Ο Άγιος Μερκούριος σε αγιογραφία του Πρωτάτου του Αγίου Όρους, 1290
Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια αρκετοί Χριστιανοί υπηρετούσαν ως αξιωματικοί στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού και πολλοί από αυτούς αναδείχτηκαν Μεγαλομάρτυρες, για την πίστη τους στο Χριστό. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Μερκούριος.
Γεννήθηκε το 1899 στο Γυαλί Τσιφλίκι της Μ. Ασίας. Μετά τον ξεριζωμό των Ελλήνων από την Μικρασία, ήρθε ως πρόσφυγας στο χωριό Βατοπέδι Χαλκιδικής. Όταν ήρθε σε ηλικία γάμου νυμφεύθηκε και από τον γάμο του απέκτησε μία κόρη και εγγόνια. Η σύζυγός του είχε δύσκολο χαρακτήρα καθώς και ο γαμπρός του. Τους αντιμετώπιζε όμως με ηρεμία. Ήταν γενικά ήρεμος άνθρωπος. Ζούσε σαν ασκητής, νήστευε πολύ, μελετούσε βιβλία εκκλησιαστικά και ασκητικά, που έφερε από την «πατρίδα», και συμβούλευε τα εγγόνια του δίνοντάς τους εφόδια για την ζωή. Όλη την εβδομάδα βοσκούσε τα πρόβατα. Το Σάββατο το απόγευμα επέστρεφε στο σπίτι και ετοιμαζόταν για την θ. Λειτουργία της Κυριακής.
Στην Εκκλησία διακονούσε ανάβοντας τα καντήλια και βοηθώντας τον ιερέα. Έκανε αγαθοεργίες. Στην περίοδο της Κατοχής έκρυψε έναν Άγγλο για να του σώσει την ζωή, τον περιποιήθηκε όταν αρρώστησε, και τον φιλοξένησε όσο διάστημα χρειάστηκε. Όταν πέθανε ένας συγχωριανός του, που η οικογένειά του ήταν φτωχή και δεν είχε χρήματα για την κηδεία, ο Νικόλαος πήγε κρυφά στο σπίτι τους και άφησε χρήματα. Οι άνθρωποι του σπιτιού ποτέ δεν έμαθαν ποιός «καλός άγγελος» τους έστειλε την βοήθεια. Φιλοξενούσε συχνά στο σπίτι του ανθρώπους περαστικούς που νυχτώνονταν στο χωριό.
Τον Νικόλαο Σαββούδη είχε γνωρίσει και ο γέροντας Γρηγόριος, Πνευματικός της Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Μεταμορφώσεως, ο οποίος αναφέρει:
«Βρισκόμουν στο χωριό Βατοπέδι Χαλκιδικής. Μόλις είχα φθάσει και στην σκιά κάποιου πεύκου συζητούσα με 5-6 χωρικούς. Σε λίγο έφθασε εκεί και κάποιος μεσόκοπος, πενηντάρης περίπου, χαιρέτησε και στάθηκε σιωπηλός παραπέρα. Ένας εκ των χωρικών μου είπε: Αυτός πάει τα μεσάνυχτα στην Εκκλησία και ανάβει τα κανδήλια για να βλέπουν οι Άγιοι. Έτσι γνώρισα τον μπαρμπα-Νικόλα Σαββούδη. Επειδή πήγαινα συχνά στο χωριό Βατοπέδι Χαλκιδικής, πάντοτε τον έβλεπα σιωπηλό, ήρεμο και γαλήνιο. Πάντα πρώτος στην Εκκλησία. Στεκόταν δίπλα στο ψαλτήρι και ψιθύριζε παρακολουθώντας τον ιεροψάλτη. Μόνον εκεί άκουγες την φωνή του σε πολύ χαμηλό τόνο. Μόλις καταλάβαινες ότι έψελνε. Έλεγε και το Πάτερ ημών, πάντοτε ήταν δικό του.
Μυστήριο ο μπαρμπα-Νικόλας. Κάποια μέρα πήγα στο σπίτι του -ένα ημιυπόγειο, απλό, απέριττο, για πάτωμα είχε τσιμέντο, ασκητικότατο- για να τον γνωρίσω καλύτερα. Στον πάνω όροφο έμενε ο γαμπρός του που, όπως αργότερα έμαθα, τον κακομεταχειριζόταν. Ήταν πολύ νευρικός αλλά ο μπαρμπα-Νικόλας κουβέντα δεν έλεγε γι’ αυτόν. Νόμιζες πως δεν είχε μιλιά. Όμως ο μπαρμπα-Νικόλας όχι μόνον ήξερε να μιλά μα και διάβαζε Πατέρες. Εκεί είδα εκτός από τον άγιο Δαμασκηνό και άλλους Πατέρες, φιλοκαλικούς και μη. Όλα αυτά τα βιβλία τα μελετούσε ο μπαρμπα-Νικόλας και φαίνεται πως προσπαθούσε να βάλει σε εφαρμογή την πατερική διδασκαλία, γι’ αυτό εκτός από την σιωπή ήταν στολισμένος και με άλλες αρετές. Ποτέ δεν ασχολείτο με τους άλλους. Αν και τον περιέπαιζαν οι συγχωριανοί του, αυτός τους αντιμετώπιζε με την σιωπή του και μ’ έναν ελαφρό μειδίαμα.
Από όσα είδα πρέπει να έκανε άσκηση μεγάλη και να αγαπούσε την προσευχή. Κανείς όμως δεν γνώριζε τι προσευχές έκανε μόνος μόνω Θεώ. Πολλά μυστικά πήρε μαζί του, γιατί ήταν πολύ σιωπηλός. Από τους χωρικούς έμαθα ότι ζούσε με τα χρήματα που του έστελνε κάποιος Άγγλος πρώην αξιωματικός, από ευγνωμοσύνη γιατί στην Γερμανική Κατοχή ο μπαρμπα-Νικόλας με κίνδυνο ζωής τον έκρυψε στο σπίτι του και τον γλύτωσε από τους Γερμανούς.
Στις 24 Νοεμβρίου 1969 με ειδοποίησαν ότι ο αγαθός και ήσυχος Νικόλαος έκλεισε τα μάτια του. Τα άφησα όλα και πήγα στο Βατοπέδι. Τον διαβάσαμε και «τον φυτέψαμε» (θάψαμε), όπως λένε οι χωρικοί, για να ανθίση στην αιωνιότητα. Το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο μέσα στο φέρετρο, νόμιζες πως κοιμόταν. Πέρασαν τρία χρόνια από την κοίμησή του και τρεις ευλαβείς γυναίκες, πολύ γνωστές μου, πήγαν να τον ξεθάψουν, να κάνουν ανακομιδή. Όταν βρήκαν το λείψανό του τάχασαν. Ήταν ακέραιο, ολοκίτρινο και ανέδιδε απαλή ευωδία! Η κ. Βαρβάρα, μία από τις τρεις, το σήκωσε λίγο με τα χέρια της και είδε ότι ήταν πολύ ελαφρό. “Σαν να ήταν μόνο κόκαλα με το δέρμα”, όπως έλεγε. «Έκπληκτες μπροστά στο πρωτοφανές και απροσδόκητο γεγονός, μη γνωρίζοντας τι να κάνουν, θεώρησαν καλό να θάψουν πάλι το τίμιο λείψανο του μακαρίου Νικολάου Σαββούδη».
Αιωνία του η μνήμη. Αμήν.
«Οι γνήσια σιωπηλοί άνθρωποι ζουν το άρωμα μιας άλλης ζωής…»
* Από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», Άγιον Όρος 2008, Ι. Ησυχαστήριον Άγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος, Μεταμόρφωσις Χαλκηδικής.
Σε μια από τις πιο συγκλονιστικές σκηνές του Βιβλίου της Γένεσης, ο Ιακώβ παλεύει όλη νύχτα μέσα σε μια σπηλιά με έναν μυστηριώδη ξένο (32: 24-32). Ο Ιακώβ βρίσκεται σε μια κρίσιμη φάση της ζωής του. Επιστρέφει στη μητρική γη ύστερα από απουσία είκοσι ετών. Διακατέχεται από μεγάλο φόβο και αγωνία στην ιδέα πως θα συναντήσει ξανά τον μεγαλύτερο αδερφό του, τον Ησαύ, τον οποίο είχε αδικήσει πριν από μια εικοσαετία, αποσπώντας με δόλο από τον τυφλό πατέρα τους, Ισαάκ τα «πρωτοτόκια», δηλαδή την πατροπαράδοτη ευχή που έδινε ο Εβραίος πατέρας στον μεγαλύτερο ηλικιακά γιό του, καθιστώντας τον πρώτο στην τάξη της ιεραρχίας της οικογένειας και μεταβιβάζοντάς του την πλειονότητα των ζώων που κατείχε ο ίδιος, για να τα διατρέφει στη συνέχεια ο πρωτότοκος και να καρπώνεται τα αγαθά τους. Την ευχή αυτή κανονικά εδικαιούτο να λάβει ο Ησαύ, ως μεγαλύτερος γιος του Ισαάκ, όμως η μητέρα τους Ρεβέκκα, έχοντας αδυναμία στον μικρότερο γιό της, τον Ιακώβ, τον βοήθησε να εξαπατήσει τον πατέρα του, αδικώντας τον Ησαύ, που γι’ αυτό ορκίστηκε να σκοτώσει τον Ιακώβ και να πάρει εκδίκηση για το κακό που του έγινε. Η Ρεβέκκα έπεισε τότε τον Ιακώβ να φύγει μακριά, για να γλιτώσει από την οργή του αδερφού του.
– Έχω παρατηρήσει, Γέροντα, ότι τα μωρά μερικές φορές την ώρα της Θείας Λειτουργίας χαμογελούν.
Αυτό δεν το κάνουν μόνο στην Θεία Λειτουργία. Τα μωρά είναι σε συνεχή επαφή με τον Θεό, επειδή δεν έχουν μέριμνες. Τι είπε ο Χριστός για τα μικρά παιδιά; «Οι Άγγελοι αυτών εν ουρανοίς διά παντός βλέπουσι το πρόσωπον τον Πατρός μου τον εν ουρανοίς». Έχουν επικοινωνία και με τον Θεό και με τον Φύλακα Άγγελό τους, που είναι συνέχεια δίπλα τους. Στον ύπνο τους πότε γελούν, πότε κλαίνε, γιατί βλέπουν διάφορα. Άλλοτε βλέπουν τον Φύλακα Άγγελό τους και παίζουν μαζί του -τα χαϊδεύει, τα πειράζει, κουνάει τα χεράκια τους, και αυτά γελούν-, άλλοτε πάλι βλέπουν καμμιά σκηνή του πειρασμού και κλαίνε.
Υπάρχει μια λαϊκή παράδοση με την οποία σχετίζεται η οικοδόμηση της παλιάς εκκλησίας των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού. Πολύ παλιά λοιπόν, το χωριό Νησί, στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας, ήταν διασκορπισμένο σε διάφορα σημεία, 5-10 σπίτια βόρεια, 5-10 σπίτια ανατολικά, άλλα τόσα νότια από τη θέση του σημερινού χωριού. Ήταν εκεί τα σπίτια όπου υπήρχε ξηρά και δεν πλημμύριζαν από τη λίμνη, από τα νερά του Βάλτου.
Άγιε μου Γιώργη αφέντη μου κι αφέντη μ’ καβαλλάρη αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι. Άγγελος είσαι στη θωριά και άγιος στη θεότη, παρακαλώ σε, βόηθα με, Άγιε μου στρατιώτη! (Παραδοσιακό Καππαδοκίας)
Η πρόσφατη αποδοχή της αιτήσεως του Συλλόγου Πριγκηπιανών «Άγιος Γεώργιος ο Κουδουνάς» για την ένταξη του τάματος του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Δ/νσης Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, είναι ένα γεγονός που γέμισε υπερηφάνεια και χαρά τα μέλη και τους φίλους του Συλλόγου μας και καταγράφεται πλέον ως μια πολύ σημαντική κατάκτηση και ως ένας σταθμός στην πορεία και την ιστορία του!
Όταν ο Ιησούς αναστήθηκε από τον τάφο, παρουσιάστηκε στους μαθητές Του που ήταν συγκεντρωμένοι στο υπερώο, με κλειστές τις πόρτες, για το φόβο των Ιουδαίων. Ο Θωμάς δεν ήταν τότε μαζί τους και, όταν οι υπόλοιποι μαθητές του διηγήθηκαν ότι είδαν τον αναστάντα Κύριο, δε θέλησε να τους πιστέψει. Έλεγε, ότι θα πιστέψει μόνο αν ψηλαφήσει τον Αναστάντα. Αλλ’ ο Κύριος εμφανίστηκε ξανά, οκτώ ημέρες αργότερα, ενώπιον των μαθητών, και προέτρεψε τον Θωμά να ψηλαφήσει τις πληγές από τα καρφιά και την πλευρά που είχε τρωθεί από τη λόγχη. Έκθαμβος ο Θωμάς, προσκύνησε και ανεβόησε: «Ο Κύριός μου και Θεός μου!».
Η απάντηση του Κυρίου ήταν τέτοια, που θα διδάσκει όλους όσους θέλουν να δυσπιστούν στην αλήθεια του Ευαγγελίου. Είπε, λοιπόν, ο Κύριος: «Ότι εώρακάς με, πεπίστευκας, μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (Ιω. 20,26). Δηλαδή, λέει ο Κύριος στο Θωμά: «Πίστεψες επειδή με είδες. Μακαριότεροι και περισσότερο καλότυχοι είναι εκείνοι, που αν και δεν με είδαν, πίστεψαν». Επανόρθωσε έτσι ο Κύριος την ολιγοπιστία του Θωμά και μας δίδαξε ότι και εμείς καλούμαστε να θέσουμε τον δάκτυλο -όχι σωματικά, αλλά πνευματικά- στην πλευρά Του, για να ποτιστούμε από την αναβλύζουσα Χάρη.
Γι’ αυτό το λόγο, η Εκκλησία όχι μόνο δεν καταδικάζει τον Θωμά, αλλά τιμά την «μακαρία αυτού απιστία» την πρώτη Κυριακή μετά το Πάσχα, αφού με αυτήν ο Θωμάς έγινε ο πρώτος κήρυκας της Αναστάσεως. Η Εκκλησία ψάλλει ότι η νομιζόμενη απιστία του Θωμά «πίστιν βεβαίαν εγέννησε». Και πραγματικά η αξίωση του μαθητή να δει και να ψηλαφήσει τον αναστάντα Διδάσκαλο είναι η πρώτη βεβαίωση και απόδειξη της Ανάστασης του Χριστού.
Οι Άγιοι πέντε Νεομάρτυρες Μανουήλ Παλογούδας, Θεόδωρος Δημητρίου, Γεώργιος Κουρούνης και ο νεότερος Γεώργιος Καλακίκος κατάγονταν από τη Σαμοθράκη, ο δε Μιχαήλ από την Κύπρο, και μαρτύρησαν στη Μάκρη Αλεξανδρούπολης, τη Δευτέρα του Θωμά, 6 Απριλίου 1835. Η μνήμη τους τιμάται κάθε χρόνο την Κυριακή του Θωμά.
Ο θάνατος του Χριστού πάνω στον Σταυρό δεν είναι μια αποτυχία που αποκαταστάθηκε κάπως μετά την Ανάστασή του. Ο ίδιος ο θάνατος πάνω στον Σταυρό είναι μια νίκη. Νίκη τίνος; Μόνο μια απάντηση μπορεί να υπάρξει: Η νίκη της οδυνώμενης αγάπης. «Κραταιά ως θάνατος αγάπη… ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην» (Άσμα Ασμ. 8, 6-7). Ο Σταυρός μας δείχνει μιαν αγάπη που είναι δυνατή σαν το θάνατο, μιαν αγάπη ακόμη πιο δυνατή.
Νάουσα, πόλη ηρωική, κτισμένη σ’ ένα ψηλό αντέρεισμα του Ανατολικού Βερμίου, σχηματισμένο από το άνοιγμα δύο άγριων φαραγγιών που χαμηλώνουν απότομα προς τον κάμπο της Ημαθίας, στα σύνορα Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας. Στεριώνει τις πλάτες της στο δασωμένο Βέρμιο, ενώ μπροστά της απλώνονται καταπράσινες πλαγιές και κάμπος γεμάτος αμπέλια, ροδακινιές και μηλιές. Δεξιά και αριστερά της πόλης κυλούν με βρόντο σκουρόχρωμα νερά που έχουν τις φλέβες τους στην καρδιά του Βερμίου.
Το μαρτύριο των τριών Αγίων (Μηνολόγιο Βασιλείου Β’)
«Χιὼν το πυρ ην τη Χιονίᾳ τάχα, ου συμμετασχείν ηγάπησεν Αγάπη. Βέλος σε πέμπει προς τον ειρήνης τόπον, αφ’ αιμάτων σων ἐκμεθυσθὲν Ειρήνη. Χιονίην τ’ Αγάπην εκκαιδεκάτῃ κατέκαυσαν»
Στη χορεία των αγίων ενδόξων μαρτύρων της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας μας ανήκουν και οι τρεις αδελφές Αγάπη, Ειρήνη και Χιονία. Έζησαν στη Θεσσαλονίκη και μαρτύρησαν στα χρόνια του σκληρού διώκτη Διοκλητιανού (304 μ.Χ.). Φαίνεται ότι ήταν ενεργά μέλη Αδελφότητας νέων χριστιανών. Αγαπούσαν πολύ τον Ιησού Χριστό και τη μελέτη των Αγίων Γραφών και χριστιανικών βιβλίων. Όταν όμως ο Διοκλητιανός εξέδωσε διάταγμα, τον Φεβρουάριο του 303, που απαγόρευε τη χρήση και κατοχή χριστιανικών βιβλίων και κειμένων, οι τρεις αυτές αδελφές έκρυψαν τα βιβλία. Και για να διαφυλάξουν την πίστη τους κατέφυγαν σε «όρος υψηλό» κοντά στη Θεσσαλονίκη, πιθανώς στον Χορτιάτη. Στο καταφύγιό τους αυτό τις επισκέφθηκε και η αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια και τις ενίσχυσε με πνευματικές συμβουλές προαναγγέλλοντας τη δόξα του μαρτυρίου τους. Τους εξέδωσε μάλιστα και υπόσχεση ότι με τις προσευχές της θα τις συνοδεύει.
Βασίλειος ο Μέγας, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Γρηγόριος ο Θεολόγος
Η Αγία Μητέρα Ορθόδοξος κατ’ Ανατολάς Εκκλησία του Χρστού την 30ή Ιανουαρίου εορτάζει τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου Θεότητος, Βασίλειον τον Μέγα, Γρηγόριον τον Θεολόγον και Ιωάννην τον Χρυσόστομον. Οι τρεις Ιεράρχες και Οικουμενικοί διδάσκαλοι υπήρξαν κατά την εποχή τους όντως Πανεπιστήμονες και πολυγραφότατοι θεολογικοί συγγραφείς. Εθεράπευσαν με την μελέτη και τα πνευματικά πονήματά τους, τόσον την εκκλησιαστική, όσον και την θύραθεν παιδεία και γι’ αυτό η πολιτεία ανεγνώρισε αυτούς ως προστάτες των Γραμμάτων. Οι τρεις Ιεράρχες έλαβαν πλήρη και πολύπλευρη φιλοσοφική και θεολογική μόρφωση, συνάμα όμως έλαβαν γνώση και όλων των τότε γνωστών και ολοκληρωμένων επιστημών, όπως της ιατρικής, της νομικής, της ρητορικής, της αστρονομίας κ.ά.
Ο Όσιος Θεοδόσιος γεννήθηκε στο χωριό Μωγαρισσού της Καππαδοκίας από πολύ πιστούς και ενάρετους γονείς, τον Προαιρέσιο και την Ευλογία. Έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντος του Μεγάλου (457-474 μ.Χ.) και έφτασε έως και τους χρόνους του αυτοκράτορα Αναστασίου του Δικόρου (491-518 μ.Χ.). Σε νεαρή ηλικία έγινε μοναχός και από πολύ νωρίς διακρίθηκε για την εγκράτεια και την ηθική του τελειότητα.
Μέγα μάθημα της ταπείνωσης είναι για μας, αδελφοί μου, η Γέννηση του Χριστού. Πού γεννήθηκε; Μέσα σε μια φάτνη, σ’ ένα παχνί να πούμε καλύτερα, για να νοιώσουμε βαθύτερα την ανείπωτη συγκατάβαση του Θεού, γιατί τ’ αρχαία λόγια κάνουνε να φαίνουνται στα μάτια μας πλούσια και τα φτωχά πράγματα. Η μητέρα του, η υπεραγία Θεοτόκος, μακριά από το σπίτι της, ξένη σε ξένον τόπο, πήγε και τον γέννησε μέσα σ’ ένα μαντρί. Το βόδι και το γαϊδούρι τον ζεστάνανε με την ανασαμιά τους. Τσομπάνηδες τον συντροφέψανε. Μαζί με τα νιογέννητα αρνιά λογαριάστηκε ο αμνός του Θεού, που ήρθε στον κόσμο για να σώσει τον άνθρωπο από την κατάρα του Αδάμ. Ποιος άνθρωπος γεννήθηκε με μεγαλύτερη ταπείνωση;
Η Αγία Αικατερίνη, ως μας διασώζει το συναξάρι της, είχε πλούσια πνευματικά χαρίσματα και ανείπωτο σωματικό κάλλος. Έτσι, οι νυμφίοι που την πολιορκούσαν ήταν πολλοί, με αποτέλεσμα η ίδια να μην μπορεί να επιλέξει με βέβαιο και ασφαλή τρόπο τον πλέον κατάλληλο. Η μητέρα της, τότε, που ανήκε στη χορεία των κατηχουμένων, συνέστησε στην κόρη της να επισκεφθεί έναν πνευματικό και αγιασμένο γέροντα μοναχό, την πείρα και εμπειρία του οποίου γνώριζε και η ίδια καλώς.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]