Η Γ’ Κυριακή των Νηστειών ονομάζεται από την Εκκλησία μας «Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως» και εορτάζεται 28 ημέρες πριν το Πάσχα. Μετά από τη μεγάλη Δοξολογία στον όρθρο, ο Σταυρός μεταφέρεται σε μια σεμνή πομπή στο κέντρο του ναού και παραμένει εκεί όλη την υπόλοιπη εβδομάδα, οπότε στο τέλος κάθε ακολουθίας γίνεται προσκύνησή του. Το θέμα του Σταυρού, που κυριαρχεί στην υμνολογία της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως, παρουσιάζεται όχι μέσα στο πλαίσιο του πόνου, αλλά της νίκης και της χαράς.
Ο Όσιος Ιωσήφ γεννήθηκε στη Σικελία, το έτος 816 μ.Χ., από ενάρετους και ευσεβείς γονείς, τον Πλουτίνο και την Αγάθη. Τα περί της ζωής και της δράσεώς του τα γνωρίζουμε από τον βίο που συνέταξε ο μαθητής και διάδοχός του στη μονή του, Θεοφάνης, συμπληρωματικά δε από τα εγκώμια που του αφιέρωσαν ο Ιωάννης Διάκονος και ο Θεόδωρος Πεδιάσιμος. Ο Όσιος αναγκάσθηκε να φύγει από τη γενέτειρά του οικογενειακώς, λόγω της εντάσεως των Αραβικών επιδρομών που έπειτα από λίγο καιρό επρόκειτο να καταλήξουν στην κατάληψη της νήσου, και να μεταναστεύσει στην Πελοπόννησο. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών αποχωρίσθηκε τους γονείς του και μετέβη στη Θεσσαλονίκη, στην περίφημη μονή Λατόμου, όπου επιδόθηκε στη μοναχική άσκηση υπό την καθοδήγηση του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου, ασκώντας το έργο του οξυγράφου.
Ο «Ακάθιστος Ύμνος» («Χαιρετισμοί της Υπεραγίας Θεοτόκου») είναι ένα μεγάλο και σπουδαίο ποίημα, γραμμένο τον 6ο αιώνα μ.Χ., που απευθύνεται στην Παναγία μας και της αποδίδει επαίνους, ευχαριστίες και προσευχές. Στους στίχους του, σε ποιητική μορφή με πανέμορφα λόγια, υπάρχουν όλες οι βασικές διδασκαλίες της Ορθοδοξίας για τον Χριστό, την ενανθρώπισή του, τον ρόλο της Παναγίας για τη σωτηρία του ανθρώπου, την αγνότητα και την αγιότητά Της, αλλά και για τον αγώνα του ανθρώπου για την ένωσή του με το Θεό και τη βοήθεια που ζητάει από το Χριστό και την Παναγία γι’ αυτό.
«Χριστός γεννάται, δοξάσατε· Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε. Χριστός επί γης, υψώθητε …». «Μυστήριον ξένον» χαρακτηρίζει ο υμνωδός τη γέννηση του Θεανθρώπου. Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί από την πεπερασμένη ανθρώπινη διάνοια το μυστήριο της συγκαταβάσεως του Θεού προς τον άνθρωπο, το οποίο συντελέστηκε με τη βοήθεια της Θεοτόκου, που «εχώρεσεν σαρκί, τον Αχώρητον παντί» για να φανερωθεί η υπεράπειρη και γνήσια αγάπη Του προς εμάς…
Ο άγιος Νικόλαος έζησε στα χρόνια των τυράννων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού και διέπρεψε πρώτα ως μοναχός. Έπειτα λόγω της μεγάλης αρετής του δέχτηκε την αρχιερωσύνη. Επειδή όμως πίστευε στον Χριστό και κήρυσσε ελεύθερα την χριστιανική πίστη και ζωή, συνελήφθη από τους άρχοντες της πόλεως κι αφού υπεβλήθη σε βασανιστήρια και στρεβλώσεις του σώματός του, ρίχτηκε στη φυλακή μαζί με άλλους χριστιανούς. Όταν όμως ο μεγάλος και ευσεβής Κωνσταντίνος απέκτησε τη βασιλεία των Ρωμαίων με το θέλημα του Θεού, ελευθερώθηκαν οι φυλακισμένοι, και μαζί με αυτούς και ο Νικόλαος, ο οποίος πήγε στα Μύρα της Λυκίας. Μετά από λίγο διάστημα, συγκροτήθηκε με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου και η πρώτη εν Νικαία Σύνοδος, της οποίας μέλος ήταν και ο θαυμαστός Νικόλαος.
Μετά το τέλος της επίγειας ζωής του εν Αγίοις πατρός ημών Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, όταν το 434 μ.Χ. εξελέγη Πατριάρχης ο μαθητής του Άγιος Πρόκλος, παρακάλεσε τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’ να ενεργήσει τα δέοντα, ώστε το λείψανο του μεγάλου αυτού πατέρα της Εκκλησίας να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Και πράγματι, τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 27 Ιανουαρίου 438, η λάρνακα με το λείψανό του Αγίου Ιωάννου μεταφέρθηκε με λαμπρή και συγκινητική πομπή στη βασιλεύουσα και τοποθετήθηκε στο Άγιο Βήμα του ναού των Αγίων Αποστόλων, ενώ ο λαός έμπλεος χαράς αναβοούσε: «Απόλαβε του θρόνου σου Άγιε».
Στην εορτή του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του οποίου ιερά λείψανα φυλάσσονται στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, ο Οικουμενικός Πατριάρχης χοροστατεί «από του Παραθρονίου» τόσο κατά τον Εσπερινό της εορτής, όσο και κατά τη Θεία Λειτουργία. Σύμφωνα με το Τυπικό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, στον θρόνο τίθεται τιμητικώς η εικόνα του ιερού Χρυσοστόμου, ενώ ο Μ. Εκκλησιάρχης τοποθετεί δίπλα στην εικόνα και την ποιμαντορική ράβδο του αγίου. Οι ιερείς και οι διάκονοι που πρόκειται να λειτουργήσουν «λαμβάνουν καιρό» όχι από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, αλλά από την ιερά εικόνα του αγίου, ο οποίος παραμένει πάντοτε ζωντανός στη μνήμη της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.
Στον σολέα του Πατριαρχικού Ναού τίθενται προς προσκύνησιν υπό των πιστών τα ιερά λείψανα του μεγάλου ιεράρχου της Κωνσταντινουπόλεως, τα οποία, μαζί με τα λείψανα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, επέστρεψαν στην Πόλη από τη Ρώμη, στις 27 Νοεμβρίου 2004, χάριν στις ενέργειες του διαδόχου των αγίων ιεραρχών σημερινού Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου.
Το Μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα αποτελεί ένα από τα ιερότερα προσκυνήματα της πατρίδας μας. Χιλιάδες πιστοί συρρέουν σε αυτό καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου για να προσκυνήσουν, να λάβουν την ευλογία και τη χάρη του αγίου μας, να ενδυναμωθούν στους αγώνες τους και στην πνευματική τους πορεία, να αναπαυθούν ψυχικά, να θεραπευθούν. Κανείς από όσους με πίστη προσήλθαν στη μονή δεν έφυγε χωρίς τα πολύτιμα δώρα του Αγίου Νεκταρίου, την ειρήνη, την αγάπη του, την ίαση παντοδαπών νοσημάτων, την παρηγορία.
O άγιος Δημήτριος μαζί με τον άγιο Γεώργιο, είναι τα δυο παλληκάρια της χριστιανοσύνης. Aυτοί είναι κάτω στη γη, κ’ οι δυο αρχάγγελοι Mιχαήλ και Γαβριήλ είναι απάνω στον ουρανό. Στα αρχαία χρόνια τους ζωγραφίζανε δίχως άρματα, πλην στα κατοπινά τα χρόνια τους παριστάνουνε αρματωμένους με σπαθιά και με κοντάρια και ντυμένους με σιδεροπουκάμισα. Στον έναν ώμο έχουνε κρεμασμένη την περικεφαλαία και στον άλλον το σκουτάρι, στη μέση είναι ζωσμένοι τα λουριά που βαστάνε το θηκάρι του σπαθιού και το ταρκάσι πόχει μέσα τις σαγίτες και το δοξάρι.
Μία από τις ηρωικότερες περιόδους της εκκλησιαστικής μας ιστορίας είναι και η περίοδος της Εικονομαχίας (726-842), κατά την οποία ανεδείχθησαν πλήθος ομολογητών της Ορθοδόξου Πίστεως. Υπερασπίσθηκαν με σθένος την Ορθοδοξία, ορθώνοντας το ανάστημά τους στους διώκτες των Ιερών Εικόνων, οι οποίοι έχοντας την αυτοκρατορική δύναμη, δίωκαν με μανία τους ομολογητές της Ορθοδοξίας.
Ο Άγιος Ρωμανός, γνωστός και ως Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός, είναι από τους γνωστότερους Έλληνες υμνογράφους, αποκαλούμενος και «Πίνδαρος της ρυθμικής Ποίησης». Ήκμασε κατά τη διάρκεια του έκτου αιώνα, που θεωρείται ότι είναι η «Χρυσή Εποχή» της βυζαντινής υμνογραφίας. Ο Ρωμανός ο Μελωδός θεωρείται ο κορυφαίος ποιητής και υμνογράφος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Το κείμενο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη για την Παναγία
Μία των γλυκυτέρων και συμπαθεστέρων εορτών του χριστιανικού κόσμου είναι και η Κοίμησις της υπεραγίας Θεοτόκου, ην σήμερον εορτάζει η Εκκλησία. Ευθύς από των πρώτων μ.Χ. αιώνων, έξοχος υπήρξεν η τιμή και ευλάβεια, ην απένεμον οι χριστιανοί προς την Παρθένον Μαρίαν. Αλλ’ η σημερινή εορτή είναι η κατ’ εξοχήν μνήμη της Θεοτόκου, άτε την Κοίμησιν αυτής υπόθεσιν έχουσα.
Η αγάπη, ο σεβασμός και η τιμή των πιστών για το πρόσωπο της Θεοτόκου Μαρίας εκδηλώθηκαν από πολύ νωρίς, από την αρχή της σωτηρίου οικονομίας, όπως λέγουν οι άγιοι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας, και είναι τόσο μεγάλη, ώστε αδυνατεί ο ανθρώπινος λόγος να περιγράψει τα αισθήματα αυτά επαρκώς. Από αυτήν την αγάπη, την τιμή και την ελπίδα στην μεσιτεία της προς τον Σωτήρα Χριστό και Υιό της, κατά το ανθρώπινον η Εκκλησία καθιέρωσε να τελείται κατά την περίοδο της νηστείας του Δεκαπενταύγουστου, η ιερά Ακολουθία του Μικρού και του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος εναλλάξ, εκτός των εορτών της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]