Το παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής της νέας Επιβατινής βρίσκεται μέσα στον αυλόγυρο της εκκλησίας των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στο Μέγα Ρεύμα Κωνσταντινουπόλεως. Ο ναΐσκος της Αγίας Παρασκευής κατασκευάστηκε μετά την πυρκαγιά του 1798, τον Ιανουάριο 1799. Η χρονολογία αυτή αναφέρεται πάνω στο βόρειο τοίχο προς την γωνία του μικρού ιερού βήματος. Το παρεκκλήσιο αυτό δεν αφιερώθηκε στην Αγία Παρασκευή την από την Ρώμη καταγόμενη (26 Ιουλίου), αλλά στην Νέα, την επονομαζόμενη «Επιβατιανή». Το λείψανο της αγίας ως το 1642 εφυλάσσετο στον πατριαρχικό ναό, όπου είχε μεταφερθεί από το Βελιγράδι. Σήμερα το τίμιο λείψανο της Αγίας βρίσκεται σε ναό του Ιασίου.
Η οσία Παρασκευή η νέα η Επιβατινή έφθασε σε μεγάλα ύψη αρετής και αγιότητος παρά το γεγονός ότι έζησε τόσο λίγα χρόνια πάνω στη γη. Το άφθαρτο Λείψανό της εδώ και δέκα αιώνες είναι ένα μεγάλο θαύμα καθώς ομοιάζει μ’ ένα ζωντανό άνθρωπο ο όποιος κοιμάται. Φυλάσσεται στο Ιάσιο της Ρουμανίας, μέσα σε ασημένια λειψανοθήκη, και παραμένει μιά αστείρευτη πηγή ιάσεων και ευλογίας για κάθε πιστό και για τους λαούς ολόκληρης της Βαλκανικής, που τόσο δοκιμάστηκαν στην πάροδο της ιστορίας.
Το άγχος είναι του διαβόλου. Όταν βλέπετε άγχος, να ξέρετε ότι εκεί έχει βάλει την ουρά του. Ο διάβολος δεν πηγαίνει κόντρα. Αν υπάρχει μια τάση, σπρώχνει και αυτός, για να ταλαιπωρήσει και να πλανήσει τον άνθρωπο.
Η αγία νεομάρτυς Χρυσή μαρτύρησε στις 13 Οκτωβρίου 1795. Καταγόταν από τα μέρη της κεντρικής Μακεδονίας, από το χωριό Σλάτινο της Επαρχίας Αλμωπίας του νομού Πέλλης, που σήμερα ονομάζεται πια προς τιμήν της Αγίας «Χρυσή».Οι γονείς της ήταν Χριστιανοί, φτωχοί και άσημοι άνθρωποι και είχαν τέσσερες κόρες.
Μία από τις ηρωικότερες περιόδους της εκκλησιαστικής μας ιστορίας είναι και η περίοδος της Εικονομαχίας (726-842), κατά την οποία ανεδείχθησαν πλήθος ομολογητών της Ορθοδόξου Πίστεως. Υπερασπίσθηκαν με σθένος την Ορθοδοξία, ορθώνοντας το ανάστημά τους στους διώκτες των Ιερών Εικόνων, οι οποίοι έχοντας την αυτοκρατορική δύναμη, δίωκαν με μανία τους ομολογητές της Ορθοδοξίας.
Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γεννήθηκε το έτος 949 μ.Χ. στη Γαλάτη της Παφλαγονίας από γονείς ευσεβείς και εύπορους, τον Βασίλειο και την Θεοφανώ. Ο θείος του Βασίλειος, ο οποίος κατείχε υψηλή θέση στον αυτοκρατορικό οίκο της Κωνσταντινουπόλεως, προσέλαβε νωρίς τον ανεψιό του κοντά του, όπου, όπως ήταν φυσικό, έτυχε καλής παιδείας. Όμως ο Όσιος δεν έδινε προσοχή και δεν έδειχνε ενδιαφέρον για μάθηση.
Κατά την εποχή αυτή ο Συμεών γνωρίστηκε με έναν μοναχό της περιωνύμου μονής Στουδίου, ο οποίος ονομαζόταν επίσης Συμεών. Ο μοναχός αυτός έγινε από την αρχή ο πνευματικός του πατέρας. Όταν κατά το έτος 963 μ.Χ. πέθανε ο θείος του, ο Συμεών προσήλθε στη μονή του Στουδίου, όπου ζητούσε «τὸν ἐκ νεότητος αὐτοῦ χρηματίσαντα πατέρα πνευματικὸν καὶ διδάσκαλον». Ο ίδιος ο Όσιος Συμεών παρομοιάζει τον θείο του με τον Φαραώ, τη διαμονή του στον αυτοκρατορικό οίκο με την αιχμαλωσία των Ισραηλιτών στην Αίγυπτο και τον πνευματικό του πατέρα με τον Μωυσή.
Κάποτε ο Γέροντάς του του έδωσε ένα βιβλίο με τα συγγράμματα των Αγίων Μάρκου του Ερημίτου και Διαδόχου Φωτικής. Ζωηρή εντύπωση του προξένησε το ακόλουθο απόφθεγμα από το βιβλίο του Αγίου Μάρκου του Ασκητού, που είχε τον τίτλο «Περὶ Νόμου Πνευματικοῦ»: «Ἐὰν ζητᾷς ὠφέλεια, ἐπιμελήσου τὴ συνείδησή σου, κάνε ὅσα σοῦ λέει καὶ θὰ εὕρεις τὴν ὠφέλεια». Ο Όσιος Συμεών ήταν σαν να άκουσε το λόγο αυτό από το στόμα του Θεού και άρχισε αμέσως να κάνει ό,τι τον πρόσταζε η συνείδησή του.
Και αυτή, που είναι κάτι θεϊκό, τον παρακινούσε συνεχώς στα ανώτερα, έτσι ώστε αύξησε την προσευχή και την μελέτη του μέχρι την ώρα που άρχιζε να λαλεί ο πετεινός, δηλαδή μέχρι τα χαράματα. Σε αυτό τον βοηθούσε και η συνεχής νηστεία. Έτσι, ακόμα και πριν φύγει από τον κόσμο, ζούσε σχεδόν ασώματο βίο. Δεν του χρειάστηκε λοιπόν πολύς καιρός, για να εκδημήσει εντελώς από τα ορώμενα και να εισδύσει στα αόρατα θεία θεάματα.
Κάποια νύχτα, λοιπόν, που προσευχόταν και με καθαρό νου επικοινωνούσε με τον Θεό, είδε ξαφνικά να λάμπει άπλετο φως από τους ουρανούς και να κατεβαίνει προς αυτόν. Φώτισε τα πάντα και τα μετέβαλε σε μια ολοκάθαρη ημέρα. Καθώς ήταν και ο ίδιος τυλιγμένος από αυτό το φως, του φαινόταν σαν να εξαφανίσθηκε ολόκληρη η οικία μαζί με το δωμάτιό του, ενώ ο ίδιος είχε αρπαγεί στον αέρα, νιώθοντας σαν να μην είχε καθόλου σώμα. Κατάπληκτος από το μέγα τούτο μυστήριο κραύγαζε με μεγάλη φωνή το «Κύριε, ἐλέησον».
Καθώς βρισκόταν μέσα σε αυτό το θείο φως, βλέπει στα ύψη του ουρανού μια ολόφωτη νεφέλη, άμορφη και ασχημάτιστη, γεμάτη από την άρρητη δόξα του Θεού. Στα δεξιά της έστεκε ο πνευματικός του πατέρας Συμεών ο Ευλαβής. Έμεινε σε αυτή την εκστατική κατάσταση για πολύ, χωρίς να αισθάνεται, καθώς βεβαίωνε αργότερα, εάν ήταν μέσα στο σώμα ή εκτός του σώματος. Όταν κάποτε εκείνο το φως σιγά – σιγά υποχώρησε, ήλθε στον εαυτό του και κατάλαβε πως βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο.
Μετά από αυτή τη θεωρία, ο Όσιος Συμεών ικέτευε συνεχώς το Γέροντά του να τον κείρει μοναχό. Αλλ’ ο πνευματικός του πατέρας τον αναχαίτισε, επειδή ήταν νέος στην ηλικία και έτσι ο Όσιος επέστρεψε στην οικία του θείου του, όπου άρχισε με επιμέλεια να μελετά. Βαθιά εντύπωση απεκόμισε από τα έργα των Αγίων Μάρκου του Ασκητού και Διαδόχου Φωτικής, τα οποία έλαβε από τα χέρια του πνευματικού του.
Κατά το έτος 970 μ.Χ. ο Συμεών επισκέφθηκε τους γονείς του και τους ανακοίνωσε την κλίση του για τον μοναχικό βίο. Μάταια εκείνοι προσπάθησαν να μεταβάλλουν την απόφαση του μονάκριβου υιού τους. Η απόφαση του Συμεών ήταν σταθερή. Αρνήθηκε εγγράφως την πατρική περιουσία που του ανήκε και κατέφυγε στη μονή του Στουδίου. Λίγο αργότερα μετέβη στη μονή του Αγίου Μάμαντος του Ξηροκέρκου, υπό τον ηγούμενο Αντώνιο, που βρισκόταν κοντά στη μονή του Στουδίου. Μετά από μία διετία εκάρη εδώ μοναχός, για να φωτίζει όλους τους πιστούς με το φως της γνώσεως, που φώτιζε τον εαυτό του.
Όταν μετά από λίγο εκοιμήθη ο ηγούμενος της μονής, ο Όσιος Συμεών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και με την ευλογία του Πατριάρχη Νικολάου του Χρυσοβέργη (984- 995 μ.Χ.) και την έγκριση των μοναχών του Αγίου Μάμαντος, έγινε ηγούμενος της μονής. Ως ηγούμενος ο Όσιος έπρεπε να αντιμετωπίσει πολλές δυσάρεστες καταστάσεις. Όχι μόνο την κατεστραμμένη μονή, αλλά προ πάντων το ανθρώπινο στοιχείο. Η μονή παρομοιαζόταν με κατάλυμα κοσμικών και νεκρών σωμάτων. Και η μεν μονή ως οικοδόμημα κατελαμπρύνθηκε, η πνευματική όμως συγκρότηση των μοναχών απαιτούσε πολλές ανυπέρβλητες προσπάθειες.
Η διδασκαλία του συνάντησε την μεγάλη αδιαφορία ορισμένης ομάδας μοναχών, οι οποίοι έφθασαν στο σημείο, κατά την διάρκεια μια πρωινής κατηχήσεως, να επιτεθούν κατά του Γέροντός τους. Κατά την ώρα της επιθέσεως ο Όσιος, «τᾶς χεῖρας δεσμεύσας πρὸς ἐαυτὸν καὶ εἰς οὐρανὸν ἄρας αὐτοῦ τὴν διάνοιαν, ἐπὶ χώρας ἄσειστος ἔστη, ὑπομειδίων καὶ φαιδρὸν ἀτενίζων πρὸς τοὺς ἀλάστορας». Αυτό ήταν αρκετό να αφοπλίσει τελείως τους τριάντα εκείνους μοναχούς, οι οποίοι επέδειξαν αυτή την συμπεριφορά. Ο Πατριάρχης Σισίννιος ο Β’ (996-998) προς τον οποίον κατέφυγαν αμέσως, για να δικαιωθούν προφανώς από αυτόν, εξεπλάγη από την μανία και τον φθόνο των ασύνετων μοναχών και διέταξε να εξορισθούν. Όμως ο Όσιος Συμεών παρακάλεσε θερμώς τον Πατριάρχη να τους συγχωρέσει.
Ο Όσιος, παρά τα πολλά καθήκοντά του στη μονή, εύρισκε καιρό να γράφει «τῶν θείων ὕμνων τοὺς ἔρωτες», τους «λόγους τῶν ἐξηγήσεων», τους «κατηχητικοὺς λόγους», τα «Πρακτικά,Γνωστικὰ καὶ Θεολογικὰ Κεφάλαια». Δυσάρεστα ζητήματα εναντίων του Οσίου δημιούργησε ο σύγκελλος του Πατριάρχη, Μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος. Αφορμή γι’ αυτό ήταν η αγαθή φήμη του Οσίου. Επειδή ο σύγκελλος δεν μπορούσε να βρει στον βίο του Οσίου κάποια κατηγορία, στράφηκε προς το πρόσωπο του κοιμηθέντος ήδη Γέροντός του. Η κατηγορία του σύγκελλου ήταν ότι ο Όσιος υμνούσε τον πνευματικό του πατέρα ως Άγιο. Τελικά έπεισε την Σύνοδο να διερευνήσει το ζήτημα. Και μετά την διαδικασία αυτή, όλοι αναγνώρισαν, εκτός του σύγκελλου, το δίκαιο του Συμεών. Τότε ο σύγκελλος συνεργάστηκε με μοναχούς που εχθρεύονταν τον Όσιο και έκλεψε από τη μονή την εικόνα επί της οποίας είχε αγιογραφηθεί ο πνευματικός πατέρας του Οσίου μαζί με τον Χριστό και άλλους Αγίους. Ο Όσιος διατάχθηκε να προσέλθει στη Σύνοδο, για να απολογηθεί. Και πάλι βρέθηκε αθώος.
Ο Όσιος παρέμεινε επί είκοσι πέντε χρόνια ως ηγούμενος και το έτος 1005 μ.Χ. αποσύρθηκε σε ησυχαστήριο στο αντίπερα ερημόκαστρο της Χρυσουπόλεως, που εκαλείτο «Παλουκητόν» και ησύχαζε στη μονή της Αγίας Μαρίνας. Στην ηγουμενία τον διαδέχθηκε ο μαθητής του Αρσένιος. Εκοιμήθη εν ειρήνη το έτος 1022 μ.Χ. Η Σύναξη αυτού ετελείτο στη μονή του Στουδίου, στη μονή του Αγίου Μάμαντος και στη μονή της Αγίας Μαρίνας.
Για τη θεολογική του κατάρτιση και δεινότητα, ο Όσιος Συμεών ονομάσθηκε «Νέος Θεολόγος», «ὁ Θεολόγος τοῦ φωτός» ή «ὁ Ἅγιος τοῦ φωτός». Κατά τις πνευματικές αναβάσεις του Αγίου, επιδιδόμενος στην ησυχία, ελευθερωνόταν από την ύλη, η γλώσσα του γινόταν γλώσσα πυρός, συνέθετε και θεολογούσε θείους ύμνους, γινόταν ολόκληρος πυρ, ολόκληρος φως και θεωνόταν κατά χάριν. Άλλοτε, μαρτυρείται ότι βρισκόταν επάνω στη γη και έχοντας τα χέρια υψωμένα και προσευχόμενος, ήταν «ὅλος φωτὸς καὶ ὅλος λαμπρότητος». Από τις συγγραφές του σώζονται 92 λόγοι,282 πρακτικά και θεολογικά κεφάλαια, καθώς και θρησκευτικά ποιήματα.
Απολυτίκιο (Ήχος γ’ – Θείας πίστεως) Θείαν έλλαμψιν, Συμεών Πάτερ, εισδεξάμενος, εν τη ψυχή σου, φωστήρ εν κόσμω εδείχθης λαμπρότατος, διασκεδάζων αυτού την σκοτόμαιναν, και πάντας πείθων ζητείν, ην απώλεσαν, χάριν Πνεύματος. Αυτόν εκτενώς ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος υπηρετούσαν στις στρατιωτικές τάξεις του αυτοκράτορα Μαξιμιανού. Τους διέκρινε μεγάλη ανδρεία στα πεδία των μαχών, αλλά και σωφροσύνη στην καθημερινή τους ζωή. Γι’ αυτό και ο αυτοκράτορας τους απένειμε τα αξιώματα του πριμικηρίου της σχολής των Kεντηλίων και του σεκουνδουκηρίου, αντίστοιχα. Όταν έμαθε ότι οι δύο επίλεκτοι στρατιώτες του ήταν χριστιανοί, δεν ήθελε με κανένα τρόπο να το πιστέψει.
Για να πεισθεί λοιπόν χειροπιαστά, οργάνωσε τελετές με θυσίες σε ειδωλολατρικό ναό και κάλεσε να παραστούν σε αυτές ο Σέργιος και ο Βάκχος. Οι δύο χριστιανοί στρατιώτες αρνήθηκαν και ομολόγησαν το Χριστό με θαρραλέο φρόνημα. Εξοργισμένος τότε ο αυτοκράτορας, διέταξε και τους αφαίρεσαν τα διάσημα των αξιωμάτων τους. Έπειτα, αφού τους ενέπαιξαν και τους διαπόμπευσαν περιφέροντάς τους δημόσια ντυμένους με γυναικεία ενδύματα και χλευάζοντάς τους, τους έστειλαν σε ένα σκληρό δούκα της Ανατολής, τον Αντίοχο.
Αυτός με πρωτοφανή ωμότητα μαστίγωσε μέχρι θανάτου το Βάκχο. Ο άγιος Βάκχος μαρτύρησε στην πόλη Λισσό της Συρίας. Στο δε Σέργιο, επειδή κάποτε τον είχε ευεργετήσει, πρότεινε, αφού αρνηθεί το Χριστό, να του χαρίσει τη ζωή. Η γενναία απάντηση του Σεργίου ήταν τα λόγια του Απ. Παύλου «Ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεὶν κέρδος» (προς Φιλιππησίους, α’ 21). Σε μένα, είπε ο Σέργιος, ζωή είναι ο Χριστός. Αλλά και το να πεθάνω είναι κέρδος, διότι έτσι θα ενωθώ πλήρως με το Χριστό. Τότε, ο Αντίοχος ανάγκασε τον άγιο Σέργιο να βαδίσει με σιδερένια υποδήματα επενδυμένα με αιχμηρά καρφιά μέχρι την πόλη Ρεσάφα της Συρίας, όπου και απέκοψαν την τιμία κεφαλή Του.
Το 547 μ.Χ. ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός ανήγειρε στην Κωνσταντινούπολη λαμπρό ναό προς τιμήν των Αγίων Μαρτύρων Σεργίου και Βάκχου, τον επονομαζόμενο «Μικρή Αγία Σοφία», όπου και κατέθεσε τα Ιερά Λείψανά τους.
Στη Δύση πολλές πόλεις διεκδικούν Λείψανα των Μαρτύρων με πρώτη την Βενετία, όπου Λείψανα αποδιδόμενα σε Εκείνους φυλάσσονται στο Ναό του Αγίου Πέτρου στο Καστέλλο. Τα Λείψανα αυτά έγιναν αντικείμενο αναγνωρίσεως το 1991 μ.Χ.
Στην Παβία, στη Μονή των Βενεδικτίνων του Αγίου Φίλικος, φυλάσσονται Λείψανα των δύο Μαρτύρων, δωρεά του Αυτοκράτορα Όθωνα Β’. Τα Λείψανα αυτά περιλαμβάνονται στα κειμήλια που έφερε μαζί της στη Δύση η σύζυγός του Βυζαντινή Πριγκίπισσα Θεοφανώ και για τον λόγο αυτό δεν υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την γνησιότητά τους.
Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση το 1152 μ.Χ., κατά την διάρκεια των Σταυροφοριών, ο Κόμης Γοφρέδος ο Ανδεγαβός μετέφερε Λείψανα των Μαρτύρων από την Συρία στα εδάφη του.
Η τιμία Κάρα του Αγίου Βάκχου βρίσκεται στη Μονή Κούρτεα Άρτζες Ρουμανίας. Μέρος των Λειψάνων του Αγίου Βάκχου βρίσκονται στον ρωμαιοκαθολικό Ναό Αγίου Πέτρου Καστέλλο Βενετίας, στη ρωμαιοκαθολική Μονή Αγίου Φίλικος Παβίας, στο ρωμαιοκαθολικό Ναό Αγίου Μαρτίνου στο Heiligenstadt, στη ρωμαιοκαθολική Μονή Wiessenburg της Βοημίας και στο ρωμαιοκαθολικό Καθεδρικό Ναό Αγίου Βίτου Πράγας. Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Βάκχου βρίσκονται επίσης στη Μονή Βατοπεδίου Αγίου Όρους και στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.
Η τιμία Κάρα του Αγίου Σεργίου βρίσκεται επίσης στη Μονή Κούρτεα Άρτζες Ρουμανίας. Απότμημα του Ιερού Λειψάνου του βρίσκεται στη Λαύρα του Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.
Ο βυζαντινός ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου στην Κωνσταντινούπολη
H εκκλησία – μονή Άγιοι Σέργιος και Βάκχος, ένα ορόσημο της εκκλησιαστικής μας αρχιτεκτονικής, χτίστηκε το 527 μ.Χ. από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Ιουστινιανό, λίγο πριν την Αγία Σοφία. Η εκκλησία είναι γνωστή μέχρι σήμερα ως «μικρή Αγία Σοφία», επειδή οι γενικές αρχές της αρχιτεκτονικής της είναι συγκρίσιμες με αυτές της Μεγάλης Εκκλησιάς μας. Οι στήλες ήταν φτιαγμένες από χρωματιστό μάρμαρο και το εσωτερικό της εκκλησίας έλαμπε από τους ποικιλόχρωμους μαρμάρινους τοίχους και από τον πλούτο των χρυσών μωσαϊκών.
Ο άγιος Απόστολος Θωμάς ήταν μεταξύ των δώδεκα μαθητών του Κυρίου. Γεννήθηκε στην Ιουδαία και ήταν γιός φτωχών γονέων, πιστός στο Μωσαϊκό Νόμο, με αγνό βίο και ψαράς στο επάγγελμα. Το όνομά του στην αραμαϊκή γλώσσα «Τέομα» σημαίνει «δίδυμος». Στο ιερό Ευαγγέλιο του δίδεται όντως η προσωνυμία «Δίδυμος» (Ιωάννης 11,16). Οι αγιογραφικές πληροφορίες για το Θωμά είναι σχετικά λίγες και γι’ αυτό έχουν εγερθεί κατά καιρούς αυθαίρετες ερμηνείες για το πρόσωπό του.
Ο όσιος Κενδέας ήταν ένας από τους Αλαμάνους αγίους, που ήρθαν στο νησί της Κύπρου από την Παλαιστίνη. Όταν έφυγε απ’ την Αλαμανία για τα Ιεροσόλυμα ήταν μόλις δεκαοκτώ χρόνων. Εκεί ασπάστηκε τη μοναχική ζωή κι έφυγε για την έρημο του Ιορδάνου. Στο μέρος αυτό σε μια απόκρημνη πλαγιά βρήκε ένα μικρό σπήλαιο και με χαρά εγκαταστάθηκε σ’ αυτό και τρεφόταν με ακρίδες, όπως άλλοτε κι ο μέγας πολιστής της ερήμου, ο Πρόδρομος Ιωάννης.
Ο Άγιος Ερμογένης γεννήθηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. στη Φοινικούντα της Αττάλειας της Μικράς Ασίας. Ήταν ένθερμος κήρυκας του Χριστιανισμού. Η δράση του εξαπλώθηκε ιδιαίτερα στη Σάμο, όπου διορίστηκε ως Επίσκοπος της Εκκλησίας της περιοχής. Δίδασκε το λαόν και προέβαλλε παντού το φως του Χριστού. Αναφέρεται πως έκανε πολλά θαύματα με τη χάρη του Θεού για να παρηγορήσει τον πονεμένο λαό.
Η Αγία Χαριτίνη έζησε τον 3ο αιώνα μ.Χ. Ήταν δούλη κάποιου πλουσίου που ονομαζόταν Κλαύδιος και ο οποίος την εκτιμούσε και την σεβόταν για τον χαρακτήρα της και τα χαρίσματά της. Πραγματικά, ο τρόπος ζωής της την έκανε αξιαγάπητη, επειδή ήταν εργατική, φιλότιμη και συμπεριφερόταν με σεβασμό και αγάπη προς τον κύριό της, αλλά και προς τους συνδούλους της. Δεν άργησε να αποκαλυφθεί το γεγονός ότι ήταν Χριστιανή, επειδή αυτό γινόταν φανερό και από την συμπεριφορά της.
Η Οσία Μεθοδία της Κιμώλου γεννήθηκε το 1861, στην Κίμωλο, από γονείς που ξεχώριζαν για την πίστη τους. Η ίδια όταν βαπτίστηκε έλαβε το όνομα Ειρήνη. Ήταν το τρίτο από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας του Ιάκωβου και της Μαρίας Σάρδη.
Κάθε πρώτη Κυριακή του Οκτωβρίου εορτάζουμε την σύναξη όλων των Κυπρίων Αγίων. Πολλοί Κύπριοι άγιοι έχουν ξεχωριστή ημερομηνία και ακολουθία και εορτάζονται. Υπάρχουν όμως και άλλοι που δεν έχουμε αρκετά στοιχεία γι’ αυτούς και δεν έχουν καθιερωμένη ημέρα εορτασμού. Επίσης υπάρχουν οι αφανείς και άγνωστοι άγιοι που ο χρόνος και η λήθη κάλυψαν οποιαδήποτε στοιχεία της ζωής τους.
Ο Όσιος Ιωάννης ο Λαμπαδιστής έζησε τον 10ο αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από το χωριό Λαμπαδού της Κύπρου, που βρισκόταν κοντά στην κωμόπολη Γαλάτη. Οι γονείς του Κυριάκος ιερέας και Άννα πρεσβυτέρα ήταν άνθρωποι πολύ ευσεβείς και πλούσιοι και ο Ιωάννης ήταν το μονάκριβο παιδί τους. Και αυτό το απέκτησαν υστέρα από θερμές και εγκάρδιες προσευχές προς τον Κύριο. Γι’ αυτό και τον αγαπούσαν πολύ και από μικρό τον ανέθρεψαν με το γάλα της αυστηρής χριστιανικής πίστεως. Στη μελέτη και την εκμάθηση των ιερών γραμμάτων ο Ιωάννης ξεπερνούσε όλους τους συνομηλίκους του. Όλοι θαύμαζαν την εξυπνάδα, αλλά και τη φιλομάθειά του.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]