Σήμερα που γράφω, μέρα Tετάρτη, 29 Aυγούστου, είναι η μνήμη του αγίου Iωάννου του Προδρόμου. Xθες το βράδυ ψάλαμε τον Eσπερινό κατανυκτικά σ’ ένα παρεκκλήσι, κ’ ήτανε μοναχά λίγες γυναίκες και δυο-τρεις άνδρες. Σήμερα το πρωί ψάλαμε τη λειτουργία του πάλι με λίγους προσκυνητές. Tα μαγαζιά ήτανε ανοιχτά, όλοι δουλεύανε σαν να μην ήτανε η γιορτή του πιο μεγάλου αγίου της θρησκείας μας. Aληθινά λέγει το τροπάρι του «Mνήμη δικαίου μετ’ εγκωμίων, σοι δε αρκέσει η μαρτυρία του Kυρίου, Πρόδρομε». Mε εγκώμια και με ευλάβεια γιορτάζανε άλλη φορά οι ορθόδοξοι χριστιανοί τον Πρόδρομο, αλλά τώρα του φτάνει η μαρτυρία του Kυρίου. Aυτή η μαρτυρία θ’ απομείνει στον αιώνα, είτε τον γιορτάζουνε είτε δεν τον γιορτάζουνε οι άνθρωποι, είτε τον θυμούνται είτε τον ξεχάσουνε. K’ η μαρτυρία είναι τούτη: πως ο άγιος Iωάννης ο Πρόδρομος είναι «ο εν γεννητοίς γυναικών μείζων» δηλ. «ο πιο μεγάλος απ’ όσους γεννηθήκανε από γυναίκα» κατά τα λόγια του ίδιου του Xριστού. Γι’ αυτό κ’ η Eκκλησία μας ώρισε να μπαίνει το εικόνισμά του πλάγι στην εικόνα του Xριστού στο εικονοστάσιο της κάθε ορθόδοξης εκκλησιάς.
Ώρα με την ώρα η κατάσταση γίνεται πιο δύσκολη. Η Σμύρνη κατακλύζεται συνεχώς από πρόσφυγες του εσωτερικού. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος, αεικίνητος και ακούραστος, τρέχει στην προκυμαία, στις γειτονιές, για να τους παρηγορήσει, να τονώσει το ηθικό τους. Επισκέπτεται τους προξένους των μεγάλων δυνάμεων. Τους παρακαλεί να δεχτούν πρόσφυγες στα καράβια τους. Καμμιά όμως ανταπόκριση στις αγωνιώδεις εκκλήσεις του…
Ο Άγιος Φανούριος είναι ένας από τους πλέον αγαπητούς αγίους της Πίστεώς μας. Μια νεανική, μαρτυρική μορφή που ξεχωρίζει με τον δικό του τρόπο ανάμεσα στο πλήθος των Αγίων της χριστιανοσύνης και που δεν τιμάται σε μια μόνον ημερομηνία αλλά, μέσω του ευρύτατα διαδεδομένου εθίμου της «Φανουρόπιτας», σε πολλές ακόμα περιστάσεις του βίου των πιστών που ευλαβούνται την χάρη Του, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Οι ένδοξοι αυτοί Άγιοι κατάγονταν από τη Νικομήδεια της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας. Έζησαν και αναδείχτηκαν Άγιοι με τη θαυμαστή πολιτεία τους στην αρχή της τέταρτης εκατονταετίας, λίγα χρόνια πριν τη νίκη του Χριστιανισμού με την επικράτηση του ισαπόστολου Αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ήταν η δεύτερη περίοδος της βασιλείας του ειδωλομανή Μαξιμιανού. Στη διάρκεια ενός διωγμού των χριστιανών της Νικομήδειας είχαν συλληφθεί ανάμεσα σε άλλους και εικοσιτρείς ευσεβείς άνδρες που βρέθηκαν κρυμμένοι σε κοντινή σπηλιά. Είχαν καταφύγει εκεί για να γλιτώσουν από τον κατατρεγμό των ειδωλολατρών που κατείχαν την εξουσία. Οι άνθρωποι αυτοί μεταφέρονταν στην πόλη για να κλειστούν στη φυλακή, και οι φρουροί τούς συμπεριφέρονταν με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο.
Ο νεαρός Αδριανός που πρόσφατα είχε ασπαστεί κι αυτός, μαζί με τη συμβία του Ναταλία, την πίστη του Χριστού και είχε βαπτιστεί και ενταχθεί στην Εκκλησία συνάντησε στο δρόμο τη θλιβερή πομπή. Το θέαμα μεταφερομένων καταδίκων δεν ήταν σπάνιο τα χρόνια εκείνα στους δρόμους της Αυτοκρατορίας, αλλ’ ο Αδριανός, επειδή ανησύχησε μην ήταν χριστιανοί οι κατατρεγμένοι, κοντοστάθηκε για να πληροφορηθεί την αιτία της σύλληψής τους. Τους ρώτησε για χάρη ποιας απολαβής που επιδίωκαν, βρέθηκαν να υποφέρουν. Και πήρε αμέσως την απάντηση που μέσα του ανέμενε: «Για να κερδίσουμε τα αγαθά που επαγγέλθηκε ο Θεός σε όσους κακοπαθούν για τη δόξα του. Αγαθά που με κανένα άλλο δε συγκρίνονται σε τούτη τη γη. Αγαθά που καμιά γλώσσα δεν τολμά να περιγράψει και κανένας νους να σκεφτεί». Τα λόγια των ομολογητών της Πίστεώς μας προκάλεσαν στον Αδριανό βαθιά κατάνυξη.
Η χάρη του Θεού ευδόκησε να τον γεμίσει με θάρρος, έτσι που αμέσως αποφάσισε να μην κρύβεται ο ίδιος. Και έσπευσε χαρούμενος να δηλώσει στους φρουρούς ότι ήταν κι αυτός χριστιανός και απαιτούσε να συμμεριστεί την τύχη των αδελφών του. Τον συνέλαβαν λοιπόν παρευθύς και τον οδήγησαν μαζί με τους άλλους στη φυλακή. Η συμβία του Ναταλία πληροφορήθηκε πως είχε συλληφθεί ο και μη ξέροντας την αιτία της σύλληψής του στενοχωρήθηκε πολύ. Όταν όμως κάποιοι αυτόπτες της περιέγραψαν με λεπτομέρειες τα γεγονότα θεώρησε καύχημά της την ενέργεια του Αδριανού. Έτρεξε μάλιστα να συναντήσει τις συμβίες των άλλων ομολογητών και στήριζε όσες θλίβονταν κι αγωνιούσαν. Αργότερα ντύθηκε με το πιο λαμπρό της φόρεμα και πήγε στη φυλακή. Γύριζε τα κελιά και ενθάρρυνε τους ομολογητές. Όταν ανακάλυψε τον Αδριανό έπεσε στην αγκαλιά του και με δάκρυα χαράς τον ασπαζόταν και τον εγκαρδίωνε.
Του έλεγε πόσο τον θεωρούσε ευτυχισμένο που του δόθηκε το προνόμιο να μαρτυρήσει για το Χριστό μπροστά στους άρχοντες και πόσο η ίδια ένιωθε περήφανη για την ενέργειά του να σπεύσει να ομολογήσει την Πίστη του την ώρα του κατατρεγμού. Επειδή, μάλιστα, καταλάβαινε πόσο δύσκολες στιγμές τον περίμεναν, όταν θα άρχιζαν τα βασανιστήρια για να αρνηθεί το Χριστό, τον φιλοτιμούσε με λόγια θερμά. «Πρόσεξε, του έλεγε, να μείνεις ασάλευτος κι εδραίος ό,τι κι αν πάθεις· το στεφάνι που παρέχει ο Κύριός μας στους πιστούς φίλους του σε περιμένει». Κατόπιν, έτρεξε στους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Νικομήδειας και ζήτησε να τελέσουν τη Θεία Λειτουργία για να ικετεύσουν όλοι μαζί να αντέξουν οι φυλακισμένοι τα βάσανα που τους ανέμεναν. Γύρισε κατάκοπη στο σπίτι της και επιδόθηκε στην προσευχή. Παρακαλούσε να δοθεί στον Αδριανό και στους άλλους ομολογητές η καρτερία που χρειάζονταν για να μείνουν ακλόνητοι στην Πίστη.
Ήταν βαθιά χαράματα όταν άκουσε βήματα να πλησιάζουν στην αυλή της. Σταμάτησε την προσευχή και βγήκε ανήσυχη στο κεφαλόσκαλο. Η έκπληξή της ήταν μεγάλη όταν διέκρινε στο μισοσκόταδο τον Αδριανό. Συνοδευόταν από ένα άντρα της φρουράς. Η Ναταλία έβαλε με το νου της πως ο Αδριανός απαρνήθηκε το Χριστό και αφέθηκε ελεύθερος. Την πλημμύρισε πόνος απροσμέτρητος και θυμός. Όμως ο Αδριανός, γεμάτος κατανόηση για τη στάση της, την καθησύχασε και της εξήγησε το λόγο της παρουσίας του. Θέλοντας να την ξαναδεί για τελευταία φορά είχε πείσει το φρουρό να τον μεταφέρει για λίγο στο σπίτι τους, υποσχόμενος ότι θα του χάριζε κάποια πολύτιμα αντικείμενα που φύλασσε.
Ήθελε εξ άλλου να την παρακαλέσει να βρεθεί το πρωί στο χώρο, όπου ο άρχοντας θα υπέβαλλε τους ομολογητές σε βασανιστήρια. Όλοι τους γύρευαν να είναι εκεί η Ναταλία για να τους ενθαρρύνει. Είχαν τόσο πολύ εγκαρδιωθεί από την απογευματινή της επίσκεψη στη φυλακή, ώστε ένιωθαν σίγουροι πως με κείνην δίπλα τους θα έμεναν σταθεροί στο μαρτύριο. Η Ναταλία, μόλις άκουσε τις εξηγήσεις, ρίχτηκε στην αγκαλιά του και με λυγμούς του ζητούσε να τη συγχωρέσει. Έσπευσε να φέρει το δώρο για το φρουρό και μπήκε μπροστά στο δρόμο της επιστροφής στη φυλακή. Το πρωί οι φυλακισμένοι μεταφέρθηκαν στο κριτήριο του άρχοντα. Από κοντά και η θαρραλέα Ναταλία. Όπως συνηθιζόταν τους ζητήθηκε να θυσιάσουν στα είδωλα για να αφεθούν αμέσως ελεύθεροι. Κανένας τους, βέβαια, δεν είχε τέτοια πρόθεση. Άλλωστε, η παρουσία και η προσευχή της Ναταλίας τους έδινε με το παραπάνω το κουράγιο που απαιτούσε η στιγμή.
Ακολούθησαν οι απειλές που αποδείχτηκαν κι αυτές ανώφελες και τέλος, οι φρουροί πήραν τη διαταγή να αρχίσουν τα βασανιστήρια. Έλπιζε ο άρχοντας πως ο πόνος θα έφερνε το αποτέλεσμα που γύρευε. Όμως, αντίδοτο στον πόνο οι ομολογητές είχαν τις ενθαρρυντικές κραυγές της Ναταλίας. Οι βασανιστές, όταν απελπίστηκαν, προχώρησαν στη σφαγή. Οι ηρωικοί στρατιώτες του Χριστού έφτασαν στο μαρτύριο με χαρά, υμνώντας το Θεό και ευχαριστώντας τον για την παρουσία κοντά τους της γενναίας Ναταλίας. Τον εικοσιοκτάχρονο Αδριανό ο άρχοντας έδωσε εντολή να τον τεμαχίσουν ζωντανό για να εκδικηθεί τη Ναταλία. Αυτή όμως του απάντησε με το δικό της τρόπο. Έμεινε εκεί, παρακολουθώντας και ενθαρρύνοντας το μαρτύριο του συζύγου της και συνέλεγε τα τίμια μέλη του που πετούσαν οι δήμιοι.
Όταν ολοκληρώθηκε η θηριωδία, ο άρχοντας διέταξε να κάψουν τα σώματα των Μαρτύρων. Μόλις όμως άναψε η φωτιά, μια ξαφνική βροχή του χάλασε τα σχέδια. Έτσι, οι χριστιανοί της Νικομήδειας μπόρεσαν να μαζέψουν τα σώματα, και τα μετέφεραν για ενταφιασμό. Μάλιστα ένας βαρκάρης, ο Ευσέβιος, φόρτωσε στη βάρκα του πολλά, ανάμεσά τους και τα κομμάτια από το σώμα του Αδριανού και τα μετέφερε στην απέναντι ακτή του Βυζαντίου, στην Αργυρούπολη. Εκεί τα περιποιήθηκε και τα ενταφίασε.
Λίγες ημέρες αργότερα έφτασε στον τόπο του ενταφιασμού και η καρτερόψυχη Ναταλία. Ήρθε αποφασισμένη να μείνει εκεί, στον τόπο όπου είχε ταφεί ο σύζυγός της. Δεν χρειάστηκε όμως να περιμένει πολύ. Σύντομα παρέδωσε το πνεύμα της και βρέθηκε κοντά στον Αδριανό, στη θριαμβεύουσα Εκκλησία. Το σώμα της ετάφη εκεί, δίπλα στον ανδρείο Μάρτυρα. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του ζεύγους των Αγίων την 26η Αυγούστου.
Ο Άγιος Απόστολος Τίτος είναι ο πρώτος Επίσκοπος της Κρήτης και πολιούχος Άγιος της πόλεως του Τυμπακίου στον νομό Ηρακλείου. Η μνήμη του τιμάται στις 25 Αυγούστου
Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός υπήρξε φωτοφόρος απόστολος του Ευαγγελίου στα μαύρα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς. Η Εκκλησία για να τιμήσει τον αγώνα και την προσφορά του, τον ονόμασε Ισαπόστολο. Γεννήθηκε στο χωριό Ταξιάρχης της επαρχίας Αποκούρου, κοντά στο χωριό Μεγάλο Δένδρο Ναυπακτίας, το 1714,από γονείς ευσεβείς, που τον ανέθρεψαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου.
Ο Άγιος Αθανάσιος (κατά κόσμον Αλέξιος Πατελάρος) διετέλεσε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (Αθανάσιος Γ’) για μικρά χρονικά διαστήματα, το 1634 μ.Χ. και το 1652 μ.Χ. Γεννήθηκε στο χωριό Αξός Μυλοποτάμου του Ρεθύμνου μεταξύ των ετών 1580 μ.Χ. και 1597 μ.Χ. Η Κρήτη τότε ήταν κάτω από τους Ενετούς και ο μικρός Αλέξιος μορφώθηκε στα σχολεία τους και έλαβε κατώτερη και ανώτερη μόρφωση. Μορφώθηκε αρκετά καλά ώστε έγινε σύντομα ένας συγκροτημένος φιλόσοφος, φιλόλογος και εξαίρετος ομιλητής. Σπούδασε Αρχαία Ελληνική Φιλολογία, Φιλοσοφία και Θεολογία. Ήξερε ελληνικά και λατινικά και διακρινόταν για τη γενικότερη μόρφωσή του, το κήρυγμά του και την ποίηση που έγραφε. Μελετούσε την Αγία Γραφή και μάλιστα μετέφρασε μέρος της στα νέα ελληνικά. Στη Μονή Ιβήρων σώζεται σήμερα και μετάφραση του Ψαλτηρίου που έκανε ο ίδιος.
Από μικρός έδειξε ιδιαίτερη συμπάθεια και κλίση προς το μοναχισμό. Γι’ αυτό πορεύθηκε προς το Όρος Σινά και το Άγιον Όρος, όπου γνώρισε και έζησε από κοντά το μοναστικό ιδεώδες. Μελέτη και προσευχή ήταν τα όπλα του, που τον βοήθησαν στην συνέχεια σε μια περιπετειώδη ζωή. Στο Άγιον Όρος εγκαταβίωσε στην μονή Εσφιγμένου, αφού προηγουμένως έζησε για λίγο σε μονή στην Θεσσαλονίκη, όπου εν τω μεταξύ χειροτονήθηκε διάκονος και πήρε το όνομα Ανανίας. Απ’ εκεί ταξίδεψε στους Αγίους Τόπους και εκάρη μοναχός στο Σιναΐτικο Μετόχι του Χάνδακα με το όνομα Αθανάσιος, το οποίο διατήρησε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Κατά την επιστροφή του έζησε μόνος πια σ’ ένα κελλί κοντά στις Καρυές, στο αρχαίο μονύδριο του Ξύστρου, το οποίο είναι η σημερινή Σκήτη του Αγίου Ανδρέα, της οποίας θεωρείται κτήτωρ. Η ζωή του τώρα ήταν ασκητική, αφιερωμένη ολοκληρωτικά στη νηστεία, τη μελέτη και την προσευχή. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου χειροτονήθηκε και πρεσβύτερος.
Την εποχή εκείνη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο εθνομάρτυρας Κύριλλος Λούκαρις, που καταγόταν επίσης από την Κρήτη. Ο Κύριλλος Λούκαρις πληροφορήθηκε για την ανώτερη κατάρτιση, αλλά και τα προσόντα του Αθανασίου. Τον κάλεσε έτσι στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον διόρισε προσωπικό του γραμματέα και σύμβουλο. Εκτίμησε τις γνώσεις και τις αρετές του, γι’ αυτό σύντομα, το 1631, ο Αθανάσιος εξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, όπου υπηρέτησε για μικρό χρονικό διάστημα, αποκτώντας τη φήμη μεγάλου ιεροκήρυκα και θαυμάσιου χειριστή του προφορικού και γραπτού λόγου.
Τα γεγονότα όμως στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν είχαν θετική εξέλιξη. Ο προστάτης και ευεργέτης του Κύριλλος Λούκαρις με τις ξένες επεμβάσεις, ιδιαίτερα των Ιησουϊτών, εξορίστηκε στην Τένεδο και το Μάρτιο του 1634 εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο ίδιος ο Αθανάσιος. Δεν έμεινε όμως για αρκετό χρονικό διάστημα στον Πατριαρχικό Θρόνο, αλλά μόνο σαράντα ημέρες. Κατηγορίες και συκοφαντίες τον βρήκαν στερημένο κάθε δικαιώματος και καθηρημένο. Στην κατάσταση αυτή ο Αθανάσιος βρήκε πάλι καταφύγιο στο Άγιον Όρος, στο παλαιό του κελλί στις Καρυές, το οποίο και μεγάλωσε με προσωπική εργασία. Τον Σεπτέμβριο του 1635 ο Αθανάσιος έφθασε στην Αγκώνα της Ιταλίας. Δεν έμεινε όμως για πολύ εκεί. Στις 25 Οκτωβρίου τον βρίσκουμε στην Βενετία. Με τη μεσολάβηση γνωστών του προσπάθησε να επανέλθει στο Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ή της Θεσσαλονίκης. Απαίτηση των Ενετικών αρχών και άλλων στενών συνεργατών της κούριας του Βατικανού ήταν να γράψει ομολογία πίστεως προς τον Πάπα της Ρώμης. Αυτό δεν το έκανε ο Αθανάσιος.
Οι διαμάχες στο Πατριαρχείο συνεχίστηκαν λόγω των ξένων επεμβάσεων. Έτσι στο θρόνο ανέβηκε τώρα ο Κύριλλος Κονταρής, αφού οι Ιησουίτες στραγγάλισαν τον Κύριλλο Λούκαρι. Η κατάσταση δεν ήταν καθόλου ευχάριστη. Έτσι ο Αθανάσιος, φοβούμενος για την ζωή του, εγκατέλειψε τη Θεσσαλονίκη και έφθασε μέσω Κωνσταντινουπόλεως στη Χίο. Στην συνέχεια ταξίδεψε στην Πάτμο, την Πάρο, την Μήλο, τα Κύθηρα, τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα καθώς και «εις τα μέρη της άνω Μυσίας». Αλλά και πάλι οι διάφορες συγκυρίες τον βοήθησαν να επανέλθει στη Θεσσαλονίκη. Από τον Αύγουστο του 1639 μέχρι το 1643 παρέμεινε εκεί καθώς ο Πατριάρχης Παρθένιος Α’ του παραχώρησε τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και την πατριαρχική Μονή Βλατάδων.
Το άφθαρτο ιερό σκήνωμα του Αγίου Αθανασίου στην Ι.Μ. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στο Χάρκοβο της Ουκρανίας
Το 1643 μ.Χ. ο Αθανάσιος μετέβη στη Μολδαβία και στη Βλαχία. Σε μια μονή του Ιασίου ο Αθανάσιος εφησύχαζε γράφοντας διάφορα έργα και μεταφράζοντας βιβλία της Αγίας Γραφής στη Νεοελληνική γλώσσα.Με τους εκεί ηγεμόνες ανέπτυξε φιλικές σχέσεις και με τη συμπαράστασή τους επανήλθε στον Πατριαρχικό Θρόνο το 1652, για ένα σύντομο όμως διάστημα μόλις σαράντα ημερών. Την ημέρα της εκθρόνισής του έβγαλε κήρυγμα με βάση το χωρίο «Σῦ εἰ Πέτρος καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν» και αντέκρουσε τα επιχειρήματα που συνιστούν το παπικό πρωτείο με ιδιαίτερη οξύτητα. Το κήρυγμά του αυτό προκάλεσε την μήνι των λατινοφρόνων, με προεξάρχοντα τον Αθανάσιο τον Κύπριο, ο οποίος το 1655 κυκλοφόρησε πραγματεία με τον τίτλο «Ἀντιπατελλάριον».
Μετά από εκκλήσεις στους τσάρους Αλέξιο και Μιχαήλ ο Αθανάσιος έφθασε στη Μόσχα στις 15 Απριλίου 1653 συνοδευόμενος από πολλούς ιερωμένους και λαϊκούς, όπως τον αρχιμανδρίτη Νεόφυτο και τον κελλάρη Γρηγόριο του μοναστηρίου της Αναλήψεως της Κρήτης, τον αρχιμανδρίτη Χριστόφορο από τη Θεσσαλονίκη, τον αρχιμανδρίτη Δοσίθεο από τα Ιωάννινα και άλλους διακόνους και λαϊκούς. Στη Ρωσία άσκησε σημαντικόιεραποστολικό έργο και αντιλατινική δράση, πράγμα που δικαιολογεί και την ιδιαίτερη τιμή των Ρώσων στο πρόσωπό του. Από τη Ρωσία αναχώρησε με την συνοδεία του μέσα σε βαρύ χειμώνα με χιόνια και φοβερό κρύο. Κουρασμένος από την πορεία σταμάτησε για λίγο στην ιερά μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην πόλη Λουβνί, στο Χάρκοβο της Ουκρανίας. Έφθασε εκεί στις αρχές Φεβρουαρίου του 1654. Αισθανόμενος ότι πλησιάζει το τέλος του συνέταξε την πνευματική του διαθήκη διαθέτοντας όλα τα ποσά που του έδωσε ο Τσάρος σε διάφορα μοναστήρια, όπως σε όλες τις μονές του Αγίου Όρους, στην μονή της Αγίας Αναστασίας στη Θεσσαλονίκη, στο μοναστήρι του Σινά, σε διάφορες μονές των Ιεροσολύμων και στις μονές Αγίου Νικολάου και Αρχαγγέλου Μιχαήλ της Ρουμανίας. Άφησε επίσης μερικά ποσά στους συνοδούς του και μερικά για τα έξοδα της κηδείας του και τα μνημόσυνα υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του. Στις 5 Απριλίου 1654 ο πρώην Κωνσταντινουπόλεως Αθανάσιος άφησε την τελευταία του πνοή εκεί στη μονή της Μεταμορφώσεως. Σύμφωνα με τη διήγηση βρέθηκε ο Αθανάσιος με το Ευαγγέλιο στα χέρια του ευλογών τον κόσμο. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν: «Ω Κύριε δέξου το πνεύμα μου».
Είναι άξιο λόγου να αναφερθεί εδώ η ιδιαίτερη τιμή που έτρεφε προς τη μονή του Σινά, αφού άφησε στον τότε αρχιεπίσκοπο Ιωσήφ μια πλήρη αρχιερατική στολή, μίτρα, εγκόλπιο και ιερά σκεύη. Το 1662, ο μητροπολίτης Γάζας Παΐσιος Λιγαρίδης (του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων) είδε σε όραμα τον Αθανάσιο να τον προστάζει να ανοίξει τον τάφο του. Ο Παΐσιος Λιγαρίδης επισκεπτόταν τυχαία την μονή της Μεταμορφώσεως. Πληροφόρησε αμέσως τον τότε ηγούμενο Βίκτωρα για το παράξενο όραμά του και την εμφάνιση του Αθανασίου. Τότε όλη η αδελφότητα της Μονής ύστερα από πολύωρες παρακλήσεις και αγρυπνία, με την ευλογία του τότε μητροπολίτη Κιέβου Ιωσήφ, άνοιξαν τον τάφο του Αθανάσιου, για να βρεθούν μπροστά σε μια μεγάλη έκπληξη. Ο άγιος Αθανάσιος βρέθηκε καθιστός πάνω στο θρόνο του, όπως ετάφη, με το σώμα του άφθορο και σε στάση δεήσεως και προσευχής.
Πήραν τότε το ιερό σκήνωμά του και το τοποθέτησαν στον μεγαλοπρεπή ναό της Μεταμορφώσεως της Μονής την 1η Φεβρουαρίου 1662. Βέβαια το άφθορο λείψανο του Αγίου πολλές φορές μεταφέρθηκε από τόπο σε τόπο, όταν υπήρχε ανάγκη ανακαινίσεως του ναού. Όταν το 1684 άρχισε την ανοικοδόμηση του μεγάλου καθεδρικού ναού της Μεταμορφώσεως, το άγιο λείψανο μεταφέρθηκε στον ιερό ναό του αγίου Γεωργίου. Εκεί έμεινε μέχρι το 1692, οπότε εγκαινιάστηκε ο καθεδρικός ναός. Ο τότε μητροπολίτης Κιέβου Βαρλαάμ με πολλή μεγαλοπρέπεια εγκαινίασε το ναό και το άγιο λείψανο τοποθετήθηκε εκεί. Όταν το 1728 ο θόλος του ναού γκρεμίστηκε, το ολόσωμο σκήνωμα του Αγίου μεταφέρθηκε στον ξύλινο ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Από εκεί υστέρα από ένα ατύχημα, για σίγουρη φύλαξη, το 1736 μεταφέρθηκε στον πέτρινο ναό του Ευαγγελισμού. Εκεί έμεινε μέχρι το 1743, όταν πια ο μεγάλος αυτός καθεδρικός ναός της Μεταμορφώσεως έλαβε την τελική του μορφή.
Ι.Ν. Αγίου Αθανασίου Πατελάρου στην Αξό Μυλοποτάμου
Η τελετή έγινε από τον τότε μητροπολίτη Κιέβου Τιμόθεο, ο όποιος στη συνέχεια, στις 26 Αυγούστου 1743, έγινε μητροπολίτης Μόσχας. Εκεί στον ίδιο ναό ήταν και η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας Λουβέσκαγια. Το 1773 ξέσπασε μεγάλη πυρκαγιά με αποτέλεσμα την πλήρη καταστροφή της Μονής. Οι αδελφοί της Μονής τότε πήραν το άγιο λείψανο και για δύο ημέρες με προσευχές και δεήσεις το είχαν έξω στον κήπο της Μονής. Την τρίτη μέρα, μετά από το σβήσιμο της πυρκαγιάς το άγιο λείψανο μεταφέρθηκε στον καθεδρικό ναό. Στις δύο πυρκαγιές που έπληξαν την Μονή, το 1736 και το 1785, ο άγιος Αθανάσιος με διάφορους τρόπους θαυματούργησε, σύμφωνα με διηγήσεις του τότε ηγουμένου Παϊσίου. Στις 2 Μαΐου του 1819 με κάθε μεγαλοπρέπεια ο τότε μητροπολίτης Πολτάβας Μεθόδιος και ο ηγούμενος Κύριλλος τοποθέτησαν το άγιο λείψανο μέσα σε μεγάλη ασημένια θήκη. Η αγιοποίησή του έγινε ύστερα από έκθεση του ηγουμένου του Μοναστηρίου προς τον τσάρο της Ρωσίας Αλέξιο Μιχαήλοβιτς με ημερομηνία 6 Ιανουαρίου 1672. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, η ανακήρυξη του Αθανασίου σε άγιο έγινε μεταξύ του 1672 και 1676.
Ο τάφος του υπήρξε πάντοτε πηγή αγιάσματος και ιαμάτων. Με την άνοδο στην εξουσία των μπολσεβίκων, η Μονή του Λούμπνι μετατράπηκε σε φυλακή το 1917 και σε στρατόπεδο το 1937. Το σκήνωμα του Αγίου Αθανασίου Πατελάρου διασώθηκε στην αποθήκη ενός μουσείου. Το 1990 αποδόθηκε και πάλι στη Ρωσική Εκκλησία και διατηρείται στο Χάρκοβο της Ουκρανίας. Στις 21 Αυγούστου 1993 η Αξός, ως γενέτειρα του Αγίου Αθανασίου, υπεδέχθη μικρό τεμάχιο του ιερού λειψάνου του το οποίο έφερε από το Χάρκοβο ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος (τότε επίσκοπος Κυρήνης). Από τότε η μνήμη του Αγίου Αθανασίου Πατελάρου εορτάζεται την 21η Αυγούστου κάθε έτους. Το 1995, ολιγομελής αντιπροσωπεία της εκκλησίας με επικεφαλής τον Μητροπολίτη (τότε ηγούμενο της Ιεράς Μονής Ατάλης – Μπαλί) κ.κ. Άνθιμο, και τους Αξικούς: Παππά Γιώργη Κουτάντο, Παππά Μιχάλη Καμαρίτη, Στέλιο Κ. Κουτάντο (Πρόεδρο κοινότητας Αξού), Γιάννη Β. Δαφέρμο και Γιάννη Δ. Παπαδάκη (πρόεδρο Πολιτιστικού Συλλόγου Αξού) επισκέφθηκε την Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Λούμπνι και την πόλη του Χάρκοβο.
Ο Μητροπολίτης Χαρκόβου κ.κ. Νικόδημος παρέδωσε στην αντιπροσωπεία τεμάχιο του ιερού λειψάνου και αρχιερατική στολή του Αγίου, τα οποία μεταφέρθηκαν στην γενέτειρα του και φυλάσσονται από 21 Αυγούστου 2008 στον ομώνυμο ιερό ναό του Αγίου στην Αξό. Τα «Ρεθεμνιώτικα Νέα» σε ρεπορτάζ ανέφεραν ότι τα λείψανα του Αγίου εκλάπησαν μετά από διάρρηξη του ναού, τον Φεβρουάριο του 2010, και καταβάλλονται προσπάθειες για την ανεύρεσή τους. Οι ιερόσυλοι παραβίασαν την κλειδωμένη πόρτα, πήραν χρήματα από το παγκάρι και στη συνέχεια άρπαξαν την λειψανοθήκη με το τμήμα ιερού λειψάνου του Αγίου Αθανασίου και εξαφανίστηκαν.
Άγιος Ανδρέας ο Στρατηλάτης, αγιογραφία από την Ιερά Μονή Λειμώνος Λέσβου
Μια πλειάδα Αγίων και Μαρτύρων της αρχαίας Εκκλησίας ανάδειξε το ρωμαϊκό στράτευμα. Μάλιστα οι περισσότεροι από αυτούς κατέχουν τον ύπατο τίτλο του Μεγαλομάρτυρα, διότι ως στρατιωτικοί, επέδειξαν μεγάλη ανδρεία και καρτερικότητα στα ανείπωτα μαρτύρια, που υπέστησαν από τους ειδωλολάτρες για την πίστη τους στο Χριστό και με το παράδειγμά τους μετέστρεψαν πολλούς ειδωλολάτρες στον χριστιανισμό. Ένας από αυτούς είναι και ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Ανδρέας ο Στρατηλάτης και οι συν αυτώ 2.593 Μάρτυρες στρατιώτες.
«Όποιος αγαπά το Θεό, δεν μπορεί να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του. Εκείνος που βλέπει και ίχνος μόνο μίσους μέσα στην καρδιά του προς οποιονδήποτε άνθρωπο για οποιοδήποτε φταίξιμό του, είναι εντελώς ξένος από την αγάπη προς τον Θεό. Γιατί η αγάπη προς το Θεό δεν ανέχεται διόλου το μίσος κατά του ανθρώπου. Εκείνος που έκανε κτήμα του τη θεία αγάπη υπομένει με γενναιότητα χωρίς να σκέφτεται το κακό που του έκανε οποιοσδήποτε.
Όταν αισθανθείς πόνο επειδή κάποιος σε προσέβαλε ή σε ντρόπιασε, να ξέρεις ότι ωφελήθηκες πολύ. Με το ντρόπιασμα βγήκε από μέσα σου η κενοδοξία. Πολλοί έχουν πει πολλά περί αγάπης, αν όμως την αναζητήσεις, θα τη βρεις στους μαθητές του Χριστού, επειδή εκείνοι είχαν την αληθινή Αγάπη δάσκαλο της αγάπης, για την οποία έλεγαν: “Αν έχω το χάρισμα της προφητείας και αν γνωρίζω όλα τα μυστικά σχέδια του Θεού, και έχω όλη τη γνώση, αλλά δεν έχω αγάπη, δεν ωφελούμαι τίποτε” (Α’ Κορ. 13,2-3). Εκείνος λοιπόν που απόκτησε την αγάπη, απόκτησε τον Θεό, επειδή ο Θεός είναι αγάπη (Α’ Ιω. 4,8)».
Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «Κεφάλαια περί αγάπης»
Φορητή εικόνα του πρωτομάρτυρος της Χίου Αγίου Ισιδώρου του 19ου αιώνος από τον ομώνυμο Ιερό Ναό Αγίου Ισιδώρου Πετροκοκκίνων Κάμπου Χίου
Το Νεχώρι είναι ένα μαστιχοχώρι λίγα χιλιόμετρα μακριά από την πόλη της Χίου. Εκεί, κατά την παράδοση, άφησε την τελευταία του πνοή, μετά από σκληρά βασανιστήρια, ο Άγιος Ισίδωρος, το έτος 250 μ.Χ. Ήταν τότε αυτοκράτορας του ρωμαϊκού κράτους ο Δέκιος. Ο Ισίδωρος, που καταγόταν από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, από Χιώτη πατέρα ειδωλολάτρη, ήταν ναύτης μιας μοίρας του στόλου των Ρωμαίων, που αγκυροβόλησε εκείνον τον χρόνο στο νησί της Χίου. Εκεί καταγγέλθηκε στον ναύαρχο του στόλου Νουμέριο, ότι ο ναύτης Ισίδωρος ήταν Χριστιανός. Είχε μάλιστα επαφές με την υπάρχουσα στη Χίο χριστιανική κοινότητα.
Ο Άγιος Μύρων ανήκει στη χορεία των αρχαίων αγίων της Κρήτης. Η ζωή και το έργο του είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με την αρχαία πόλη της Ραύκου, η οποία υπήρξε η πατρίδα του αγίου και προς τιμήν του μετονομάστηκε αργότερα «Άγιος Μύρωνας». Η αρχαία Ραύκος τοποθετείται νότια της Κνωσού και κοντά στη Γόρτυνα. Σήμερα το χωριό Άγιος Μύρωνας είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας Μαλεβιζίου και οι κάτοικοί του ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Κτισμένος πάνω στην κορυφή ενός διάσελου, σε υψόμετρο 140 μ., ο Άγιος Μύρωνας δεσπόζει σε ολόκληρη την επαρχία και η θέα που αντικρίζει κανείς προς όλη την περιοχή είναι πανοραμική.
«Ὁ τῶν ἀποστολικῶν παραδόσεων ζηλωτής καί τῆς πλάνης καθαιρέτης» πανσεβάσμιος και θεόληπτος ιεράρχης της Κυζίκου»
Ο Άγιος Αιμιλιανός έζησε μεταξύ 8ου και 9ου αιώνα μ.Χ. Ήταν επίσκοπος Κυζίκου μετά τον Νικόλαο, στα χρόνια 787-815 μ.Χ. Κατά τη διάρκεια της περιόδου της Εικονομαχίας, όπου είχε ξεσπάσει έντονη θεολογική διαμάχη αναφορικά με την τιμητική προσκύνηση των ιερών εικόνων, διέλαμψαν αξιομνημόνευτες πνευματικές μορφές ιεραρχών που διακρίθηκαν για την αρετή, τη σοφία, το αγωνιστικό φρόνημα, τη σθεναρή ομολογία, τον ένθερμο ιεραποστολικό ζήλο και την ακλόνητη προσήλωση στην αμώμητο χριστιανική πίστη. Μ’ αυτόν τον τρόπο και χάρη στη διαρκή αγωνιστική τους δράση διατήρησαν αλώβητο και αναλλοίωτο τον θησαυρό της ορθής χριστιανικής πίστεως, υπερασπιζόμενοι με τόλμη και παρρησία την προσκύνηση των αγίων εικόνων.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]