
Οικία Κοκοβίκου: Η ιδιαίτερη ιστορία του διώροφου Αθηναϊκού σπιτιού της προεπαναστατικής εποχής, με την αυλή της «Ελενίτσας και του Αντωνάκη» που σήμερα αναδεικνύεται σε μνημείο της πόλης

Στα τελευταία λεπτά της αγαπημένης ταινίας του Γιώργου Τζαβέλα «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», η Μάρω Κοντού (Ελένη) φεύγει αγκαλιασμένη με τον Γιώργο Κωνσταντίνου (Αντώνη) από το υπό κατεδάφιση σπίτι όπου κάποτε μοιράστηκαν οι δυο τους 10 ολόκληρα χρόνια κοινής ζωής. «Θλιβερό πράγμα το γκρέμισμα», αναφωνεί ο Αντωνάκης. «Ναι, πολύ θλιβερό…», συμφωνεί η Ελενίτσα. Στην πραγματική ζωή ωστόσο, το σπίτι της Ελένης και του Αντωνάκη δεν κατεδαφίστηκε ποτέ σε αντίθεση με το σενάριο της ταινίας…! Αντιθέτως διατηρείται έως και σήμερα και μάλιστα στην ίδια σχεδόν απαράλλαχτη μορφή, την οποία είχε όταν γυρίστηκε η ταινία, παρ’ ότι πέρασαν 60 χρόνια. Το Υπουργείο Πολιτισμού προχωράει στην προστασία και ανάδειξη των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν στην «οικία Κοκοβίκου», όπως έμεινε στην ιστορία το διώροφο κτίσμα της οδού Τριπόδων 32 στην Πλάκα της Αθήνας, μετατρέποντας το κινηματογραφικό σύμβολο σε ζωντανό αρχαιολογικό χώρο.

Η «οικία Κοκοβίκου» ή αλλιώς «της Ελένης και του Αντωνάκη»
επί της οδού Τριπόδων αριθ. 32 στη συνοικία της Πλάκας, Αθήνα

Επί πολλές δεκαετίες, η κατοικία της οδού Τριπόδων 32 υπήρξε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα σπίτια του ελληνικού Κινηματογράφου. Σήμερα, το σπίτι της Ελενίτσας και του Αντωνάκη που οι περισσότεροι γνώρισαν από τη μεγάλη οθόνη, αποκαλύπτει τη βαθύτερη ιστορία του τόπου όπου στέκει, σε πείσμα των καιρών και των περιστάσεων, εδώ και πάνω από 225 χρόνια! Κάτω από την αυλή, τα δωμάτια και τα σκαλιά της «οικίας Κοκοβίκου», η Αθήνα εμφανίζεται σε αλλεπάλληλα στρώματα, όπως ακριβώς χτίστηκε μέσα στους αιώνες.
Η «οικία Κοκοβίκου» επιστρέφει στο προσκήνιο όχι ως σκηνικό, αλλά ως μνημείο. Γνωστή στο ευρύ κοινό από τη θρυλική κινηματογραφική της ταυτότητα στην ταινία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», αποτελεί ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα «αθηναϊκά σπίτια» και ένα εξαιρετικό δείγμα λαϊκής κατοικίας της πόλης. Η αποκατάσταση και η επανάχρησή της εντάσσονται σε ένα ευρύτερο σχέδιο επανένταξης του μνημείου στη σύγχρονη ζωή της Αθήνας, με σεβασμό στην αρχιτεκτονική του φυσιογνωμία και πλέον, στην αρχαιολογική του αξία. Το Υπουργείο Πολιτισμού ανακοίνωσε την εκπόνηση μιας σειράς από έργα για την ουσιαστική προστασία και ανάδειξη του μνημειακού συνόλου της «οικίας Κοκοβίκου» και των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν στο εσωτερικό και στον αύλειο χώρο της, φέρνοντας στο φως στρώματα ιστορίας που εκτείνονται από τον 4ο αιώνα π.Χ. έως τα βυζαντινά χρόνια.
Γιατί η «οικία Κοκοβίκου» δεν πωλήθηκε ποτέ;
Καθώς ολοκληρώνεται η ταινία του Γιώργου Τζαβέλα, η Μάρω Κοντού (Ελένη) συναντάει τυχαία ξανά, μετά από χρόνια, τον Γιώργο Κωνσταντίνου (Αντώνη) στο υπό κατεδάφιση σπίτι όπου κάποτε έζησαν οι δυο τους. Αμφότεροι έχουν πάει να δουν για στερνή φορά το σπίτι, στο οποίο στέγασαν 10 ολόκληρα χρόνια κοινής ζωής. «Θλιβερό πράγμα το γκρέμισμα…», αναφωνεί ο Αντωνάκης. «Ναι, πολύ θλιβερό…», συμφωνεί μαζί του η Ελενίτσα.



Το ζευγάρι έχει πια χωρίσει λόγω… ασυμφωνίας χαρακτήρων και η απόσταση μεταξύ τους είναι περισσότερο από εμφανής. Ωστόσο η κοινή τους διαδρομή φαίνεται πως δεν έχει ολοκληρωθεί. Και οι δύο αρνούνται να παραδεχτούν ευθαρσώς πως η απουσία του άλλου είναι κάτι περισσότερο από αισθητή… Στο τέλος όμως της σκηνής ομολογούν τα αισθήματα που τρέφουν ο ένας για τον άλλον, παραμερίζουν τον άκρατο εγωισμό τους, που τους στέρησε άλλοτε την ευτυχία, αγκαλιάζονται, φιλιούνται και φεύγουν μαζί από το παλιό τους σπίτι, που ήδη έχει αρχίσει να κατεδαφίζεται από τους εργάτες με τα πρώτα δοκάρια να πέφτουν γύρω τους.

Στην πραγματική ζωή, το σπίτι της Ελένης και του Αντωνάκη δεν κατεδαφίστηκε ποτέ, σε αντίθεση με το σενάριο της ταινίας…! Αντιθέτως διατηρείται έως και σήμερα και μάλιστα στην ίδια σχεδόν απαράλλαχτη κατάσταση, στην οποία βρισκόταν όταν γυρίστηκε η ταινία, παρ’ ότι πέρασαν πάνω από 60 χρόνια!

Η ιστορική πορεία του κτηρίου και το …πωλητήριο

Το σπίτι όπου το 1965 έζησαν τον έρωτά τους «η Ελενίτσα και ο Αντωνάκης», τα δύο κεντρικά πρόσωπα της θρυλικής ταινίας «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» του Γιώργου Τζαβέλλα, ανοικοδομήθηκε το έτος 1800 και αρχικά στέγασε την Τουρκική Στρατιωτική Διοίκηση των Αθηνών. Το 1979, έχοντας πλέον αποτυπωθεί στη συλλογική μνήμη και έχοντας αποκτήσει ιστορική και καλλιτεχνική διάσταση χάρη και στην ταινία του 1965, το διώροφο σπίτι μετ’ υπογείου της οδού Τριπόδων 32 απαλλοτριώθηκε τελικά «για αρχαιολογικούς σκοπούς» και το 1995 χαρακτηρίστηκε από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων (ΚΣΝΜ) του ΥΠΠΟ ως «ιστορικό διατηρητέο μνημείο» καθώς αποτελεί «εξαιρετικό δείγμα αθηναϊκού σπιτιού του 19ου αιώνα με τον περιβάλλοντα χώρο του». Το 1997 η χρήση του ακινήτου παραχωρήθηκε στην Ένωση Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ), όπως προκύπτει από σχετικό έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του ΥΠΠΟ.

Η οικία Κοκοβίκου τη δεκαετία του ’50

Έκτοτε το ακίνητο αναπαλαιώθηκε από το ΥΠΠΟ στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και σύμφωνα με σχετική δημόσια αναφορά του αρχαιολόγου Γ. Καββαδία με τίτλο: «Ειδήσεις από την οδό Τριπόδων», κατά τη διάρκεια της ανασκαφής «αποκαλύφθηκε τμήμα της αρχαίας οδού Τριπόδων. Η οδός Τριπόδων κατά την αρχαιότητα είχε μήκος 800 μ. και ξεκινούσε -σύμφωνα με τον Παυσανία- από το Πρυτανείο, στην Αγορά, για να καταλήξει στο θέατρο του Διονύσου, χωρητικότητας 17.000 θεατών». Η δε Εφορεία Αρχαιοτήτων ανέφερε αργότερα ότι «στη διάρκεια της ανασκαφής που πραγματοποιήθηκε στο ισόγειο και στο εσωτερικό του κτηρίου και ολοκληρώθηκε το 2003, βρέθηκαν: Στο εσωτερικό του κτηρίου τμήμα μνημειώδους αναλημματικού τοίχου ύστερων κλασικών ή ελληνιστικών χρόνων, τμήμα του λεγόμενου «Πεισιστράτιου» αγωγού, τμήματα αποχετευτικών αγωγών κλασικών και υστερορωμαϊκών χρόνων, τμήματα οδοστρωμάτων κλασικών, αρχαίων και γεωμετρικών χρόνων. Επίσης βρέθηκε τμήμα κτηρίου παλαιοχριστιανικών χρόνων και φρέαρ βυζαντινών χρόνων. Στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου βρέθηκε σύστημα αγωγών παλαιοχριστιανικών – υστερορωμαϊκών χρόνων, φρεάτιο βυζαντινών χρόνων και άλλα αρχαιολογικά ευρήματα». Και το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ) έχει γνωμοδοτήσει υπέρ της διατήρησης και ανάδειξης των αρχαιοτήτων, ενώ σύμφωνα με την Εφορεία Αρχαιοτήτων απομένουν οι εργασίες διαμόρφωσης της αυλής του κτηρίου και η ανασκαφή άσκαφου διαδρόμου που βρίσκεται στο οικόπεδο.

Ο «θησαυρός» στην αυλή της Ελένης και του Αντωνάκη
Αναλυτικά, στην αυλή της «οικίας Κοκοβίκου» και σε βάθος περίπου δύο μέτρων από τη στάθμη της σύγχρονης οδού Τριπόδων, αποκαλύφθηκε το εσωτερικό δυτικό ανάλημμα της αρχαίας οδού από κοινού με πώρινο αγωγό και αλληλοκαλυπτόμενους πήλινους αγωγούς. Το ανάλημμα διακόπτεται από κλιμακωτή άνοδο με τουλάχιστον τέσσερις βαθμίδες, ενώ εκατέρωθεν της κλίμακας εντοπίστηκαν δύο τετράγωνες κρηπίδες, που πιθανώς αποτελούσαν βάσεις χορηγικών μνημείων, μάρτυρες μιας πόλης που τιμούσε τη δημόσια ζωή, το θέατρο και τη μνήμη.


Αριστερά: Το ανάλημμα της αρχαίας οδού Τριπόδων στον αύλειο χώρο. Διακρίνονται υστερορωμαϊκοί – παλαιοχριστιανικοί αγωγοί. Δεξιά: Η επιγραφή που βρέθηκε εντοιχισμένη σε βυζαντινή φάση του αναλημματικού τοίχου της οδού Τριπόδων
Στο ισόγειο της διατηρητέας οικίας σώζονται επίσης σημαντικά αρχαία κατάλοιπα. Ένας αναλημματικός τοίχος της ελληνιστικής περιόδου, τμήματα του οποίου εντοπίστηκαν και σε γειτονικά ακίνητα, καθώς και τμήμα του πήλινου αγωγού που είναι γνωστός ως «Πεισιστράτειος ή Κιμώνειος». Η συνέχεια του αστικού ιστού γίνεται εδώ σχεδόν απτή. Στη δυτική πλευρά του αύλειου χώρου αποκαλύφθηκε φρεατοδεξαμενή η οποία, όταν περιέπεσε σε αχρηστία, γέμισε με πλούσια κεραμική απόθεση του τελευταίου τετάρτου του 4ου αιώνα π.Χ.


Ο αναλημματικός τοίχος στο ισόγειο του μεσαίου δωματίου της
οικίας και η ανασκαφή στο ισόγειο του μεσαίου δωματίου της
Αγγεία συμποσίων, σκεύη καθημερινής χρήσης και ίχνη κοινωνικής ζωής συνθέτουν έναν μικρό «θησαυρό» της αρχαίας Αθήνας, θαμμένο για αιώνες κάτω από μια αυλή που έμελλε να γίνει κινηματογραφικό σύμβολο. Στο μεσαίο δωμάτιο του ισογείου χώρου του σπιτιού εντοπίστηκαν κατάλοιπα παλαιοχριστιανικού κτηρίου, ενώ στο νότιο δωμάτιο αποκαλύφθηκαν οδοστρώματα ανιούσας οδού κλασικών, αρχαϊκών και γεωμετρικών χρόνων. Παράλληλα, ήρθαν στο φως παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά κατάλοιπα, τα περισσότερα εκ των οποίων έχουν πλέον απομακρυνθεί, αφήνοντας ωστόσο καθαρό το αποτύπωμα των διαδοχικών εποχών.

Οι αποκαλυμμένες αρχαιότητες στον αύλειο χώρο της διατηρητέας οικίας
Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που αναδεικνύονται χρονολογούνται κυρίως στον 4ο αιώνα π.Χ. Οι ανασκαφικές έρευνες επιβεβαιώνουν ότι η αρχαία οδός Τριπόδων δεν υπήρξε απλώς ένας δρόμος, αλλά ένας ζωντανός άξονας της πόλης με συνεχή χρήση από την αρχαιότητα έως και σήμερα. Η στρωματογραφία της, οι αγωγοί ύδρευσης, οι τοίχοι και τα μνημεία αφηγούνται μια ιστορία αδιάλειπτης κατοίκησης, ακριβώς στο σημείο όπου -αιώνες αργότερα- η λαϊκή Αθήνα εκπροσωπήθηκε και πρωταγωνίστησε στον νέο Ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του 1960 μ.Χ.

Εδώ πραγματοποιήκαν τα εξωτερικά γυρίσματα της θρυλικής ταινίας
του Γ. Τζαβέλλα «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» το 1965
Το ΤΑΙΠΕΔ και η «αξιοποίηση»
Σύμφωνα επομένως με την κείμενη νομοθεσία, στο κτήριο της οδού Τριπόδων 32 απαγορεύεται να διενεργηθεί οποιαδήποτε επέμβαση (επισκευές, συντήρηση ή άλλη προσθήκη) χωρίς άδεια της αρμόδιας Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων. Τον Σεπτέμβριο του 2014 ωστόσο, ενώ η Ελλάδα βίωνε ήδη τη Μνημονιακή εποχή, η είδηση ότι «η… οικία Κοκοβίκου στην Πλάκα πωλείται» προκάλεσε την εύλογη αντίδραση των Αθηναίων και πολλών φορέων, συλλόγων και οργανώσεων για το περιβάλλον και τον πολιτισμό, που εναντιώθηκαν σθεναρά στο ενδεχόμενο πώλησης του οικήματος σε αγνώστους ιδιώτες επενδυτές μέσω του Ταμείου Αξιοποίησης Δημόσιας Περιουσίας (ΤΑΙΠΕΔ). Παρ’ όλα αυτά το κτήριο εντάχθηκε σε διαγωνιστική διαδικασία για την αξιοποίησή του μέσω του ΤΑΙΠΕΔ το έτος 2014 με τιμή εκκίνησης τα 900.000 ευρώ. Ιδιοκτήτης του ακινήτου εφέρετο το Υπουργείο Πολιτισμού, ενώ το οικόπεδο αναφέρθηκε ότι έχει επιφάνεια 411,37 τ.μ. και οι δομημένοι χώροι του 266,00 τ.μ.

Από τα σχέδια μεταβίβασης της κατοικίας της οδού Τριπόδων 32 μέσω ΤΑΙΠΕΔ (2014)


Ο Γιώργος Κωνσταντίνου και η Μάρω Κοντού με τον σκηνοθέτη
της ταινίας Γιώργο Τζαβέλλα (1965). Δεξιά: η αφίσα της ταινίας
Τελικά, όπως έχει δηλώσει το ΤΑΙΠΕΔ, ουδέποτε υπήρξε οποιοδήποτε επενδυτικό ενδιαφέρον για την αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου της οδού Τριπόδων 32, το οποίο ακολούθως θα περνούσε στην κυριότητα της ΕΤΑΔ ΑΕ, σύμφωνα με τον καταστατικό της νόμο που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η ΕΤΑΔ δεν ανήκει ούτε στον υπό στενή εννοία ούτε στον ευρύτερο «δημόσιο τομέα», αλλά λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Οι αντιδράσεις ωστόσο συνεχίστηκαν για την αποτροπή της «αξιοποίησης» του συγκεκριμένου οικήματος μέσω ΤΑΙΠΕΔ/ΕΤΑΔ. Ωστόσο, σε αντίθεση με άλλα κτήρια που είχαν ενταχθεί στο ΤΑΙΠΕΔ, δεν υπήρξε ούτε μία προσφορά κατά τη διάρκεια της ηλεκτρονικής δημοπρασίας για την «οικία Κοκοβίκου» που, όπως φάνηκε, δεν παρουσίαζε κανένα απολύτως ενδιαφέρον για τους επενδυτές, προφανώς λόγω του αρχαιολογικού χαρακτήρα της, ο οποίος είχε στο μεταξύ αναδειχθεί.

Η οικία Κοκοβίκου την εποχή της προωθούμενης «αξιοποίησής» της μέσω ΤΑΙΠΕΔ (2014)

Έτσι τα αρχαία στην αυλή και στους χώρους της «οικίας Κοκοβίκου» την προστάτευσαν από μόνα τους όχι μόνον από τη μεταβίβασή της σε ιδιώτη επενδυτή και ενδεχομένως από την κατεδάφισή της και τον πλήρη και οριστικό αφανισμό της, αλλά και από την παραμικρή αλλοίωση του εσωτερικού και του εξωτερικού της χώρου -με εξαίρεση την καθαίρεση του δώματος στα αριστερά του οικοπέδου, η οποία συντελέστηκε σε άγνωστο χρόνο στη νεότερη εποχή, ενώ το δώμα υπήρχε κατά τον χρόνο που έγιναν τα γυρίσματα της ταινίας. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι έως και σήμερα, η φυσιογνωμία της αλησμόνητης «οικίας Κοκοβίκου» παρουσιάζει την ίδια σχεδόν εικόνα που είχε το 1965, όταν γυρίστηκε η ταινία, αλλά και στα χρόνια που προηγήθηκαν της ταινίας.
Ωστόσο όπως όλα δείχνουν, η ανάδειξη του συγκεκριμένου «εξαιρετικού δείγματος αθηναϊκού σπιτιού», όπως χαρακτηρίζουν την «οικία Κοκοβίκου» οι αρχαιολόγοι, θα χρειαστεί αρκετό καιρό για να ολοκληρωθεί, δεδομένου ότι πέρα από τα αρχαιολογικά ευρήματα που αναμένεται να αναδειχθούν σύμφωνα με τις σχετικές μελέτες, το όλο κτίσμα παρουσιάζει εκτεταμένες φθορές και εγκατάλειψη που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με τη δέουσα φροντίδα και με σεβασμό στην ταυτότητα και στην ιστορικότητα του μνημειακού συνόλου του κτίσματος, της αυλής και των ιδιαίτερων δομικών και αρχιτεκτονικών στοιχείων που ενσωματώνει.

Φωτογραμμετρική αποτύπωση αρχαιοτήτων

Σε κάθε περίπτωση, τα ευρήματα των ανασκαφών αναδεικνύουν τη διαχρονική αξία της διατηρητέας οικίας Κοκοβίκου, με την υπουργό Πολιτισμού Λ. Μενδώνη να σημειώνει ότι στόχος του έργου είναι «η βελτίωση του περιβάλλοντος χώρου, η προαγωγή της αναγνωρισιμότητας και της εκπαιδευτικής τους αξίας», αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι: «Η διάσωση, η αποκατάσταση και επανάχρηση του κτηρίου – μνημείου επί της οδού Τριπόδων 32, από τα ελάχιστα πλέον σωζόμενα “αθηναϊκά σπίτια”, συμβάλλει στην επανένταξή του στη σύγχρονη ζωή της πόλης. Στον αύλειο χώρο και στο ισόγειο της διατηρητέας οικίας ήλθαν στο φως, κατά τις ανασκαφικές εργασίες της περιόδου 2000-2003, αρχαία κατάλοιπα που χρονολογούνται από την κλασική έως τη βυζαντινή εποχή. Το έργο προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης των αρχαιοτήτων έχει ως στόχο τη βελτίωση της εικόνας τους και του περιβάλλοντος χώρου, την προαγωγή της αναγνωσιμότητας και της εκπαιδευτικής τους αξίας, διασφαλίζοντας την απρόσκοπτη θέασή τους. Συνολικά, αποκαθίσταται η ιστορική εικόνα του κτηρίου, αναδεικνύεται ο μνημειακός του χαρακτήρας και διασφαλίζεται η καθολική προσβασιμότητα».

Η εικόνα του κτηρίου επί εποχής της βασιλείας του Όθωνος
Και η υπουργός Πολιτισμού συνεχίζει: «Στην οικία Κοκοβίκου εκτελούνται εργασίες αποκατάστασης του κελύφους και ανασύστασης του κυρίως προσκτίσματος – συνοδού διώροφου κτηρίου, ώστε να αποκατασταθεί η τυπολογία της αθηναϊκής αυλής, συνδυαστικά με τη διαχείριση του μετώπου της οδού Τριπόδων καθώς και της λειτουργικής αναβάθμισης του κτηρίου για τη νέα του χρήση. Το κτηριακό συγκρότημα ανασυγκροτείται στην ιστορική του εικόνα, προσφέροντας πολλαπλό όφελος τόσο για την ανάδειξη της οδού Τριπόδων όσο και για τον ιστορικό χαρακτήρα της Πλάκας».
Πώς προστατεύεται ο χώρος;
Για την προστασία των αρχαιολογικών καταλοίπων από τις καιρικές και περιβαλλοντικές συνθήκες, προβλέπεται η στέγασή τους κάτω από υπερυψωμένο δάπεδο, το οποίο διαμορφώνει την αυλή της διατηρητέας οικίας και επεκτείνεται προς την πλευρά της οδού Τριπόδων. Με αυτόν τον τρόπο, τα αρχαία παραμένουν ορατά και επισκέψιμα κάτω από το νέο επίπεδο, ενώ τμήμα του οικοπέδου διατηρείται ελεύθερο, επιτρέποντας στον χώρο να «αναπνέει». Η νέα ανάγνωση του χώρου δεν επιδιώκει να καλύψει τις διαφορετικές ιστορικές φάσεις, αλλά να τις φέρει σε ουσιαστικό διάλογο. Το αρχαιολογικό υλικό θα είναι προσβάσιμο, προστατευμένο και ορατό, ενώ προβλέπεται ανεξάρτητη είσοδος από την οδό Τριπόδων με ειδική μέριμνα για την πρόσβαση των ΑμΕΑ.

Από τον κινηματογράφο στη ζωντανή μνήμη της πόλης

Έτσι η αυλή της Ελένης και του Αντωνάκη μετατρέπεται σε αυλή της ίδιας της πόλης των Αθηνών. Η συνολική παρέμβαση συμπληρώνεται με σύγχρονα συστήματα αποστράγγισης και διαχείρισης των υδάτων καθώς και με ελεγχόμενη φροντίδα της βλάστησης, ώστε να αποφεύγεται η υγρασία και η φθορά. Η αποκατάσταση και η νέα ταυτότητα της «οικίας Κοκοβίκου» ενισχύονται επιπλέον με την τοποθέτηση ενημερωτικών πινακίδων, τον διακριτικό νυχτερινό φωτισμό των αρχαιολογικών καταλοίπων και την προσβασιμότητα στον χώρο. Το αποτέλεσμα φιλοδοξεί να αναδείξει τον αρχαιολογικό χώρο ως ζωντανό μέρος της καθημερινής ζωής, όπου η ιστορία δεν εκτίθεται απλώς, αλλά βιώνεται, τονίζοντας ότι η «οικία Κοκοβίκου» δεν θα είναι απλώς ένα διατηρητέο κτήριο, αλλά ένα σημείο όπου η κινηματογραφική μνήμη θα συναντά αέναα την αρχαιολογική πραγματικότητα, κάτι εξαιρετικά σπάνιο και από κάθε άποψη σημαντικό και ενδιαφέρον.

Το κτήριο επί της οδού Τριπόδων το 1971 και το 2025

Από την προεπαναστατική εποχή, οπότε ανεγέρθηκε, μέχρι την εμβληματική ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα του 1965 και έως και σήμερα, η διώροφη κατοικία στον αριθμό 32 της οδού Τριπόδων, στην ιστορική συνοικία της Πλάκας, κάτω από τον ίσκιο του ιερού βράχου της Ακρόπολης, έχει πολλά και σημαντικά να μας διηγηθεί για τη ζωή στην Αθήνα. «Με δόξα και τιμή» λοιπόν, σύμφωνα και με τη συνθηματική φράση που ακούγεται στην ταινία, η οικία «της Ελένης και του Αντωνάκη» γίνεται σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής, ενός τρόπου ζωής και μιας πόλης μικρής και διαφορετικής από αυτήν του σήμερα, που χάθηκε οριστικά κάτω από τόνους τσιμέντου, οικοδομικής ασφιξίας και αισθητικής υποβάθμισης. Η αυλή της «οικίας Κοκοβίκου» θα στέκει όμως παντοτινός μάρτυρας μιας από τις πιο χαρακτηριστικές απεικονίσεις της καθημερινότητας της παλιάς Αθήνας, φέρνοντας στο προσκήνιο εικόνες της ελληνικής πρωτεύουσας που τη δεκαετία του ’60 ήδη άλλαζε (όπως υποδηλώνει η κατεδάφιση της παλιάς κατοικίας στο τέλος της ταινίας), αλλά και μιας αυλής που χαράχτηκε στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων της ανεπανάληπτης εκείνης εποχής. Ένα σπίτι που κάποτε αφηγήθηκε μια κινηματογραφική ιστορία, μετατρέπεται έτσι σήμερα σε φορέα ζωντανής μνήμης της πόλης μας, συνδέοντας το προαιώνιο παρελθόν της Αθήνας με το παρόν και το μέλλον της…


















Πηγή: newsbomb.gr, newsbeast.gr