Η Ελλάδα αποχαιρετά τον Αλέκο Φασιανό

Συγγενείς, φίλοι, εκπρόσωποι του Πολιτισμού έσπευσαν στον ιερό ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο κοιμητήριο Παπάγου, για ν’ απευθύνουν το ύστατο χαίρε στον σπουδαίο Έλληνα ζωγράφο που με τα έργα του σφράγισε μια ολόκληρη εποχή. Ο Αλέκος Φασιανός άφησε την τελευταία του πνοή σπίτι του, την Κυριακή 16 Ιανουαρίου, σε ηλικία 87 ετών, έχοντας στο πλευρό του τη σύζυγό του Μαρίζα και τα δύο τους παιδιά, εξ αιτίας προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε τα τελευταία χρόνια.

«Ο Αλέκος Φασιανός θα μπορούσε να θεωρηθεί επίγονος της γενιάς του ’30», επισήμαιναν οι επιμελήτριες μεγάλης αναδρομικής έκθεσης του ζωγράφου, που είχε τιτλοφορηθεί «Μυθολογίες του καθημερινού» και είχε οργανωθεί το 2004 στην Εθνική Πινακοθήκη. Πυξίδα του έργου του υπήρξε ανέκαθεν «ο κυρίαρχος μύθος της “ελληνικότητας”», της πίστης στις αιώνιες ελληνικές αξίες, «τις μόνες που, σύμφωνα με την ιδεολογία της περιώνυμης γενιάς, παρείχαν εχέγγυα αυθεντικότητας και ιθαγένειας στη δημιουργία ενός Έλληνα καλλιτέχνη.

Τα παιδικά του χρόνια στην Πλάκα, στη σκιά της Ακρόπολης, η φιλόλογος μητέρα του και η θητεία του στο εργαστήριο του Γιάννη Μόραλη στη Σχολή Καλών Τεχνών πρέπει να λειτούργησαν ως καταλύτες, επιταχύνοντας αυτό τον προσανατολισμό», παρατηρούσαν οι ιστορικοί τέχνης Έφη Αγαθονίκου και Άρτεμις Ζερβού στην αναδρομική έκθεση εκείνη. Ο χρωματικός καμβάς του Φασιανού, οι ρίζες του στην παραδοσιακή τέχνη, έκαναν τον ζωγράφο λαοφιλή, ανυψώνοντας το εικαστικό του ιδίωμα σε εξέχουσα θέση.

Το όραμα του Αλέκου Φασιανού να στεγάσει το έργο του σε μουσείο στο πατρικό του σπίτι, στην περιοχή του σταθμού Λαρίσης, στη συμβολή των οδών Ν. Μεταξά και Χίου, έγινε πραγματικότητα «δια χειρός» του σπουδαίου αρχιτέκτονα Κυριάκου Κρόκου. Οι δύο φίλοι συνεργάστηκαν για την αναδημιουργία της αθηναϊκής πολυκατοικίας του ’70 και οι εργασίες ξεκίνησαν στις αρχές του ’90. Ολοκληρώθηκαν το 1995. Το κτήριο λειτούργησε ως χώρος – εκθετήριο έργων του καλλιτέχνη, όπου κατά καιρούς ο Αλέκος Φασιανός έδινε διαλέξεις. Η κόρη του ζωγράφου, Βικτώρια Φασιανού, δίνει νέα πνοή στο αρχιτεκτόνημα, ώστε να εκπληρώσει τον σκοπό, για τον οποίο προοριζόταν το κτήριο και να εγκαινιαστεί εντός 2022.

Πέρα από τις τοιχογραφίες και τις εικαστικές παρεμβάσεις του Αλέκου Φασιανού στο κτήριο, το μουσείο έχει στόχο να παρουσιάσει σταδιακά όλες τις εικαστικές περιόδους του καλλιτέχνη, από το 1959 έως το 2019, στο σύνολο του έργου του και με τον τρόπο που αυτό εκφράστηκε σε όλους τους τομείς που καταπιάστηκε ο Αλέκος Φασιανός: θέατρο, εικονογράφηση βιβλίων, κεραμεική τέχνη.

Ο Κώστας Γαβράς αποχαιρετά τον «φωτεινό» του φίλο

Ο Ελληνογάλλος σκηνοθέτης Κώστας Γαβράς απέτισε φόρο τιμής στον φίλο του Αλέκο Φασιανό, «υποδειγματικό, ζωγράφο φιλόσοφο», με τον οποίο του άρεσε να τρώει αχινούς σε μια παρθένα παραλία της Ελλάδας. Σε επιστολή στο Γαλλικό Πρακτορείο ο σκηνοθέτης, που θα γιορτάσει τα 90ά γενέθλιά του τον Φεβρουάριο, χαιρετίζει «το μοναδικό και τόσο προσωπικό έργο» του ζωγράφου, ο οποίος συχνά αναφερόταν ως ο «Έλληνας Πικάσο» ή ο Ματίς της σύγχρονης εποχής. Οι δύο φίλοι μοιράζονταν μεταξύ άλλων την αγάπη της Γαλλίας, την αγάπη της Ελλάδας και την αγάπη της Κέας, νησιού των Κυκλάδων.

Σταθμοί στη ζωή του Αλέκου Φασιανού

Ο Αλέκος Φασιανός με τον Σταύρο Ξαρχάκο στο Παρίσι

Ο Αλέκος Φασιανός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935 στη γραφική Πλάκα, κάτω από την Ακρόπολη, στον ναό των Αγίων Αποστόλων, καθώς ο παππούς του ήταν ιερέας. Έζησε την Κατοχή, τον Εμφύλιο, αργότερα ταξίδεψε πολύ. Σπούδασε βιολί στο Ωδείο Αθηνών και ζωγραφική στην ΑΣΚΤ (1955-1960) με τον Γιάννη Μόραλη. Λίγο μετά την πρώτη του ατομική έκθεση στην Αθήνα (1960, γκαλερί Α23), πήγε στο Παρίσι με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα λιθογραφίας στην École des Βeaux-Αrts, κοντά στους Clairin και Dayez (1962-64). Τελικά, εγκαταστάθηκε πιο μόνιμα στη γαλλική πρωτεύουσα, όπου έζησε επί 35 χρόνια, κρατώντας πάντως μια στενή και τακτική σχέση με την Ελλάδα.

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της τέχνης του διαμορφώθηκαν βαθμιαία, στη διάρκεια της διαμονής του στο Παρίσι, όπου είχε την ευκαιρία να εξοικειωθεί, μεταξύ άλλων, με τις μοντέρνες τάσεις της δεκαετίας του 1960. Ωστόσο, σε αντίθεση με άλλους Έλληνες καλλιτέχνες της γενιάς του, δεν συντάχθηκε εμφανώς με τα ευρωπαϊκά πρωτοποριακά ρεύματα της εποχής. Παρέμεινε πιστός στην παραστατική ζωγραφική και στις ελληνικές καταβολές του, διατηρώντας μέχρι τέλους τον σεβασμό του για τα διδάγματα της γενιάς του ‘30, την αγάπη του για την ελληνική τέχνη (αρχαία, βυζαντινή, λαϊκή) και τους ισχυρούς δεσμούς του με τη βιωμένη εμπειρία του ελληνικού χώρου.

Στα θέματά του κυριαρχεί η ανθρώπινη φιγούρα, η οποία αποδίδεται αρχικά με μια ηθελημένη απλοϊκότητα, αλλά με τον καιρό εξελίσσεται και αποκτά μια κυρίαρχη παρουσία στον χώρο. Σχεδιάζεται σχηματοποιημένα, με λιτά και καθαρά περιγράμματα, σε συνθέσεις επίπεδες με ελάχιστη φωτοσκίαση. Συχνά το χρώμα απλώνεται έντονο και ενιαίο σε όλη την επιφάνεια της μορφής, δίνοντας μια εντυπωσιακή μνημειακότητα στην εικόνα, η οποία λειτουργεί κυρίως ποιητικά και όχι ρεαλιστικά. Τα μοτίβα που κατά καιρούς εμφανίζονται στη ζωγραφική του, τόσο τα καθαρώς ανθρωποκεντρικά (ποδηλάτες, καπνιστές, ερωτικά ζευγάρια κ.ά.) όσο και εκείνα που περιγράφουν αντικείμενα ή χώρους, προέρχονται κατ’ αρχήν από μια οικεία καθημερινότητα, η οποία όμως παίρνει μια μυθική διάσταση, ιδίως όταν υπάρχουν και άμεσες αναφορές σε πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας.

Ο Αλέκος Φασιανός έχει ασχοληθεί με την εικονογράφηση βιβλίων γνωστών ποιητών και συγγραφέων στην Ελλάδα και στη Γαλλία (των: Ελύτη, Ταχτσή, Καβάφη, Aragon, Apollinaire κ.ά.). Έχει επίσης σχεδιάσει αφίσες και γραμματόσημα. Ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο, το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και άλλους θιάσους, σε παραστάσεις αρχαίου δράματος και σύγχρονων έργων. Επίσης έχει εκδώσει δικά του κείμενα, πεζά και ποιητικά. Το 2000 φιλοτέχνησε έργα για τον Σταθμό Μεταξουργείο του αθηναϊκού Μετρό. Έχουν γυριστεί τέσσερις ταινίες για το έργο του, από την ελληνική και τη γαλλική τηλεόραση, ενώ κυκλοφορούν αρκετές μονογραφίες του. Το 1999 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών και το 2010 τιμήθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση με το παράσημο της Legion d’Honneur (Officier des Lettres et des Arts).

Ο Αλέκος Φασιανός με τον Γιάννη Τσαρούχη στο Παρίσι

Παρουσίασε το έργο του σε περισσότερες από 70 ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Η τελευταία αναδρομική του έκθεση έγινε στην Εθνική Πινακοθήκη (2004), με τίτλο «Φασιανός, Μυθολογίες του καθημερινού». Τα έργα του φιλοξενήθηκαν σε σημαντικούς χώρους της γαλλικής πρωτεύουσας, όπως το Κέντρο Πομπιντού και η Γκαλερί του Ιόλα. Συμμετείχε επανειλημμένα σε ομαδικές εκθέσεις και διεθνείς διοργανώσεις στην Ελλάδα και σε άλλα μέρη του κόσμου (Μπιενάλε Sao Paulo 1971, Μπιενάλε Βενετίας 1972, Ευρωπάλια, Βρυξέλλες 1982, Μπιενάλε Γραφιστικής Μπάντεν – Μπάντεν 1985 κ.ά.).

Ο Αλέκος Φασιανός για την Τέχνη του…

Το Παρίσι, η πόλη όπου ο Αλέκος Φασιανός έζησε επί 35 ολόκληρα χρόνια, του πρόσφερε τη δυνατότητα ν’ αναδείξει το πολυδιάστατο ταλέντο του και να καταξιωθεί διεθνώς. Η αγάπη του για την ποίηση βρήκε γόνιμο έδαφος στην πόλη του Φωτός. Οι ποιητές καθόρισαν το προσωπικό του ιδίωμα και σημαντικοί από αυτούς υπήρξαν φίλοι του. Ο ίδιος θεωρεί ότι ο Μόραλης είχε τη μεγίστη επιρροή επάνω του τόσο ως δάσκαλος, καλλιτέχνης, όσο και ως άνθρωπος. «Απ’ αυτόν μάθαμε να συγκρίνουμε και τα πράγματα, να βλέπουμε τις επιδράσεις του σκότους επί του φωτός και τανάπαλιν καθώς και τις αλλοιώσεις των σχημάτων και των αντικειμένων εξ αιτίας του φωτός. Όμως πάντα σκεφτόμουν τους Αγίους με τα φωτοστέφανα, τα κοντάρια τους, τα σπαθιά τους, τις πολυποίκιλες στολές τους και τα κόκκινα ή άσπρα άλογα που πηδούσαν πάνω από φλεγόμενους δράκοντες. Μου άρεσε επίσης η γιαπωνέζικη τέχνη και η ινδική ζωγραφική – ταντρική. Όμως δεν είχα τη μυστικοπάθεια. Άρχισα να ζωγραφίζω πάλι ανθρώπους με στολή και παράσημα μέσα σε κήπους. Δεν είχαν καμιά κίνηση, ήταν ανέκφραστοι και κρατάγανε λουλούδια. Αργότερα οι μικρές αυτές φιγούρες των ανθρώπων με τις στολές που έκανα άρχισαν να διαλύονται, να γίνονται τα όντα τα χρωματιστά με τα λουλούδια γύρω-γύρω, άλλοτε καλά, άλλοτε τρομερά. Και τώρα αυτά που ζωγραφίζω κρατούν φλεγόμενα σπαθιά, όπως οι βυζαντινοί Άγιοι. Είναι όμως πλάσματα απόκοσμα, της δικιάς μου φαντασίας, όπως προήλθαν μέσα από τις σκοτεινές εκκλησίες. Μου αρέσει η κόκκινη μάζα ή η μπλε, όχι όμως αφηρημένη. Τo χρώμα πρέπει πάντα να έχει μια σημασία», έγραφε το μακρινό 1964 έχοντας βρει την εικαστική του γραφή.

Όρνιθες Αριστοφάνη, σχέδιο για τα κοστούμια της παράστασης σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, 1979

«Έχω μνήμες από τον πόλεμο του ’40. Θυμάμαι με πόση λαιμαργία έφαγα μια πατημένη σταφίδα που βρήκα στον δρόμο. Πόσες ώρες περνούσα ξαπλωμένος, ακίνητος, μικρό παιδί, για ν’ αντέξω την πείνα, να μη λιποθυμήσω. Τα σκάγια που βρίσκαμε στους δρόμους και παίζαμε με αυτά. Την πρώτη φορά που δοκίμασα σοκολάτα. Μου την πρόσφερε ένας Γερμανός αξιωματικός. Τον συνάντησα τυχαία και από τον φόβο μου την έφαγα αμέσως, γιατί νόμιζα ότι θα με σκότωνε, αν δεν την έτρωγα. Αηδίασα από την άγνωστη γεύση… Αυτό βέβαια αργότερα άλλαξε. Όσα διαδραματίζονταν γύρω μου ήταν σαν ζωντανό μυθιστόρημα, ίσως λόγω του νεαρού της ηλικίας. Παρά την τραγικότητα των γεγονότων διέγειραν τη φαντασία μου. Έβλεπα τους στρατιώτες σαν γίγαντες… κρυβόμουν κάτω από ένα τραπέζι και έβλεπα οράματα. Επιθυμώ τα έργα μου ν’ αποπνέουν γαλήνη, ανάταση ψυχής. Γιατί όχι, χαρούμενα χαμόγελα! Δεν θα μετέφερα σε αυτά κάποια σκοτεινή πλευρά της ιστορίας. Έναν πόλεμο, πόνο, ψυχική κατάρρευση. Έχω ζωγραφίσει κάποιους αξιωματικούς, αλλά μόνο σαν εικόνα με τη στολή και τα γαλόνια τους. Έχω ζωγραφίσει στο ίδιο έργο αρχαίο Έλληνα πολεμιστή, φουστανελά, σημερινό στρατιώτη, ναυτικό και παπά. Όλοι ηρωικοί. Με εορταστική διάθεση. Σαν τους δρομείς. Ο ένας παραδίδει τη σκυτάλη στον επόμενο».

«Η πόλη εξελίσσεται, σαν ζωντανός οργανισμός. Ποτέ δεν μένει ακριβώς η ίδια. Δεν έχει νόημα να επιστρέφω. Έχτισα βέβαια ένα κτήριο για να βάλω κάποια έργα μου, εκεί που άρχισα να δημιουργώ. Εκεί που ήταν το πατρικό. Αυτό ήταν ένα είδος επιστροφής. Ο ποδηλάτης είναι ένας σύγχρονος αρχαίος Έλληνας, ή μπορεί να προέρχεται από το Βυζάντιο. Οι άνθρωποι παραμένουν ίδιοι. Οι ενδυμασίες και κάποιες πεποιθήσεις και συνήθειες αλλάζουν. Εκφράζω τον άνθρωπο του σήμερα, ο οποίος φέρει τη μνήμη όλων όσων προηγήθηκαν. Έχει μεγαλώσει στον ίδιο τόπο με τα ήπια βουναλάκια και το γαλάζιο της θάλασσας, αλλά αντί για χιτώνα και χλαμύδα φορά γραβάτα και φαρδιά παντελόνια και τρέχει ελεύθερος όχι με το άλογό του, αλλά με το ποδήλατο ή τη μηχανή του. Όσο για το χρώμα, υπήρχε ανέκαθεν. Οι πόλεις, οι ναοί, τα δωμάτια οι άνθρωποι, είχαν χρώματα. Τα κτήρια, τα ενδύματά τους. Απλά στη ζωγραφική μου μπορεί να δείτε μπλε καρπούζια ή κόκκινους ανθρώπους. Το κάνω, γιατί αισθάνομαι με χρώματα. Δείχνω τα αισθήματά μου, όταν επιλέγω χρώμα. Δεν ταυτίστηκα ποτέ με κάποια ιστορική περίοδο, όπως έκανα και με τα εικαστικά ρεύματα. Δεν ακολούθησα κανένα. Είμαι σαν τη μέλισσα. Μαζεύει γύρη από πολλά λουλούδια και φτιάχνει το δικό της μέλι. Έτσι ακριβώς. Παίρνω στοιχεία που θεωρώ αιώνια και φτιάχνω το δικό μου. Προσπαθώ ν’ αφήσω το λιθαράκι μου».

Συγκέντρωση, 1977

Ο γνωστός ποιητής Λουί Αραγκόν, φίλος του Αλέκου Φασιανού στο Παρίσι και ένθερμος συλλέκτης των έργων του, έλεγε για αυτόν: «Αυτός που τ’ όνομά του γράφω, που έμαθα να λέω τ’ όνομά του, αυτός, ο Φασιανός, ω Φασιανέ! Θυμάμαι τις πρώτες μέρες, όταν μου άρχισε η έκπληξη, ήταν ένας νέος τρόπος ν’ αγαπάς …». Ο δημιουργός κληρονόμησε απ’ τους μακρινούς προγόνους του την αίσθηση της υλικής μακαριότητας, την υπολογισμένη τους γαλήνη, τον νατουραλισμό τους, τη δίψα τους για το απόλυτο, παραδέχονταν οι επώνυμοι Γάλλοι φίλοι του και συμπλήρωναν με αγάπη γνωρίζοντάς τον καλύτερα: «Ακούραστο τζίνι, σκαθάρι των πόλεων και των αγρών, ο Φασιανός είναι πανταχού παρών. Πριν καλά καλά διαβεί μια πόρτα, τον βρίσκεις λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω, να χαιρετά σε κάθε παράθυρο, να λέει στον καθένα κι από κάτι, κι ύστερα να εξαφανίζεται έτοιμος να ξεπεταχτεί σαν διαβολάκος από ένα άλλο κουτί. Έχει μια δόση ρακοσυλλέκτη ο Φασιανός, κάτι σαν περιέργεια του πρωτόγονου που το μάτι δεν κουράζεται να ανακαλύπτει, τα πάντα γι’ αυτόν είναι θέαμα».

«Δεν κατάλαβα ποτέ ότι είχα μοναχική πορεία. Μπορώ να ζωγραφίσω όπου και όταν το επιθυμήσω. Μπροστά σε φίλους, σε παρέες, με απλά μέσα. Αλλά και τις ώρες που μένω μόνος στο ατελιέ μου, έχω τις ιδέες μου, τις σκέψεις, τις εικόνες να με συντροφεύουν. Αντάλλαξα ιδέες και είχα γνήσια φιλία με συγγραφείς, ποιητές, στο Παρίσι και στην Ελλάδα. Εικονογράφησα τα ωραία συγγράμματά τους. Υπήρχε πνευματική δημιουργία που έβγαινε αβίαστα. Έμπνευση και αλληλεπίδραση».

Φτερουγίσματα, Εθνική Πινακοθήκη

Ο Οδυσσέας Ελύτης έγραφε για το έργο του: «Τυχαίο δεν είναι ότι σε μια στιγμή που οι περισσότεροι καλλιτέχνες με απελπισία είχανε καταθέσει τα όπλα μπροστά στη χιλιομεταχειρισμένη παραστατική ζωγραφική, εκείνος, για να ’χει ακριβώς διατηρήσει σε συνεχή κατάσταση ανταρσίας την ιδιότυπη αθωότητά του, επέτυχε να διαχύσει ένα είδος δροσιάς που οι κουρασμένοι των σημερινών μεγαλουπόλεων, όχι χωρίς κάποιαν έκπληξη, αποδεχθήκανε σαν ευεργετική ανοιξιάτικη βροχούλα. Βέβαια, χρειαζόταν γι’ αυτό ένας θαυματοποιός. Και ο Φασιανός, μικρός ή μεγάλος, έδειξε ότι είχε τον τρόπο να βγάζει από το καπέλο του κουνέλια και σημαίες -στην περίπτωσή του φουμαδόρους και ποδηλάτες- με μια ευκολία που θα τη χαρακτηρίζαμε σαν επικίνδυνη αν, τις περισσότερες φορές, η ίδια του η χειρονομία δεν ήταν τόσο αυθόρμητη και πειστική».

Και ο ίδιος ο ζωγράφος είχε δηλώσει: «Η εικαστική δημιουργία κατ’ εμέ επιτελεί τον σκοπό της, όταν ο θεατής ταυτιστεί για κάποιο λόγο με το έργο. Όταν του θυμίζει κάτι από τη ζωή του, του αγγίξει την ψυχή, τον ανυψώνει, προκαλεί τα ευγενή αισθήματα. Υπ’ αυτή την έννοια, η χαρά μου είναι η επικοινωνία με τους ανθρώπους μέσω των έργων μου. Και η αναγνωσιμότητα έχει αξία, όταν καταφέρεις να προσφέρεις κάτι. Κάποτε, ένας οδηγός ενός τεράστιου οχήματος μου φώναξε: «Κύριε Φασιανέ, κοιτάξτε με! Δεν μοιάζω με τα πρόσωπα των έργων σας; Μου αρέσουν. Μου δίνουν χαρά! Θέλω να έρθω να σας βρω. Να με ζωγραφίσετε!». Ένας άλλος μου έλεγε: «Πόσο γλαφυρά αποδώσατε το νησί… και φαίνεται ότι ο άνεμος φυσά… Σαν να είμαι στο νησί μου, το καλοκαιράκι. Σας ευχαριστώ». Αυτό είναι η μαγεία. Να ταυτίζονται με τα έργα μου».

Καλή ανάπαυση κι ένα μεγάλο Ευχαριστώ…

Πηγή: cnn.gr, athensvoice.gr, lifo.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s