Ο Όσιος Νικόλαος ο Κουρταλιώτης ήταν προικισμένος με εξαιρετικό θαυματουργικό χάρισμα και ασκήτευσε στη νότια και κεντρική Κρήτη κατά τα μέσα ή το δεύτερο ήμισυ του 17ου αιώνα. Η κοίμησή του τοποθετείται γύρω στο 1670.
Πληροφορίες για τη ζωή του διασώζονται μόνο στην προφορική παράδοση του νησιού και ιδιαίτερα στην επαρχία Αγίου Βασιλείου του νομού Ρεθύμνης. Εκεί βρίσκεται το λεγόμενο Κουρταλιώτικο Φαράγγι, από το οποίο περνά ο ποταμός Κουρταλιώτης και εκβάλλει στο Λιβυκό Πέλαγος. Στο μέσον του φαραγγιού, κοντά στον πυθμένα του, βρίσκεται ο μικρός ναΐσκος του οσίου, στον οποίο οι προσκυνητές κατεβαίνουν από σκάλα με μεγάλο αριθμό πέτρινων σκαλοπατιών. Εκεί κοντά, κατά την παράδοση, βρίσκεται και ο τάφος του, που δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί.
Το λαϊκό προφορικό συναξάρι του οσίου διασώζει ότι από παιδί εμφάνισε τα πρώτα σημάδια της αγιότητάς του, κυρίως κατά την άσκηση του χαρίσματος της ελεημοσύνης, όταν έδινε σε πτωχούς τα αποθέματα τροφίμων του πατρικού του σπιτιού (αναφέρονται κουκιά και λάδι) κι όμως, παρά τις ανησυχίες του πατέρα του, τα πιθάρια βρίσκονταν πάντα γεμάτα. Γι’ αυτό έλαβε ευλογία από τον πατέρα του να ακολουθήσει, αν ήθελε, τον ασκητικό βίο.
Το Δάσος του Κουρταλιώτη και το ομώνυμο Φαράγγι
Έτσι έφυγε στα όρη, στα δάση και τα φαράγγια της Κρήτης σε παιδική ή εφηβική ηλικία και, ζώντας ασκητικά, έφθασε σε μεγάλο ύψος αγιότητας. Μέρος της ζωής του το έζησε στην πεδιάδα της Μεσσαράς, στο νομό Ηρακλείου. Λίγο πριν κοιμηθεί επέστρεψε στην επαρχία Αγίου Βασιλείου, όπου βρισκόταν και η γενέτειρά του (πιθανόν το χωριό Ασώματος, του σημερινού δήμου Φοίνικα). Ερχόμενος έφερε μαζί του κάποιον Μεσσαρίτη, που, σύμφωνα με μία εκδοχή του βίου του, τον είχε πληγώσει θανάσιμα, από λάθος, κυνηγώντας με το τόξο του και, σύμφωνα με την επιθυμία του αγίου, τον είχε μεταφέρει εκεί.
Κοντά στο σημείο όπου βρίσκεται ο ναΐσκος, ο Μεσσαρίτης δίψασε και ο άγιος, εκτείνοντας το χέρι, εποίησε «σημεῖον μέγα ἀπὸ Θεοῦ»: πέντε πηγές με άφθονο νερό, που ακολουθούν τη σειρά και την αναλογία των δακτύλων του χεριού, ξεπήδησαν από το τοίχωμα του φαραγγιού, απ’ όπου αναβλύζουν μέχρι σήμερα.
Η παράδοση επίσης διασώζει ότι κτίτορας του ναΐσκου είναι κάποιος Οθωμανός, την εποχή της Τουρκοκρατίας, ο οποίος λοιδορούσε τη μνήμη του οσίου, τιμωρήθηκε παιδαγωγικά από αυτόν και αποκαταστάθηκε δια θαύματος. Σήμερα ο ναός αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά και αγαπητά προσκυνήματα της περιοχής και υπάγεται στην ενορία Ασωμάτου.
Αν και ο άγιος δεν είναι αναγνωρισμένος με επίσημη απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, περιλαμβάνεται στο Κρητικό Αγιολόγιο και η μνήμη του τιμάται με εξαιρετική λαμπρότητα την 1η Σεπτεμβρίου. Ακολουθία του Οσίου εκδόθηκε στην Αθήνα το 1879.
Ο Ιερός Ναός της Παναγίας των Βλαχερνών ή Βλαχερνίτισσας είναι από τα γνωστότερα ιερά Προσκυνήματα της Παναγίας και ένα από τα σημαντικότερα Ορθόδοξα της Πόλης. Βρίσκεται στις Βλαχέρνες, στην περίφημη συνοικία της Κωνσταντινούπολης, όπου εκτός του ναού υπήρχε και βασιλικό παλάτι. Ο Ναός έγινε γνωστός από την παλαιότατη και θαυματουργή εικόνα της Παναγίας των Βλαχερνών, που παριστάνει την Θεοτόκο όρθια δεομένη με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, έχοντας στο στήθος της εγκόλπιο με τον Ιησού. Είναι η Υπέρμαχος Στρατηγός και σε ανάμνηση της βοηθείας της προς τους υπερασπιστές του Βυζαντίου εναντίον των Περσών και Ρώσων, γράφηκε ο γνωστός σε όλους Ακάθιστος Ύμνος. Από Βυζαντινούς συγγραφείς μαθαίνουμε για το απαράμιλλο κάλλος του Ναού καθώς και τα άπειρα θαύματα της Παναγίας.
Σε αυτό το κάτασπρο ερημοκκλήσι, τον «Άη Γιάννη το Σχίνο», όπως το αποκαλούν οι Ανδριώτες, εορτάζεται σήμερα στην Άνδρο η μνήμη της αποτομής της κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Το εκκλησάκι βρίσκεται στα ανατολικά της Βουρκωτής, στον δρόμο προς τα Άχλα, και ανήκει στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Άνδρου. Μονάχο του στέκει αγέρωχο και απέριττο στην ερημιά, όπως έζησε και ο μεγάλος άγιός του, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και Βαπτιστής, που το σκέπει από τα αγριοκαίρια και τ’ αγιάζι.
Στο βάθος μιας κατάφυτης χαράδρας στις Σέρρες, βρίσκεται η Μονή του Τιμίου Προδρόμου. Η Μονή κτίσθηκε το 1270 μ.Χ. και παρά τις αλλεπάλληλες καταστροφές αποτελεί σήμερα εκπληκτικής ομορφιάς μνημείο και Μουσείο Βυζαντινής Τέχνης. Πρώτος κτήτωρ της Μονής ήταν ο Ιωαννίκιος ο οποίος διετέλεσε και επίσκοπος Εζεβών.
Η τεχνητή λίμνη Δόξα βρίσκεται στην ορεινή περιοχή του Φενεού Κορινθίας. Περιμετρικά της λίμνης υψώνονται δασωμένες βουνοκορφές, που αντικατοπτρίζονται στα νερά της δημιουργώντας ένα τοπίο ονειρικό!
Ο Άγιος Φανούριος είναι ένας από τους πλέον αγαπητούς αγίους της Πίστεώς μας. Μια νεανική, μαρτυρική μορφή που ξεχωρίζει με τον δικό του τρόπο ανάμεσα στο πλήθος των Αγίων της χριστιανοσύνης και που δεν τιμάται σε μια μόνον ημερομηνία αλλά, μέσω του ευρύτατα διαδεδομένου εθίμου της «Φανουρόπιτας», σε πολλές ακόμα περιστάσεις του βίου των πιστών που ευλαβούνται την χάρη Του, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Ο Άγιος Απόστολος Τίτος είναι ο πρώτος Επίσκοπος της Κρήτης και πολιούχος Άγιος της πόλεως του Τυμπακίου στον νομό Ηρακλείου. Η μνήμη του τιμάται στις 25 Αυγούστου
Λιθογραφία της Μονής της Χώρας από το ίδιο βιβλίο του Α.Γ. Πασπάτη (1877)
Η είδηση για τη μετατροπή του ιστορικού ναού της Μονής της Χώρας με τις μοναδικού κάλλους βυζαντινές τοιχογραφίες σε τζαμί προκαλεί θλίψη και αγανάκτηση. Ας σκεφτούμε όλοι και όλες, ειδικά όσοι ασχολούνται με τον πολιτισμό, ή δηλώνουν ή καμώνονται πως νοιάζονται για αυτόν, τη σπάνια ωραιότητα των τοιχογραφιών της Μονής, για να αντιληφθούμε στην έκτασή της τη βαρβαρότητα της απόφασης του καθεστώτος Ερντογάν. Κι ας φανταστούμε τον Παντοκράτορα με τον Θ. Μετοχίτη, καλυμμένο με τα σεντόνια και τις μπούρκες της πολιτιστικής – θρησκευτικής αισθητικής του Ερντογάν, μεσούντος του 21ου αιώνος… Ένα ακόμη φρικτό πολιτιστικό έγκλημα ενός παρανοϊκού.
Ο Θεόδωρος Μετοχίτης προσφέρει την Μονή της Χώρας στο Χριστό (Κωνσταντινούπολη, Μονή της Χώρας, ψηφιδωτό 14ου αι.)
Η Τουρκία, συνεχίζοντας τις επιθέσεις της κατά της μνήμης του βυζαντινού ελληνισμού και μέσα στο πλαίσιο του νεο-οθωμανισμού, αποφάσισε πρόσφατα να μετατρέψει σε τζαμί άλλη μία ελληνορθόδοξη – βυζαντινή εκκλησία, μνημείο της παγκόσμιας κληρονομιάς της Unesco, την περίφημη Μονή της Χώρας, που κτίστηκε τον 11ο αιώνα (πιθανόν στη θέση παλαιότερου ναού), αλλά ανακαινίστηκε πλήρως και εικονογραφήθηκε εκ νέου με ένα μοναδικό εικονογραφικό σύνολο γύρω στο 1320 από τον Θεόδωρο Μετοχίτη, Μέγα Λογοθέτη στην κυβέρνηση του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β’ Παλαιολόγου.
Ιησούς Χριστός, η Χώρα των Ζώντων (Μονή της Χώρας)
Η Μονή της Χώρας είναι βυζαντινή Ελληνική ορθόδοξη εκκλησία, στην γειτονιά Edirnekapı της Κωνσταντινούπολης. Μετά την τουρκική κατάκτηση, η εκκλησία μετατράπηκε σε τζαμί το 1511 με προσθήκη μιναρέ και το 1958 έγινε μουσείο. Το εσωτερικό της καλύπτεται με μερικά από τα παλαιότερα και ωραιότερα βυζαντινά ψηφιδωτά που υπάρχουν στον κόσμο, τα οποία αποκαλύφθηκαν και αποκαταστάθηκαν όταν η εκκλησία μετατράπηκε σε μουσείο.
«Εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί και μεταβήσεται» (Ματθ. 17,14-23)
Διηγήθηκε η Μεσολογγίτισσα Γεωργία Μωραΐτου: «Το έτος 1918 έπεσε θανατηφόρα γρίππη στο Μεσολόγγι. Παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες των γιατρών, ο ένας μετά τον άλλον κολλούσαν γρίππη και μετά από λίγες μέρες πέθαιναν εξαντλημένοι. Καθημερινώς πέθαιναν 25-30 άτομα, τα οποία μετέφεραν με κάρα και τα έθαπταν χωρίς συνοδεία ιερέως. Είχε γίνει επιδημία φοβερή. Το ίδιο συνέβαινε στο Αγρίνιο, όπου πέθαιναν κάθε μέρα 40-50 άτομα, στο Αιτωλικό και στα γύρω χωριά.
Η εκκλησία της Παναγίας της Φανερωμένης στην Αίγινα βρίσκεται κοντά στο κέντρο της πόληςπάνω στον δρόμο προς Αγίους Ασωμάτους και αποτελεί μετόχι της ιεράς μονής Παναγίας Χρυσολεόντισσας που χτισμένη σε ένα αθέατο από παντού οροπέδιο στην ενδοχώρα του νησιού.
Ο Άγιος Αθανάσιος (κατά κόσμον Αλέξιος Πατελάρος) διετέλεσε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (Αθανάσιος Γ’) για μικρά χρονικά διαστήματα, το 1634 μ.Χ. και το 1652 μ.Χ. Γεννήθηκε στο χωριό Αξός Μυλοποτάμου του Ρεθύμνου μεταξύ των ετών 1580 μ.Χ. και 1597 μ.Χ. Η Κρήτη τότε ήταν κάτω από τους Ενετούς και ο μικρός Αλέξιος μορφώθηκε στα σχολεία τους και έλαβε κατώτερη και ανώτερη μόρφωση. Μορφώθηκε αρκετά καλά ώστε έγινε σύντομα ένας συγκροτημένος φιλόσοφος, φιλόλογος και εξαίρετος ομιλητής. Σπούδασε Αρχαία Ελληνική Φιλολογία, Φιλοσοφία και Θεολογία. Ήξερε ελληνικά και λατινικά και διακρινόταν για τη γενικότερη μόρφωσή του, το κήρυγμά του και την ποίηση που έγραφε. Μελετούσε την Αγία Γραφή και μάλιστα μετέφρασε μέρος της στα νέα ελληνικά. Στη Μονή Ιβήρων σώζεται σήμερα και μετάφραση του Ψαλτηρίου που έκανε ο ίδιος.
Από μικρός έδειξε ιδιαίτερη συμπάθεια και κλίση προς το μοναχισμό. Γι’ αυτό πορεύθηκε προς το Όρος Σινά και το Άγιον Όρος, όπου γνώρισε και έζησε από κοντά το μοναστικό ιδεώδες. Μελέτη και προσευχή ήταν τα όπλα του, που τον βοήθησαν στην συνέχεια σε μια περιπετειώδη ζωή. Στο Άγιον Όρος εγκαταβίωσε στην μονή Εσφιγμένου, αφού προηγουμένως έζησε για λίγο σε μονή στην Θεσσαλονίκη, όπου εν τω μεταξύ χειροτονήθηκε διάκονος και πήρε το όνομα Ανανίας. Απ’ εκεί ταξίδεψε στους Αγίους Τόπους και εκάρη μοναχός στο Σιναΐτικο Μετόχι του Χάνδακα με το όνομα Αθανάσιος, το οποίο διατήρησε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Κατά την επιστροφή του έζησε μόνος πια σ’ ένα κελλί κοντά στις Καρυές, στο αρχαίο μονύδριο του Ξύστρου, το οποίο είναι η σημερινή Σκήτη του Αγίου Ανδρέα, της οποίας θεωρείται κτήτωρ. Η ζωή του τώρα ήταν ασκητική, αφιερωμένη ολοκληρωτικά στη νηστεία, τη μελέτη και την προσευχή. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου χειροτονήθηκε και πρεσβύτερος.
Την εποχή εκείνη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο εθνομάρτυρας Κύριλλος Λούκαρις, που καταγόταν επίσης από την Κρήτη. Ο Κύριλλος Λούκαρις πληροφορήθηκε για την ανώτερη κατάρτιση, αλλά και τα προσόντα του Αθανασίου. Τον κάλεσε έτσι στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον διόρισε προσωπικό του γραμματέα και σύμβουλο. Εκτίμησε τις γνώσεις και τις αρετές του, γι’ αυτό σύντομα, το 1631, ο Αθανάσιος εξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, όπου υπηρέτησε για μικρό χρονικό διάστημα, αποκτώντας τη φήμη μεγάλου ιεροκήρυκα και θαυμάσιου χειριστή του προφορικού και γραπτού λόγου.
Τα γεγονότα όμως στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν είχαν θετική εξέλιξη. Ο προστάτης και ευεργέτης του Κύριλλος Λούκαρις με τις ξένες επεμβάσεις, ιδιαίτερα των Ιησουϊτών, εξορίστηκε στην Τένεδο και το Μάρτιο του 1634 εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο ίδιος ο Αθανάσιος. Δεν έμεινε όμως για αρκετό χρονικό διάστημα στον Πατριαρχικό Θρόνο, αλλά μόνο σαράντα ημέρες. Κατηγορίες και συκοφαντίες τον βρήκαν στερημένο κάθε δικαιώματος και καθηρημένο. Στην κατάσταση αυτή ο Αθανάσιος βρήκε πάλι καταφύγιο στο Άγιον Όρος, στο παλαιό του κελλί στις Καρυές, το οποίο και μεγάλωσε με προσωπική εργασία. Τον Σεπτέμβριο του 1635 ο Αθανάσιος έφθασε στην Αγκώνα της Ιταλίας. Δεν έμεινε όμως για πολύ εκεί. Στις 25 Οκτωβρίου τον βρίσκουμε στην Βενετία. Με τη μεσολάβηση γνωστών του προσπάθησε να επανέλθει στο Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ή της Θεσσαλονίκης. Απαίτηση των Ενετικών αρχών και άλλων στενών συνεργατών της κούριας του Βατικανού ήταν να γράψει ομολογία πίστεως προς τον Πάπα της Ρώμης. Αυτό δεν το έκανε ο Αθανάσιος.
Οι διαμάχες στο Πατριαρχείο συνεχίστηκαν λόγω των ξένων επεμβάσεων. Έτσι στο θρόνο ανέβηκε τώρα ο Κύριλλος Κονταρής, αφού οι Ιησουίτες στραγγάλισαν τον Κύριλλο Λούκαρι. Η κατάσταση δεν ήταν καθόλου ευχάριστη. Έτσι ο Αθανάσιος, φοβούμενος για την ζωή του, εγκατέλειψε τη Θεσσαλονίκη και έφθασε μέσω Κωνσταντινουπόλεως στη Χίο. Στην συνέχεια ταξίδεψε στην Πάτμο, την Πάρο, την Μήλο, τα Κύθηρα, τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα καθώς και «εις τα μέρη της άνω Μυσίας». Αλλά και πάλι οι διάφορες συγκυρίες τον βοήθησαν να επανέλθει στη Θεσσαλονίκη. Από τον Αύγουστο του 1639 μέχρι το 1643 παρέμεινε εκεί καθώς ο Πατριάρχης Παρθένιος Α’ του παραχώρησε τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και την πατριαρχική Μονή Βλατάδων.
Το άφθαρτο ιερό σκήνωμα του Αγίου Αθανασίου στην Ι.Μ. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στο Χάρκοβο της Ουκρανίας
Το 1643 μ.Χ. ο Αθανάσιος μετέβη στη Μολδαβία και στη Βλαχία. Σε μια μονή του Ιασίου ο Αθανάσιος εφησύχαζε γράφοντας διάφορα έργα και μεταφράζοντας βιβλία της Αγίας Γραφής στη Νεοελληνική γλώσσα.Με τους εκεί ηγεμόνες ανέπτυξε φιλικές σχέσεις και με τη συμπαράστασή τους επανήλθε στον Πατριαρχικό Θρόνο το 1652, για ένα σύντομο όμως διάστημα μόλις σαράντα ημερών. Την ημέρα της εκθρόνισής του έβγαλε κήρυγμα με βάση το χωρίο «Σῦ εἰ Πέτρος καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν» και αντέκρουσε τα επιχειρήματα που συνιστούν το παπικό πρωτείο με ιδιαίτερη οξύτητα. Το κήρυγμά του αυτό προκάλεσε την μήνι των λατινοφρόνων, με προεξάρχοντα τον Αθανάσιο τον Κύπριο, ο οποίος το 1655 κυκλοφόρησε πραγματεία με τον τίτλο «Ἀντιπατελλάριον».
Μετά από εκκλήσεις στους τσάρους Αλέξιο και Μιχαήλ ο Αθανάσιος έφθασε στη Μόσχα στις 15 Απριλίου 1653 συνοδευόμενος από πολλούς ιερωμένους και λαϊκούς, όπως τον αρχιμανδρίτη Νεόφυτο και τον κελλάρη Γρηγόριο του μοναστηρίου της Αναλήψεως της Κρήτης, τον αρχιμανδρίτη Χριστόφορο από τη Θεσσαλονίκη, τον αρχιμανδρίτη Δοσίθεο από τα Ιωάννινα και άλλους διακόνους και λαϊκούς. Στη Ρωσία άσκησε σημαντικόιεραποστολικό έργο και αντιλατινική δράση, πράγμα που δικαιολογεί και την ιδιαίτερη τιμή των Ρώσων στο πρόσωπό του. Από τη Ρωσία αναχώρησε με την συνοδεία του μέσα σε βαρύ χειμώνα με χιόνια και φοβερό κρύο. Κουρασμένος από την πορεία σταμάτησε για λίγο στην ιερά μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην πόλη Λουβνί, στο Χάρκοβο της Ουκρανίας. Έφθασε εκεί στις αρχές Φεβρουαρίου του 1654. Αισθανόμενος ότι πλησιάζει το τέλος του συνέταξε την πνευματική του διαθήκη διαθέτοντας όλα τα ποσά που του έδωσε ο Τσάρος σε διάφορα μοναστήρια, όπως σε όλες τις μονές του Αγίου Όρους, στην μονή της Αγίας Αναστασίας στη Θεσσαλονίκη, στο μοναστήρι του Σινά, σε διάφορες μονές των Ιεροσολύμων και στις μονές Αγίου Νικολάου και Αρχαγγέλου Μιχαήλ της Ρουμανίας. Άφησε επίσης μερικά ποσά στους συνοδούς του και μερικά για τα έξοδα της κηδείας του και τα μνημόσυνα υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του. Στις 5 Απριλίου 1654 ο πρώην Κωνσταντινουπόλεως Αθανάσιος άφησε την τελευταία του πνοή εκεί στη μονή της Μεταμορφώσεως. Σύμφωνα με τη διήγηση βρέθηκε ο Αθανάσιος με το Ευαγγέλιο στα χέρια του ευλογών τον κόσμο. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν: «Ω Κύριε δέξου το πνεύμα μου».
Είναι άξιο λόγου να αναφερθεί εδώ η ιδιαίτερη τιμή που έτρεφε προς τη μονή του Σινά, αφού άφησε στον τότε αρχιεπίσκοπο Ιωσήφ μια πλήρη αρχιερατική στολή, μίτρα, εγκόλπιο και ιερά σκεύη. Το 1662, ο μητροπολίτης Γάζας Παΐσιος Λιγαρίδης (του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων) είδε σε όραμα τον Αθανάσιο να τον προστάζει να ανοίξει τον τάφο του. Ο Παΐσιος Λιγαρίδης επισκεπτόταν τυχαία την μονή της Μεταμορφώσεως. Πληροφόρησε αμέσως τον τότε ηγούμενο Βίκτωρα για το παράξενο όραμά του και την εμφάνιση του Αθανασίου. Τότε όλη η αδελφότητα της Μονής ύστερα από πολύωρες παρακλήσεις και αγρυπνία, με την ευλογία του τότε μητροπολίτη Κιέβου Ιωσήφ, άνοιξαν τον τάφο του Αθανάσιου, για να βρεθούν μπροστά σε μια μεγάλη έκπληξη. Ο άγιος Αθανάσιος βρέθηκε καθιστός πάνω στο θρόνο του, όπως ετάφη, με το σώμα του άφθορο και σε στάση δεήσεως και προσευχής.
Πήραν τότε το ιερό σκήνωμά του και το τοποθέτησαν στον μεγαλοπρεπή ναό της Μεταμορφώσεως της Μονής την 1η Φεβρουαρίου 1662. Βέβαια το άφθορο λείψανο του Αγίου πολλές φορές μεταφέρθηκε από τόπο σε τόπο, όταν υπήρχε ανάγκη ανακαινίσεως του ναού. Όταν το 1684 άρχισε την ανοικοδόμηση του μεγάλου καθεδρικού ναού της Μεταμορφώσεως, το άγιο λείψανο μεταφέρθηκε στον ιερό ναό του αγίου Γεωργίου. Εκεί έμεινε μέχρι το 1692, οπότε εγκαινιάστηκε ο καθεδρικός ναός. Ο τότε μητροπολίτης Κιέβου Βαρλαάμ με πολλή μεγαλοπρέπεια εγκαινίασε το ναό και το άγιο λείψανο τοποθετήθηκε εκεί. Όταν το 1728 ο θόλος του ναού γκρεμίστηκε, το ολόσωμο σκήνωμα του Αγίου μεταφέρθηκε στον ξύλινο ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Από εκεί υστέρα από ένα ατύχημα, για σίγουρη φύλαξη, το 1736 μεταφέρθηκε στον πέτρινο ναό του Ευαγγελισμού. Εκεί έμεινε μέχρι το 1743, όταν πια ο μεγάλος αυτός καθεδρικός ναός της Μεταμορφώσεως έλαβε την τελική του μορφή.
Ι.Ν. Αγίου Αθανασίου Πατελάρου στην Αξό Μυλοποτάμου
Η τελετή έγινε από τον τότε μητροπολίτη Κιέβου Τιμόθεο, ο όποιος στη συνέχεια, στις 26 Αυγούστου 1743, έγινε μητροπολίτης Μόσχας. Εκεί στον ίδιο ναό ήταν και η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας Λουβέσκαγια. Το 1773 ξέσπασε μεγάλη πυρκαγιά με αποτέλεσμα την πλήρη καταστροφή της Μονής. Οι αδελφοί της Μονής τότε πήραν το άγιο λείψανο και για δύο ημέρες με προσευχές και δεήσεις το είχαν έξω στον κήπο της Μονής. Την τρίτη μέρα, μετά από το σβήσιμο της πυρκαγιάς το άγιο λείψανο μεταφέρθηκε στον καθεδρικό ναό. Στις δύο πυρκαγιές που έπληξαν την Μονή, το 1736 και το 1785, ο άγιος Αθανάσιος με διάφορους τρόπους θαυματούργησε, σύμφωνα με διηγήσεις του τότε ηγουμένου Παϊσίου. Στις 2 Μαΐου του 1819 με κάθε μεγαλοπρέπεια ο τότε μητροπολίτης Πολτάβας Μεθόδιος και ο ηγούμενος Κύριλλος τοποθέτησαν το άγιο λείψανο μέσα σε μεγάλη ασημένια θήκη. Η αγιοποίησή του έγινε ύστερα από έκθεση του ηγουμένου του Μοναστηρίου προς τον τσάρο της Ρωσίας Αλέξιο Μιχαήλοβιτς με ημερομηνία 6 Ιανουαρίου 1672. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, η ανακήρυξη του Αθανασίου σε άγιο έγινε μεταξύ του 1672 και 1676.
Ο τάφος του υπήρξε πάντοτε πηγή αγιάσματος και ιαμάτων. Με την άνοδο στην εξουσία των μπολσεβίκων, η Μονή του Λούμπνι μετατράπηκε σε φυλακή το 1917 και σε στρατόπεδο το 1937. Το σκήνωμα του Αγίου Αθανασίου Πατελάρου διασώθηκε στην αποθήκη ενός μουσείου. Το 1990 αποδόθηκε και πάλι στη Ρωσική Εκκλησία και διατηρείται στο Χάρκοβο της Ουκρανίας. Στις 21 Αυγούστου 1993 η Αξός, ως γενέτειρα του Αγίου Αθανασίου, υπεδέχθη μικρό τεμάχιο του ιερού λειψάνου του το οποίο έφερε από το Χάρκοβο ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος (τότε επίσκοπος Κυρήνης). Από τότε η μνήμη του Αγίου Αθανασίου Πατελάρου εορτάζεται την 21η Αυγούστου κάθε έτους. Το 1995, ολιγομελής αντιπροσωπεία της εκκλησίας με επικεφαλής τον Μητροπολίτη (τότε ηγούμενο της Ιεράς Μονής Ατάλης – Μπαλί) κ.κ. Άνθιμο, και τους Αξικούς: Παππά Γιώργη Κουτάντο, Παππά Μιχάλη Καμαρίτη, Στέλιο Κ. Κουτάντο (Πρόεδρο κοινότητας Αξού), Γιάννη Β. Δαφέρμο και Γιάννη Δ. Παπαδάκη (πρόεδρο Πολιτιστικού Συλλόγου Αξού) επισκέφθηκε την Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Λούμπνι και την πόλη του Χάρκοβο.
Ο Μητροπολίτης Χαρκόβου κ.κ. Νικόδημος παρέδωσε στην αντιπροσωπεία τεμάχιο του ιερού λειψάνου και αρχιερατική στολή του Αγίου, τα οποία μεταφέρθηκαν στην γενέτειρα του και φυλάσσονται από 21 Αυγούστου 2008 στον ομώνυμο ιερό ναό του Αγίου στην Αξό. Τα «Ρεθεμνιώτικα Νέα» σε ρεπορτάζ ανέφεραν ότι τα λείψανα του Αγίου εκλάπησαν μετά από διάρρηξη του ναού, τον Φεβρουάριο του 2010, και καταβάλλονται προσπάθειες για την ανεύρεσή τους. Οι ιερόσυλοι παραβίασαν την κλειδωμένη πόρτα, πήραν χρήματα από το παγκάρι και στη συνέχεια άρπαξαν την λειψανοθήκη με το τμήμα ιερού λειψάνου του Αγίου Αθανασίου και εξαφανίστηκαν.
Η Παναγία η Παρηγορήτισσα είναι ο πιο σημαντικός και διάσημος βυζαντινός ναός του νομού Άρτας. Χτίστηκε τον 13ο αιώνα από τον Νικηφόρο τον Α’ Κομνηνό Δούκα, στην ακμή του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Ο ναός είναι αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και υπάρχουν ενδείξεις ότι τον 16ο αιώνα ήταν το Καθολικό γυναικείου μοναστηριού.
Τα Τρομάρχια είναι τοποθεσία στη νοτιοανατολική Άνδρο. Επιβλητικοί γκρεμνοί, πλαγιές σπαρμένες αιμασιές και βράχια που επικρέμονται στο πέλαγος, στο στενό θαλάσσιο πέρασμα μεταξύ Άνδρου και Τήνου. Γεμάτα αφοβιά στέκουν αιώνες ενάντια στα κύματα και στους ανέμους του Αιγαίου, κρατώντας στον κόρφο τους -μονάκριβο στολίδι και πολύτιμο φυλαχτό- το μοναστήρι της Παναγίας της Τρομαρχιανής.
Παναγία Αγιάσου Λέσβος, κεντητός Επιτάφιος της Παναγίας (1812)
Στην Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία ο εορτασμός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου περιλαμβάνει κατά πρώτο λόγο το θάνατο και την ταφή της Παναγίας και κατά δεύτερο την ανάσταση και τη μετάστασή της στους ουρανούς. Για την Κοίμηση της Θεοτόκου δεν υπάρχουν πληροφορίες από την Καινή Διαθήκη. Γι’ αυτήν μαθαίνουμε από τις διηγήσεις σημαντικών εκκλησιαστικών ανδρών, όπως των Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, Μόδεστου Ιεροσολύμων, Ανδρέα Κρήτης, Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, Ιωάννη Δαμασκηνού κ.ά. καθώς και από τα σχετικά τροπάρια της εκκλησιαστικής υμνολογίας. Στα κείμενα αυτά διασώζεται η «αρχαία και αληθεστάτη» παράδοση της Εκκλησίας γι’ αυτό το Θεομητορικό γεγονός.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]