Λιθογραφία της Μονής της Χώρας από το ίδιο βιβλίο του Α.Γ. Πασπάτη (1877)
Η είδηση για τη μετατροπή του ιστορικού ναού της Μονής της Χώρας με τις μοναδικού κάλλους βυζαντινές τοιχογραφίες σε τζαμί προκαλεί θλίψη και αγανάκτηση. Ας σκεφτούμε όλοι και όλες, ειδικά όσοι ασχολούνται με τον πολιτισμό, ή δηλώνουν ή καμώνονται πως νοιάζονται για αυτόν, τη σπάνια ωραιότητα των τοιχογραφιών της Μονής, για να αντιληφθούμε στην έκτασή της τη βαρβαρότητα της απόφασης του καθεστώτος Ερντογάν. Κι ας φανταστούμε τον Παντοκράτορα με τον Θ. Μετοχίτη, καλυμμένο με τα σεντόνια και τις μπούρκες της πολιτιστικής – θρησκευτικής αισθητικής του Ερντογάν, μεσούντος του 21ου αιώνος… Ένα ακόμη φρικτό πολιτιστικό έγκλημα ενός παρανοϊκού.
Νύχτωσε… «Ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ». Φεύγουμε, μὰ ἡ καρδιά μας ξεριζωμένη μένει πίσω. Πίσω στὴν Πόλι τῶν ὀνείρων μας, πίσω στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, τὸ μέγα μοναστῆρι…
* Το κείμενο δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στο «Αγιολόγιο» έτους 2016 της Εταιρείας Βυζαντινών Μελετών Πρεβέζης, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως.
«Αντηρίδες και στοιβάδες από πέτρα, ριζωμένες μέσα στο λόφο, σαν δαχτυλίδια ή σπείρες μεγάλου απολιθωμένου κοχυλιού μαζεμένες γύρω από την ορχήστρα… Αυτό που γιορτάζανε άλλοτε πάνω σε αυτόν τον λείο και άπιαστο κύκλο, μάτι ορθάνοιχτο προς τον ουρανό με κόρη από πέτρα στη μέση του, την αρχαία θυμέλη -το βωμό του Διονύσου, δεν ήταν παράξενες και εξωτικές λατρείες, τελετές μαγείας ή μανίας, αλλ’ η συνειδητή παντρειά του τραγικού και της λογικής, η θελημένη ένωση πάθους και στοχασμού. Ολόκληρη η ελληνική τραγωδία, από τον Αισχύλο ως τον Ευριπίδη, αναφέρεται, τελείως αυθόρμητα, σε αυτό που κάνει τον άνθρωπο να συμπεριφέρεται σαν να μην ήταν εκείνος σε αυτούς τους τρομακτικούς μύθους που φέρνουν απάνω τους την τιτάνια μνήμη των πραγμάτων. Για να λύσει έτσι ευκολότερα, αντιμετωπίζοντας ανοιχτά τη φρίκη, το αίνιγμα των επιθυμιών και των φόβων μας …».
«Ο ορίζοντας χώριζε το ομοιόχρωμο της ανοιχτογάλανης θάλασσας και τ’ ουρανού με μια σκούρα γαλάζια χαρακιά. Η λεία επιφάνεια του νερού ταραζόταν εδώ κι εκεί από ένα ανάλαφρο αγεράκι, όπως η ανάσα πάνω σ’ έναν καθρέφτη. Πλούσια σε προεξοχές και βελανιδοχώραφα η πεδιάδα και τ’ απαλά γαλάζια υψώματα γλιστρούσανε κι αλλάζανε γρήγορα, όπως προχωρούσαμε πάνω στον πλατύ κόλπο. Ο Κότρωνας ήταν ένας ευχάριστος όρμος».
Patrick Leigh Fermor, «Μάνη», 1958 (απόσπασμα), εκδ. Κέδρος
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]