Ημέρα Μουσικής 2021– Μικρό αφιέρωμα με αγαπημένα τραγούδια
«Οι άγγελοι τραγουδάνε. Και οι ερωτευμένοι επίσης. Πίσω από κάθε ανάταση, από κάθε μεράκι, μια κιθάρα περιμένει έτοιμη να πάρει τα λόγια και να τα ταξιδέψει από χείλη σε χείλη. Δεν είναι λίγο αυτό. Είναι η χαρά να δίνεις χαρά στους άλλους, είναι αυτό που μας βαστάει στη ζωή. Γι’ αυτό, κοντά στα ποιήματά μου, δοκίμασα να γράψω και μερικά τραγούδια, χωρίς να τα υποτιμώ καθόλου. Έτσι ή αλλιώς, μιλά κανείς για τα ίδια πράγματα που αγαπά, και από κει και πέρα το λόγο έχουν αυτοί που θα τ΄ ακούσουν. Λένε πως το είδος έχει ορισμένους κανόνες. Δεν τους ξέρω και, πάντως, δεν ενδιαφέρθηκα ή δεν μπορούσα ίσως να τους ακολουθήσω. Δουλεύει ο καθένας όπως νιώθει. Και η θάλασσα είναι απέραντη, τα πουλιά μυριάδες, οι ψυχές όσες και οι συνδυασμοί που μπορούν να γεννήσουν οι ήχοι και τα λόγια, όταν ο έρωτας και το όνειρο συμβασιλεύουν».
Κι αν θέλω τώρα να ακούγεται η φωνή μου με πιάνει τρόμος από ίσκιους μακρινούς Χρυσάφι μοιάζει η συντροφιά σου στη ζωή μου κι η ομορφιά σου μου γιατρεύει τους καημούς.
Το Τσάμπασι (Çambaşı) υπήρξε ορεινό καλοκαιρινό θέρετρο των κατοίκων των Κοτυώρων (τουρκ. Ορντού). Βρίσκεται σε ένα οροπέδιο, σε υψόμετρο 2.000 μέτρων, 45 χιλιόμετρα από τα Κοτύωρα, δυτικά της Κερασούντας. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1913, με αφορμή μια μεγάλη πυρκαϊά κάηκαν τα περισσότερα σπίτια της πόλης, όπως μας πληροφορεί ο Ξενοφών Άκογλους (Ξένος Ξενίτας) στα «Λαογραφικά Κοτυώρων», και αυτό το θρήνο μας περιγράφει το περίφημο τραγούδι «Εκάεν και το Τσάμπασιν».
Δημήτρης Λάγιος (7 Απριλίου 1952 – 11 Απριλίου 1991)
«Περαστικός κι αμίλητος κι απ’ τη ζωή φευγάτος ή ο Θεός θα ‘ν’ άδικος ή θα ν’ ο κόσμος σκάρτος»
Σαν σήμερα, 11 Απριλίου 1991, ο Δημήτρης Λάγιος έφυγε για την ουράνια πατρίδα του. «Ουράνιο πλάσμα» και ο ίδιος, όπως λένε οι στίχοι της Ζακυνθινής παράδοσης που ύμνησε όσο κανείς. Ίσως τελικά στον ουρανό ανήκε, σε κάθε τι θεσπέσιο και θαυμαστό κι εκεί επέστρεψε, αφού ο Θεός για λίγο τον μοιράστηκε μαζί μας. Ένα οδοιπορικό στη ζωή, στο έργο αλλά και στο μοναδικό ήθος που μας κληροδότησε μέσα από την πορεία, τη στάση ζωής και την αγάπη του για κάθε τι με το οποίο καταπιάστηκε. Ας είναι αιωνία η μνήμη του.
Όνειρα κι όνειρα ήρθανε στα γενέθλια των γιασεμιών Νύχτες και νύχτες στις λευκές αϋπνίες των κύκνων Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα όπως μες στον απέραντο ουρανό το ξάστερο συναίσθημα.
«Κάθε φορά που μελετούμε την ιστορία του μεγάλου μας Εικοσιένα, αν θέλουμε να βγάλουμε σωστά συμπεράσματα, πρέπει να μπούμε στο νόημα της συμβολής και της δράσης του Ρήγα Βελεστινλή και της φιλικής Εταιρείας. Δεν αρκούν οι ύμνοι στους μεγάλους αγωνιστές του απελευθερωτικού εθνικού αγώνα. Μαζί με τους ύμνους πρέπει ν’ αναπαραστήσουμε την εποχή που έδωσαν το «παρών», όταν ακούστηκε το εγερτήριο σάλπισμα. … Για τον Ρήγα όλοι οι λαοί, ανεξάρτητα από φυλετικές διακρίσεις, είχαν τα ίδια δικαιώματα. Κοινός εχτρός τους ήταν ο Σουλτάνος και οι Τούρκοι πασάδες. Δηλαδή το τουρκικό καθεστώς που με τα όργανά του καταπίεζε σκληρά τη χριστιανική φτωχολογιά σε όλη τη Βαλκανική και Ασία και ακόμα και τους φτωχούς Τούρκους αγρότες» σημειώνει ο ιστορικός Γιάνης Κορδάτος («Ρήγας Βελεστινλής, Ο πρόδρομος της βαλκανικής ιδέας»).
Ρόζα Εσκενάζυ (Κωνσταντινούπολη 1883 – Κηπούπολη Περιστερίου, 2 Δεκεμβρίου 1980)
Κορυφαία ερμηνεύτρια του ρεμπέτικου και του σμυρναίικου τραγουδιού, η Ρόζα Εσκενάζυ γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από γονείς Εβραίους, σεφαραδίτικης καταγωγής (Ισπανοεβραίοι). Το πραγματικό όνομά της ήταν Σάρα Σκενάζι και λένε πως έκρυβε την πραγματική ημερομηνία της γέννησής της. Για τούτο πιθανολογείται πως γεννήθηκε ανάμεσα στο 1895 και το 1897. Ο πατέρας της, Αβραάμ Σκιναζί, ήταν παλιατζής. Εκτός από τη Ρόζα, ο Αβραάμ Σκιναζί και η σύζυγός του, Φλώρα, είχαν δύο γιους, τον Νισίμ, που ήταν ο μεγαλύτερος, και τον Σάμι.
Την Κατίνα Φαρασοπούλου την πρωτογνώρισα το 2014. Ο καθηγητής Γεωπολιτικής στη Σορβόννη Γιώργος Πρεβελάκης διοργάνωνε τότε στη Θράκη ένα καταπληκτικό συνέδριο. Θέμα του η σύγκρουση των πολιτισμών και συμμετέχοντες σπουδαίοι επιστήμονες από την Αμερική, τη Γαλλία, την Τουρκία, τη Βρετανία. Χάρη στη βοήθεια της Αγγέλας Γιαννακίδου, της ιδρύτριας του Εθνολογικού Μουσείου Θράκης, το συνέδριο αυτό ήταν μια αποκάλυψη, με επισκέψεις σε απρόσμενα μέρη και συναντήσεις με ντόπιους.
Πάμε κι εμείς στην αυλή του φθινοπώρου πίσω απ’ τα πετρωμένα στάχυα του καλοκαιριού Πάμε κι εμείς στα παιδιά που κοιμήθηκαν κάτω απ’ τα ματωμένα νύχια του περιστεριού Πάμε να δεις στην αυλή που μεγάλωσαν Δυο παιδιά ερωτευμένα δυο παιδιά του χαμού Ορέστη απ’ το Βόλο, Μαρία απ’ τη Σπάρτη, γυρεύω το γιο μου Μαρία απ’ τη Σπάρτη, Ορέστη απ’ το Βόλο, την κόρη μου θέλω Δυο παιδιά ερωτευμένα, δυο παιδιά του Χαμού Ορέστη απ’ το Βόλο, Μαρία απ’ τη Σπάρτη, γυρεύω το γιο μου Μαρία απ’ τη Σπάρτη, Ορέστη απ’ το Βόλο, την κόρη μου θέλω.
Αλατσατιανές με τις παραδοσιακές φορεσιές του τόπου τους στο Ηράκλειο Κρήτης το 1937
Η «Κανελόριζα» είναι παραδοσιακό τραγούδι με προέλευση από την επαρχία Λυδίας, στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Ο ρυθμός του κομματιού στον πρώτο στίχο κάθε στροφής είναι 9/8 (2-3-2-2), ενώ στον δεύτερο στίχο αλλάζει και γίνεται 7/8 (3-4). Χορεύεται στα βήματα του Μικρασιάτικου Αντικριστού (Καρσιλαμά) και κινείται μελωδικά σε δρόμο Σαμπά. Την Κανελόριζα έχουν αποδώσει με πολύ όμορφες ερμηνείες η Δόμνα Σαμίου, ο Τζίμης Πανούσης, ο Παντελής Θαλασσινός και άλλοι σημαντικοί καλλιτέχνες.
Το Τσάμπασι (Çambaşı) υπήρξε ορεινό καλοκαιρινό θέρετρο των κατοίκων των Κοτυώρων (τουρκ. Ορντού). Βρίσκεται σε ένα οροπέδιο, σε υψόμετρο 2.000 μέτρων, 45 χιλιόμετρα από τα Κοτύωρα, δυτικά της Κερασούντας. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1913, με αφορμή μια μεγάλη πυρκαϊά κάηκαν τα περισσότερα σπίτια της πόλης, όπως μας πληροφορεί ο Ξενοφών Άκογλους (Ξένος Ξενίτας) στα «Λαογραφικά Κοτυώρων», και αυτό το θρήνο μας περιγράφει το περίφημο τραγούδι «Εκάεν και το Τσάμπασιν».
Φιλντισένιο καραβάκι στ’ όνειρό μου ήρθες μιαν αυγή και με πήρε ταξιδάκι να γυρίσουμε τη γη
Είδα χώρες, είδα τόπους πικραμένα είδα τα παιδιά κόσμο εγνώρισα κι ανθρώπους κι έβαλα πόνο στη καρδιά
Καραβάκι μου ξεκίνα πάμε πάλι στην Αθήνα τραγουδάνε τα πουλιά στην Αττική. Πάμε πάλι στο Παγκράτι πού ‘ναι οι δρόμοι του γεμάτοι με χαρούμενες φωνές την Κυριακή
Τι να πω για την Ευρώπη Τι να πω για την Αμερική δεν αλλάζουν οι ανθρώποι έχουνε βάσανα κι εκεί
Πήγα σ’ όλα τα λιμάνια σε δρομάκια πέρασα στενά λεβεντιά και περηφάνια δεν είδα φως μου πουθενά
Καραβάκι μου ξεκίνα πάμε πάλι στην Αθήνα τραγουδάνε τα πουλιά στην Αττική. Πάμε πάλι στο Παγκράτι πού ‘ναι οι δρόμοι του γεμάτοι με χαρούμενες φωνές την Κυριακή.
Από τις ιστορικές συνοικίες της Αθήνας με βαρύτιμες μνήμες, σπουδαία αρχιτεκτονικά μνημεία, αλλά και μείζονα ιστορικά γεγονότα: το Παγκράτι. Στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας της περιοχής, έτσι ονομαζόταν ο χώρος από τον ποταμό Ιλισό και το Παναθηναϊκό Στάδιο, μέχρι και τον λόφο του προφήτη Ηλία. Η ονομασία «Παγκράτι» έχει να κάνει με το ιερό του Παγκράτους Ηρακλέους, που βρισκόταν στη συμβολή των οδών Βασ. Κωνσταντίνου και Βασ. Γεωργίου. Σε ό,τι αφορά την κοινωνική διαστρωμάτωση της περιοχής, η συνοικία εποικήθηκε από ένα μεγάλο τμήμα του προσφυγικού στοιχείου, που κατέκλυσε την ευρύτερη περιοχή και τις γύρω του Παγκρατίου συνοικίες, Βύρωνα, Καισαριανή κ.ά.
Η περιοχή του Παγκρατίου γνώρισε μεγάλη κοινωνική αίγλη και αποτέλεσε πόλο έλξης διανοουμένων και καλλιτεχνών. Από τις επώνυμες προσωπικότητες της διανόησης που κατοικούσαν στο Παγκράτι υπήρξαν ο Κωστής Βάρναλης, ο Στρατής Δούκας, ο Βασίλης Ρώτας, ο Δημήτρης Ψαθάς κ.ά. Επί του πεζοδρομίου στην οδό Ευφορίωνος στον αριθμό 14, υπήρχε το εργαστήρι του γλύπτη Νικολάου Περαντινού (1910-1991) το οποίο υφίσταται σήμερα ως «Μουσείο Γλυπτικής Νικόλαος Περαντινός».
Σχέδια του Άλσους Παγκρατίου
Το Παγκράτι είχε τύχη αγαθή, το περιβαλλοντικό προνόμιο να διαθέτει ένα σπουδαίο πνεύμονα πρασίνου, το γνωστό μας Άλσος Παγκρατίου, αποτελούμενο από έκταση 30 στρεμμάτων, η οποία ανήκε αρχικώς στη Μονή Πετράκη. Με μέριμνα της πριγκίπισσας Σοφίας, το 1908, δενδροφυτεύτηκε στον χώρο πευκώνας, ενώ το 1936 ο χώρος του Άλσους, ο οποίος είχε στο μεταξύ περιέλθει στην ιδιοκτησία του υπουργείου Γεωργίας, παραχωρήθηκε στον Δήμο Αθηναίων και ο τότε δήμαρχος Κώστας Κοτζιάς, διαμόρφωσε την έκταση σε άλσος, φτιάχνοντας και έναν αξιόλογο ζωολογικό κήπο. Το άλσος συνδέθηκε ιστορικά με διάφορα γεγονότα και με τον φονικό Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Με την έκρηξη του πολέμου παρέστη ανάγκη ο ελληνικός στρατός να επιτάξει για τις ανάγκες του υποζύγια και στον χώρο του άλσους συγκεντρώθηκαν όλα τα ζώα, για να επιλεγούν τα καλύτερα. Όμως η προνομιούχος θέση και η φυσιολογία της έκτασης του άλσους δεν έμεινε απαρατήρητη στους Γερμανούς. Την επέταξαν έτσι και τη μετέτρεψαν σε στρατόπεδο. Οπότε και κατεστράφη ο μικρός μεν, αλλ’ αξιόλογος και επιμελημένος ζωολογικός κήπος.
Με το άλσος του Παγκρατίου ακόμα είναι συνδεδεμένη και η φυσιογνωμία ενός εκ των κορυφαίων της ελληνικής γραμματολογίας, του συγγραφέα της γενιάς του ‘30 Στρατή Μυριβήλη. Αντικρυστά στο άλσος, στο τέρμα των οδών Ευτυχίδου και Βρυάξιδος, έχει τοποθετηθεί ορειχάλικινη προτομή του Στρατή Μυριβήλη (1890-1969), που συνιστά έργο της γλύπτριας Λουκίας Γεωργαντή – Οικονομοπούλου (1971).
Με την ιστορία του Παγκρατίου είναι συνδεδεμένο και ένα μείζον εκπαιδευτικό γεγονός που κομίζει και τις μνήμες της εκπαιδευτικής μας ανασυγκρότησης επί Ελευθερίου Βενιζέλου: Στο οικοδομικό τετράγωνο που περικλείνεται από τις οδούς Σπ. Μερκούρη 20, Στράβωνος, Πρατίνου και Δουρίδος βρίσκεται το περίφημο 7ο Γυμνάσιο Παγκρατίου. Συνιστά ένα εκ των δυο Βαρβακείων Γυμνασίων και θεμελιώθηκε το 1931, επί κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου και υπουργίας Γεωργίου Παπανδρέου. Στα δίσεκτα χρόνια της κατοχής το 7ο Γυμνάσιο Παγκρατίου επιτάχθηκε από τους Ιταλούς, που το μετέτρεψαν σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Ταυτόχρονα στο σχολείο λειτούργησε και συσσίτιο τόσο για τους μαθητές και του καθηγητές του γυμνασίου, όσο και για τους κοινωνικά ασθενέστερους κατοίκους της περιοχής, υπό την επίβλεψη των καθηγητών του σχολείου.
Όμως, παράλληλα με το ιστορικό 7ο Γυμνάσιο, στο Παγκράτι υπάρχει και το υψηλής αρχιτεκτονικής αξίας 13ο Δημοτικό Σχολείο, επί της οδού Φιλολάου. Οικοδομήθηκε το 1933 σε σχέδια του Κ. Παναγιωτάκου και συνιστά ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα, που απέσπασε τα διθυραμβικά σχόλια του έξοχου γάλλου αρχιτέκτονα Λε Κορμπυζιέ. Σύμφυτος όμως με την αστική ανάπτυξη της Αθήνας είναι και ο ιστορικός κινηματογράφος του Παγκρατίου «Παλλάς» επί της οδού Υμηττού 109, που οικοδομήθηκε σε σχέδια του Βασιλείου Κασσάνδρα, με χειμερινή αρ-ντεκό αίθουσα κάτω και θερινή αίθουσα στην ταράτσα. Ετέθη σε λειτουργία το 1925.
Το Παγκράτι με τα πρώτα σπίτια του και στο βάθος ο χιονισμένος Υμηττός, αρχές 19ου αιώνα (Αρχείο ΕΡΤ)
Σήμερα το Παγκράτι, σε πείσμα των καιρών και της αθρόας οικοδόμησης που αλλοίωσε το άλλοτε χαρακτηριστικό τοπίο του, εξακολουθεί να διατηρεί, σε πολλά σημεία του, την παλαιά του αίγλη και την ξεχωριστή αρχοντιά του. «Κέντρο απόκεντρο» της πρωτεύουσας, γεμάτο από τις δροσερές πλατείες του, τα μοναδικά στέκια του για φαγητό και διασκέδαση, την αγορά του που καλύπτει κάθε ανάγκη και γούστο, ιδιαίτερους χώρους πολιτισμού και τέχνης, τα παλαιά νεοκλασικά του σπίτια με τα μπαλκόνια και τις αυλές τους, τις όμορφες γειτονιές του, το Άλσος και τις αλέες του, παραμένει ένα παντοτινό, αγαπημένο σημείο πολύ κοντά στο ιστορικό κέντρο της πόλης, φορτωμένο μνήμες και γεμάτο ζωή κάθε στιγμή της μέρας. Αρκεί μια βόλτα στους δρόμους του «που ‘ναι πάντοτε γεμάτοι» για να διαπιστώσει κανείς πόσο αληθινό είναι και σήμερα το παλιό, χιλιοειπωμένο τραγουδάκι για αυτή την τόσο ξεχωριστή και όμορφη συνοικία της παλιάς και της σύγχρονης Αθήνας!
Μια άγνωστη ιστορία για το πώς έγινε τραγουδιστής ο Γιάννης Πουλόπουλος, παρουσίασε ο ίδιος σε συνέντευξη που είχε δώσει πριν από πολλά χρόνια. Αυτό που δεν γνωρίζει ο πολύς κόσμος είναι ότι τον Πουλόπουλο τον επέβαλε ουσιαστικά ο Μίκης Θεοδωράκης. Διηγείται ο ίδιος:
Η Βίκυ Μοσχολιού γεννήθηκε στις 17 Μαΐου του 1943 στο Μεταξουργείο και έζησε τα παιδικά της χρόνια στο Αιγάλεω. Χρόνια στερημένα, αλλά γεμάτα αγάπη και μουσική, καθώς ο πατέρας της δεν αποχωριζόταν το γραμμόφωνο και την πλούσια συλλογή του από λαϊκά δισκάκια της εποχής.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]