Ο Άγιος Ερμογένης γεννήθηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. στη Φοινικούντα της Αττάλειας της Μικράς Ασίας. Ήταν ένθερμος κήρυκας του Χριστιανισμού. Η δράση του εξαπλώθηκε ιδιαίτερα στη Σάμο, όπου διορίστηκε ως Επίσκοπος της Εκκλησίας της περιοχής. Δίδασκε το λαόν και προέβαλλε παντού το φως του Χριστού. Αναφέρεται πως έκανε πολλά θαύματα με τη χάρη του Θεού για να παρηγορήσει τον πονεμένο λαό.
Ο Άγιος Ιερόθεος γεννήθηκε στην Αθήνα περί τα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. από εύπορη οικογένεια. Διακρίθηκε για την ευρυμάθειά του και φοίτησε στην Φιλοσοφική σχολή των Αθηνών, Πλατωνική Φιλοσοφία. Ως μέλος του ανωτάτου δικαστηρίου της αρχαίας Αθήνας, του Αρείου Πάγου, κατείχε σπουδαία κοινωνική θέση, όπως άλλωστε και ο Άγιος Διονύσιος.
«Μακάριοι οἱ πεινῶντες και διψῶντες την δικαιοσύνην ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται» (Ματθ. Ε’,6)
Αξιότιμοι και αγαπητοί,
Σήμερα η Αγία μας Εκκλησία, τιμά την μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών Διονυσίου του Αρεοπαγίτου επισκόπου Αθηνών, ο οποίος έγινε κοινωνός της Ευαγγελικής αλήθειας από τον Απόστολο των εθνών Παύλο, κατά την εν Αθήναις επίσκεψή του και την εκεί κηρυγματική του δραστηριότητα. Ο Άγιος Διονύσιος, έζησε τον 1ο μ.Χ. αιώνα και υπήρξε εκ των επιφανών Αθηναίων πολιτών. Υπηρετούσε την δικαιοσύνη ως ανώτατος δικαστικός, μέλος του ανωτάτου δικαστηρίου των Αθηνών γνωστού ως Αρείου Πάγου. Ήταν εκείνος που κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας, την Μεγάλη Παρασκευή που ο Κύριός μας επί του σταυρού εκφώνησε τη φράση «Τετέλεσται» και εκρύβη ο ήλιος, βλέποντας το υπερφυσικό αυτό φαινόμενο είπε: «ή Θεός πάσχει ή το παν απόλλυται».
Συμπληρώνονται φέτος 800 χρόνια από την κοίμηση του Αγίου Νεοφύτουτου «Εγκλείστου», όπως είναι γνωστός. Ο Κύπριος Άγιος έζησε από το 1134 μέχρι το 1220 και ίδρυσε την ομώνυμη Μονή κοντά στην Πάφο. Έζησε επί πολλά χρόνια πραγματικά έγκλειστος σε έναν λαξευμένο βράχο, την «Εγκλείστρα» του. Εκεί βλέπουμε σήμερα το κρεββάτι του, το γραφείο του και τον τάφο του. Η μνήμη του τιμάται δύο φορές τον χρόνο, στις 28 Σεπτεμβρίου και στις 24 Ιανουαρίου.
Ο Όσιος Κυριακός ήταν άνθρωπος που καλλιεργούσε «ὑπομονήν, πραότητα» (Α’ προς Τιμόθεον, στ’ 11). Γι’ αυτό και πέτυχε στην ασκητική του ζωή. Γεννήθηκε στην Κόρινθο, τον 5ο αιώνα μ.Χ., από ιερέα πατέρα, τον Ιωάννη. Τη μητέρα του την έλεγαν Ευδοξία και είχε αδελφό τον Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου Πέτρο.
Από ιερατικό, λοιπόν, γένος ο Κυριακός, σε νεαρή ηλικία πήγε στα Ιεροσόλυμα και από εκεί στη Λαύρα του Μεγάλου Ευθυμίου. Εκεί, ο Μέγας Ευθύμιος, τον έκανε μοναχό και τον έστειλε στον ασκητήΓεράσιμο. Όταν πέθανε ο Γεράσιμος, ο Κυριακός επέστρεψε στη Λαύρα του Ευθυμίου, όπου με ζήλο καλλιεργούσε τις αρετές του, ώσπου κάποια στάση που έγινε στη Λαύρα του Ευθυμίου τον ανάγκασε να πάει στη Λαύρα του Σουκά. Εκεί 40 χρονών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και ανέλαβε την επιστασία του Σκευοφυλακίου.
Εκείνο που τον διέκρινε απέναντι στους συμμοναστές του, ήταν ο γαλήνιος τρόπος με τον όποιο τους αντιμετώπιζε, γι’ αυτό και ήταν παράδειγμα προς μίμηση από όλους. Εβδομήντα χρονών ο Κυριακός, έφυγε κι από εκεί και με υπομονή γύρισε πολλά μοναστήρια και σκήτες, όπου έζησε με αυστηρότατη άσκηση. Τελικά, εκοιμήθη 107 χρονών και σε όλους έμεινε η ενθύμηση του ασκητή που έδειχνε «πραότητα πρὸς πάντας ἀνθρώπους» (προς Τίτον, γ’ 2). Πραότητα, δηλαδή, σε όλους ανεξαίρετα τους ανθρώπους.
Ο Όσιος Αββάς Ισαάκ ο Σύρος γεννήθηκε στη Νινευή της Μεσοποταμίας, αν και υπάρχουν και αυτοί που υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε στη Σύρο. Έγινε ασκητής και με τη ζωή που ακολούθησε έφτασε στην «τελειότητα της ψυχής». Παράλληλα, άφησε σημαντική παρακαταθήκη για τον άνθρωπο, με συμβουλές και παραινέσεις οι οποίες είναι πάντα επίκαιρες. Ιδιαίτερο βάρος έδωσε στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό μέσα από τις διδαχές τις οποίες με απλότητα μοιραζόταν με τους πιστούς:
Η άπειρη αγάπη του Τριαδικού Θεού για ολόκληρη την ανθρωπότητα αποκαλύπτεται πάντοτε, έστω κι αν αυτό αμφισβητείται και δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό. Οι Πατέρες διδάσκουν ότι η δημιουργική, προνοητική και συνεκτική ενέργεια του Θεού εξακτινώνεται σε όλο τον κόσμο και την κτίση. Ενώ η αγιαστική και θεοποιός θεία ενέργεια εκχέεται απλόχερα στην Εκκλησία διά των μυστηρίων. Έτσι, κάθε μέλος της δεν εγκαταλείπεται μόνο και απαράκλητο. Ενθαρρύνεται και εμπνέεται στη ζωή του Πνεύματος με διαφόρους τρόπους.
Ο μακάριος Ευμένιος κατήγετο από την Κρήτη. Από την νεανική του ηλικία αφιερώθηκε με πολλή επιμέλεια στα έργα της ασκήσεως, τα οποία συνεδύαζε με άκρα ταπείνωση. Το πρόσωπό του ήταν πάντοτε λουσμένο στα δάκρυα. Ποτέ δεν κατέκρινε κανένα ούτε δέχθηκε να ακούσει άλλον να καταλαλεί. Έφθασε σε τέτοιο ύψος αρετής, ώστε οι χριστιανοί της Γορτύνης τον πίεσαν να γίνει επίσκοπός τους. Με πολλή σύνεση ποίμανε το ποίμνιό του, αξιώθηκε δε να λάβει από τον Θεό και την δύναμη να επιτελεί θαύματα. Όταν μετέβη στην Ρώμη, σαν πυρσός την κατεφώτισε με τις θείες διδασκαλίες του και στερέωσε τους πιστούς με τα πολλά του θαύματα.
Κατά την επιστροφή του επισκέφθηκε την Θηβαΐδα, όπου διέλυσε με την προσευχή του την ξηρασία που επικρατούσε. Ενώ βρισκόταν εκεί, εξεδήμησε προς Κύριον σε βαθύ γήρας και οι Θηβαίοι απέστειλαν το ιερό του σκήνωμα στην πατρίδα του Γόρτυνα. Οι πιστοί τον ενεταφίασαν στην τοποθεσία Ράξος, όπου βρισκόταν και το σεπτό λείψανο του προκατόχου του, αγίου Κυρίλλου.
Φαίνεται ότι ο άγιος Ευμένιος έζησε πριν από το 732, όταν η Κρήτη εκκλησιαστικώς εξηρτάτο από την Ρώμη και, ακριβέστερα, μεταξύ 667 και 680· διότι η ακολουθία που συνέθεσε ο (άγιος) Ιωσήφ ο Υμνογράφος αναφέρει ότι ο άγιος συμφιλίωσε στην Κωνσταντινούπολη τους συναυτοκράτορες Κωνσταντίνο Δ’ Πωγωνάτο, Ηράκλειο και Τιβέριο. Η μνήμη του τιμάται στις 18 Σεπτεμβρίου.
Οι άγιοι της Εκκλησίας μας υπερέβησαν την κοσμική σοφία και έφτασαν στο θείο φωτισμό, λάμποντας οι ίδιοι και φωτίζοντας τους άλλους. Μια τέτοια φωτεινή μορφή, σε μαύρους χρόνους, υπήρξε ο άγιος Ιερόθεος ο Ιβηρίτης, ο οποίος σημάδεψε την πνευματική πορεία πολλών ανθρώπων. Υπήρξε ένας φωτισμένος νους, μια ολοκληρωμένη πνευματική προσωπικότητα. Ένας φωτεινός φάρος στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας.
Κτήτωρ Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Σουρβιάς (14-15 Σεπτεμβρίου)
Ο ΌσιοςΓεράσιμος καταγόταν από το χωριό Λεοντάρι της Πελοποννήσου. Από την ηλικία των οκτώ ετών οι γονείς του τον έβαλαν σε Σχολείο για να μάθει τα ιερά γράμματα. Επειδή μάλιστα έδωσε ολόκληρο τον εαυτό του στην ανάγνωση των βίων των Αγίων και ιδιαίτερα των Οσίων Πατέρων, θέλησε να τους μιμηθεί. Έτσι, μόλις ενηλικιώθηκε, απέρριψε τις φροντίδες του κόσμου και έγινε μοναχός. Εν συνεχεία χειροτονήθηκε βαθμιαία αναγνώστης, διάκονος και πρεσβύτερος. Έπειτα αναχώρησε για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Από εκεί επέστρεψε, μέσω ξηράς, στην Ελλάδα.
Κατά την επιστροφή του φρόντιζε να κηρύσσει το λόγο του Θεού σε πολλές πόλεις και χωριά απ’ όπου διερχόταν. Έτσι, από πόλη σε πόλη, έφτασε και στα μέρη της Μαγνησίας. Κοντά στη Μακρυνίτσα του Πηλίου υπήρχε ένα μοναστήρι, στο όνομα της Αγίας Τριάδος, που το είχε κτίσει ο Όσιος Διονύσιος (Σουρβιά). Σε αυτή τη Μονή πήγε ο Όσιος Γεράσιμος και, επειδή του άρεσε η ησυχία του τόπου, έμεινε εκεί αγωνιζόμενος με νηστεία, προσευχή και κακοπάθεια. Για τις πολλές του αρετές, ο Θεός τον αξίωσε να κάνει θαύματα ακόμα και όσο ζούσε.
Ο ιερός ναός του Οσίου Γερασίμου στην πλατεία της Μακρυνίτσας
Έτσι μια γυναίκα στείρα, από τη γειτονική Κερασιά, με τη μεσιτεία των ευχών και της προσευχής του Οσίου γέννησε τρία παιδιά. Ο Όσιος Γεράσιμος συχνά μετέβαινε στο Βελεστίνο για να εξομολογεί τους κατοίκους της κωμόπολης. Χρησιμοποιούσε μάλιστα ένα κελί κοντά στην Εκκλησία που είναι γνωστό ως «Κελί του Γερασίμου». Στο Βελεστίνο κήρυττε και το θείο λόγο, ενώ συχνά επιτιμούσε ακόμα και τους ιερείς της περιοχής για διάφορα σφάλματά τους. Εν όσω κάποτε βρισκόταν στην προαναφερθείσα κωμόπολη, κατάλαβε ότι πλησίαζε η ώρα της κοιμήσεώς του και θέλησε, παρά τις αντιδράσεις των ντόπιων, να επιστρέψει στην Ιερά Μονή του.
Εντέλει κατάφερε ο Άγιος να φύγει κρυφά. Όταν ο Όσιος είχε ήδη φτάσει στο Ριζόμυλο, οι Βελεστινιώτες κατάλαβαν ότι έφυγε ο πνευματικός τους και έσπευσαν να τον προφθάσουν. Όταν ο προορατικός Γεράσιμος πληροφορήθηκε τον ερχομό τους, κατέβηκε από το μουλάρι του και προσευχήθηκε. Αμέσως άρχισε ν’ αστράφτει, να βροντά και να πέφτει πολλή βροχή με χαλάζι. Έτσι οι Βελεστινιώτες αναγκάστηκαν να γυρίσουν βιαστικά πίσω άπραγοι. Λίγο πριν κοιμηθεί ο Όσιος κάλεσε τους μοναχούς της Σουρβιάς και τους νουθέτησε λέγοντάς τους, μεταξύ άλλων:«Προσέχετε και τούτο καλώς, όσοι έχετε ιερωσύνην, διότι ο λαμβάνων χρήματα και συγχωρών αμαρτίας είναι διάβολος … διότι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος δεν αγοράζεται αλλά δίδεται δωρεάν εις τους ευλαβείς και φοβουμένους τον Κύριον και εις εκείνους όπου έρχονται μετά πίστεως και φόβου Θεού εις το λουτρόν της εξομολογήσεως …».
Η είσοδος του ιερού ναού του Οσίου Γερασίμου στη Μακρυνίτσα
Τέτοια λέγοντας προς τους πατέρες ο Όσιος και νουθετώντας τους πατρικά, παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού, την 14η Σεπτεμβρίου. Να σημειωθεί ότι ενώ εκοιμήθη την 14η Σεπτεμβρίου, η εορτή του μεταφέρθηκε κατά μία ημέρα για την 15η Σεπτεμβρίου, για να μην συμπέσει με τη μέγιστη των εορτών εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Πολλά θαύματα έκανε ο Όσιος Γεράσιμος μετά την ανακομιδή των λειψάνων του στη Σκόπελο, στους Πινακάτες, στο Χατζήμισι (ονομασία του Στεφανοβίκειου Μαγνησίας), στα Κανάλια, στον Άγιο Γεώργιο Βελεστίνου και αλλού.
«Φύλαττε τους δούλους σου εκ δεινών, παντοίων τρισμάκαρ, και λοιμώδους νόσου σοφέ, όπως σε ως ρύστην, ακοίμητον υμνώμεν, Γεράσιμε οι πόθω σοι καταφεύγοντες»
Πολλοί άγιοι ιεράρχες λάμπρυναν με την προσωπικότητά τους και το έργο τους την πρωτόθρονη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως στη δισχιλιόχρονη ιστορική της πορεία. Ένας από αυτούς είναι και ο Άγιος Αλέξανδρος, ο οποίος έβαλε τη δική του σφραγίδα στην Εκκλησία του Χριστού σε μια εποχή κρίσιμη.
Ώρα με την ώρα η κατάσταση γίνεται πιο δύσκολη. Η Σμύρνη κατακλύζεται συνεχώς από πρόσφυγες του εσωτερικού. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος, αεικίνητος και ακούραστος, τρέχει στην προκυμαία, στις γειτονιές, για να τους παρηγορήσει, να τονώσει το ηθικό τους. Επισκέπτεται τους προξένους των μεγάλων δυνάμεων. Τους παρακαλεί να δεχτούν πρόσφυγες στα καράβια τους. Καμμιά όμως ανταπόκριση στις αγωνιώδεις εκκλήσεις του…
Ο Άγιος Απόστολος Τίτος είναι ο πρώτος Επίσκοπος της Κρήτης και πολιούχος Άγιος της πόλεως του Τυμπακίου στον νομό Ηρακλείου. Η μνήμη του τιμάται στις 25 Αυγούστου
Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός υπήρξε φωτοφόρος απόστολος του Ευαγγελίου στα μαύρα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς. Η Εκκλησία για να τιμήσει τον αγώνα και την προσφορά του, τον ονόμασε Ισαπόστολο. Γεννήθηκε στο χωριό Ταξιάρχης της επαρχίας Αποκούρου, κοντά στο χωριό Μεγάλο Δένδρο Ναυπακτίας, το 1714,από γονείς ευσεβείς, που τον ανέθρεψαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου.
Ο Άγιος Αθανάσιος (κατά κόσμον Αλέξιος Πατελάρος) διετέλεσε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (Αθανάσιος Γ’) για μικρά χρονικά διαστήματα, το 1634 μ.Χ. και το 1652 μ.Χ. Γεννήθηκε στο χωριό Αξός Μυλοποτάμου του Ρεθύμνου μεταξύ των ετών 1580 μ.Χ. και 1597 μ.Χ. Η Κρήτη τότε ήταν κάτω από τους Ενετούς και ο μικρός Αλέξιος μορφώθηκε στα σχολεία τους και έλαβε κατώτερη και ανώτερη μόρφωση. Μορφώθηκε αρκετά καλά ώστε έγινε σύντομα ένας συγκροτημένος φιλόσοφος, φιλόλογος και εξαίρετος ομιλητής. Σπούδασε Αρχαία Ελληνική Φιλολογία, Φιλοσοφία και Θεολογία. Ήξερε ελληνικά και λατινικά και διακρινόταν για τη γενικότερη μόρφωσή του, το κήρυγμά του και την ποίηση που έγραφε. Μελετούσε την Αγία Γραφή και μάλιστα μετέφρασε μέρος της στα νέα ελληνικά. Στη Μονή Ιβήρων σώζεται σήμερα και μετάφραση του Ψαλτηρίου που έκανε ο ίδιος.
Από μικρός έδειξε ιδιαίτερη συμπάθεια και κλίση προς το μοναχισμό. Γι’ αυτό πορεύθηκε προς το Όρος Σινά και το Άγιον Όρος, όπου γνώρισε και έζησε από κοντά το μοναστικό ιδεώδες. Μελέτη και προσευχή ήταν τα όπλα του, που τον βοήθησαν στην συνέχεια σε μια περιπετειώδη ζωή. Στο Άγιον Όρος εγκαταβίωσε στην μονή Εσφιγμένου, αφού προηγουμένως έζησε για λίγο σε μονή στην Θεσσαλονίκη, όπου εν τω μεταξύ χειροτονήθηκε διάκονος και πήρε το όνομα Ανανίας. Απ’ εκεί ταξίδεψε στους Αγίους Τόπους και εκάρη μοναχός στο Σιναΐτικο Μετόχι του Χάνδακα με το όνομα Αθανάσιος, το οποίο διατήρησε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Κατά την επιστροφή του έζησε μόνος πια σ’ ένα κελλί κοντά στις Καρυές, στο αρχαίο μονύδριο του Ξύστρου, το οποίο είναι η σημερινή Σκήτη του Αγίου Ανδρέα, της οποίας θεωρείται κτήτωρ. Η ζωή του τώρα ήταν ασκητική, αφιερωμένη ολοκληρωτικά στη νηστεία, τη μελέτη και την προσευχή. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου χειροτονήθηκε και πρεσβύτερος.
Την εποχή εκείνη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο εθνομάρτυρας Κύριλλος Λούκαρις, που καταγόταν επίσης από την Κρήτη. Ο Κύριλλος Λούκαρις πληροφορήθηκε για την ανώτερη κατάρτιση, αλλά και τα προσόντα του Αθανασίου. Τον κάλεσε έτσι στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον διόρισε προσωπικό του γραμματέα και σύμβουλο. Εκτίμησε τις γνώσεις και τις αρετές του, γι’ αυτό σύντομα, το 1631, ο Αθανάσιος εξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, όπου υπηρέτησε για μικρό χρονικό διάστημα, αποκτώντας τη φήμη μεγάλου ιεροκήρυκα και θαυμάσιου χειριστή του προφορικού και γραπτού λόγου.
Τα γεγονότα όμως στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν είχαν θετική εξέλιξη. Ο προστάτης και ευεργέτης του Κύριλλος Λούκαρις με τις ξένες επεμβάσεις, ιδιαίτερα των Ιησουϊτών, εξορίστηκε στην Τένεδο και το Μάρτιο του 1634 εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο ίδιος ο Αθανάσιος. Δεν έμεινε όμως για αρκετό χρονικό διάστημα στον Πατριαρχικό Θρόνο, αλλά μόνο σαράντα ημέρες. Κατηγορίες και συκοφαντίες τον βρήκαν στερημένο κάθε δικαιώματος και καθηρημένο. Στην κατάσταση αυτή ο Αθανάσιος βρήκε πάλι καταφύγιο στο Άγιον Όρος, στο παλαιό του κελλί στις Καρυές, το οποίο και μεγάλωσε με προσωπική εργασία. Τον Σεπτέμβριο του 1635 ο Αθανάσιος έφθασε στην Αγκώνα της Ιταλίας. Δεν έμεινε όμως για πολύ εκεί. Στις 25 Οκτωβρίου τον βρίσκουμε στην Βενετία. Με τη μεσολάβηση γνωστών του προσπάθησε να επανέλθει στο Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ή της Θεσσαλονίκης. Απαίτηση των Ενετικών αρχών και άλλων στενών συνεργατών της κούριας του Βατικανού ήταν να γράψει ομολογία πίστεως προς τον Πάπα της Ρώμης. Αυτό δεν το έκανε ο Αθανάσιος.
Οι διαμάχες στο Πατριαρχείο συνεχίστηκαν λόγω των ξένων επεμβάσεων. Έτσι στο θρόνο ανέβηκε τώρα ο Κύριλλος Κονταρής, αφού οι Ιησουίτες στραγγάλισαν τον Κύριλλο Λούκαρι. Η κατάσταση δεν ήταν καθόλου ευχάριστη. Έτσι ο Αθανάσιος, φοβούμενος για την ζωή του, εγκατέλειψε τη Θεσσαλονίκη και έφθασε μέσω Κωνσταντινουπόλεως στη Χίο. Στην συνέχεια ταξίδεψε στην Πάτμο, την Πάρο, την Μήλο, τα Κύθηρα, τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα καθώς και «εις τα μέρη της άνω Μυσίας». Αλλά και πάλι οι διάφορες συγκυρίες τον βοήθησαν να επανέλθει στη Θεσσαλονίκη. Από τον Αύγουστο του 1639 μέχρι το 1643 παρέμεινε εκεί καθώς ο Πατριάρχης Παρθένιος Α’ του παραχώρησε τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και την πατριαρχική Μονή Βλατάδων.
Το άφθαρτο ιερό σκήνωμα του Αγίου Αθανασίου στην Ι.Μ. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στο Χάρκοβο της Ουκρανίας
Το 1643 μ.Χ. ο Αθανάσιος μετέβη στη Μολδαβία και στη Βλαχία. Σε μια μονή του Ιασίου ο Αθανάσιος εφησύχαζε γράφοντας διάφορα έργα και μεταφράζοντας βιβλία της Αγίας Γραφής στη Νεοελληνική γλώσσα.Με τους εκεί ηγεμόνες ανέπτυξε φιλικές σχέσεις και με τη συμπαράστασή τους επανήλθε στον Πατριαρχικό Θρόνο το 1652, για ένα σύντομο όμως διάστημα μόλις σαράντα ημερών. Την ημέρα της εκθρόνισής του έβγαλε κήρυγμα με βάση το χωρίο «Σῦ εἰ Πέτρος καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν» και αντέκρουσε τα επιχειρήματα που συνιστούν το παπικό πρωτείο με ιδιαίτερη οξύτητα. Το κήρυγμά του αυτό προκάλεσε την μήνι των λατινοφρόνων, με προεξάρχοντα τον Αθανάσιο τον Κύπριο, ο οποίος το 1655 κυκλοφόρησε πραγματεία με τον τίτλο «Ἀντιπατελλάριον».
Μετά από εκκλήσεις στους τσάρους Αλέξιο και Μιχαήλ ο Αθανάσιος έφθασε στη Μόσχα στις 15 Απριλίου 1653 συνοδευόμενος από πολλούς ιερωμένους και λαϊκούς, όπως τον αρχιμανδρίτη Νεόφυτο και τον κελλάρη Γρηγόριο του μοναστηρίου της Αναλήψεως της Κρήτης, τον αρχιμανδρίτη Χριστόφορο από τη Θεσσαλονίκη, τον αρχιμανδρίτη Δοσίθεο από τα Ιωάννινα και άλλους διακόνους και λαϊκούς. Στη Ρωσία άσκησε σημαντικόιεραποστολικό έργο και αντιλατινική δράση, πράγμα που δικαιολογεί και την ιδιαίτερη τιμή των Ρώσων στο πρόσωπό του. Από τη Ρωσία αναχώρησε με την συνοδεία του μέσα σε βαρύ χειμώνα με χιόνια και φοβερό κρύο. Κουρασμένος από την πορεία σταμάτησε για λίγο στην ιερά μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην πόλη Λουβνί, στο Χάρκοβο της Ουκρανίας. Έφθασε εκεί στις αρχές Φεβρουαρίου του 1654. Αισθανόμενος ότι πλησιάζει το τέλος του συνέταξε την πνευματική του διαθήκη διαθέτοντας όλα τα ποσά που του έδωσε ο Τσάρος σε διάφορα μοναστήρια, όπως σε όλες τις μονές του Αγίου Όρους, στην μονή της Αγίας Αναστασίας στη Θεσσαλονίκη, στο μοναστήρι του Σινά, σε διάφορες μονές των Ιεροσολύμων και στις μονές Αγίου Νικολάου και Αρχαγγέλου Μιχαήλ της Ρουμανίας. Άφησε επίσης μερικά ποσά στους συνοδούς του και μερικά για τα έξοδα της κηδείας του και τα μνημόσυνα υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του. Στις 5 Απριλίου 1654 ο πρώην Κωνσταντινουπόλεως Αθανάσιος άφησε την τελευταία του πνοή εκεί στη μονή της Μεταμορφώσεως. Σύμφωνα με τη διήγηση βρέθηκε ο Αθανάσιος με το Ευαγγέλιο στα χέρια του ευλογών τον κόσμο. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν: «Ω Κύριε δέξου το πνεύμα μου».
Είναι άξιο λόγου να αναφερθεί εδώ η ιδιαίτερη τιμή που έτρεφε προς τη μονή του Σινά, αφού άφησε στον τότε αρχιεπίσκοπο Ιωσήφ μια πλήρη αρχιερατική στολή, μίτρα, εγκόλπιο και ιερά σκεύη. Το 1662, ο μητροπολίτης Γάζας Παΐσιος Λιγαρίδης (του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων) είδε σε όραμα τον Αθανάσιο να τον προστάζει να ανοίξει τον τάφο του. Ο Παΐσιος Λιγαρίδης επισκεπτόταν τυχαία την μονή της Μεταμορφώσεως. Πληροφόρησε αμέσως τον τότε ηγούμενο Βίκτωρα για το παράξενο όραμά του και την εμφάνιση του Αθανασίου. Τότε όλη η αδελφότητα της Μονής ύστερα από πολύωρες παρακλήσεις και αγρυπνία, με την ευλογία του τότε μητροπολίτη Κιέβου Ιωσήφ, άνοιξαν τον τάφο του Αθανάσιου, για να βρεθούν μπροστά σε μια μεγάλη έκπληξη. Ο άγιος Αθανάσιος βρέθηκε καθιστός πάνω στο θρόνο του, όπως ετάφη, με το σώμα του άφθορο και σε στάση δεήσεως και προσευχής.
Πήραν τότε το ιερό σκήνωμά του και το τοποθέτησαν στον μεγαλοπρεπή ναό της Μεταμορφώσεως της Μονής την 1η Φεβρουαρίου 1662. Βέβαια το άφθορο λείψανο του Αγίου πολλές φορές μεταφέρθηκε από τόπο σε τόπο, όταν υπήρχε ανάγκη ανακαινίσεως του ναού. Όταν το 1684 άρχισε την ανοικοδόμηση του μεγάλου καθεδρικού ναού της Μεταμορφώσεως, το άγιο λείψανο μεταφέρθηκε στον ιερό ναό του αγίου Γεωργίου. Εκεί έμεινε μέχρι το 1692, οπότε εγκαινιάστηκε ο καθεδρικός ναός. Ο τότε μητροπολίτης Κιέβου Βαρλαάμ με πολλή μεγαλοπρέπεια εγκαινίασε το ναό και το άγιο λείψανο τοποθετήθηκε εκεί. Όταν το 1728 ο θόλος του ναού γκρεμίστηκε, το ολόσωμο σκήνωμα του Αγίου μεταφέρθηκε στον ξύλινο ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Από εκεί υστέρα από ένα ατύχημα, για σίγουρη φύλαξη, το 1736 μεταφέρθηκε στον πέτρινο ναό του Ευαγγελισμού. Εκεί έμεινε μέχρι το 1743, όταν πια ο μεγάλος αυτός καθεδρικός ναός της Μεταμορφώσεως έλαβε την τελική του μορφή.
Ι.Ν. Αγίου Αθανασίου Πατελάρου στην Αξό Μυλοποτάμου
Η τελετή έγινε από τον τότε μητροπολίτη Κιέβου Τιμόθεο, ο όποιος στη συνέχεια, στις 26 Αυγούστου 1743, έγινε μητροπολίτης Μόσχας. Εκεί στον ίδιο ναό ήταν και η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας Λουβέσκαγια. Το 1773 ξέσπασε μεγάλη πυρκαγιά με αποτέλεσμα την πλήρη καταστροφή της Μονής. Οι αδελφοί της Μονής τότε πήραν το άγιο λείψανο και για δύο ημέρες με προσευχές και δεήσεις το είχαν έξω στον κήπο της Μονής. Την τρίτη μέρα, μετά από το σβήσιμο της πυρκαγιάς το άγιο λείψανο μεταφέρθηκε στον καθεδρικό ναό. Στις δύο πυρκαγιές που έπληξαν την Μονή, το 1736 και το 1785, ο άγιος Αθανάσιος με διάφορους τρόπους θαυματούργησε, σύμφωνα με διηγήσεις του τότε ηγουμένου Παϊσίου. Στις 2 Μαΐου του 1819 με κάθε μεγαλοπρέπεια ο τότε μητροπολίτης Πολτάβας Μεθόδιος και ο ηγούμενος Κύριλλος τοποθέτησαν το άγιο λείψανο μέσα σε μεγάλη ασημένια θήκη. Η αγιοποίησή του έγινε ύστερα από έκθεση του ηγουμένου του Μοναστηρίου προς τον τσάρο της Ρωσίας Αλέξιο Μιχαήλοβιτς με ημερομηνία 6 Ιανουαρίου 1672. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, η ανακήρυξη του Αθανασίου σε άγιο έγινε μεταξύ του 1672 και 1676.
Ο τάφος του υπήρξε πάντοτε πηγή αγιάσματος και ιαμάτων. Με την άνοδο στην εξουσία των μπολσεβίκων, η Μονή του Λούμπνι μετατράπηκε σε φυλακή το 1917 και σε στρατόπεδο το 1937. Το σκήνωμα του Αγίου Αθανασίου Πατελάρου διασώθηκε στην αποθήκη ενός μουσείου. Το 1990 αποδόθηκε και πάλι στη Ρωσική Εκκλησία και διατηρείται στο Χάρκοβο της Ουκρανίας. Στις 21 Αυγούστου 1993 η Αξός, ως γενέτειρα του Αγίου Αθανασίου, υπεδέχθη μικρό τεμάχιο του ιερού λειψάνου του το οποίο έφερε από το Χάρκοβο ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος (τότε επίσκοπος Κυρήνης). Από τότε η μνήμη του Αγίου Αθανασίου Πατελάρου εορτάζεται την 21η Αυγούστου κάθε έτους. Το 1995, ολιγομελής αντιπροσωπεία της εκκλησίας με επικεφαλής τον Μητροπολίτη (τότε ηγούμενο της Ιεράς Μονής Ατάλης – Μπαλί) κ.κ. Άνθιμο, και τους Αξικούς: Παππά Γιώργη Κουτάντο, Παππά Μιχάλη Καμαρίτη, Στέλιο Κ. Κουτάντο (Πρόεδρο κοινότητας Αξού), Γιάννη Β. Δαφέρμο και Γιάννη Δ. Παπαδάκη (πρόεδρο Πολιτιστικού Συλλόγου Αξού) επισκέφθηκε την Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Λούμπνι και την πόλη του Χάρκοβο.
Ο Μητροπολίτης Χαρκόβου κ.κ. Νικόδημος παρέδωσε στην αντιπροσωπεία τεμάχιο του ιερού λειψάνου και αρχιερατική στολή του Αγίου, τα οποία μεταφέρθηκαν στην γενέτειρα του και φυλάσσονται από 21 Αυγούστου 2008 στον ομώνυμο ιερό ναό του Αγίου στην Αξό. Τα «Ρεθεμνιώτικα Νέα» σε ρεπορτάζ ανέφεραν ότι τα λείψανα του Αγίου εκλάπησαν μετά από διάρρηξη του ναού, τον Φεβρουάριο του 2010, και καταβάλλονται προσπάθειες για την ανεύρεσή τους. Οι ιερόσυλοι παραβίασαν την κλειδωμένη πόρτα, πήραν χρήματα από το παγκάρι και στη συνέχεια άρπαξαν την λειψανοθήκη με το τμήμα ιερού λειψάνου του Αγίου Αθανασίου και εξαφανίστηκαν.
«Όποιος αγαπά το Θεό, δεν μπορεί να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του. Εκείνος που βλέπει και ίχνος μόνο μίσους μέσα στην καρδιά του προς οποιονδήποτε άνθρωπο για οποιοδήποτε φταίξιμό του, είναι εντελώς ξένος από την αγάπη προς τον Θεό. Γιατί η αγάπη προς το Θεό δεν ανέχεται διόλου το μίσος κατά του ανθρώπου. Εκείνος που έκανε κτήμα του τη θεία αγάπη υπομένει με γενναιότητα χωρίς να σκέφτεται το κακό που του έκανε οποιοσδήποτε.
Όταν αισθανθείς πόνο επειδή κάποιος σε προσέβαλε ή σε ντρόπιασε, να ξέρεις ότι ωφελήθηκες πολύ. Με το ντρόπιασμα βγήκε από μέσα σου η κενοδοξία. Πολλοί έχουν πει πολλά περί αγάπης, αν όμως την αναζητήσεις, θα τη βρεις στους μαθητές του Χριστού, επειδή εκείνοι είχαν την αληθινή Αγάπη δάσκαλο της αγάπης, για την οποία έλεγαν: “Αν έχω το χάρισμα της προφητείας και αν γνωρίζω όλα τα μυστικά σχέδια του Θεού, και έχω όλη τη γνώση, αλλά δεν έχω αγάπη, δεν ωφελούμαι τίποτε” (Α’ Κορ. 13,2-3). Εκείνος λοιπόν που απόκτησε την αγάπη, απόκτησε τον Θεό, επειδή ο Θεός είναι αγάπη (Α’ Ιω. 4,8)».
Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «Κεφάλαια περί αγάπης»
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]