Να μαζεύεις δάφνη και μάρμαρο

Μύκονος, Βούλα Παπαϊωάννου

«Να μαζεύεις δάφνη και μάρμαρο
για την άσπρη αρχιτεκτονική της τύχης σου»

Οδυσσέας Ελύτης

Συνέχεια

Η ομορφιά που χαρίζει στην ψυχή η καλλιέργεια ενός κήπου

Ο κήπος της Εδέμ στην Ι.Μ. Ιβήρων (Δεκ. 2018)

Ἄν καὶ σὲ ἄλλο κείμενό μου ἀναφερόμουν στὴν ὀμορφιὰ ποὺ χαρίζει στὴν ψυχὴ ἡ καλλιέργεια ἑνὸς κήπου, ἐδῶ θὰ προσπαθήσω, μὲ ὅσο γίνεται λιτὸ τρόπο, νὰ ἐκφράσω τὰ βιώματά μου.

Βιώματα, ποὺ ἐξάπαντος ἀποτελοῦν καὶ εἶναι ἀποτέλεσματα μιᾶς μακρᾶς ἐνασχόλησής μου μὲ τὴ καλλιέργεια τῆς γῆς. Γιατὶ στὸ περιθώριο τῶν ποιμαντικῶν καθηκόντων τὸ διακόνημα αὐτὸ τῆς καλλιέργειας τοῦ κήπου γίνεται αὐτόματα γιὰ τὸν ποιμένα ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ τὸ διακονήσει, ἕνα ἄλλο σχολεῖο, ὅπου μαθητεύει: τὶ ἄλλο ἀπὸ τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, καθὼς παρατηρεῖ μὲ ὑπομονὴ καὶ καρτερία, ἐργασία καὶ κόπο νὰ μεταποιεῖται τὸ χέρσο ἔδαφος σὲ μιὰ σιωπηλὴ κοινωνία φυτῶν ποὺ μέρα τὴ μέρα, στιγμὴ τὴ στιγμὴ αὐξάνονται, ἀνθοφοροῦν, καρποφοροῦν, ἀλλὰ καὶ φθίνουν, χλομιάζουν, μαραίνονται καὶ στὸ τέλος ξηραίνονται. Ἕνα μεγαλεῖο εἶναι ἡ ὅλη αὐτὴ διαδικασία ποὺ δὲν περιγράφεται μὲ λόγια, ὡστόσο ὁμολογεῖται, γιατὶ καταννοεῖ ὁ κάθε πιστός -πόσο μᾶλλον ὁ ποιμένας- τὸ χέρι τοῦ Δημιουργοῦ νὰ στεφανώνει τὶς πράξεις αὐτὲς καὶ ἀσχολίες του. Ὅντως, «ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα Σου, Κύριε …» (Ψαλμ. 103, 24).

Ὡστόσο, δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονηθεῖ καὶ ἡ ἄλλη παράμετρος τῆς κηπουρικῆς ἐνασχόλησης. Αὐτῆς δηλαδὴ ποὺ σχετίζεται μὲ τὴν θεραπεία τῆς ψυχῆς, τὴν ἀποφόρτωσή της καί, κυρίως, τὴν εἰρήνευσή της. Γιατὶ ἡ καλλιέργεια ὅταν συνοδεύεται ἀπὸ τὴν προσευχή, τότε γίνεται δοξολογία φωτεινή, ποὺ διανοίγει τοὺς κλειστοὺς τοὺς πόρους τῆς ψυχῆς καὶ τῆς χαρίζεται ἀφειδώλευτα τὸ ὀξυγόνο τῆς θείας εὐλογίας.

Άγιον Όρος Ι.Μ. Ιβήρων (Δεκ. 2018)

Θυμᾶμαι ἐδῶ μὲ συγκίνηση τὸν Γέροντα Μωυσῆ ποὺ μᾶς διηγεῖτο κάποτε γιὰ ἕνα ἐνάρετο ἀγιορείτη μοναχό, ποὺ ζοῦσε στὴ Σκήτη τους κι ὁ ὁποῖος, ὅταν καλλιεργοῦσε τὴν κῆπο του, φοροῦσε πάντα τὸ κουκούλι του, γιὰ νὰ αύτοσυγκεντρώνεται καὶ νὰ μὴν περισπᾶται.

Αὐτὴ τὴν αὐτοσυγκέντρωση βιώνει κι ὁ κάθε πιστὸς καλλιεργητής – ηπουρὸς μέσα στὴ σιωπηλὴ κοινωνία τοῦ κήπου του. Γιατὶ ἀφοσιώνεται στὸ ἀντικείμενό του καὶ μὲ σπουδή, φιλοτιμία κι έργατικότητα προσπαθεῖ νὰ καλλιεργήσει καὶ φροντίσει τὰ φυτά του. Κι εἶναι ἀναμφίβολα ἐτούτη ἡ διακονία μάθημα θεοδίδακτο, ἀφοῦ μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴ διαδικασία πληροφορεῖται καὶ διδάσκεται ἕνα πλῆθος ποιμαντικῶν θεμάτων, ποὺ τὸν ψυχωφελοῦν καὶ συνάμα τὸν συνδράμουν. Μὲ λίγα λόγια, δὲν εἶναι καὶ μικρὸ τὸ παράδειγμα τοῦ εὐπρεπισμοῦ ἀρχικὰ τοῦ χωραφιοῦ, πρὶν σκαφτεῖ καὶ στὴ συνέχεια φυτευτεῖ. Γιατὶ κάπως ἔτσι συμβαίνει καὶ στὴν ἴδια τὴν ψυχὴ τοῦ ποιμένα καὶ κατ᾿ ἐπέκταση τοῦ κάθε πιστοῦ μέλους τῆς ἐνοριακῆς του κοινότητας.

Ἄν, δηλαδή, τὸ χωράφι δὲν καθαριστεῖ ἀπὸ τὰ ξεράδια, τὶς πέτρες καὶ ἄγρια τὰ χόρτα, τότε δὲν εἶναι δυαντὸ νὰ γίνει τὸ πρῶτο τὸ βῆμα: τὸ προσεχτικὸ τὸ σκάψιμο, μὲ φροντίδα ὤστε τὸ χῶμα νὰ γίνει πιὸ εὔφορο, γιὰ νὰ δεχτεῖ τὰ σπόρια ἤ καὶ τὰ φυτά. Καὶ γιὰ νὰ καταστεῖ εὔφορη ἡ γῆ, θὰ πρέπει νὰ ἀπομακρυνθοῦν τυχὸν ρίζες ποὺ ἀπόμειναν στὸ χῶμα, κρυμμένα λιθαράκια, ἀκόμα καὶ ἄλειωτοι σβόλοι ἀπὸ χῶμα. (Κάπως ἔτσι δὲν τὰ δίδαξε κι ὁ Χριστὸς στὴν ὑποδειγματική Του παραβολὴ τοῦ σπορέως; [βλ. Λκ. 8, 5-15] Ἤ, γιὰ λέμε τὰ πράγματα μὲ τ᾿ ὄνομά τους, ἄν δὲν ἀρχίσει σωστὰ ἡ καλλιέργεια τῆς ψυχῆς, τότε εἶναι ἀδύνατο νὰ καταστεῖ δεκτικὴ τῆς ἁγιοπνευματικῆς χάριτος).

Στὴ συνέχεια, ἀφοῦ λιπανθεῖ ὁ κῆπος κι αὐλακιαστεῖ, ἀρχίζει τὸ φύτεμα, ποὺ δὲν εἶναι καὶ εὔκολη ἐργασία, ἀφοῦ ἀπαιτεῖται μεγάλη προσοχή, ἐπιμέλεια καὶ ὑπομονή. Τὸ φύτεμα ἀκολουθεῖ τὸ πότισμα, ποὺ κι αὐτὸ χρειάζεται νὰ γίνει μὲ φροντίδα κι ὄχι βιασύνη. Γιατὶ τὸ μέτρο πρέπει νὰ πρυτανεύει καὶ στὴν περίπτωση αὐτή, ἐπειδὴ τὸ ἀπότομο νερὸ μπορεῖ νὰ καταστρέψει τὰ νεόφυτα. (Γι᾿ αὐτὸ καὶ στὴν πνευματικὴ ζωὴ ἀπαιτεῖται μὲ προσεχτικὸ καὶ ἐπιμελημμένο τρόπο νὰ προσλαμβάνουμε τὰ ὄσα διδασκόμαστε καὶ νὰ τὰ φροντίζουμε, ὥστε νὰ αὐξάνεται μέσα μας ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ θεοσέβεια. Μόνο ποὺ ἀπαιτεῖται ὑπομονὴ κι ὄχι ἀπότομες κινήσεις. Κινήσεις, δηλαδή, ἐπιζήμιες, ὅπως ἡ βιασύνη καὶ ἡ ἀγωνία, συνοδευμένες ἐξάπαντος ἀπὸ τὸ ἄγχος νὰ φανοῦμε «τοῖς ἀνθρώποις» ὅτι τάχα προκόψαμε στὰ πνευματικά. Γιατὶ τότε ὅλα καταστρέφονται).

Άγιον Όρος Ι.Μ. Ιβήρων (Δεκ. 2018)

Ὅμως ἡ διαδικασία τῆς καλλιέργειας δὲ σταματᾶ μὲ τὸ φύτεμα καὶ τὴν ἀναμονὴ γιὰ λήψη τῶν καρπῶν. Ἀπαιτεῖται συνεχὴς ἐπίβλεψη, ὥστε νὰ φροντίζονται τὰ φυτά. Ἔτσι ἔχουμε τὸ σκάλισμα, τὸ ξεφύλλισμα, τὴν τοποθέτηση στηριγμάτων, ὥστε τὸ φυτό, καθὼς μεγαλώνει καὶ ὑψώνεται, νὰ προφυλάσσεται ἀπὸ τοὺς βιαίους ἀνέμους καὶ νὰ εἶναι, κατὰ τὸ δυνατὸ στερεωμένο καὶ δεμένο προσεχτικά.

Γιὰ τὴν ἀνάπτυξή του τώρα ἀπαιτεῖται τὸ πότισμα κατὰ τὸ θέρος, ἡ τροφή του μὲ ζωϊκὴ λίπανση (κοπριά), ἀλλὰ καὶ ἡ προφύλαξή του ἀπὸ τυχὸν ἀσθένειες. Ἔτσι, κατὰ τακτὰ διαστήματα θειαφίζεται, γιὰ νὰ ἀπομακρύνονται τὰ μικρόβια. Φυσικὰ κάθε τόσο θὰ πρέπει νὰ «βοτανίζεται» ὁ κῆπος, δηλαδή, νὰ ἀποβάλλονται τὰ ζιζάνια, τὰ ἁγριοχόρταρα, τὰ ὁποῖα αὐξάνονται μὲ ἐπιθετικὸ τρόπο, ὥστε νὰ κινδυνεύουν τὰ φυτὰ νὰ ἀσθενήσουν καὶ νὰ ἀτονήσουν μὴ δίδοντας καρπὸ στὸ μέλλον. Κι ἐδῶ ἔρχεται στὸ νοῦ, γι᾿ ἄλλη μιὰ φορά, ἡ ὑπέροχη παραβολὴ τοῦ σπορέως, στὴν ὁποία ὑπάρχουν ὅλες οἱ παραπάνω ὑποδείξεις. Ὑποδείξεις ποὺ χρειάζεται νὰ τὶς ἀναγνώσει ὁ κάθε πιστὸς μὲ λεπτομερῆ τρόπο, ὥστε νὰ καταστεῖ ὁ κῆπος τῆς ψυχῆς του καρποφόρος κι ὠποροφόρος.

Ὅταν, τώρα, τὰ φυτὰ ἀρχίζουν νὰ μεγαλώνουν χρειάζονται καὶ στήριγμα, γιὰ νὰ μὴν κινδυνέψουν νὰ ξερριζωθοῦν σὲ περίπτωση ποὺ θὰ ξεσπάσει κάποια θύελλα ἤ ραγάνι, γι᾿ αὐτὸ καὶ φροντίζει ὁ κηπουρὸς νὰ τὰ προφυλάξει μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ καὶ νὰ τὰ στηρίξει. Γι’ αὐτὸ διαλέγει γερὰ γύλα ἤ χοντρὰ καλάμια, ὥστε νὰ δεθεῖ τὸ φυτὸ καὶ ν’ ἀναρριχηθεῖ καὶ νὰ «δέσουν» πιὸ καλύτερα οἱ καρποί του. Κυρίως στὶς ἀγγουριές, στὶς ντοματιές, στὶς φασολιές.

Εἶναι ὄντως ἔνα μεγαλεῖο ἡ κηπουρική, ποὺ σὲ ἀποτοξινώνει ἀπὸ περιττοὺς λογισμούς, ἀπὸ ἀγχωτικὲς καταστάσεις καὶ ἀπὸ κάθε εἴδους «δαιμονίων», ποὺ σωρηδὸν εἰσέρχονται στὸ νοῦ νὰ σὲ πειράξουν… Καὶ τὰ καταφέρνουν τόσο, ὅταν ἔχεις πνεῦμα ἀργίας…

π. Κ.Ν. Καλλιανός

Πηγή: proskynitis.blogspot.com

Χωρίς κατηγορία

Κλήδονας, η λαϊκή μαντεία

Κοπέλα στη βρύση της Μπράνης, Μακρινίτσα Πηλίου

Οι παραδόσεις του λαού είναι θησαυροί ανεκτίμητοι που δηλώνουν την ξεχωριστή ταυτότητα κάθε έθνους. Η Ελλάδα διακρίνεται για τα ήθη και τα έθιμά της που τα διατηρούν όχι μόνο όσοι κατοικούν μέσα στη χώρα αλλά και όσοι ζουν σε άλλες χώρες. Κι αυτό οφείλεται στη μεγάλη προσπάθεια των λαογράφων να τα διατηρήσουν και να τα παραδώσουν στις νέες γενιές. Ένα από τα ελληνικά έθιμα είναι και ο «Κλήδονας», ένα είδος λαϊκής μαντείας.

Συνέχεια
Χωρίς κατηγορία

Το Ολοκαύτωμα του Φούλατζικ (23 Ιουνίου 1920)

Κ. Ευστρατιάδης – Ερκέκογλου, Εφέτης Θράκης

Το Φούλατζικ είναι ένα χωριό 20 χλμ. βόρειοανατολικά της Νίκαιας στη Βιθυνία της Μικράς Ασίας. Πριν την καταστροφή ήταν γνωστό στους Τούρκους ως «Μικρή Ελλάδα» (Κιουτσούκ Γιουνανιστάν). Η σφαγή των Ελλήνων του Φούλατζικ έγινε στις 23 Ιουνίου του 1920 από μία ομάδα τσετών και κεμαλικών, που προσπαθούσαν να προλάβουν την προέλαση του Ελληνικού στρατού στη Μικρασία. Αφού μάζεψαν λεφτά και τιμαλφή από τους κατοίκους, στοίβαξαν όλους τους άρρενες άνω των 14 μέσα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, η οποία παραδόθηκε στις φλόγες. Περίπου 300 άντρες κάηκαν ζωντανοί. Ο διοικητής έβαλε ένα σχοινί γύρω από τον λαιμό του ιερέα Φιλίππου Καλοκίδη και τον καβάλησε σαν να ήταν άλογο. Όταν ο πατήρ Φίλιππος έχασε τις αισθήσεις του, κατακρεούργησε το σώμα του και τον πέταξαν δίπλα σε ένα ποτάμι. Οι υπόλοιποι κάτοικοι κρύφτηκαν σε ένα διπλανό βουνό για πολλές μέρες χωρίς τροφή, ενώ όλο το χωριό καταστράφηκε ολοκληρωτικά.

Συνέχεια

Τα big data των προσφύγων της Μικράς Ασίας

«Και γίνανε δέντρα μεγάλα. Ξανάβγαλαν κλαριά και φύλλα της ελπίδας πράσινα. Κι απάνω στα κλαριά τους -σαν τα πουλιά- κελαηδούν τα παιδιά τους, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη γενιά της προσφυγιάς. Γενιές που πρόκοψαν γιατί γνώριζαν τι θα πει τιμή, τι θα πει αρχοντιά, τι θα πει πίστη και αγώνας!»

Γιώργος Σεφέρης

Μικρασιάτες πρόσφυγες στην Αθήνα, φωτογραφία του Ερυθρού Σταυρού, 1923 (Βιβλιοθήκη Κογκρέσου, Ουάσινγκτον)

Για τους πρόσφυγες του 1922, για τους ανταλλαχθέντες της Συνθήκης της Λωζάννης και για την επίδρασή τους στην πολιτική και οικονομική ιστορία της Ελλάδας του Μεσοπολέμου καθώς και για τη συμβολή τους στην πολιτισμική πορεία της χώρας, όλο και κάτι γνωρίζουμε, είτε επισταμένως είτε επιδερμικά. Σύμφωνα, ωστόσο, με τον Στέλιο Μιχαλόπουλο, αναπληρωτή καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Brown των ΗΠΑ, τα λεγόμενα big data του προσφυγικού ζητήματος της Ελλάδας δεν έχουν αναλυθεί με τρόπο που να οδηγεί σε μια σφαιρική, σε βάθος χρόνου καταγραφή του.

Συνέχεια

Τ’ Αγνάντεμα

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1899

Κώστας Μπαλάφας, Κάρπαθος
(Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη)

Ἐπάνω στὸν βράχον τῆς ἐρήμου ἀκτῆς, ἀπὸ παλαιοὺς λησμονημένους χρόνους, εὑρίσκετο κτισμένον τὸ ἐξωκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ὅλον τὸν χειμῶνα παπὰς δὲν ἤρχετο νὰ τὸ λειτουργήσῃ. Ὁ βορρᾶς μαίνεται καὶ βρυχᾶται ἀνὰ τὸ πέλαγος τὸ ἁπλωμένον μαυρογάλανον καὶ βαθύ, τὸ κῦμα λυσσᾷ καὶ ἀφρίζει ἐναντίον τοῦ βράχου. Κι ὁ βράχος ὑψώνει τὴν πλάτην του γίγας ἀκλόνητος, στοιχειὸ ριζωμένο βαθιὰ στὴν γῆν, καὶ τὸ ἐρημοκκλήσι λευκὸν καὶ γλαρόν, ὡς φωλιὰ θαλασσαετοῦ στεφανώνει τὴν κορυφήν του.

Ὅλον τὸν χρόνον παπὰς δὲν ἐφαίνετο καὶ καλόγηρος δὲν ἤρχετο νὰ δοξολογήσῃ. Μόνον τὴν ἡμέρα τῶν Φώτων κατέβαινεν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βραχώδους βουνοῦ, ἀπὸ τὸ λευκὸν μοναστηράκι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, μὲ φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιὰ καὶ κυματίζοντα βαθιὰ γένεια, ἕνας γέρων ἱερεὺς «ὡς νεοττὸς τῆς ἄνω καλιᾶς τῶν Ἀγγέλων» διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ παλαιὸν λησμονημένον ἐρημοκκλήσι. Ἐκεῖ ἤρχοντο τρεῖς – τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, ἀλειτούργητοι, ἀλιβάνιστοι, ἤρχοντο μὲ τὶς φαμίλιες των, τὶς ἀνέβγαλτες καὶ ἄπραχτες, μὲ τὰ βοσκόπουλά των τ’ ἀχτένιστα καὶ ἄνιφτα, ποὺ δὲν ἤξευραν νὰ κάμουν τὸν σταυρόν τους, διὰ ν’ ἁγιασθοῦν καὶ νὰ λειτουργηθοῦν ἐκεῖ· καὶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας ὁ γηραιὸς παπὰς μὲ τοὺς πτερυγίζοντας βοστρύχους εἰς τὸ φύσημα τοῦ βορρᾶ, καὶ τὴν βαθεῖαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εἰς τὸν μέγαν ἁπλωτὸν αἰγιαλόν, ἀνάμεσα εἰς ἀγρίους θαλασσοπλήκτους βράχους, διὰ νὰ φωτίσῃ κι ἁγιάσῃ τ’ ἀφώτιστα κύματα.

Τὸν ἄλλον καιρὸν ἤρχοντο, συνήθως τὴν ἄνοιξιν, γυναῖκες ναυτικῶν καὶ θυγατέρες, κάτω ἀπὸ τὴν χώραν, μὲ σκοπὸν ν’ ἀνάψουν τὰ κανδήλια, καὶ παρακαλέσουν τὴν Παναγίαν τὴν Κατευοδώτραν νὰ ὁδηγήσῃ καὶ κατευοδώσῃ τοὺς θαλασσοδαρμένους συζύγους καὶ τοὺς πατέρας των. Ὡραῖες κοπέλες μὲ ὑποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, μὲ τραχηλιὲς ψιλοκεντημένες, μὲ τοὺς χυτοὺς βραχίονας καὶ τὰ στήθη τὰ γλαφυρά, ἤρχοντο νὰ ἱκετεύσουν διὰ τ’ ἀδελφάκια των ποὺ ἐθαλασσοπνίγοντο δι’ αὐτάς, διὰ νὰ τὶς φέρουν προικιὰ ἀπὸ τὴν Πόλιν, στολίδια ἀπὸ τὴν Βενετιᾶν, κειμήλια ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρειαν. «Πάντα νἄ ’ρχωνται, πάντα νὰ φέρνουν». Βοϊδάκια λογικά, ποὺ ὤργωναν ἀντὶ τῆς ξηρᾶς τὴν θάλασσαν· φρόνιμα ὅπως τὰ δυὸ ἐκεῖνα τέκνα τῆς ἱερείας τῆς Δήμητρος, τὰ μακαρισθέντα. Νεαραὶ γυναῖκες ρεμβάζουσαι καὶ μητέρες συλλογισμέναι ἤρχοντο διὰ νὰ καθίσουν καὶ ἀγναντέψουν.

Ἅμα εἶχαν φωτισθῆ τὰ νερά, ἢ ὀψιμώτερα, ἀφοῦ εἶχαν περάσει κ’ αἱ Ἀπόκρεω, συνήθως περὶ τὴν β’ ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, ἀφοῦ εἶχαν γευθῆ πλέον ἀχινοὺς καὶ στρείδια ἀρκετά, οἱ ναυτικοί μας ἐπέβαιναν εἰς τὰ βρίκια, εἰς τὶς σκοῦνες των, κ’ ἐμίσευαν· ἐπήγαιναν νὰ ταξιδέψουν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, καράβια καὶ γολέτες «ἔδεναν» μεσοῦντος τοῦ φθινοπώρου. Οἱ θαλασσινοί μας ἀγαποῦσαν πολὺ τῆς ἑστίας τὴν θαλπωρήν, τὸν καπνὸν τοῦ μελάθρου, καὶ τὸ θάλπος τῆς ἀγκάλης. Καὶ ὅταν ἐπανήρχετο ἡ ἄνοιξις εἰς τὴν γῆν, τότε αὐτοὶ ἐπέστρεφαν εἰς τὴν θάλασσαν. Ἐσηκώνοντο στὰ πανιὰ τὰ αἰμωδιασμένα καὶ ναρκωμένα ἀπὸ τὴν μακρὰν ρᾳστώνην σκάφη ἀνὰ δυὸ ἢ τρία τὴν αὐτὴν ἡμέραν· καὶ ἡ σκοῦνα ἔφερνε βόλτες εἰς τὸν λιμένα, ἂν ἦτο ἐναντίος, ἢ καὶ οὔριος ἂν ἦτο, ὁ ἄνεμος. 

Ἡ βάρκα ἐπερίμενε διπλαρωμένη ἔξω εἰς τὴν προκυμαίαν. Ὁ καπετάνιος δὲν ἐτελείωνε τοὺς ἀποχαιρετισμοὺς εἰς τὴν οἰκίαν· καὶ ὁ λοστρόμος ἐμάκρυνε τὶς παινετάδες εἰς τὰ καπηλειά. Κ’ ἡ βάρκα ἐπερίμενε. Καὶ ὁ μοῦτσος ἔχασκε καθήμενος ἔξω, ἐπάνω στὸ κεφαλόσκαλον. Καὶ ὁ νεαρὸς ναύτης, ὅστις εἶχεν ἔλθει μὲ τὸν μοῦτσον τώρα ἀπὸ τὴν σκοῦνα, ποὺ ἦτον στὰ πανιά, ἐγίνετο ἄφαντος. Δυὸ ἄλλοι σύντροφοι, περασμένοι στὰ χαρτιά, ναυτολογημένοι, ἔλειπαν. Κανεὶς δὲν ἤξευρε ποὺ ἦσαν. Καὶ μέσα εἰς τὸ πλοῖον, ὁποὺ ἔφερνε βόλτες – βόλτες, κ’ ἐστρέφετο ὡς δεμένον περὶ κέντρον ἀόρατον -τὸ κέντρον ἦτο μέσα εἰς τὰς καρδίας καὶ εἰς τὰς ἑστίας τῶν ναυτικῶν- ἄλλος δὲν ἦτο εἰμὴ ὁ πηδαλιοῦχος, ὁ μάγειρος, κ’ ἕνας ἐπιβάτης, ξένος κ’ ἔρημος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχαν εἰπεῖ, «τώρα, στὴ στιγμή, νά, τώρα – τώρα θὰ φύγουμε» κ’ εἶχε μπαρκάρει, ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ δώδεκα ὥρας πρίν.

Ὁ πλοίαρχος ἔπρεπε νὰ βάλῃ ἐμπρὸς τὴν καπετάνισσαν· αὐτὴ ὤφειλε νὰ προπορευθῇ, ἐπειδὴ ἦτον τυχερή, βέβαια· κ’ ἔτσι ἀπεφάσιζε νὰ μπαρκάρῃ. Τέλος ἐσυμμαζεύετο ὁ λοστρόμος, ἀνεκαλύπτοντο οἱ δυὸ ἀπόντες σύντροφοι, ἐξεκολλοῦσε ὁ πλοίαρχος, ἔπεφταν τρομπόνια ἀρκετά, τρομπόνια ἀπὸ τὸ πλοῖον, τρομπόνια ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν· ἔκοφταν, ἐψαλίδιζαν τὶς βόλτες ταχύτερα, συντομώτερα, ὡς νὰ ἐσφίγγοντο διὰ νὰ κόψουν τὴν ἀόρατον ἐκείνην κλωστήν, τὸ λεπτὸν ἰσχυρὸν νῆμα, ὡς μίαν τρίχα ξανθὴν μακρᾶς κυματιζούσης κόμης· καὶ τὸ σκάφος ἔβαλλε πλώρην πρὸς βορρᾶν.

Τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καὶ τὰς ἄλλας ἡμέρας τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔαρος, καραβάνια γυναικῶν, ἀσκέρια, φουσάτα γυναικῶν, ἀνεῖρπον, ἀνέβαινον, ἀνήρχοντο ἐπάνω στὴν ρεματιάν, τὸ ρέμα – ρέμα, τὸν ἑλικοειδῆ δρομίσκον, ὅστις διαχαράσσεται ἀνὰ τοὺς λόφους τοὺς τερπνούς με τὰς χιλιάδας τῶν ἐλαιοδένδρων, τὸν ἀειθαλῆ πρασινόφαιον στολισμὸν τῆς μεγάλης κοιλάδος μὲ τὰς ράχεις, μὲ τὰς κορυφὰς, μὲ τὰς ἐσοχὰς καὶ ἐξοχάς, ἀνετώτερον ἀπὸ τὴν κυματίζουσαν ποδιὰν τῆς βοσκοπούλας τοῦ βουνοῦ, πολυπτυχώτερον ἀπὸ τὴν χρυσοκέντητον ἐσθῆτα τῆς νύμφης. Ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τῆς ἐρήμου βορεινῆς ἀκτῆς, πλησίον εἰς τὸ λησμονημένον παρεκκλῆσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας, ἐκεῖ ἐγίνετο τὸ μάζεμα τῶν γυναικῶν, ἡ σύναξις ἡ μεγάλη.

Τότε ἔλαμπον μὲ μεγάλες φωτιὲς τὰ κανδήλια τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ἡ γραῖα Μαλαμίτσα, ἡ κλησάρισσα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἔβαλλε τὶς φωνές· ἔκανε τὸ κακό… ἐμάλωνε μὲ ὅλες τὶς γυναῖκες. Αὐτὴ ἐπῆρε τὸ καλαθάκι της, τὴν ρόκα της, τ’ ἀδράχτι της, καὶ ἦλθεν ἀπὸ τὸν Ἅγιον Νικόλαον ἐπίτηδες, κατὰ παραγγελίαν τοῦ κὺρ Ἀγγελῆ, τοῦ ἐπιτρόπου… διὰ νὰ μαλώσῃ τὶς γυναῖκες, τὶς εὐλαβητικὲς (ἀλλοίμονον! ἡ εὐλάβειά μας εἶναι γιὰ τὸ συφέρο! ἔλεγε σείουσα τὴν κεφαλήν), νὰ μὴν τὸ παρακάνουν καὶ χύνουν λάδια πολλὰ καὶ καταλαδώνουν τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ, καὶ τὰ στασίδια, καὶ τ’ ἀναλόγι, καὶ τὰ δυό – τρία παμπάλαια βιβλία ποὺ ἦσαν ἐκεῖ, καὶ τὰ μανάλια καὶ τὸν τοῖχον, καὶ τὸ τέμπλο, καὶ τὶς ποδιές, καὶ αὐτὰς τὰς ἁγίας εἰκόνας. Ἀλλ’ οἱ γυναῖκες δὲν τὴν ἄκουαν. Τί χρειάζονται τόσες φωτιές, σὰν πυροφάνια, ἐφώναζεν ἡ γριά – Μαλαμίτσα. Αὐτὴ εἶχε μάθει ἀπὸ τὸν γέροντά της τὸν παπα – Γεράσιμον, ὅτι οἱ φωτιὲς τῶν κανδηλιῶν πρέπει νὰ εἶναι μικρές, τόσες δά, σὰν λαμπυρίδες. Τοῦ κάκου. Κανεὶς δὲν τὴν ἤκουε.

Οἱ ὁρμαθοὶ τῶν γυναικῶν ὁμάδες-ὁμάδες, συγγενολόγια…, διεσπείροντο εἰς μικροὺς ὄχθους, εἰς πτυχὰς τοῦ βράχου, ἀνάμεσα εἰς θάμνους καὶ χαμόκλαδα, εἰς μέρη ὑψηλὰ καὶ εἰς μέρη ὑπήνεμα· ἤρχοντο μὲ τὰ καλαθάκια τους, μὲ τὰ μαχαιρίδιά τους… διότι πολλαὶ ἐξ αὐτῶν ἠσχολοῦντο νὰ βγάλουν ἀγριολάχανα… μὲ τὰ προγεύματά τους τὰ σαρακοστιανά, καὶ ἀφοῦ εἶχαν ἀνάψει τὰ κανδήλια τῆς Παναγιᾶς, ἀφοῦ εἶχαν κάμει μετάνοιες στρωτὲς πολλές, κ’ εἶχαν κολλήσει ἀφιερώματα εἰς τὴν εἰκόνα, κ’ εἶχαν χορτάσει τ’ αὐτιά τους ἀπὸ τὰς νουθεσίας τῆς γριά-Μαλαμίτσας, ἐστρώνοντο ἐκεῖ εἰς τὴν δροσερᾶν χλόην κι ἀγνάντευαν κατὰ τὸ πέλαγος. Τὰ βοσκόπουλα ἐκεῖνα τ’ ἄγρια κι ἀχτένιστα κι ἁπλοϊκά, ποὺ τὶς ἔβλεπαν ἀπὸ μακρὰν σὰν σκιασμένα, ἀποροῦσαν κ’ ἔλεγαν:

– Κοίτα τις! στὰ μάτια ἔκαμαν.

Ὡς τόσον αἱ γυναῖκες τῶν θαλασσινῶν ἀγνάντευαν. Ἰδοὺ τὸ βρίκι τοῦ καπετὰν Λιμπέριου τοῦ Λιμνιοῦ· εἶχε σηκωθῆ στὰ πανιὰ ἀργὰ τὴν νύκτα· μὲ τὸ ἀπόγειο τῆς νυκτὸς ηὖρε τὸ ρέμα καὶ ἀπεμακρύνθη κ’ ἐχώνεψε. Κατευόδιο καλό. Ἡ προσευχὴ τῶν μικρῶν παιδιῶν του ἂς εἶναι ὡς πνοὴ στὰ πανιά, στὰ ξάρτια τοῦ καραβιοῦ σας… στὸ καλό, στὸ καλό! Ἰδοὺ τὸ καράβι τοῦ καπετὰν Σταμάτη τοῦ Σύρραχου. Ὑπερήφανα, καμαρωμένα, ἀδελφωμένα τὰ δυό, αὐτὸ κι ὁ πλοίαρχός του, πᾶνε νὰ μᾶς φέρουν καλά, νὰ μᾶς φέρουν στολίδια. Στὸ καλό, πουλί μου, στὸ καλό.

Ἰδοὺ καὶ ἡ γολέτα τοῦ καπετὰν Μανώλη τοῦ Χατζηχάνου… Ἡ ψυχή μου, ἡ πνοή μου νὰ εἶναι πάντα στὰ πανιά σου, ὡσὰν λαμπάδα τοῦ Ἐπιταφίου, νὰ διώχνῃ τὰ μαῦρα, τὰ κατακόκκινα τελώνια, πρὶν προφτάσουν νὰ κατακαθίσουν στὰ πινά σου. Σύρε, πουλί μου, στὸ καλό, καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα! Στὸ καλό!

Νὰ κ’ ἡ σκοῦνα τοῦ καπετὰν Ἀποστόλη τοῦ Βιδελνῆ, καινούργιο σκαρί, ἡ τετάρτη ἢ πέμπτη, τὴν ὁποία κατορθώνει ἐντὸς δεκαετίας νὰ σκαρώσῃ, μ’ ὅλην τῆς τύχης τὴν καταδρομήν. Ἔπεσε πολὺ γιαλό, δὲν τὴν ηὖρε καλὰ τὸ ἀπόγειο κι ἄργησε. Διακρίνεται τὸ πλήρωμα, οἱ ἄνθρωποι σὰν ψύλλοι, ποὺ πηδοῦν ἐμπρὸς κι ὀπίσω στὴν κουβέρτα. Δούλευέ τα, καπετάνιο μου! (Ἡ) Παναγιὰ μπροστά σας! Στὸ καλό, στὸ καλό!

– Παιδιά μου, κορίτσια μου, ἀρχίζει νὰ ὁμιλῇ ἡ γριά-Συρραχίνα, παλαιὰ καπετάνισσα· μὲ τὸ ραβδάκι της καὶ μὲ τὸ καλαθάκι της στὸ χέρι, μὲ τὰ ὀγδόντα χρόνια στὴν πλάτη της, μπόρεσε κι ἀνέβη τὸν ἀνήφορο καὶ ᾖλθε -διὰ νὰ καμαρώσῃ, ἴσως διὰ τελευταίαν φοράν, τὸ καράβι τοῦ γυιοῦ της ποὺ ἔφευγε. Ξέρετε τί μεγάλη χάρη ἔχει, καὶ πόσο καλὸ ἔκαμε στοὺς θαλασσινοὺς αὐτὸ τὸ ἐκκλησιδάκι τῆς Μεγαλόχαρης;

– Πῶς δὲν τὸ ξέρουμε, εἶπαν αἱ ἄλλαι, ἂς ἔχῃ δόξα τὸ ὄνομά της.

– Τὸ ἐξωκκλήσι αὐτὸ ἁγίασε καὶ μέρωσε ὅλο τὸ ἄγριο κῦμα· πρωτύτερα εἶχε κατάρα ὅλος αὐτὸς ὁ γιαλός.

– Γιατί;

– Βλέπετε κεῖνον τὸ βράχο, κάτω στὸ κῦμα, ποῦ ξεχωρίζει ἀπ΄ τὸ γιαλό;… ποῦ φαίνεται σὰν ἄνθρωπος, μὲ κεφάλι καὶ μὲ στήθια… ποῦ μοιάζει σὰν γυναῖκα; Ἐκείνη εἶναι τὸ Φλανδρώ.

– Ναί, τὸ Φλανδρώ, εἶπεν ἡ ὑπερεξηκοντούτις Χατζηχάναινα. Κάτι ἔχω ἀκουστά μου. Ἐσὺ θὰ τὸ ξέρης καλύτερα, θεία – Φλωροῦ.

– Τὸ βλέπετε κ’ εἶναι ξέρα, εἶπεν ἡ Φλωροῦ, ἡ Συρραχίνα· μιὰ φορὰ κ’ ἕναν καιρὸ ἦτον ἄνθρωπος.

– Ἄνθρωπος;

– Ἄνθρωπος καθὼς ἐμεῖς. Γυναῖκα.

Αἱ ἄλλαι ἤκουον μὲ ἀπορίαν. Ἡ γριά – Συρραχίνα ἤρχισε νὰ διηγῆται: «Στὸν καιρὸ τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων, ἦτον μιὰ κόρη ἀρχοντοπούλα, ποὺ τὴν ἔλεγαν Φλάνδρα ἢ Φλανδρώ. Ἡ Φλανδρὼ εἶχε νοματιστῆ ἔτσι -καθὼς μοῦ ‘πε ὁ πνευματικός, ἀπάνω στὸν Ἅϊ-Χαράλαμπο· ὅσο τὸν θυμοῦμαι, μακαρία ἡ ψυχή του. Ἤμουν μικρὸ κορίτσι, δώδεκα χρονῶ, καὶ μ’ ἐπήγε ἡ μάννα μου νὰ ξαγορευτῶ, τῇ Μεγάλῃ Τετράδῃ… τί νὰ ξαγορευτῶ, ἐγὼ τίποτα δὲν ἤξερα, τὰ ξεράματά μου… τὸ τί μόλεε ὁ πνευματικὸς δὲν ἀγροικοῦσα, φωτιὰ ποὺ μ’ ἔ!… Τὸ νόημά του δὲν τὸ καταλάβαινα, τὰ λόγια τὰ θυμούμουν κ’ ὕστερ’ ἀπὸ χρόνια… τὸ κορίτσι πρέπει νά ‘ναι φρόνιμο καὶ ντροπαλό, νἄ ‘ναι ὑπάκοο, νὰ μὴν κοιτάζῃ τοὺς νιούς, ν’ ἀγαπᾷ τὸν κύρη του καὶ τὴ μαννούλα του· καὶ σὰν μεγαλώση, καὶ δώση ὁ Θιὸς καὶ παντρευτῆ, μὲ τὴν εὐκὴ τῶν γονιῶ της, ἄλλον νὰ μὴν ἀγαπᾷ ἀπ’ τὸν ἄνδρα της.

«Μὄφερε τὸ παράδειγμα τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων… Οἱ παλιοὶ Ἕλληνες, ποὺ προσκυνοῦσαν τὰ εἴδωλα… Κεῖνον τὸν καιρὸ ἦτον μιὰ ποὺ τὴν ἔλεγαν Φλάνδρα, Φλανδρώ. Φλανδρὼ θὰ πῇ Φιλανδρώ. Φιλανδρὼ θὰ πῇ μία ποὺ ἀγαπᾷ τὸν ἄνδρα της. Φλανδρὼ τὴν εἶπαν, Φλανδρὼ βγῆκε. Ἀγάπησε ὁλόψυχα τὸν ἄνδρα της, ὅσο ποὺ ἔχασε τ’ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου, κ’ ἔγινε πέτρα γι’ αὐτό. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνο ἦτον ἕνας καραβοκύρης, ὄμορφο παλληκάρι, κι ἀγάπησε τὸ Φλανδρώ, καὶ τὴν ἐγύρεψε, καὶ τῆς ἔδωσε ἀρραβῶνα. Σὰν τῆς ἔδωσε ἀρραβῶνα, ἐσκάρωσε καινούργιο καράβι· καὶ σὰν ἐσκάρωσε τὸ καράβι, ἔγινε κι ὁ γάμος· καὶ σὰν ἔγινε ὁ γάμος, ἔρριξε τὸ καράβι στὸ γιαλό, κ’ ἐμπαρκάρισε κ’ ἐπήγε νὰ ταξιδέψῃ.

«Τότε τὸ Φλανδρὼ ᾖρθε ν’ ἀγναντέψῃ, σὰν καλὴ ὥρα, σ’ αὐτὸν τὸν ἔρμο τὸ γιαλό. Ξεκολλοῦσε ἡ ψυχή της ποὺ ἔφευγε ὁ ἄνδρας της· δὲν μποροῦσε νὰ τὸ βαστάξῃ, νὰ στυλώσῃ τὴν καρδιά της. Ἀγνάντεψε τὸ καράβι ποὺ ἔφευγε, κ’ ἔκλαψε πικρὰ κ’ ἔπεσαν τὰ δάκρυά της στὰ κύματα· καὶ τὰ κύματα ἐπικράθηκαν, κ’ ἐφαρμακώθηκαν, καὶ θύμωσαν, κι ἀγρίεψαν κ’ ἐθέριεψαν… καὶ στὸ δρόμο τους ποὺ ηὕραν τὸ καράβι, ἔπνιξαν τὸν ἄνδρα τῆς Φλανδρῶς, κ’ ἔγινε ἀγυρισιᾶ του… Καὶ τὸ Φλανδρὼ ᾖρθε κ’ ἐξαναῆρθε σ’ αὐτὸν τὸν ἔρμο γιαλὸ κ’ ἐκοίταζε κι ἀγνάντευε… κ’ ἐπερίμενε, κ’ ἐκαρτεροῦσε, κι ἀπάντεχε… Πέρασαν μῆνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δυὸ χρόνια, πέρασαν τρία… καὶ τὸ καράβι πουθενὰ δὲν ἐφάνηκε… καὶ τὸ Φλανδρὼ ἔκλαψε, καὶ καταράστηκε τὴν θάλασσα, καὶ τὰ μάτια της ἐστέγνωσαν, καὶ δὲν εἶχε πλιὰ δάκρυ νὰ χύσῃ… καὶ παρακάλεσε τοὺς θεούς της ποὺ ἦταν εἴδωλα, πέτρες, νὰ τῆς κάμουν τὴ χάρη νὰ γίνῃ κι αὐτὴ εἴδωλο, βράχος, πέτρα… καὶ τὸ ζήτημά της ἔγινε καὶ τὴν ἔκαμαν βράχο ξέρα… μὲ τὸ σκῆμα τ’ ἀνθρωπινό, ποὺ τρίβηκε καὶ φθάρηκε ἀπ’ τὰ κύματα ὕστερ’ ἀπὸ χιλιάδες χρόνια· καὶ τὸ ἀνθρωπινὸ σκῆμα φαίνεται ἀκόμα· καὶ νὰ ὁ βράχος ἐκεῖ, ἡ πέτρα ποὺ θαλασσοδέρνεται καὶ χτυπᾷ καὶ βογγᾶ ἀπάνω της τὸ κῦμα… κ’ ἡ φωνή της, τὸ βογγητό της γίνεται ἕνα με τὸ βογγητὸ τῆς θάλασσας… Νὰ ἡ ξέρα ἐκεῖ. Αὐτή ‘ναι ἡ Φλανδρώ.

«Ὕστερα, μὲ χρόνια πολλά, σὰν ᾖρθε ὁ Χριστὸς ν’ ἁγιάσῃ τὰ νερά, γιὰ νὰ βαφτιστῇ ἡ πλάση, μιὰ χριστιανὴ ἀρχόντισσα, ἡ Χατζηγιάνναινα, ποὺ εἶχαν σκαρώσει τὰ παιδιὰ της δυὸ καράβια ἔταξε στὴν Παναγία, κ’ ἔχτισε αὐτὸ τὸ παρακκλήσι, γιὰ τὸ καλὸ κατευόδιο τῶν παιδιῶνε της… Ἂς δώσ’ ἡ Παναγιὰ καὶ σήμερα να’ ναι καλὸ κατευόδιο στοὺς ἄνδρες σας, στ’ ἀδέλφια σας καὶ στοὺς γονιούς σας».

– Φχαριστοῦμε· ὁμοίως καὶ στὰ παιδάκια σου, θεία-Φλωροῦ!

Ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνε κατὰ τὸ βουνό, τὰ πρῶτα πλοῖα εἶχαν γίνει ἄφαντα πρὸ ὥρας· καὶ ἡ τελευταία γολέτα, μικρὸν κατὰ μικρόν, ἐχώνευεν εἰς τὸ μέγα πέλαγος. Τὰ συγγενολόγια καὶ τὰ φουσάτα τῶν γυναικῶν, μὲ τὰ καλαθάκια καὶ τὰ μαχαιράκια τους, διεσπάρησαν ἀνὰ τοὺς λόφους, κ’ ἔβγαζαν καυκαλῆθρες καὶ μυρόνια, κ’ ἔκοφταν φτέρες κι ἀγριομάραθα. Σιγὰ – σιγὰ κατέβη ὁ ἥλιος εἰς τὸ βουνὸν καὶ αὐταὶ κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην.

Ἡ νυκτερινὴ αὔρα ἐσύριζεν εἰς τὰ δένδρα, καὶ οἱ λογισμοὶ τῶν γυναικῶν ἐπετοῦσαν μαζί της, κ’ ἔστελλαν πολλὰς εὐχὰς εἰς τὰ κατάρτια, εἰς τὰ πανιὰ καὶ εἰς τὰ ἐξάρτια τῶν καραβιῶν. Καὶ βαθιά, εἰς τὴν σιωπὴν τῆς νυκτός, τίποτε ἄλλο δὲν ἠκούσθη εἰμὴ τὸ λάλημα τοῦ νυκτερινοῦ πουλιοῦ, καὶ τὸ ᾆσμα μιᾶς τελευταίας συντροφιᾶς ναυτικῶν, μελλόντων ν’ ἀναχωρήσωσιν αὔριον. «Σύρε, πουλί μου στὸ καλὸ – καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα».

«Τ’ Αγνάντεμα» ανήκει στη σειρά των σκιαθίτικων διηγημάτων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και είναι ηθογραφικό. Στο διήγημα αυτό ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει χαρακτηριστικές όψεις της Σκιάθου του Παπαδιαμάντη, όπως τον κύκλο ζωής της φύσης και τη στενή εξάρτηση των ανθρώπων από αυτή. Το διήγημα συγκεντρώνει πολλά ηθογραφικά στοιχεία (χωροχρόνος, λογοτεχνικοί ήρωες και λειτουργίες, ιδεολογικά χαρακτηριστικά) και συνιστά αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής του Παπαδιαμάντη, καθώς συνδυάζεται η γλαφυρή ανθρωπογεωγραφία με ουσιώδη γνωρίσματα της αφηγηματικής του τεχνικής (διάρθρωση, αφηγηματικά μέρη, κυκλική αφήγηση, παντογνώστης αφηγητής, χαρακτηρολογική περιγραφή, ελεύθερος πλάγιος λόγος, μίμηση, παράδειγμα, παραμυθιακή διήγηση). Στο συγκεκριμένο διήγημα ο Παπαδιαμάντης καταγράφει τη συλλογική ψυχολογία των ναυτικών τη στιγμή της αναχώρησης και ερμηνεύει την εθιμοτυπία, τα αισθήματα και τις σκέψεις των γυναικών τους, που την ημέρα εκείνη συγκεντρώνονται στο εξωκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας με το διπλό στόχο, του αγναντέματος και της χριστιανικής δέησης για την προστασία των ναυτικών και την παρηγοριά των οικογενειών τους.

Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι συνδυασμός αρχαίας, βυζαντινής, καθαρεύουσας και δημοτικής. Πρόκειται για μια ιδιόρρυθμη προσωπική γλώσσα, ένα μικτό γλωσσικό ιδίωμα καθαρεύουσας με στοιχεία δημοτικής και με τοπικούς ιδιωματισμούς. Στους διαλόγους χρησιμοποιείται η ομιλουμένη λαϊκή γλώσσα με ιδιωματισμούς της Σκιάθου, ενώ στην αφήγηση βάση αποτελεί η καθαρεύουσα, στην οποία, όμως, υπάρχουν πολλά στοιχεία της δημοτικής. Τέλος, στις περιγραφές χρησιμοποιείται η καθαρεύουσα, το κατά παράδοση γλωσσικό όργανο της πεζογραφίας. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και λέξεις της αρχαίας ελληνικής, όπως και λέξεις της εκκλησιαστικής παράδοσης.

Ένα τραγούδι σε στίχους Αλ. Παπαδιαμάντη και μουσική Λεων. Μαριδάκη, από τη θεατρική διασκευή των διηγημάτων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Όνειρο στο κύμα» και «Τ’ αγνάντεμα», που παρουσιάστηκε το 2011-2012, από την Εταιρία Τέχνης «Βιολέττα», στην Ελλάδα και στην Κύπρο:

Πηγές: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, papadiamantis.net, gym-anogeion.reth.sch.gr

Χωρίς κατηγορία

Ήβη της Μέρας (Οδυσσέας Ελύτης)

Στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη «Προσανατολισμοί» συναντάμε οι «Αιθρίες», ένα ποίημα γεμάτο ηλιόλουστες μέρες, θάλασσα και έρωτα:

Συνέχεια

Στη γιορτή του πατέρα!

Σε εκείνον που μας αγάπησε από την πρώτη μας στιγμή και σήκωσε τα βάρη της ζωής για μας, στον πατέρα μας, στον πατέρα των παιδιών μας, στον πατέρα που μας κοιτά από ψηλά, σε κάθε πατέρα, ένα μεγάλο «ευχαριστώ!».

Συνέχεια

Τα ζώα έχουν μέσα τους τη χαρά της ζωής

Γέροντας Θαδδαίος της Βιτόβνιτσα

Elder Thaddeus of Vitovnica

Δόξα τω Θεώ που υπάρχουν ακόμη πουλάκια. Πολλά όμως είδη πουλιών εξαφανίστηκαν. Η ζωή όλο και περισσότερο, καταστρέφεται και σβήνει.  Μέχρι πριν από δέκα περίπου χρόνια, εδώ στο Μοναστήρι μας στη Βιτόβνιτσα, όταν χιόνιζε πολύ και είχε ξαστεριά, μαζεύονταν πάρα πολλοί λαγοί. Ολόκληρη αγέλη. Το χιόνι παχύ και επάνω του έκαναν μονοπάτια, σχημάτιζαν κύκλους μέσα στα ξέφωτα εκεί που δεν υπήρχαν δέντρα. Κυνηγιόντουσαν, κυλιόντουσαν στο χιόνι, έπαιζαν, χαίρονταν. Χαρά Θεού! Τα ζώα έχουν μέσα τους τη χαρά της ζωής. Ενώ εμείς οι άνθρωποι διαταράξαμε την ισορροπία της φύσης. Τα ζώα αν και δεν έχουν πολλά, έχουν τη χαρά της ζωής. Εμείς οι άνθρωποι έχουμε τα πάντα, και πάλι δεν είμαστε ευχαριστημένοι. Τα ζώα δεν μεριμνούν, δεν χτίζουν αποθήκες για να στιβάσουν σιτάρι και ο Κύριος πάλι τα τρέφει. Λίγο δαγκώνουν από κανένα κλαδάκι, βρίσκουν κάπου να προστατευθούν και κοιμούνται. Δοξάζουν τον Θεό.

Συνέχεια

Η μαρτυρική θυσία των Προσκόπων του Αϊδινίου (18 Ιουνίου 1919)

Οι Πρόσκοποι Αϊδινίου

Το Αϊδίνιο είναι η πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας της Μικράς Ασίας, στη νοτιοδυτική ακτή της Τουρκίας, ανάμεσα στις επαρχίες Σμύρνης και Μούγλων. Κατελήφθη από τον ελληνικό στρατό στις 14 Μαΐου 1919. Την περίοδο εκείνη η πόλη αριθμούσε 35.000 κατοίκους από τους οποίους οι 8.000 ήταν Έλληνες. Η ελληνική κοινότητα της πόλης έλεγχε το εμπόριο και διέθετε σχολεία, νοσοκομεία καθώς και τον περίφημο φιλολογικό σύλλογο «Μέλισσα» που διατηρούσε και βιβλιοθήκη και φιλαρμονική εταιρεία.

Συνέχεια
Χωρίς κατηγορία

Η Αγία Σοφία φωνάζει «Χριστός!»

Ένας Τούρκος επισκέπτης αποφασίζει να πάρει την κάμερά του (2018) και να δημιουργήσει ένα δικό του virtual tour μέσα στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως. Όπως όμως θα παρακολουθήσετε, συναντιέται διαρκώς με τη μορφή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, της Υπεραγίας Θεοτόκου, αρκετών Αγίων αλλά και σπουδαίων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων.

Συνέχεια

Χαράζει στο Αιγαίο

Γλυκοχάραμα στη Σίκινο

Συνέχεια

Ιερά Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας

Ιερά Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας, πίνακας της Ιωάννας Ξέρα

Η Ιερά Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας ιδρύθηκε το 1077. Στις αρχές του 13ου αιώνα, όπως αναφέρεται στο κτητορικό της για το έτος 1212, ζούσαν στη Βαρνάκοβα 96 ιερομόναχοι και διάκονοι. Οι Κομνηνοί, άρχοντες του Δεσποτάτου, αγάπησαν τόσο πολύ την Παναγία τη Βαρνάκοβα, ώστε μερικοί εξ αυτών επέλεξαν το Καθολικό της Μονής ως τόπο ενταφιασμού τους. Μάλιστα, τουλάχιστον δύο από αυτούς έγιναν μοναχοί: ο Αλέξιος, με το όνομα Ακάκιος, ο κάποτε ηγούμενος και ο πατέρας του Εμμανουήλ, με το όνομα Ματθαίος. Το 1919 ο αρχαιολόγος Αναστάσιος Ορλάνδος ανακάλυψε τους τάφους τους κάτω από το δάπεδο του εσωνάρθηκα, ενώ σώζονται μέχρι σήμερα στη Μονή οι επιτύμβιες πλάκες. Ανάλογη με τους Κομνηνούς εύνοια προς το Μοναστήρι λέγεται πως επέδειξαν και οι τελευταίοι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, οι Παλαιολόγοι.

Συνέχεια

Η Παναγία «η Πάντων Ελπίς» εκ Μικράς Ασίας

Η Παναγία «η Πάντων Ελπίς» εκ Μικράς Ασίας βρίσκεται στον ιερό ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Ιπποδρομίου Θεσσαλονίκης. Η εικόνα αυτή της Παναγίας ήρθε πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία χωρίς να έχει καταγραφεί ποιος την έφερε. Κανένας δεν γνωρίζει ποιου τέμπλου, ποιας εκκλησιάς, ποιου χωριού ή Μικρασιατικής πολιτείας υπήρξε κομμάτι. Την έφεραν πρόσφυγες από τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922. Πρόσφυγες ανώνυµοι τη δώρισαν εδώ, σε τούτο τον ναό παραδίδοντάς την σε τόπο ασφαλή και χέρια ευλαβικά. Σύμφωνα με μαρτυρίες γηραιών ενοριτών, αν και την έφεραν Μικρασιάτες πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη, προέρχεται από τα Ταταύλα της Κωνσταντινούπολης.

Συνέχεια

Κατάγομαι από την Πρίγκηπο

γράφει η Δήμητρα Γ. Γιαπισίκογλου (α’ γυμνασίου)

Η Σκάλα της Πριγκήπου

Η καταγωγή μας είναι ο τόπος από τον οποίο αντλούμαι τις ρίζες μας. Ο δικός μου τόπος καταγωγής είναι η Πρίγκηπος, ένα νησί απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, στη θάλασσα του Μαρμαρά.

Συνέχεια