητά τους.
Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση το 1152 μ.Χ., κατά την διάρκεια των Σταυροφοριών, ο Κόμης Γοφρέδος ο Ανδεγαβός μετέφερε Λείψανα των Μαρτύρων από την Συρία στα εδάφη του.
Η τιμία Κάρα του Αγίου Βάκχου βρίσκεται στη Μονή Κούρτεα Άρτζες Ρουμανίας. Μέρος των Λειψάνων του Αγίου Βάκχου βρίσκονται στον ρωμαιοκαθολικό Ναό Αγίου Πέτρου Καστέλλο Βενετίας, στη ρωμαιοκαθολική Μονή Αγίου Φίλικος Παβίας, στο ρωμαιοκαθολικό Ναό Αγίου Μαρτίνου στο Heiligenstadt, στη ρωμαιοκαθολική Μονή Wiessenburg της Βοημίας και στο ρωμαιοκαθολικό Καθεδρικό Ναό Αγίου Βίτου Πράγας. Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Βάκχου βρίσκονται επίσης στη Μονή Βατοπεδίου Αγίου Όρους και στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.
Η τιμία Κάρα του Αγίου Σεργίου βρίσκεται επίσης στη Μονή Κούρτεα Άρτζες Ρουμανίας. Απότμημα του Ιερού Λειψάνου του βρίσκεται στη Λαύρα του Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]