
Ιωάννα Ξέρα, Τρύγος
Από τον Καμαριώτη στα αμπέλια του Γαζίου κι ύστερα πάλι πίσω στο βουνό

Ο τρύγος στα παιδικά μας χρόνια δεν ήταν απλώς μια αγροτική εργασία. Ήταν ένα ολόκληρο κεφάλαιο του καλοκαιριού μας. Είχε τον δικό του χρόνο, τη δική του τάξη, τις μυρωδιές, τους κόπους και τις χαρές του. Και για εμάς τους Καμαριωτιανούς είχε και τη δική του γεωγραφία: άρχιζε στο Γαζί και τελείωνε στον Καμαριώτη.
Όπως έχω αναφέρει και στο βιβλίο μου «Σκαρφαλώνοντας στις Κορφές του Κόσμου», όλα άρχιζαν αμέσως μετά το πανηγύρι της Παναγίας. Την επόμενη κιόλας μέρα, σχεδόν ολόκληρο το χωριό ετοιμαζόταν για τη μεγάλη κάθοδο. Αφήναμε πίσω τον Καμαριώτη, στις πλαγιές του Ψηλορείτη, και κατεβαίναμε οικογένειες ολόκληρες προς το Γάζι του Μαλεβιζίου, όπου οι περισσότεροι είχαμε τα αμπέλια της σουλτανίνας.
Ήταν μια μικρή εποχιακή μετανάστευση του χωριού.
Για αρκετές μέρες η ζωή μας μεταφερόταν από το βουνό στον κάμπο. Άνθρωποι, εργαλεία, κοφίνια, τρόφιμα -όλα έπρεπε να είναι έτοιμα, γιατί ο τρύγος δεν περίμενε κανέναν. Το σταφύλι είχε τον χρόνο του και ο καιρός τον δικό του.
Η πρώτη μέρα ήταν της προετοιμασίας. Ετοιμάζαμε τους οψυγιάδες, όπου θα απλώναμε τη σουλτανίνα για να στεγνώσει κάτω από τον δυνατό αυγουστιάτικο ήλιο, τακτοποιούσαμε τα κοφίνια και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Κι από την επόμενη άρχιζε η μεγάλη μάχη.
Κόψιμο των σταφυλιών. Κουβάλημα. Αλουσίδιασμα. Άπλωμα στους οψυγιάδες.
Από το χάραμα ως αργά, χέρια ασταμάτητα δούλευαν. Άντρες, γυναίκες, γέροι και παιδιά, ο καθένας ανάλογα με τη δύναμή του. Τα γεμάτα κοφίνια έφευγαν από τα κλήματα και η χρυσοπράσινη σουλτανίνα περνούσε από το αλουσίδιασμα και ύστερα απλωνόταν προσεκτικά στον ήλιο. Εκεί άρχιζε η άλλη δουλειά, αυτή που δεν την έκανε τόσο ο άνθρωπος όσο η ίδια η κρητική γη: ο ήλιος και το μελτέμι αναλάμβαναν να μεταμορφώσουν το σταφύλι σε σταφίδα.
Και περιμέναμε.
Λίγες μέρες αργότερα, όταν η σουλτανίνα είχε πια ξεραθεί όσο έπρεπε, ξαναμαζευόμασταν στους οψυγιάδες. Συλλέγαμε τη σταφίδα, αφαιρούσαμε προσεκτικά τα λιγγιά και τη βάζαμε στις μεγάλες σακούλες. Εκεί μέσα κλεινόταν ο κόπος μιας ολόκληρης χρονιάς: το κλάδεμα του χειμώνα, το σκάψιμο και η περιποίηση της άνοιξης, η αγωνία του καλοκαιριού και, τέλος, ο καρπός του Αυγούστου.
Μα ο τρύγος είχε και μια άλλη όψη, που ίσως έμεινε βαθύτερα χαραγμένη στη μνήμη μου.
Τα βράδια.
Όταν έπεφτε ο ήλιος και καταλάγιαζε η κάψα της μέρας, όταν επιτέλους σταματούσαν τα χέρια και ο κάμπος ησύχαζε, άρχιζε μια άλλη ζωή. Μαζευόμασταν παρέες και οικογένειες κάτω από τον έναστρο ουρανό του Μαλεβιζίου. Κουβέντες, πειράγματα, ιστορίες, γέλια και τραγούδια κρατούσαν μέχρι αργά.
Ήμασταν κουρασμένοι, μα δεν μας ένοιαζε.
Ίσως γιατί εκείνη η κούραση είχε νόημα. Ήταν κοινός κόπος και κοινή χαρά. Κανείς δεν χρειαζόταν πολλά για να περάσει καλά. Λίγο φαγητό, ένα ποτήρι κρασί για τους μεγάλους, καλή παρέα και ο ξάστερος ουρανός της Κρήτης ήταν αρκετά για να στηθεί ένα μικρό γλέντι.
Και κάπως έτσι, μέσα στον τρύγο, μάθαινε το παιδί χωρίς να του διδάσκει κανείς τι σημαίνει οικογένεια, συνεργασία και κοινότητα. Μάθαινε πως η σοδειά του ενός ήταν υπόθεση και του άλλου. Πως τα χέρια ενώνονται όταν υπάρχει ανάγκη και πως η χαρά μεγαλώνει όταν μοιράζεται.
Όμως ο Αύγουστος προχωρούσε και χρόνος για χάσιμο δεν υπήρχε.
Μόλις τελείωνε ο τρύγος και η σταφίδα στο Γαζί είχε πια μαζευτεί και ασφαλιστεί στις σακούλες, άρχιζε η επιστροφή. Παίρναμε ξανά την ανηφόρα για τον Καμαριώτη.
Εκεί μας περίμενε ο δεύτερος τρύγος.
Στα τέλη πια του Αυγούστου έπρεπε να κινηθούμε γρήγορα. Τα αμπέλια του χωριού περίμεναν κι αυτά τα χέρια μας, μα πάνω από τα κεφάλια όλων κρεμόταν μια παλιά αγωνία του γεωργού: τα πρωτοβρόχια.
Μια δυνατή βροχή την ακατάλληλη στιγμή μπορούσε να καταστρέψει μέσα σε λίγες ώρες τον κόπο μιας ολόκληρης χρονιάς. Γι’ αυτό και κοιτούσαν οι παλιοί τον ουρανό. Παρατηρούσαν τα σύννεφα, τον αέρα, την αλλαγή της θερμοκρασίας και βιάζονταν. Έπρεπε να προλάβουμε.
Έτσι ο τρύγος γινόταν και ένας μικρός αγώνας του ανθρώπου με τον χρόνο και τα στοιχεία της φύσης. Όχι για να τα νικήσει -οι παλιοί ήξεραν καλά πως τη φύση δεν τη νικά κανείς- αλλά για να μάθει να ζει σύμφωνα με τους ρυθμούς της.
Σήμερα όλα έχουν αλλάξει. Οι δρόμοι μίκρυναν τις αποστάσεις, τα αυτοκίνητα αντικατέστησαν τα ζώα, τα σύγχρονα μέσα ελάφρυναν τα ανθρώπινα χέρια και πολλά από εκείνα τα αμπέλια χάθηκαν κάτω από την οικιστική ανάπτυξη του Γαζίου.
Όμως στη μνήμη ο δρόμος παραμένει ίδιος.
Καμαριώτης – Γαζί – Καμαριώτης.
Κατηφόρα μετά της Παναγίας, για τον τρύγο της σουλτανίνας. Μέρες μέσα στα αμπέλια και στους οψυγιάδες. Βράδια κάτω από τ’ αστέρια. Κι ύστερα, στα τέλη του Αυγούστου, ξανά η ανηφόρα προς το χωριό, με την αγωνία να προλάβουμε τα πρωτοβρόχια.
Κοιτάζοντας σήμερα τις παλιές φωτογραφίες με τα κοφίνια, τα ζώα, τις γυναίκες και τους άντρες σκυμμένους πάνω στα σταφύλια, καταλαβαίνω πως δεν φωτογραφήθηκε απλώς ένας τρόπος παραγωγής που χάθηκε. Φωτογραφήθηκε ένας τρόπος ζωής. Ένας κόσμος φτωχότερος σε μέσα, αλλά ίσως πλουσιότερος σε ανθρώπινη επαφή. Ένας κόσμος όπου η γη, η οικογένεια, το χωριό και η εποχή αποτελούσαν κρίκους της ίδιας αλυσίδας.
Και κάθε Αύγουστο, όταν ωριμάζουν τα σταφύλια και η μυρωδιά τους φέρνει πίσω εκείνα τα χρόνια, ξαναβλέπω νοερά το χωριό να κατεβαίνει σύσσωμο από τον Καμαριώτη στο Γαζί. Ακούω τα γέλια μέσα στ’ αμπέλια. Βλέπω τα κοφίνια να γεμίζουν. Μυρίζω τη σουλτανίνα απλωμένη στους οψυγιάδες. Και τα βράδια, κάτω από τον αυγουστιάτικο ουρανό, ακούω ακόμη τις παλιές παρέες να γλεντούν.
Γιατί τελικά ο τρύγος της νιότης μας δεν τέλειωσε ποτέ. Τα σταφύλια έγιναν σταφίδες, οι σοδειές πουλήθηκαν, οι άνθρωποι σκόρπισαν και πολλοί έφυγαν. Μα εκείνος ο Αύγουστος έμεινε μέσα μας -σαν ένα αμπέλι της μνήμης που, όσο ζούμε, δεν παύει ποτέ να καρποφορεί.
Μανώλης Βεληβασάκης
Πηγή: facebook.com