Τρύγος, ένα απέραντο διαχρονικό πανηγύρι σε όλη την Ελλάδα

Ο Τρύγος και το κρασί στην Ελλάδα του χθες και του σήμερα

Μπαίνοντας ο Σεπτέμβρης, σε όλη την Ελλάδα, από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας, ξεκινάει ο τρύγος, μια εργασία κοπιαστική και απαιτητική, μα ταυτόχρονα χαρά και γιορτή, σωστό πανηγύρι στο οποίο συμμετέχει ολόκληρη η οικογένεια και η τοπική κοινωνία. Όμορφα πράγματα, απλά, αριστοτεχνικά, λες, βαλμένα μέσα στη ζωή των ανθρώπων της Ελληνικής υπαίθρου και στην Ελληνική παράδοση, δημιουργώντας αισθήματα και συναισθήματα που έδιναν νόημα και χρώμα στη ζωή, αλλά που τώρα έγιναν δυστυχώς λήθη… Χρόνο με το χρόνο, από τη δεκαετία του 1960 περίπου και μετά, ένα – ένα όσο μεγάλωναν οι γονείς μας εγκαταλείπονταν τ’ αμπέλια. Θράσεψε ο τόπος με άλλα σπάρτα. Ποτίστηκαν τα χώματα με φυτοφάρμακα και δηλητήρια ξενόφερτα… Ο τρύγος, όπως τον ξέραμε, μόνο σε λαογραφικά πανηγύρια γίνεται πια για φολκλορικούς λόγους. Ελάχιστοι τρυγούν πλέον με τον παραδοσιακό τρόπο. Ο τρύγος έχασε την παλαιά του αίγλη… Το πάτημα στα πατητήρια αντικαταστάθηκε με πιεστήρια, αλεστικές και διαχωρεστικές ή φυγοκεντρικές μηχανές. Η μεταφορά γίνεται πλέον σε πλαστικά δοχεία ή κλούβες φορτωμένα σε αγροτικά αυτοκίνητα. Πού να βρεθούν κάρα και μουλάρια… Ο καθαρισμός των βαρελιών γίνεται με χημικά καθαριστικά, δίχως να μοσχοβολάει πια το ξύλο του βαρελιού όπως θυμόμαστε… Μόνο το κόψιμο των σταφυλιών γίνεται ακόμη παραδοσιακά. Αλλά χωρίς πίτες, τσίπουρο, κολατσό και μια στάλα ξεκούραση από όλο εκείνο το χαρούμενο σμήνος ανθρώπων που με γέλια, φωνές και τραγούδια χαιρόταν τον τρυγητή…

Οι γεωργοί τον μήνα Σεπτέμβριο τον λένε Τρυγητή ή Τρυγομήνα. Ο τρύγος είναι μια από τις πιο δύσκολες και κουραστικές γεωργικές εργασίες, όπως δηλώνει και η φράση «τρύγος, θέρος, πόλεμος», ώστε συχνά γίνεται με την αλληλοβοήθεια των κατοίκων γειτονικών περιοχών, δεδομένου ότι δεν αρχίζει παντού τις ίδιες ημερομηνίες αλλ’ εξαρτάται από τις ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν κατά περιοχή καθώς και από το είδος των σταφυλιών. Παρ’ όλα αυτά, η συγκομιδή των σταφυλιών κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού και η συγκέντρωσή τους στο πατητήρι, για να γίνουν κρασί από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα έχει γιορταστικό χαρακτήρα -μοιάζει με πανηγύρι.

Οι σχέσεις του ανθρώπου με το κρασί ανά τους αιώνες υπήρξαν στενές: «Οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου», έλεγαν οι Έλληνες, «Στο κρασί η αλήθεια» [in vino veritas] πίστευαν οι Ρωμαίοι. Ο Όμηρος επαινεί το κρασί όχι μόνο ως ευχάριστο ποτό, αλλά και ως φάρμακο για πολλές αρρώστιες. Ο ποιητής Σιμωνίδης ο Κείος κατέταξε τις ιδιότητες κάθε ποικιλίας κρασιού ανάλογα με την επίδρασή τους στην υγεία: Τα λευκά κρασιά είναι χωνευτικά, αλλά «την κεφαλήν διάπυρον», δηλαδή φέρνουν έξαψη. Τα μαύρα ξηρά τα έβρισκε θρεπτικά και τα μαύρα γλυκά κρασιά ακόμα πιο θρεπτικά. Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι όσοι μεθούν με κρασί πέφτουν μπρούμυτα! Γιατί το κρασί βαραίνει το κεφάλι.

Οι Χιώτες ήταν οι καλύτεροι αμπελουργοί της αρχαιότητας μια και σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία τους δίδαξε την καλλιέργεια της αμπέλου πρώτος στην Ελλάδα ο ίδιος ο θεός Διόνυσος με τον γιο του τον Οινοπίωνα. Άλλη εκδοχή είναι αυτή που θέλει την εισαγωγή του κρασιού στη χώρα μας από την ξηρά και μάλιστα από τη Θράκη, άλλη, από τη θάλασσα και συγκεκριμένα ή από την Κρήτη ή από τα Μικρασιατικά παράλια με πρώτους εισαγωγείς τους Πελασγούς. Ο Οδυσσέας με κρασί μέθυσε τον κύκλωπα Πολύφημο, ώστε να μπορέσει να τον τυφλώσει.

Η ονομασία κρασί προέρχεται από τη λέξη «κράσις», που σημαίνει «ανάμειξη». Οι αρχαίοι έπιναν το κρασί τους «νερωμένο» και όχι μόνο με φυσικό νερό αλλά και με θαλασσινό νερό και έφτιαχναν τον «θαλασσίτη οίνο». Στην αρχαία Αθήνα τα Οσχοφόρια ήταν μια από τις πιο λαμπρές γιορτές. Νέοι, ντυμένοι γυναικεία, κρατώντας όσχους, δηλαδή τσαμπιά σταφύλια, έκαναν αγώνα δρόμου από τον ναό του Διονύσου μέχρι τον ναό της Σκιράδος Αθηνάς, στο Φάληρο. Όλοι οι αρχαίοι λαοί είχαν τον θεό του οίνου. Οι Έλληνες τον Διόνυσο, οι Ινδοί τον Σόμα, οι Αιγύπτιοι τον Όσιρη, οι Λίβυοι τον Άμμωνα, οι Λατίνοι τον Κρόνο και οι Ρωμαίοι τον Βάκχο.

Η Παλαιά Διαθήκη αναφέρει πως πρώτος ο Νώε, όταν βγήκε από την Κιβωτό, φύτεψε αμπέλι. Επίσης έχουν βρεθεί σε τάφους Φαραώ σπόροι σταφυλιού και φύλλα αμπέλου εδώ και 6.000 χρόνια προ Χριστού.Ο Χριστός «τον Άρτον και τον Οίνον ημών» ευλόγησε στο γάμο της Κανά και Άρτο και Ανάμα (κρασί) συμπεριέχει η Θεία Μετάληψη. Τα σταφύλια επίσης ευλογούν στην εκκλησία οι ιερείς την 6η Αυγούστου, ημέρα εορτασμού Της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Οι αναφορές αυτές αποδεικνύουν ότι η ζωή του ανθρώπου είναι συνυφασμένη από αρχαιοτάτων χρόνων με το αμπέλι και το κρασί.

Οι αμπελουργοί, με τραγούδια, χορούς και γλέντια που γίνονται στους αμπελώνες εξέφραζαν ανέκαθεν τις ευχαριστίες τους στον Θεό για την καλή σοδειά. Στα αμπελοχώρια, δηλαδή στα χωριά όπου το σταφύλι αποτελεί τον βασικό πόρο ζωής τους, η πρώτη ημέρα του τρύγου -παρ’ όλο που μπορεί να είναι διαφορετική από τόπο σε τόπο- χαιρετίζεται με τύμπανα, νταούλια και τραγούδια και ο τρύγος έχει τη μορφή αληθινού πανηγυριού. Το πανηγύρι του τρύγου κορυφώνεται στο πατητήρι. Πλήθος κόσμου, κυρίως νέοι και νέες, ντόπιοι και ξένοι βρίσκουν πολύ διασκεδαστικό το πάτημα των σταφυλιών. Με γέλια και τραγούδια πατούν τα σταφύλια για να βγει ο περίφημος λαμπερός χυμός για να φτάσει στα ποτήρια που «τσουγκρίζουν» εις υγείαν!

Ο τρύγος στα Σπάτα

«Θέρος, τρύγος, πόλεμος». Ένας σοφός λαϊκός συσχετισμός που υποδηλώνει προγραμματισμό, ετοιμότητα, κινητοποίηση και δεν επιδέχεται αναβολές και επιπολαιότητες. Το θέρος και ο τρύγος κατείχαν σπουδαία θέση στην αγροτική ζωή του χωριού μας. Ο τρύγος τη μεγαλύτερη. Ήταν το σπουδαιότερο γεγονός για την αγροτική οικονομία του τόπου μας. Μία καλή τρυγητική σοδειά ήταν η ανταμοιβή μιας πολύ σκληρής δουλειάς που είχε προηγηθεί. Μια καλή σοδειά εξασφάλιζε το ετήσιο εισόδημα της οικογένειας, πάντρευε παιδιά, έχτιζε σπίτια και αύξανε τον αγροτικό κλήρο με αγορές γης.

Προετοιμασία για τον τρύγο

Όταν πλησίαζε ο τρύγος κάθε άλλη αγροτική δραστηριότητα σταματούσε. Μετά το Δεκαπενταύγουστο το χωριό άρχιζε σιγά – σιγά να προετοιμάζεται. Όσοι παραθέριζαν στις αυτοσχέδιες καλύβες και παράγκες, στη χρυσή αμμουδιά της Λούτσας, επέστρεφαν στο χωριό. Μέχρι να μπει ο Σεπτέμβρης έπρεπε να έχουν γίνει μια σειρά από δουλειές. Να έχουν βγει τα βαρέλια από το υπόγειο στην αυλή του σπιτιού, να έχει καθαριστεί και ασπριστεί το υπόγειο, να έχει πλυθεί το πατητήρι με το «πουρλάκι» (ο λάκκος που έτρεχε ο μούστος), τα κοφίνια, τα κοφάκια, να έχουν λαδωθεί ή γρασαριστεί οι σούστες για να ανταπεξέλθουν στη σκληρή δουλειά και να έχουν ακονιστεί οι σβανάδες (ειδικά καμπυλωτά μαχαίρια με πλαγιαστά δόντια) απαραίτητοι για την κοπή των σταφυλιών.

Το ανέβασμα και το κατέβασμα των βαρελιών από το υπόγειο ήταν δύσκολη δουλειά γι’ αυτό βοηθούσε όλη η οικογένεια αλλά και οι γείτονες. Για να καθαριστούν σωστά τα βαρέλια έπρεπε πρώτα να «ξεφουντωθούν». Ο βαρελάς αναλάμβανε το «φούντωμα» και ο ρόλος του ήταν σπουδαίος στην όλη διαδικασία. Όλοι ήθελαν τον καλύτερο επαγγελματία να φροντίσει τα βαρέλια τους γιατί απ’ αυτόν και την καθαριότητα εξαρτιόταν η ποιότητα του κρασιού τους.

Μετά το ξεφούντωμα ακολουθούσε το ξύσιμο των βαρελιών με την ειδική ξύστρα και με προσοχή, ώστε να φύγουν όλα τα υπολείμματα της λάσπης (ίζημα) και του ρετσινιού. Τη λάσπη την πήγαιναν στο Κορωπί για περεταίρω επεξεργασία. Ακολουθούσε το «φούντωμα» από τον βαρελά που χτυπούσε ρυθμικά με τα σύνεργά του τα σιδερένια στεφάνια, έτσι ώστε το βαρέλι να επανέλθει στη φυσική του κατάσταση. Σειρά είχε το «στιφάρισμα» (πλύσιμο) των βαρελιών με ζεστό νερό αρωματισμένο με κλαριά από σχίνο ή μυρτιά, που αφού στέγνωναν τα έβαζαν ξανά στο υπόγειο του σπιτιού. Οι δρόμοι γέμιζαν πράσινα λασπόνερα που με τη χαρακτηριστική τους μυρωδιά, όλη την περίοδο της προετοιμασίας, σηματοδοτούσαν την αρχή της μουστιάς.

Αρκετό καιρό πριν οι νοικοκυραίοι επικοινωνούσαν με τους εμπόρους που θα αγόραζαν τον μούστο τους και βέβαια με τους εργάτες, που μαζί με τα μέλη της οικογένειας, θα βοηθούσαν στη συγκομιδή και στο πάτημα των σταφυλιών. Τους εργάτες, που έρχονταν από τα χωριά της Καρύστου ή από το Αγκίστρι και μετά το 1970 και από χωριά της Θεσσαλίας, φιλοξενούσαν οι οικογένειες για τις οπίες δούλευαν στα σπίτια τους. Οι νοικοκυρές έβγαζαν από τις κασέλες τους κλινοσκεπάσματα του αργαλειού, σεντόνια, καραμελωτά και μαξιλάρια για τον ύπνο τους. Τα βράδια μαζεύονταν όλοι στην εκκλησία της Παναγίας και πολλοί, μέχρι να βρουν μεροκάματο και αφεντικό, κοιμούνταν στον προαύλιο χώρο.

Ετοιμασίες όμως έκαναν και οι μεταφορείς του μούστου. Στις αρχές του αιώνα η μεταφορά του μούστου γινόταν με τις σούστες και τ’ άλογα. Μετά τον πόλεμο με φορτηγά που είχαν αφήσει πίσω τους οι συμμαχικές δυνάμεις και πολύ αργότερα με μεγάλα ιδιόκτητα φορτηγά που έβαζαν στις καρότσες τους μεγάλα και μικρά βαρέλια.

Ο τρύγος άρχιζε λίγο πριν ή λίγο μετά του Σταυρού (14η Σεπτεμβρίου) ανάλογα με τα γράδα (βαθμοί οινοποίησης) που δειγματοληπτικά έπαιρναν οι ιδιοκτήτες. Αξίζει να σημειωθεί πως ο αμπελώνας των Σπάτων αλλά και των Μεσογείων γενικότερα λίγο πριν τη δεκαετία του ’60 καταστράφηκε από τη φυλλοξήρα και ξεριζώθηκε. Τα μέχρι τότε «σαββατιανά» και πολυποικιλιακά κλήματα αντικαταστάθηκαν από τα αμερικάνικα που ήταν πιο ανθεκτικά και δεν έπιαναν φυλλοξήρα. Τα «άγρια» εμβολιάστηκαν και πάλι κατά παράδοση με «σαββατιανά» που έδιναν την περίφημη ρετσίνα, και «μαντηλαριά» για το κοκκινέλι. Όμως υπήρχαν και επιτραπέζιες ποικιλίες όπως σταφίδες, καρδινάλια, αυγουλάτα, κέρινα, φράουλα, ροδίτες κ.ά. με τα οποία φίλευαν γνωστούς και φίλους. Τα διατηρούσαν σε καλαμένια καλάθια και τα σκέπαζαν με αμπελόφυλλα.

Ο τρύγος αρχίζει…

Όταν τα γράδα έφταναν στους 12-14 βαθμούς άρχιζε «το πανηγύρι της μουστιάς» που περίμεναν με τόση ανυπομονησία, χαρά αλλά και μεγάλο άγχος. Όλα έπρεπε να γίνουν στην ώρα τους και συντονισμένα. Η συγκομιδή άρχιζε σοφά από τις «άκρες» (αμπέλια που βρίσκονταν μακριά από το χωριό) ή τις ράχες επειδή ωρίμαζαν γρηγορότερα. Ακολουθούσαν τα αμπέλια του κάμπου και στο τέλος μάζευαν τα «κουδούνια» (μικρά τσαμπιά) που ωρίμαζαν τελευταία. Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Μαζευόταν και η τελευταία ρώγα.

Από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα, «ήλιο με ήλιο» έλεγαν, ο Σπαταναίικος κάμπος γέμιζε με τρυγητές που δούλευαν και τραγουδούσαν. Κατά το μεσημεράκι γινόταν διακοπή για «μια μπουκιά ψωμί και λίγο κρασί». Έτρωγαν ψωμί, τυρί, αυγά, ελιές και τηγανισμένη μαρίδα. Έπιναν και το κρασάκι τους και συνέχιζαν… Ήταν χαρά και γιορτή, σωστό πανηγύρι! Άκουγες τραγούδια της τοπικής αρβανίτικης διαλέκτου από τους ντόπιους, τους Καρυστιναίους και τους Αγκιστριώτες αλλά και βλάχικα από τους βλαχόφωνους Θεσσαλούς, που στην πλειοψηφία τους ήταν νέες γυναίκες με φαρδιά μεσοφόρια και κίτρινα μαντήλια στο κεφάλι, που τις προστάτευαν από τον καυτό ήλιο.

Ήταν απαιτητική και πολύ κοπιαστική δουλειά. Τα σταφύλια κόβονταν από τα κλήματα και έμπαιναν στα κοφάκια (μικρά ψάθινα κοφίνια), μόλις γέμιζαν οι εργάτες τα κουβαλούσαν στον ώμο τους και τα άδειαζαν στα μεγάλα κοφίνια που ήταν παρατεταγμένα στη σειρά σε μέρος προσβάσιμο για τη σούστα ή το φορτηγό που περίμενε στον δρόμο. Εκεί φορτώνονταν και έπαιρναν τον δρόμο για το πατητήρι. Με δεδομένο ότι οι ιδιοκτησίες του σπαταναίικου κάμπου έχουν ιδιόμορφες διαστάσεις «λαχίδια» (στενό πλάτος και μεγάλο μήκος), που έκανε ακόμα πιο δύσκολη τη μεταφορά των σταφυλιών, γι’ αυτό επιστρατευόταν και το γαϊδουράκι του σπιτιού για την οικονομία του χρόνου και την ενδιάμεση μεταφορά. Η σούστα χωρούσε δέκα – δώδεκα κοφίνια και έκανε δύο με τρεις δρόμους ανάλογα με την απόσταση αμπελιού – πατητηριού. Γύρω στο 1960 οι σούστες άρχισαν σταδιακά να αντικαθίστανται από τα αγροτικά αυτοκίνητα και τα τρακτέρ και οι συνθήκες έγιναν ευκολότερες.

Στο πατητήρι

Κάθε σπαταναίικο σπίτι είχε το πατητήρι του. Ο χώρος του πατητηριού χωριζόταν σε δύο μέρη με ένα φαρδύ τοιχίο τη «ληχταριά» που είχε ένα μέτρο ύψος περίπου και εκεί ακουμπούσαν τα κοφίνια πριν τα αδειάσουν στον κυρίως χώρο όπου γινόταν το πάτημα. Το πατητήρι ήταν φτιαγμένο από τσιμεντοκονία και ήταν επιστρωμένο με μεγάλες πέτρινες πλάκες. Η «στυφιλιά» ήταν το μηχάνημα όπου συμπιέζονταν χειροκίνητα τα ήδη πατημένα σταφύλια, ώστε να βγει και η τελευταία σταγόνα από τους χυμούς τους. Ακριβώς μπροστά από το πατητήρι υπήρχε το πουρλάκι όπου με ένα χτιστό αγωγό διοχετευόταν ο φρέσκος μούστος και αποθηκευόταν πρόσκαιρα, για λίγες ώρες, μέχρι να πουληθεί στον έμπορο. Τα «τσάμπουρα» (τσαμπιά) από τα πατημένα σταφύλια κατέληγαν στα σουμοκάζανα για τσίπουρο ή για λίπανση των αμπελιών.

Το πάτημα των σταφυλιών ήταν επίπονη και κοπιαστική δουλειά. Για τον λόγο αυτό τα αφεντικά διάλεγαν «πατητάδες» δυνατούς και εύσωμους. Άρχιζαν το πάτημα τα μεσάνυχτα, αφού είχε προηγηθεί ύπνος και καλό φαγητό. Η εικόνα των πατητάδων με ανεβασμένα τα πατζάκια των παντελονιών τους, ξυπόλυτοι και πιασμένοι από τους ώμους να πατάνε στην αρχή αργά το σωρό των σταφυλιών και αργότερα γρήγορα, συνοδεύει κάθε Σπαταναίο που έζησε τον τρύγο όπως γινόταν παλιά. Το πάτημα των σταφυλιών μπορούσε να κρατήσει μέχρι και 48 ώρες.

Όταν το πουρλάκι γέμιζε, έκαναν την εμφάνισή τους οι έμποροι για να παραλάβουν τον φρέσκο μούστο που κατέληγε σε ταβέρνες και μπακάλικα της Αθήνας. Οι έμποροι ήταν μεγάλο κεφάλαιο για την τοπική οικονομία. Έκλειναν την προσυμφωνημένη ποσότητα από τα μέσα του καλοκαιριού και καθόριζαν την τιμή δίνοντας προκαταβολή στον παραγωγό. Οι καλοί έμποροι, όταν έρχονταν να παραλάβουν τον μούστο, πάντα κρατούσαν καλούδια για τους πατητάδες και το σπίτι. Αλλά ποτέ δεν έφευγαν παραπονεμένοι. Οι νοικοκυρές φρόντιζαν να τους φιλέψουν με επιτραπέζια σταφύλια, μουσταλευριά και μουστοκούλουρα. Παρουσία των εμπόρων γινόταν ο έλεγχος των γράδων και η φόρτωση του μούστου.

«Καλά κρασιά…!»

Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής το πουλούσαν στους εμπόρους, το υπόλοιπο «το έβαζαν μέσα» στα βαρέλια του υπογείου για οικιακή κατανάλωση ή λιανική πώληση. Ο μούστος μετριόταν σε κάρα. Ένα κάρο ήταν 400 οκάδες ή 50 μέτρα ή 512 κιλά. Ένα κάρο μούστος έβγαινε από 12-14 κοφίνια. Στα βαρέλια με τον μούστο έριχναν το ρετσίνι που προμηθεύονταν από τους ρετσινάδες για το άρωμα, ενώ ο χημικός έδινε οδηγίες για τη διαδικασία της ζύμωσης. Έτσι φτιαχνόταν η πολυτραγουδισμένη «μεσογείτικη ρετσίνα».

Εκτός από τη ρετσίνα έφτιαχναν και κοκκινέλι από λευκά και κόκκινα σταφύλια τα οποία είχαν τρυγήσει πριν τα λευκά και τα είχαν αφήσει στον ήλιο αρκετές ημέρες. Τα «γεματάρια» (νέα κρασιά) άνοιγαν συνήθως στη γιορτή του Αγίου Δημητρίου. Ο τρύγος στο χωριό κρατούσε έως ένα μήνα και το πλύσιμο των κοφινιών στην παραλία της Λούτσας σηματοδοτούσε το τέλος του. Σειρά είχε το «καρποθέρι». Οικογένεια και εργάτες έτρωγαν όλοι μαζί ένα «καλό φαΐ», συνήθως κρέας, για να ευχηθούν: «Άντε νάμαστε καλά και του χρόνου διπλά».

Αμπέλια στο Άγιον Όρος

Αμπελοκαλλιέργεια και τρύγος στο Άγιον Όρος και στη Χαλκιδική

Περνώντας τα «σύνορα» του Αγίου Όρους στην Ουρανούπολη, το τοπίο αλλάζει ριζικά: τα πεύκα αγκαλιάζουν το σύμπαν, η φύση βρίσκει την αρχέγονη παρθενικότητά της. Λάμπει το πράσινο, με φόντο το καταγάλανο του ουρανού και της θάλασσας, καθώς το λεωφορειάκι αγκομαχά στον ανηφορικό χωματόδρομο. Σε μια στροφή, μετά την ανηφόρα, ξεπετάγεται ένα πλάτωμα: το Μετόχι της Χρωμίτσας, που είναι ολόκληρο ένα αμπέλι, απλώνεται μπροστά μας. Σε τούτο το σημείο επικρατεί ησυχία, τα σταφύλια έχουν τρυγηθεί. Λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο εκεί, οργασμός. Τα μαχαίρια των τρυγητών παίρνουν φωτιά πρέπει να κόψουν τα τσαμπιά πριν ο ήλιος σηκωθεί ψηλά. Αυτά τα αμπέλια έδειξε ο πατέρας Παΐσιος τη δεκαετία του 1970 στον Ευάγγελο Τσάνταλη, που ονειρεύτηκε τότε ν’ αναβιώσει τα κρασιά του Αγίου Όρους. Το είπε και το έκανε…

Στη συνέχεια αυτής της περιήγησης παρακολούθησα εκ του σύνεγγυς τις διαδικασίες της οινοποίησης στο οινοποιείο του Τσάνταλη, στον Άγιο Παύλο Χαλκιδικής. Και τέλος, είχα την τύχη να γευτώ την από καρδιάς φιλοξενία των μοναχών της Μονής Ξενοφώντος, να εντρυφήσω στην ιστορία του Βυζαντίου και του Όρους μέσα στο εξαιρετικό μουσείο της, να γευτώ την πεντανόστιμη αυθεντική κουζίνα των μοναχών και ν’ ανακαλύψω τον προστάτη των μαγείρων Άγιο Ευφρόσυνο.

Γύρω από το Μετόχι του ρωσικού μοναστηριού του Αγίου Παντελεήμονα, στη Χρωμίτσα, απλώνονται 650 στρέμματα αμπελώνων, που αναβιώνουν την παράδοση της αμπελοκαλλιέργειας στο «Περιβόλι της Παναγίας». Καλλιεργούμενοι σήμερα από την εταιρεία Τσάνταλη, περιλαμβάνουν τόσο κλασικές μακεδονίτικες ποικιλίες, όπως το Ξινόμαυρο και το Λημνιό, όσο και ξένες ποικιλίες που έχουν εγκλιματιστεί στα αγιορείτικα μικροκλίματα. Το κλίμα της Χαλκιδικής γλυκαίνει από τη θάλασσα που την περιτριγυρίζει και καταλήγει πιο ζεστό και με περισσότερη ηλιοφάνεια από την υπόλοιπη Βόρεια Ελλάδα. Είναι σχεδόν σαν να βρίσκεσαι σε νησί του Αιγαίου.

Τρύγος σημαίνει πυρετός. Τα σταφύλια έχουν ωριμάσει και τα τσαμπιά τους πρέπει να κοπούν χωρίς καθυστέρηση και να μεταφερθούν γρήγορα στο οινοποιείο. Για να μη σπάσουν οι ρώγες και οξειδωθούν, για να διαφυλαχθεί, με δυο λόγια, ο χυμός τους και να δώσει ποιοτικό κρασί, η μεταφορά θα γίνει μέσα σε μικρά καφάσια.

«Οίνος και άμπελος, ευλογία Κυρίου», μου λέει ο πατήρ Παΐσιος που εποπτεύει το μετόχι της Χρωμίτσας. Η πατρίδα του βρίσκεται πολύ μακριά, 600 χλμ. από τη Μόσχα, πάνω στο Βόλγα.

Τα τσαμπιά πέφτουν στον κοχλία του σπαστήρα, οι ρώγες σπάζουν και κυλούν μαζί με τον χυμό τους στον εκραγηστήρα. Από εκεί θ’ απομακρυνθούν τα κοτσάνια και θα οδηγηθούν με μια αντλία μεταφοράς προς τον οινοποιητή. Εδώ, σε αυτή τη μεγάλη μεταλλική δεξαμενή, οι μύκητες από τη ρώγα του σταφυλιού θα πυροδοτήσουν την αλκοολική ζύμωση. Στην οινοποίηση του κόκκινου κρασιού τα στέμφυλα παραμένουν μαζί με τον μούστο και ανακατεύονται δυο- τρεις φορές την ημέρα.

Εν βρασμώ … Στη διάρκεια της αλκοολικής ζύμωσης, οι μύκητες κατατρώγουν τα σάκχαρα του σταφυλιού και τα μετατρέπουν σε αλκοόλ. Ταυτόχρονα, από τις σπασμένες ρώγες που κολυμπούν στο μούστο, αλλά και από τα κουκούτσια και τα τσαμπιά, εκχυλίζονται στον άχρωμο κατ’ αρχάς μούστο φυσικές οργανικές φαινολικές ουσίες: οι ανθοκυάνες είναι υπεύθυνες για το χρώμα του κόκκινου κρασιού και οι ταννίνες για τη στυφή του γεύση. Στα κόκκινα κρασιά που προορίζονται για παλαίωση, η εκχύλιση των φαινολικών ουσιών μπορεί να κρατήσει και δύο εβδομάδες, έτσι ώστε να πάρουν βαθύ χρώμα και άφθονες ταννίνες.

Το απόλυτο σύμβολο της σύγχρονης ποιοτικής οινοποίησης είναι ο ανοξείδωτος χάλυβας. Σε τέτοιες δεξαμενές ελεγχόμενης θερμοκρασίας ζυμώνεται ο χυμός των λευκών σταφυλιών, αφού κυλήσει από τα πιεστήρια. Σε ανοξείδωτες δεξαμενές γίνεται ο καθαρισμός των λευκών κρασιών. Αλλά και μέσα σε χαλύβδινες δεξαμενές, χωρίς οξυγόνο, διατηρείται το κρασί στα ενδιάμεσα στάδια της διαδικασίας τους.

Το δρύινο βαρέλι είναι το άλλο απαραίτητο στοιχείο στη διαδικασία του ραφιναρίσματος λευκών και κόκκινων κρασιών. Και στις δύο περιπτώσεις το κρασί ωριμάζει και παίρνει από το βαρέλι ουσίες, που κάνουν την προσωπικότητά του πιο σύνθετη. Παράλληλα, η αναπνοή του κρασιού και η επαφή του με το οξυγόνο οδηγούν τις γεύσεις και τα αρώματα σε ανώτερη πολυπλοκότητα. Ειδικά στα κόκκινα μαλακώνει η αγριάδα των ταννινών του νεανία οίνου.

Σπαστήρας και εκραγηστήρας

Στο Μετόχι της Χρωμίτσας, πίσω από τους χοντρούς πέτρινους τοίχους, ωριμάζει στα βαρέλια το κόκκινο «Μετόχι» (τοπικός αγιορείτικος οίνος) της εταιρείας Τσάνταλη. Ο επικεφαλής οινολόγος, Παύλος Αργυρόπουλος, θέλει τη ζύμωση του κόκκινου κρασιού σε μεγάλες, ξύλινες, ανοιχτές βαρέλες. Όπως την έκαναν παλιά στο Άγιον Όρος και όπως συνεχίζουν να την κάνουν ακόμη και σήμερα στο Chateau Mouton Rothschild.

Οριζοντίωση, πλάγιασμα, ησυχία, ηρεμία, και αναμονή… δραματικών εξελίξεων, που θα οδηγήσουν την απλότητα και το ατίθασο πνεύμα ενός νεαρού κρασιού στη στρογγυλάδα και την πολυπλοκότητα της ωριμότητας. Κυρίως τα κόκκινα, αλλά και πολλά λευκά κρασιά, παλαιώνουν στο μπουκάλι, σε σταθερή θερμοκρασία και υγρασία, μέσα στο σκοτάδι, για να δώσουν αργότερα τον καλύτερο εαυτό τους.

Τρύγος στο Αγγελόκαστρο Αιτωλοακαρνανίας

Στο Αγγελόκαστρο η ιστορία των αμπελιών χάνεται στο παρελθόν. Τα αμπέλια ήταν διάσπαρτα σε διάφορες περιοχές όπως, στα Παλιάμπελα, στον ΑϊΛιά, στα Καμάρια, στη Σκαφίδα και σε άλλες περιοχές. Η καλλιέργειά τους ξεκινούσε με το κλάδεμα που γινόταν συνήθως γύρω στα Χριστούγεννα και λίγο αργότερα, και ακολουθούσε το σκάψιμο (ύψωμα του χώματος γύρω από τη ρίζα του φυτού). Το Μάρτιο γινόταν το ράντισμα με γαλαζόπετρα και λίγο διαλυμένο ασβέστη, και τον Μάιο το θειάφισμα με το «κιαφολόγι». Μετά τις 20-25 Σεπτεμβρίου, ανάλογα με τον καιρό γίνονταν ο τρύγος. «Θέρος – Τρύγος – Πόλεμος», έλεγαν εκείνα τα χρόνια οι παλιοί για να δείξουν ότι ο τρύγος ήταν μια σοβαρή και κουραστική υπόθεση.

Μπαίνοντας ο Σεπτέμβριος σε όσους είχαν αμπέλια άρχιζαν οι προετοιμασίες. Πλένανε τα βαρέλια και τα γεμίζαμε με νερό για να «ρουπόσουν», δηλ. να διασταλούν οι ξύλινες ρωγμές με την απορρόφηση νερού, ώστε να γίνουν στεγανά. Φέρνανε τους «βαρελάδες» -εξειδικευμένους ανθρώπους γι’ αυτή τη δουλειά- για να επιδιορθώσουν τα παλιά δρύινα βαρέλια απ’ τη φθορά του χρόνου, και αγοράζανε καινούργια καλάθια ή κοφίνες (καπνοκάλαθες), από πλανόδιους γύφτους, εάν είχαν χαλάσει τα παλιά.

Την ημέρα του τρύγου απ’ το πρωί όλη η γειτονιά στο πόδι, και όλοι βουρ… για το αμπέλι. Οι μεγάλοι έκοβαν τα σταφύλια με τα τροχισμένα ψωμομάχαιρα, τα έβαζαν στα καλάθια και από κει στις καπνοκάλαθες, που τις μεταφέρανε στον ώμο για το φόρτωμα στα ζώα, η στις πλατφόρμες των τρακτεριών τα τελευταία χρόνια. Έτσι το φορτίο μεταφέρονταν στον «κάδο» για το πάτημα. Ένας τέτοιος τρύγος – γιορτή μου ‘ρχεται τώρα στο μυαλό σ’ ένα απ’ τα τελευταία τότε αμπέλια στο χωριό. Στο αμπέλι του Ρόμπολα, που ήταν 100 περίπου μέτρα μέσα απ’ τον σταθμό του τραίνου κάτω στον σταθμό.

Ο κάδος ήταν ένας πέτρινος κτιστός χώρος σε σχήμα μεγάλου βαρελιού που στη βάση του υπήρχε έξοδος αυλακωτή με κάνουλα, ώστε να τρέχει ο μούστος στο καζάνι. Στον κάδο αυτό προσαρμόζονταν το ξύλινο πατητήρι, όπου πατούσανε τα σταφύλια και βγάζανε τον χυμό των σταφυλιών, τον μούστο. Τα περισσότερα σπίτια είχαν ληνό, αφού όλοι στο χωριό είχαν αμπέλια. Κατά τον τρύγο διάλεγαν μερικά σταφύλια για φαγητό, να φιλέψουν γειτόνους που δεν είχαν αμπέλια ή για να κρεμάσουν «κρεμασταρες» και να τα φάνε αργότερα, το χειμώνα. Τις «κρεμαστάρες» τις έκοβαν με μικρό κομμάτι βέργας για να τις κρεμάσουν απ’ αυτή.  

Ο μούστος με την περίεργη εκείνη μοσχοβολιά, τραβούσε τις μέλισσες και τις σφήκες, που ήταν αδύνατον να πατάς σταφύλια και να μην σε τσιμπήσουν, οπότε σαν αντίδοτο χρησιμοποιούσανε το «σταύρωμα» με το μαχαίρι και το ξίδι. Από τον κάδο γεμίζανε τα καζάνια με μούστο και γεμίζαμε μετά τα βαρέλια. Μετρούσανε την περιεκτικότητα του σακχάρου με ειδικό όργανο το «γράδο». Εάν η χρονιά ήταν καλή με ζεστό καιρό και χωρίς βροχές, τα κρασιά είχαν πάνω από 12 βαθμούς, που ήταν η αρχή για ένα καλό κρασί.

Για να πάρει κόκκινο χρώμα το κρασί, άφηναν τον μούστο μαζί με τα τσίπουρα από 12 έως 24 ώρες. Κατόπιν ο μούστος έμπαινε στα βαγένια όπου έριχναν και το ανάλογο ρετσίνι για άρωμα και συντηρητικά. Τα τσίπουρα για να δώσουν όλο το κρασί τα τσιφιλιάζουν, δηλαδή τα πιέζουν με χειροκίνητο πιεστήριο, την τσιφιλιά.

Το κρασί έβραζε για 30-40 περίπου ημέρες (γινόταν η ζύμωση), οπότε κλείνανε την επάνω τρύπα του βαρελιού με την ξύλινη τάπα και τη σφραγίζανε με λειωμένο ρετσίνι. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν χημικοί και χημικά προϊόντα για να μην ξινίσει το κρασί. Έτσι πριν σφραγίσουν το βαρέλι έριχναν μέσα ρετσίνι (4 κιλά το βαρέλι, αν θυμάμαι καλά) που έδινε και άρωμα ωραίο στο κρασί. Τα γιοματάρια, όπως έλεγαν τότε τα γεμάτα βαρέλια, τ’ ανοίγανε συνήθως κάνα μήνα πριν τις γιορτάδες (Χριστούγεννα).

Οι πατεράδες μας πίστευαν, όπως και σήμερα λένε οι γιατροί, ότι το κρασί «στυλώνει» τον άνθρωπο, τον κάνει γερό, δυνατό και δραστήριο φτάνει να μη γίνεται κατάχρηση και το ύμνησαν και τραγούδησαν πολλοί μεγάλοι αρχαίοι και νέοι ποιητές. Έχει γράψει ένα ωραίο βιβλίο ο συμπατριώτης μας ο Θύμιος ο Πριόβολος πάνω σε αυτό το θέμα.

Χρόνο με το χρόνο, από τη δεκαετία του 1960 περίπου και μετά, ένα – ένα όσο μεγάλωναν οι γονείς μας εγκαταλείπονταν τ’ αμπέλια. Θράσεψε ο τόπος -όπως λέμε- με άλλα σπάρτα. Ποτίστηκαν τα χώματα με φυτοφάρμακα και δηλητήρια ξενόφερτα, τόσο που σήμερα εκεί που παλιά ήτανε τ’ αμπέλια, να μην περνάει ούτε φίδι πια…

Κώστας Μπούτιβας – Καστρινός

Ο τρύγος στην παλαιά Κοζάνη

Ο τρύγος στην Κοζάνη, αλλά και σε όλη τη Δυτική Μακεδονία, ξεκινούσε πάντοτε μετά το «Νιάημερο» και ποτέ νωρίτερα, όπως γίνεται στην υπόλοιπη Ελλάδα. Ο λόγος είναι εμφανής. Λόγω των καιρικών συνθηκών που επικρατούν τα σταφύλια αργούν να «ωριμάσουν», να φτάσει δηλαδή ο χυμός τους να έχει περιεκτικότητα ζαχάρων από 10,5 ως 13 βαθμούς μπωμέ (γράδα). Για να το διαπιστώσουν αυτό οι παραγωγοί έκοβαν σταφύλια από 5-6 τυχαία κλήματα απ’ όλα τα μέρη του αμπελιού, τα πίεζαν με ένα τουλπάνι για να βγουν οι χυμοί τους και μετρούσαν με το «γραδόμετρο» το ζάχαρο. Πρόσεχαν να τρυγήσουν πριν από την εποχή των βροχών, διότι τότε έπεφτε το ζάχαρο των σταφυλιών και το κρασί θα ήταν κατώτερης ποιότητας.

Ο τρύγος στην Κοζάνη ήταν παλιότερα πραγματικό πανηγύρι. Συμμετείχε όλο το σόι και βοηθούσε ολόκληρη η γειτονιά. Ανάλογα με τα αμπέλια που είχε ο νοικοκύρης, ο τρύγος διαρκούσε από δύο μέρες μέχρι και μία βδομάδα.

Υπάρχουν πάμπολλες μαρτυρίες για την καλλιέργεια αμπελιών στην Κοζάνη απ’ όλους τους ιστορικούς της πόλης, γεγονός που μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι οι Κοζανίτες και γενικότερα οι Δυτικομακεδόνες ασχολούνταν ανέκαθεν με την αμπελουργία. Ο Λιούφης, μάλιστα, αναφέρει ότι στην Κοζάνη κατά τον 18ο αιώνα καλλιεργούνταν 5.000 στρέμματα αμπελιού. Ακόμη και σήμερα είναι ονομαστά τα κρασιά του Αμυνταίου, της Σιάτιστας και του Βελβεντού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ανάμεσα στα εμπορεύματα που μετέφεραν με τα καραβάνια στη Μεσευρώπη περιλαμβανόταν και το «λιαστό» κρασί της Σιάτιστας που ήταν περιζήτητο για ιατρικούς λόγους. Το λέει άλλωστε και το γνωμικό: «Ο ύπνος τρέφει το παιδί, ο ήλιος το χορτάρι και το κρασί τον γέροντα τον κάνει παλικάρι!».

Το κύριο εμπόρευμα των παντοπωλείων της Κοζάνης, μέχρι τη δεκαετία του 1960, ήταν το κρασί και το τσίπουρο. Αυτά τα προϊόντα ήταν που άφηναν κέρδος γιατί ήταν οι κόποι μιας χρονιάς. Όλα τα μπακάλικα παλαιότερα ονομάζονταν «οινοπαντοπωλεία».

Οι ετοιμασίες του τρύγου

Από τα μέσα Σεπτεμβρίου ξεκινούσαν οι ετοιμασίες για τον τρύγο. Έναν σχεδόν μήνα πριν. Αρχικά έβγαζαν τα βαένια από το θολωτό υπόγειο. Για τον σκοπό αυτό επιστρατεύονταν τα πιο εύρωστα μέλη της οικογένειας, γείτονες ή και χαμάληδες. Ήταν πολύ βαριά και μεγάλα γιατί χωρούσαν 500, 1.000 ή και περισσότερες οκάδες κρασιού (1.300 λίτρα κρασιού). Τα έβγαζαν στην αυλή κι εκεί τα έπλεναν για να καθαρίσουν από τα ιζήματα και να «φουσκώσουν» οι αρμοί των βαρελιών.

Μετά τον καθαρισμό με τον ξύστρο του εσωτερικού του βαρελιού βράζονταν σε καζάνια φύλλα και φλοιοί καρυδιάς και συκιάς και ξαναπλένονταν. Έτσι απολυμαίνονταν και δεν υπήρχε φόβος να χαλάσει το κρασί. Όταν τα βαρέλια καθαρίζονταν ξανατοποθετούνταν στο θολωτό υπόγειο. Δύο – τρία ή και περισσότερα βαρέλια στήνονταν στην αυλή και δίπλα τους τοποθετούσαν την καρούτα, ενώ οι γυναίκες έπλεναν όλα τα τσίγκινα σκεύη που χρειάζονταν και οι άντρες επιδιόρθωναν και καθάριζαν τα γαλίκια που ήταν καμωμένα με λεπτά κλωνάρια βρασμένης λυγαριάς, τα καλάθια και τις κόφες για τη μεταφορά των σταφυλιών.

Ο τρύγος

Οι γυναίκες από βραδύς ετοίμαζαν τα φαγητά για τους άντρες στο αμπέλι. Στην Κοζάνη για μεσημεριανό συνηθιζόταν η τσουκνιδόπιτα (ή κάποια άλλη πίτα) και «κιφτέδις μι κρουμμίδια» και για καφαλτού μπάτζιο, ελιές και κιχιά. Για τη μεταφορά των σταφυλιών στο σπίτι προσλαμβάνονταν κάρα και μουλάρια με εργάτες που πηγαινοέρχονταν από το αμπέλι.

Μόλις έφταναν στο αμπέλι ξεκινούσε ο τρύγος με τραγούδια και χαρές. Μάζευαν τα σταφύλια με προσοχή σε μεγάλα καλάθια ή κόφες αφού τα καθάριζαν από τυχόν χαλασμένα και τα συγκέντρωναν στα γαλίκια. Τα γαλίκια με τη σειρά τους τα φόρτωναν δύο – δύο στα μουλάρια ή ανά έξι στα κάρα και μεταφέρνονταν στην αυλή του σπιτιού.

Εκεί τα περίμεναν δύο γεροδεμένοι άντρες, τα έριχναν στην καρούτα και άρχιζαν το πάτημα φορώντας γαλότσες. Οι γυναίκες με τα λιγκέρια άρχιζαν να γεμίζουν τα μπακράτσια με μούστο που τον έριχναν στα όρθια βαρέλια. Όταν το πάτημα των σταφυλιών στο πατητήρι τελείωνε έριχναν εκεί και τα τσίπουρα. Η δουλειά αυτή συνεχιζόταν (με ένα μικρό διάλειμμα για φαγητό το μεσημέρι) μέχρι το σούρουπο οπότε γυρνούσαν και οι άντρες από το αμπέλι με τα τελευταία φορτία των σταφυλιών.

Αμπελάκια Θεσσαλίας

Οι γυναίκες «τραβούσαν» τον μούστο από το πρώτο βαρέλι, τον «περνούσαν» από ένα τουλπάνι, τον καθάριζαν με κασταλαή ή ασπρόχωμα και τον έβραζαν ολονυχτίς σε καζάνια έως ότου πήξει για να κάνουν την μουστόπτα, σιουτζιούκια, κόρις, μαντζιούνια, σταφυλαρμιά και ό,τι άλλα καλούδια χρειάζονταν για να περάσουν τον χειμώνα.

Μόλις ξημέρωνε οι άντρες τραβούσαν τον μούστο, τον έβαζαν στα γκιούμια και γέμιζαν τα βαρέλια κάτω στο υπόγειο. Όταν τελείωναν ξεκινούσαν για τα αμπέλια για να τελειώσουν τον τρύγο. Αυτό γινόταν για 2-3 ή και πέντε μέρες ακόμη…

Μετά τον τρύγο

Όταν γέμιζαν τα βαρέλια στο υπόγειο άφηναν τη Φύση να κάνει τις υπόλοιπες εργασίες. Άρχιζε να «βράζει» ο μούστος και μετατρέπονταν τα ζάχαρα σε οινόπνευμα. Κάθε 3-4 ημέρες ο νοικοκύρης ανακάτευε τα τσίπουρα στα βαρέλια της αυλής με το καρπουλόι για να μην ξινίσουν και δεν βγει καλό το τσίπουρο. Σε 20-30 μέρες τραβιόταν το μαύρο κρασί. Αυτό δεν ήταν άλλο από το καταστάλαγμα του μούστου στα βαρέλια που, επειδή, έμενε με τα τσίπουρα τόσο πολύ καιρό έπαιρνε έντονο κόκκινο σκούρο χρώμα και ελαφρώς στυφή γεύση λόγω της τανίνης.

Έθιμα του τρύγου

Ξεκινώντας για τον τρύγο η νοικοκυρά χάριζε από μια μάλλινη μισάλα (τετράγωνη πετσέτα φαγητού) σε όλους όσους ασχολούνταν με τον τρύγο. Μάλιστα θεωρούνταν προσβολή, αν η νύφη δεν συμπεριλάμβανε ανάμεσα στα προικιά της μάλλινες μισάλες για τον τρύγο.

Όλη η οικογένεια συμμετείχε στον τρύγο. Δεν ήταν δυνατόν να λείπουν και τα μικρά παιδιά. Ο παππούς είχε φροντίσει να πλέξει για όλα μικρά καλαθένια καλαθάκια που τους τα χάριζε για να τρυγήσουν κι αυτά. Όλο το αμπέλι βούιζε από τις χαρούμενες φωνούλες τους. Έτσι γίνονταν η μύηση στις επόμενες γενεές.

Αρχίζοντας το τρύγημα των σταφυλιών, ο παππούς της οικογένειας έκοβε 5-6 χοντρά κλωνάρια κλήματος (κληματσίδες) με αγκύλη στην άκρη. Κατόπιν πήγαινε και διάλεγε τα ροζακιά και τα γκρανουάρια, σταφύλια με χοντρή φλούδα και όψιμα. Με αυτά θα έκανε τις «φούντες». Οι φούντες ήταν τα σταφύλια που στηρίζονταν από το κοτσάνι, το ένα επάνω στο άλλο, στην κληματσίδα που την κρεμούσαν σε ένα δοκάρι του υπογείου (μαζί με τα ρόδια και τα κυδώνια) για να τρώνε σταφύλια μέχρι τα Χριστούγεννα.

Όταν γέμιζαν τα βαρέλια με κρασί τα σφράγιζαν με το πώμα για να βράσει και με λίγο αραιό ζυμάρι σφράγιζαν όποια χαραμάδα υπήρχε στα πώματα του βαρελιού και με το ίδιο ζυμάρι έκαναν το σήμα του σταυρού στην κορυφή του βαρελιού. Κατόπιν περίμεναν υπομονετικά να «βράσει» και να «καθαρίσει», να λαμπικάρει δηλαδή, διαδικασία που κρατούσε μέχρι και τις Αποκριές. Στον ενδιάμεσο χρόνο κατανάλωναν το «μαύρο». Το μαύρο ήταν το κρασί με το οποίο συνόδευαν το φαγητό μέχρι και μετά των Θεοφανίων.

Ο τρύγος σήμερα

Ο τρύγος, όπως τον περιγράψαμε περιληπτικά, μόνο σε λαογραφικά πανηγύρια γίνεται σήμερα όπως και εκείνα τα χρόνια, για φολκλορικούς λόγους. Ελάχιστοι τρυγούν πλέον με τον παραδοσιακό τρόπο. Ο τρύγος πια έχασε την παλιά του αίγλη… Το πάτημα στα πατητήρια αντικαταστάθηκε με πιεστήρια, αλεστικές και διαχωρεστικές ή φυγοκεντρικές μηχανές. Η μεταφορά γίνεται πλέον σε πλαστικά δοχεία ή κλούβες φορτωμένα σε αγροτικά αυτοκίνητα. Πού να βρεθούν κάρα και μουλάρια…

Ο καθαρισμός των βαρελιών γίνεται με χημικά καθαριστικά και δίχως κονιάν στο τελευταίο χέρι για να μοσχοβολάει το ξύλο του βαρελιού… Μόνο το κόψιμο των σταφυλιών γίνεται ακόμη παραδοσιακά. Αλλά χωρίς πίτες, τσίπουρο, κολατσό και μια στάλα ξεκούραση από όλο εκείνο το χαρούμενο σμήνος ανθρώπων που με γέλια, φωνές και τραγούδια χαιρόταν τον τρυγητή.

Λεξιλόγιο: Βαένια = τα βαρέλια / Γαλίκια = κοφίνια καμωμένα από λυγαριά / Γκιούμια = χάλκινα δοχεία μεταφοράς υγρών με μικρό στόμιο / Καρούτα = το πατητήρι / Κασταλαή = σταχτόνερο, αλισίβα / Καρπουλόι = μακρύ, γερό ξύλο με τρεις ή τέσσερις άκρες (σαν ένα μεγάλο πιρούνι) που χρησίμευε για το λίχνισμα του σταριού στα αλώνια / Καφαλτού = πρωινό, δεκατιανό / Λιγκέρ’ = μεγάλο μεταλλικό κύπελλο / Μισάλα = ποδήρης ποδιά / Μουστόπτα = μουσταλευριά / Μπακράτσ’ = πλατύστομο ανοιχτό χάλκινο σκεύος με χερούλι / Ξύστρους = σταθερή ξύλινη κατασκευή που στο άκρο της τυλίγεται μπερδεμένο ένα χοντρό σύρμα για να ξύνονται τα εσωτερικά τοιχώματα του βαρελιού / Τσίπουρα = τα υπολείμματα των σταφυλιών.

Ο τρύγος στην Ικαρία

Όλα νηφάδια της κοιλιάς
και το ψωμί στημόνι,
το βλογημένο το κρασί
όλαναι τα στελιώνει…

(απόσπασμα από ρίβα, στο Νικαριώτικα Πούλουδα, Στενός Γ., 2002, σ. 48)

Τελειώνοντας ο Αύγουστος, αρχίζοντας ο Σεπτέμβρης ο «τρυγητής» και στην Ικαρία ξεκινά ο τρύγος, όπως συνηθίζεται και σε όλη την Ελλάδα, αυτή την περίοδο. Η Ικαρία είναι ένα νησί με εύφορο έδαφος για ανάπτυξη αμπελουργίας, ηλιοφάνεια και μορφολογία. Ως τόπος λατρείας του θεού Διονύσου, προσφέρει μοναδικές γεύσεις και ποιότητα σταφυλιού, μούστου και κρασιού.

Φημίζεται δε για την αμπελοοινική της παράδοση και το δυνατό κόκκινο κρασί της με τις ευεργετικές του ιδιότητες, γνωστό και ως «Πράμνειος οίνος». Συνδέεται με τη λατρεία του θεού Διονύσου, εξ άλλου, σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Διόνυσος γεννήθηκε στην Ικαρία και συγκεκριμένα, σε μια σπηλιά κοντά στο Δράκανο. Κατά την αρχαιότητα, το όνομα «Πράμνειος» προέρχεται από τις λέξεις «πραΰνει το μένος», ενώ σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, υπήρχε ένα όρος στην Ικαρία, η Πράμνη, όπου καλλιεργούνταν αμπέλια («πραμνία άμπελος»), από τα οποία προέρχεται ο πράμνειος οίνος. Σύμφωνα, με μεταγενέστερες έρευνες, το όνομα προέρχεται από τον Πράμνο, την οροσειρά που σήμερα καλείται Αθέρας.

Ο τρύγος (συγκομιδή των σταφυλιών) είναι η μια σημαντική δραστηριότητα για έναν αμπελουργό και αφορά στο μάζεμα των σταφυλιών. Ο χρόνος που θα γίνει ο τρύγος έχει μεγάλη σημασία για την ποιότητα των σταφυλιών, αλλά και του κρασιού μετέπειτα. H διαδικασία της ωρίμανσης επηρεάζει διαφορετικά και γίνεται με διαφορετικούς ρυθμούς σε κάθε ποικιλία σταφυλιού. Ο καθένας με το δικό του τρόπο καταλαβαίνει πότε είναι έτοιμα τα σταφύλια, είτε δοκιμάζοντας κάποιες ρώγες, είτε εμπειρικά με το μάτι, όταν το σταφύλι έχει το επιθυμητό χρώμα και άρωμα, είτε τεχνητά με πυκνομέτρηση.

Οι ποικιλίες που καλλιεργούνται στην Ικαρία είναι κυρίως: φωκιανό, μπεγλέρι, μανδηλαρά και ρετενό, ενώ υπάρχουν αμπελώνες βιολογικής και μη καλλιέργειας και παράγονται συνήθως ξηρά, ημίξηρα ή γλυκά κρασιά, κόκκινα, λευκά ή ροζέ.

Σύμφωνα με την παράδοση, τα παλιά χρόνια οι Ικαριώτες αμπελουργοί, πήγαιναν ανήμερα του Προφήτη Ηλία στις 20 Ιουλίου, στην εκκλησία λίγα τσαμπιά σταφύλια από την πρώτη σοδειά τους για να τα ευλογήσει ο παπάς, ώστε να είναι και η υπόλοιπη σοδειά καλή.

Κατόπιν ξεκινούσαν οι αλλαξές. Η ανταλλαγή, δηλαδή, ήταν κυρίαρχο στοιχείο της κοινωνίας στο νησί. Κάποιος προσέφερε τις υπηρεσίες του, ένα προϊόν ή μια τέχνη και εξασφάλιζε με τη σειρά του από κάποιον άλλον, άλλη ανάγκη του. Έτσι, και με τον τρύγο, μαζεύονταν συγγενείς και φίλοι και βοηθούσαν σε όλη τη διαδικασία: άλλος στο μάζεμα των σταφυλιών, άλλος στο κουβάλημα και έτσι γινόταν η δουλειά.

Αφού συνέλλεγαν τα σταφύλια σε κοφίνια ή πανέρια, τα πλένανε καλά-καλά σε γούρνες και τα μετέφεραν στο πέταλο ή πατητήρι, όπως είναι πιο γνωστό. Εκεί άρχιζε ο «χορός» με το πάτημα των σταφυλιών με τα πόδια. Το πέταλο ήταν μια τετράγωνη δεξαμενή από πέτρα, όπου πατούσαν τα σταφύλια και ο μούστος έβγαινε από μια οπή (πελέμι) και οδηγούταν σε ένα δοχείο (αποδόχι), συνήθως κάποιο πυθάρι. Στη συνέχεια, τα πυθάρια φυλάσσονταν στο κελάρι του σπιτιού ή σε κάποια πεζούλα έξω από το σπίτι (πυθοστάσι) σε σκιερό μέρος, χωμένα μέσα στο έδαφος, σφραγισμένα με κυκλικές πλάκες με μια οπή στη μέση, απ’ όπου και αναρροφούσαν με σιφούνι το κρασί.

Τα παλιότερα χρόνια ο τρύγος ήταν αφορμή για γιορτή και παραδοσιακό φαγοπότι, παρά μιας αγροτικής εργασίας. Η νοικοκυρά είχε ετοιμάσει φαγητό και το γλέντι ξεκινούσε! Τα πειράγματα δίναν και πέρνανε και ο χορός κρατούσε μέχρι αργά. Στις μέρες μας ο τρύγος και η παραγωγή κρασιού ή τσίπουρου γίνεται με πιο σύγχρονες τεχνικές μεθόδους, τόσο για τους οικιακούς παραγωγούς, όσο και στα μεγάλα οινοποιεία του νησιού, που παράγουν ποσότητες κρασιού για την τοπική και ξένη αγορά.

Η συγκομιδή των σταφυλιών γίνεται προσεκτικά, με τα χέρια με κάποιο λεπίδι ή ψαλίδι και τα τρυγημένα σταφύλια συγκεντρώνονται σε κοφίνια. Κατόπιν οδηγούνται σε ειδικό σπαστήρα, προκειμένου να αφαιρεθούν τα κοτσάνια, και από εκεί σε έναν εκχυλιστήρα. Μια μεγάλη δεξαμενή, δηλαδή, όπου γίνεται ο πρώτος διαχωρισμός του «ζουμιού» (των υγρών) και των τσίπουρων. Κατόπιν τα τσίπουρα πάνε στο πατητήρι, για να συμπιεστούν και να βγει περισσότερος μούστος. Στη συνέχεια, ο μούστος ρίχνεται στις επόμενες δεξαμενές οι οποίες έχουν διπλά τοιχώματα και κάνουν ψύξη. Με «μουστόμετρο» μέσω δείγματος (μηχάνημα σαν θερμόμετρο), βεβαιώνεται πόσο έτοιμος είναι ο μούστος. Τέλος, το «ζουμί», που βγαίνει, τοποθετείται σε δρύινα βαρέλια, για να ωριμάσει μέσω της αλκοολικής ζύμωσης και να γίνει κρασί.

Το τσίπουρο παρασκευάζεται με την απόσταξη τσίπουρων, δηλαδή υπολειμμάτων των σταφυλιών που μένουν μετά το πάτημα και την εξαγωγή του μούστου. Αρκετοί ντόπιοι κρατάνε μούστο για την παραγωγή μουσταλευριάς ή άλλων προϊόντων με βάση το μούστο. Συχνά, βρασμένος μούστος με παχύρρευστη μορφή, το πετιμέζι, προσφέρεται ως γλύκισμα για καλωσόρισμα ή χρησιμοποιείται ακόμα και ως φάρμακο.

Ακόμα και σήμερα, στην Ικαρία, όλη η διαδικασία από τον τρύγο, το πάτημα των σταφυλιών, μέχρι και την παρασκευή του κρασιού, αποτελεί μια μοναδική ευχάριστη εμπειρία για ανθρώπους κάθε ηλικίας, που επιλέγουν να επισκεφτούν το νησί εκείνη την περίοδο, για να συμμετέχουν ή να παρακολουθήσουν τον τρύγο. Τα οινοποιεία και οι αμπελώνες του νησιού σας περιμένουν να περιηγηθείτε, να γνωρίσετε και να δοκιμάσετε μοναδικά κρασιά και να πάρετε μαζί σας τις καλύτερες αναμνήσεις.

Βόρεια Θράκη (Ανατολική Ρωμυλία)

Η Ανατολική Ρωμυλία ήταν ο τόπος των αμπελιών. Το κλίμα, το έδαφος, αλλά και οι άνθρωποί της συνέβαλαν στην ανάπτυξη της αμπελοκαλλιέργειας στη Θράκη. Η αγάπη τους για το αμπέλι ήταν τόσο μεγάλη, ώστε κάθε χρόνο συμμετείχαν άνθρωποι όλων των ηλικιών στον τρύγο, ο οποίος κρατούσε μέρες και κατέληγε πάντα σε γλέντι. Σήμερα, ο ανατολικορωμυλιώτικος τρύγος ζωντανεύει στην Κομοτηνή, από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Ανατολικορωμυλιωτών, δείχνοντας για ακόμη μία φορά την αγάπη του Συλλόγου για τη διατήρηση και ανάδειξη των πολιτιστικών και λαογραφικών μας θησαυρών.

Τρύγος στην Κρήτη

Το μάζεμα των σταφυλιών και η παραγωγή κρασιού και τσικουδιάς είναι ευχάριστες ομαδικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο το φθινόπωρο στην Κρήτη. Η παραγωγή κρασιού περιλαμβάνει το πάτημα των σταφυλιών σε ειδικά κατασκευασμένους χώρους που ονομάζονται «πατητήρια». Ο ένας μετά τον άλλο οι άνθρωποι μπαίνουν στο «πατητήρι» βαδίζοντας ή και τρέχοντας πάνω στα σταφύλια, ώστε να γίνει η εκχύμωση.

Στα διαλείμματα ή στην αναμονή καθενός για τη σειρά του, το φαγητό, το κρασί και τα πειράγματα ρέουν άφθονα στη συντροφιά. Η τσικουδιά είναι ένα δυνατό τοπικό ποτό που φτιάχνεται από τα υπολείμματα στα πατητήρια (στράφυλα) μετά από την απομάκρυνση του χυμού των σταφυλιών. Αυτά τα υπολείμματα τοποθετούνται σε καζάνια και αποστάζονται. Ακόμα και σήμερα οι μηχανισμοί και οι μέθοδοι, που χρησιμοποιούνται, είναι απόλυτα παραδοσιακοί.

Ο ιδιοκτήτης του αποστακτηρίου, που έχει νόμιμη άδεια, συχνά διαθέτει αρκετό χρόνο από την κανονική του δουλειά για να ολοκληρώσει την εργασία του στο αποστακτήριο του χωριού, το φθινόπωρο. Συνήθως το αποστακτήριο ανήκει σε μία οικογένεια και κληροδοτείται στα μέλη της από γενιά σε γενιά. Οι άνθρωποι που έρχονται για να φτιάξουν τη δική τους τσικουδιά συχνά φέρνουν και ψήνουν φαγητό στα κάρβουνα, ενώ η φρέσκια, δυνατή τσικουδιά προσφέρεται πλουσιοπάροχα σε όλους τους παρισταμένους.

Τρύγος στο Αγγελόκαστρο Αιτωλοακαρνανίας

Λέει μια παροιμία… Ο θέρος και ο τρύγος μοιάζουν με τον πόλεμο, απαιτούν γενικό ξεσηκωμό. Ο τρύγος ήταν σωστό πανηγύρι. Οι τρυγητές ξεκινούσαν για το αμπέλι πρωί – πρωί. Τα παιδία έβρισκαν ευκαιρία να απουσιάσουν απ’ το σχολείο, συμμετέχοντας και αυτά στον τρύγο. Συγγενείς, γειτόνοι, φίλοι αλληλοβοηθούνταν. Φόρτωναν στα ζώα κόφες, κοφίνια, βαρέλες με νερό και άλλα χρειώδη και ξεκινούσαν για το αμπέλι.

Μπαίνοντας στο αμπέλι άρχιζαν το τραγούδι: «Μπαίνω μες στ’ αμπέλι σαν νοικοκυρά». Αμέσως άρχιζαν το κόψιμο των σταφυλιών τα οποία έριχναν στα κοφίνια. Όταν γέμιζαν τα κοφίνια τα έριχναν στις κόφες που βρίσκονταν φορτωμένες στα ζώα. Όταν γέμιζαν οι κόφες τις σκέπαζαν με χράμια για να μη χύνονται τα σταφύλια στους ανηφορικούς δρόμους και οδηγούσαν τα ζώα, συνήθως οι άνδρες στο σπίτι όπου βρισκόταν ο ληνός (πατητήρι).

Ο τρύγος στη λαϊκή παράδοση

Απόσταγμα γνώσης και εμπειρίας αιώνων…

Το αμπέλι μαζί με το σταφύλι και τα παράγωγά του ήταν γνωστά ακόμη από κατά την παλαιολιθική εποχή. Κουκούτσια σταφυλιών έχουν βρεθεί μετά από ανασκαφές σε κατοικίες που ανάγονται στην εποχή του χαλκού! Κατά τη μυθολογία, ο Στάφυλος ήταν γιος του Διονύσου και της Αριάδνης και βοσκός του βασιλιά Οινέα. Ο Στάφυλος παρατήρησε ότι όταν έβοσκε τις κατσίκες του, κάποιες από αυτές τρώγοντας τον καρπό των αμπελιών «τρελαίνονταν»! Έτσι ο Στάφυλος μάζεψε μερικά σταφύλια και τα πήγε στον βασιλιά του. Ο Οινέας παρασκεύασε με αυτά έναν χυμό τον οποίο ονόμασε «οίνο», ενώ στον καρπό έδωσε το όνομα του βοσκού του (σταφύλι) προς τιμήν του.

Από τότε αυτό το φυτό και ο χυμός από τους καρπούς του πέρασε στη ζωή των ανθρώπων όλων των εποχών επηρεάζοντάς τη καθοριστικά.

Το αμπέλι και ο οίνος στην Εκκλησιαστική παράδοση

Σύμφωνα με τη χριστιανική θρησκεία ο Χριστός χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως αμπέλι και τους μαθητές του ως κλήματα («Εγώ ειμί η άμπελος η αληθινή και ο πατήρ μου ο γεωργός εστίν…») στην περίφημη παραβολή της αμπέλου. Συμβολική παράσταση της αμπέλου υπάρχει σε πολλά τέμπλα εκκλησιών, στις βυζαντινές εικόνες και γενικά στις αγιογραφήσεις των ναών.

Μεταξύ των αγαθών της γης, ευλογημένος είναι ο χυμός του σταφυλιού, αφού ο Χριστός ευλόγησε «άρτον, οίνον και έλαιον». Ακόμα και για τη Θεία κοινωνία, τη μεταλαβιά, κρασί χρησιμοποιείται που με Θεία παρέμβαση μετατρέπετε σε αίμα Χριστού («πίετε εξ αυτού πάντες τούτο εστί το αίμα μου»).

Στην εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (6 Αυγούστου) κάθε σπίτι πήγαινε τα πρώτα ροδισμένα σταφύλια στον ιερέα του χωριού ο οποίος τα ευλογούσε για την καλή σοδειά. Ουδείς δοκίμαζε σταφύλια πριν τα ευλογήσει ο παπάς.

Το αμπέλι στην ποίηση και στο δημοτικό τραγούδι

Αλλά και στην ποίηση και στη δημοτική – λαϊκή παράδοση το αμπέλι, το κρασί, ο τρύγος, οι εργασίες γύρω από τη φροντίδα του αμπελιού, έχουν έντονη παρουσία.

«Το λέει ο πετροκότσυφας στο δροσερό τ’ αυλάκι,
το λεν στα πλάϊα οι πέρδικες, στην ποταμιά τ’ αηδόνια,
το λεν στ’ αμπέλια οι λυγερές, το λεν με χίλια γέλια,
το λέει κ’ η Γκόλφω η όμορφη, το λέει με το τραγούδι
Αμπέλι μου πλατύφυλλο και κοντοκλαδεμένο,
δέσε σταφύλια κόκκινα να μπω να σε τρυγήσω,
να κάμω αθάνατο κρασί, μοσχοβολιά γεμάτο.
Μες στα κατώγια τα βαθιά σαν μόσχο να σε κρύψω,
να σε φυλάξω ολάκαιρες χρονιές ακέριους μήνες,
ώσπου να έρθει μιαν Άνοιξη, νάρθει ένα καλοκαίρι …»

γράφει σε ένα από τα ποιήματά του ο Κώστας Κρυστάλλης

«… Αμπέλι μου πλατύφυλλο και κοντοκλαδεμένο…
Για δεν ανθείς καλέ για δεν καρπείς, σταφύλια για δεν κάνεις;
Μα τον ουρανό, μα την αλυσιδίτσα που ‘χεις κόρη μ’ στο λαιμό.
Με χρέωσες καλέ παλιάμπελο κι εγώ θα σε πουλήσω μα τη θάλασσα,
κοντούλα και γιομάτη δεν σ’ αντάμωσα.
Μη με πουλάς καλέ αφέντη μου κι εγώ σε ξεχρεώνω
μα τον ουρανό, μα την αλυσιδίτσα που ‘χεις κόρη μ’ στο λαιμό.
Για βάλε νιούς καλέ και σκάψε με,
γέρους και κλάδεψε με μα τη θάλασσα,
κοντούλα και γιομάτη δε σ’ αντάμωσα.
Βάλε κορίτσια ανύπαντρα, να με κορφολογήσουν
μα το ουρανό, μα την αλυσιδίτσα που ’χεις κόρη μ’ στο λαιμό…»

Ο γέροντας Επιφάνιος Μυλοποταμινός σε αγιορείτικο αμπελώνα

Ακόμα και ο μήνας που γίνεται ο τρύγος άλλαξε και από Σεπτέμβρης, ονομάστηκε τρυγητής. Τόσο έντονα επηρέασε το σταφύλι τη ζωή των ανθρώπων. Ο τρύγος, ο θέρος, η σπορά, το όργωμα της γης, βρίσκονται στο επίκεντρο του αγροτικού κύκλου και της ζωής των κατοίκων της Ελληνικής υπαίθρου.

Τα παλιότερα χρόνια ο τρύγος είχε περισσότερο τη μορφή πανηγυριού παρά μιας αγροτικής εργασίας. Και σήμερα όμως η όλη διαδικασία από τον τρύγο και το πάτημα των σταφυλιών, μέχρι και την παρασκευή του κρασιού και του τσίπουρου, αποτελεί μια ευχάριστη διαδικασία για ανθρώπους κάθε ηλικίας που φροντίζουν να βρίσκονται αυτές τις ημέρες σε όλες αυτές τις πραγματικές «τελετουργίες». Πολύ δουλειά, ποτάμι ο ιδρώτας των ανθρώπων στο αμπέλι μέχρι το κλίμα να δώσει τους καρπούς του και ν’ αρχίσουν, στις αρχές του Αυγούστου, να ροδίζουν οι ρώγες του που κρέμονται σε κάθε τσαμπί.

«… Το αμπέλι σε θέλει μέσα από την Άνοιξη μέχρι τον τρύγο …», λένε οι παλιοί που ξέρουν, και δεν έχουν άδικο βέβαια, καθώς από το κλάδεμα περνάμε στο σκάψιμο, στο βλαστολόγημα, στο καθάρισμα, στο γαλάζωμα, στο κιάφισμα, στο δευτερολόγησμα και φυσικά στον τρύγο, στο πάτημα, στο τράβηγμα του μούστου από το πατητήρι στα βαρέλια, στην ωρίμανση του κρασιού, στην απόσταξη…

Η μέρα του τρύγου ήταν γιορτάσι καθώς οι πλαγιές βούιζαν από το τραγούδι των τρυγητών καθώς τρυγούσαν. Άνδρες, γυναίκες, μικροί, μεγάλοι, όλοι στο γιορτάσι του τρύγου με χαρά μεγάλη, με γέλια, με τραγούδια. Από το αμπέλι τα σταφύλια στο πατητήρι και από εκεί ο μούστος στα βαρέλια, ώσπου να ωριμάσει και να μεταμορφωθεί σε κρασί, για ν’ ακολουθήσει η απόσταξη του τσίπουρου στα καζαναριά, όπου θα στηθεί η πραγματική γιορτή, το αποκορύφωμα της όλης διαδικασίας.

Η διαδικασία της παραγωγής του τσίπουρου αποτελεί πραγματική ιεροτελεστία, που τηρείτε κάθε χρόνο με θρησκευτική ευλάβεια εν μέσω αρωματικών αναθυμιάσεων σταφυλιού, μαστίχας, γλυκάνισου. Και βέβαια σε κάθε αγροτόσπιτο είχαμε και τη γιορτή της μουστιάς με την παρασκευή του πετιμεζιού, της μουσταλευριάς, των σουτζουκιών, των κριτσελιών ή ρεντζελιών, τα πετιμεζάτα ξερά σύκα, το παντεσπάνι και τόσα άλλα που παρασκεύαζαν οι νοικοκυρές από τον μούστο μαλώνοντας πολλές φορές με τους άνδρες καθώς εκείνοι ήθελαν να κάνουν περισσότερο κρασί, ενώ οι γυναίκες μουστοπαρασκευάσματα τα οποία, ως γνωστόν θέλουν πολύ μούστο.

Όμορφα πράγματα, απλά, αριστοτεχνικά, λες, βαλμένα μέσα στη ζωή των ανθρώπων της Ελληνικής υπαίθρου και στην Ελληνική παράδοση δημιουργώντας αισθήματα και συναισθήματα που έδιναν νόημα και χρώμα στη ζωή, αλλά που τώρα έγιναν δυστυχώς λήθη…

Πηγές: agroselida.blogspot.com, xiromeropress.gr, laografia-spata.gr

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Τρύγος, ένα απέραντο διαχρονικό πανηγύρι σε όλη την Ελλάδα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s