Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και ο μαθητής του Άγιος Πρόχορος
Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος υπήρξε ένας από τους δώδεκα μαθητές του Κυρίου Ιησού Χριστού, ανήκοντας μάλιστα στον στενότερο κύκλο τους, μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και τον απόστολο Πέτρο. Εκλήθη από τον Κύριο να Τον ακολουθήσει, όταν Εκείνος βρήκε τον Ιωάννη μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και το άλλο ζεύγος αδελφών, Σίμωνα και Ανδρέα, να είναι απογοητευμένοι, που ως ψαράδες στη λίμνη Γεννησαρέτ, «δι’ όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν έλαβον» και τους προέτρεψε να δοκιμάσουν και πάλι, κάτι που τους απέφερε πλήθος ψαριών.
Σύμφωνα με την παράδοση, η αυθεντική εικόνα της Θεοτόκου με το Χριστό βρέθηκε από ένα βοσκό σε μια κοιλάδα νοτιοδυτικά του νησιού των Κυθήρων γεμάτη από μυρτιές, που ονομάζονταν «μυρτίδια», τον 13ο αιώνα μ.Χ. Στην εικόνα αυτή αρχικά «διεκρίνοντο καθαρά τα χαρακτηριστικά μέχρι στέρνων» της Θεομήτορος και του Χριστού, «με την πάροδο του χρόνου όμως απέκτησε σταδιακά το σκούρο χρώμα».
Ο Αρχιμανδρίτης Νεόφυτος Δούκας (1760-1845) ήταν Φιλικός και σημαντικός διδάσκαλος του Έθνους προ, κατά και μετά την Επανάσταση του 1821. Κατά τον Κωνσταντίνο Σάθα «ολίγους των λογίων δύναταί τις να παραβάλλη με τον Νεόφυτον, ως προς το άοκνον και φιλόπονον αυτού. Εις το γράφειν. Τα συγγράμματα τα οποία αυτός εσχολίασε, παρέφρασεν ή συνέγραψεν αποτελούσιν πλήρη βιβλιοθήκην, υπερβαίνοντα τους εβδομήκοντα τόμους. Εδαπάνησεν εις έκδοσιν αυτών δραχμάς εκατόν πεντήκοντα εξ χιλιάδας και τα αντίτυπα πάντα δωρεάν διένειμεν εις την ελευθέραν και δούλην Ελλάδα» (Κων. Σάθα, «Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων 1453-1821», εκδ. Χιωτέλλη, Αθήναι, 1868, σελ. 705).
Η πλούσια βιβλιογραφία για την ύπαρξη κρυπτοχριστιανών στην Τουρκία δεν είναι πλέον επαρκής για να μας διαφωτίσει για τους απογόνους αυτών των κρυπτοχριστιανών στην εποχή μας. Υπάρχουν βεβαίως πληροφορίες από κληρικούς και επισκέπτες από την Ελλάδα αλλά δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν γενικότερα συμπεράσματα. Επιπλέον ορισμένες παραδοσιακές πρακτικές των -κατά τα άλλα- μουσουλμάνων γειτόνων μας, όπως η προσκύνηση σε τόπους χριστιανικής λατρείας, ανάγονται στην ιδιάζουσα χριστιανοϊσλαμική σύνθεση που πραγματοποιήθηκε στη Μικρά Ασία ήδη από την περίοδο των Σελτζούκων.
Η αναζήτηση χριστιανικών συμβόλων από τμήμα της τουρκικής κοινωνίας δεν πρέπει να εκλαμβάνεται πάντοτε ως ένδειξη κρυπτοχριστιανικής ταυτότητας. Κάποτε είναι προϊόν δεισιδαιμονιών και τα χριστιανικά σύμβολα αντιμετωπίζονται σαν μαγικά φυλαχτά που απλώς φέρουν γούρι. Ο προσεκτικός παρατηρητής διαβλέπει βεβαίως στην Τουρκία πολλά ίχνη από το Βυζάντιο που έχουν ενσωματωθεί στην κοινωνική συμπεριφορά και τα ενδόμυχα πιστεύω των μουσουλμάνων, σε σημείο ώστε να γίνεται λόγος και περί «εκκοσμικευμένου Βυζαντίου» στο τμήμα της χώρας από τα παράλια μέχρι την Άγκυρα, ενώ οι πάντες ομολογούν ότι στον Πόντο υπάρχει ένας πολιτισμός διαφορετικός από όλη την υπόλοιπη χώρα.
Ευχάριστη λοιπόν έκπληξη για όσους ενδιαφέρονται για την ύπαρξη κρυπτοχριστιανών στη σημερινή Τουρκία αποτέλεσε το σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου του Φαρούκ Τουντζάι που κυκλοφορήθηκε από το Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού που διευθύνει. Ο συγγραφέας είναι λεξικογράφος τουρκικών και πολιτικός αρθρογράφος, εγκατεστημένος στην Ελλάδα από το 1982, όπου κατέφυγε ως μέλος της αριστερής οργάνωσης Dev-Yol. Ασχέτως εάν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις κατά καιρούς θέσεις του, χαίρει ιδιαίτερου κύρους στην ελληνική κοινωνία, τόσο για την ποιότητα του Ελληνοτουρκικού (1994) και του Τουρκοελληνικού (2000) λεξικού, όσο κυρίως για την παρρησία με την οποία εκφράζεται και το ελεύθερο και αντισυμβατικό φρόνημα που τον διακρίνει ως στάση ζωής.
Στο βιβλίο του υπό τον τίτλο «Πορτρέτα» ο Τουντζάι διηγείται ενδιαφέροντα περιστατικά από την πολυτάραχη ζωή του στην Τουρκία και στην Ελλάδα. Σχετικά με τους κρυπτοχριστιανούς παραθέτει μια αφήγηση ενός παλαιού συντρόφου του που αποφυλακίστηκε κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980 από τη δικτατορία του Εβρέν, όταν το καθεστώς προέβη σε σταδιακή φιλελευθεροποίηση διενεργώντας κοινοβουλευτικές και δημοτικές εκλογές.
Τότε ο φίλος του Τουντζάι αποφάσισε να περιηγηθεί στην Τουρκία με σκοπό αφ’ ενός να ενημερωθεί για τον τρόπο σκέψης των Τούρκων στα πολιτικά ζητήματα και αφ’ ετέρου να έλθει σε επαφή με παλιούς του συντρόφους. Υποδυόμενος τον πλασιέ βιβλίων ταξίδεψε με το αυτοκίνητό του σε διάφορα μέρη της Τουρκίας, ώσπου έφθασε σε ένα χωριό κοντά στα σύνορα με την Αρμενία. Εκεί, μπροστά στο καφενείο του χωριού, άπλωσε το εμπόρευμά του -εγκυκλοπαίδειες και βιβλία- και προσκάλεσε τους θαμώνες να το κοιτάξουν. Ένας χωρικός διάλεξε ένα Ευαγγέλιο μεταφρασμένο στα τουρκικά και επιτέθηκε λεκτικά στον «πλασιέ» για το πώς τόλμησε να φέρει ένα παρόμοιο βιβλίο.
Ο τελευταίος, αντλώντας επιχειρήματα και από το σχολείο, αντιλέγει διαβεβαιώνοντας τον συνομιλητή του ότι «και το Κοράνι ακόμη θεωρεί το Ευαγγέλιο ιερό κείμενο, πως το Ισλάμ το σέβεται, και δεν μπορεί να λέγεται μουσουλμάνος κάποιος που δεν αναγνωρίζει κάτι τέτοιο». Ακολουθεί έντονη συζήτηση, με πολλούς παρεμβαίνοντες -και τον ιμάμη ανάμεσά τους, η οποία επεκτείνεται στις μη μουσουλμανικές θρησκευτικές μειονότητες της Τουρκίας και, όπως γράφεται χαρακτηριστικά, «στη Γενοκτονία των Αρμενίων και στις άλλες εθνοκαθάρσεις που κατά καιρούς έχουν συμβεί και συμβαίνουν στην Τουρκία». Όταν ακούγεται το «Μπιρ Αλλάχ», η τελευταία προσευχή της ημέρας, ο ιμάμης καλεί ευγενικά στο τζαμί τον «πλασιέ», ο οποίος προσπαθεί να το αποφύγει, αλλά κατόπιν πιέσεως δέχεται.
Οδηγείται από τον ιμάμη στο τζαμί όπου κάτω από το μινμπάρ (τον άμβωνα του τζαμιού) ανοίγει μια καταπακτή που οδηγεί σε μια μικρή σάλα. Εκεί ο ιμάμης ενδύεται ενώπιόν του το εντερί και φορεί μια αρμενική τιάρα. Ακολουθεί η Θεία Λειτουργία και μετά τη λήξη της ο ιμάμης του εξηγεί μεταξύ άλλων ότι «επειδή μια μέρα μπορεί να αναλάβετε εσείς τη διακυβέρνηση της χώρας μας, θέλω να ξέρετε πως υπάρχουμε και εμείς». Η διήγηση αυτή είναι αποκαλυπτική, προέρχεται από ανεξάρτητη και μη ελεγχόμενη πηγή, και μαρτυρεί το μεγαλείο απλών ανθρώπων οι οποίοι διατηρούν την πατρογονική τους πίστη εν μέσω πυρός και σιδήρου.
Οι 45 Κρωμναίοι κρυπτοχριστιανοί που φανέρωσαν την πίστη τους
Το χάτι χουμαγιούν ήταν το αυτοκρατορικό – σουλτανικό διάταγμα που υποχρεώθηκε να εκδώσει η Τουρκία μετά τη λήξη του Κριμαϊκού πολέμου (1854-1856). Με αυτό αναγνωριζόταν σε όλους τους υπόδουλους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η ισότητα, η ισονομία καθώς και η ελευθερία της συνείδησης και η ελεύθερη άσκηση της λατρείας. Το διάταγμα επικυρώθηκε από διεθνές συμβούλιο που συνήλθε επί τούτου στο Παρίσι, τον Μάρτιο του 1856 (Συνθήκη Παρισίων του 1856). Ως αποτέλεσμά του εκδόθηκαν το 1862 οι γενικοί κανονισμοί των Πατριαρχείων, με τους οποίους ρυθμίζονταν και διευθετούνταν τα εκκλησιαστικά και εθνικά θέματα που απασχολούσαν τους ορθόδοξους χριστιανούς που ζούσαν υπό τον Οικουμενικό Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως και ήταν υπήκοοι του σουλτάνου.
Το 8ο άρθρο του διατάγματος όριζε: «Επειδή πάσαι αι θρησκείαι θα εξασκώνται ελευθέρως εν τοις κράτεσί μου, ουδείς υπήκοος της αυτοκρατορίας μου θα στενοχωρηθή εν τη εξασκήσει της θρησκείας ην πρεσβεύει, κατ’ ουδένα δε τρόπον θα ενοχληθή ένεκα τούτου». Έναν χρόνο αργότερα, το 1857, όταν διοικητής της Τραπεζούντας ήταν ο Ρουστέμ πασάς, 45 κρυπτοχριστιανοί Κρωμναίοι συγκεντρώθηκαν στη μονή της Θεοσκεπάστου και υπέγραψαν ένα «επιτροπικόν» έγγραφο, στο οποίο διακήρυτταν την πίστη τους και την απόφασή τους να φανερώσουν την αληθινή θρησκεία τους.
Το «επιτροπικόν» αυτό ήταν το εξής:
«Διά του παρόντος ημών αποδεικτικού ενσφραγίστου επιτροπικού γράμματος δηλοποιούμεν ημείς οι εκ των επαρχιών των δύο μητροπόλεων αγίου Τραπεζούντος και Χαλδίας, κάτοικοι των χωρίων Κρώμνης, Σάντας, Κοβάσης, Πάρτης, Γιαγλήτερες, Σταύρης, Μούζενας, Στύλου, Χάραβας, Ταντουρλού, Σήσε, Πόντιλας, Θέρσας, Άγουρσας, Λαραχανής, Καπίκιογλου, Γαλίανας, Χατσάβερας, Κάβαρας και λοιπών, ότι κοινή γνώμη και εν μιά συμπνοία και ομονοία αποκατεστήσαμεν, από μέρους πάντων ημών, πληρεξουσίους επιτρόπους τον κύριον Τοσούνογλουν Μουσταφά Γιαγιτζήν μετά της συνοδείας αυτού, Μουσταφάν Τουρσούνογλου και Σουλεϊμάνογλου Ισμαΐλην, εις το να απολογηθώσι και δώσωσι τους αποχρώντας λόγους εις ό,τιδήποτε ερωτήσεις θέλουσι γίνει διά την οποίαν υπόθεσιν εστάλησαν εις Κωνσταντινούπολιν.
Εις τους κυρίους τούτους έχομεν παραδεδομένας την στερεάν ημών απόφασιν και την κοινήν γνώμην εις το να ενεργήσωσιν επί οίον τρόπον δύνανται την ανακάλυψιν της άχρι τούδε κεκρυμμένης θρησκείας μας. Όθεν παρακαλούμεν τους εξοχωτάτους πρέσβεις των Αυτοκρατορικών δυνάμεων Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Ρωσσίας και Ελλάδος, όπως αναγνωρίσωσιν αυτούς δυνάμει του παρόντος ενσφραγίστου επιτροπικού ημών γράμματος γνησίους ημών επιτρόπους, και οδηγήσωσιν αυτούς τα δέοντα υπέρ της θρησκείας και ελευθερίας ημών.
Δια τούτο λοιπόν έγινε το παρόν ανά χείρας αυτών δεικτικόν και τη σφραγίδι ενός εκάστου εσφραγισμένον επιτροπικόν γράμμα και εδόθη αυτοίς φέρειν εις ένδειξιν εν παντί τόπω και δικαστηρίω».
Ένα ξεχασμένο, εκπληκτικό κείμενο για τους Κρυπτοχριστιανούς
Το ξωκλήσι της Παναγίας Παναγιώτισσας στον Πρωταρά
Πριν έναν ακριβώς χρόνο, τον Σεπτέμβριο του 2019, κατά τη διάρκεια εργασιών ανακαίνισης της εκκλησίας της Παναγίας Παναγιώτισσας στον Πρωταρά, βρέθηκαν τα λείψανα του ιερομάρτυρα Ζαχαρία, ο οποίος αποκεφαλίστηκε από τους Οθωμανούς το 1573-74, μαζί με αρχαιότητες που παραπέμπουν στον τελευταίο βασιλιά της Σαλαμίνας Νικοκρέωντα και στην βασιλεία του αυτοκράτορα Ηρακλείτου. Ο επιχώριος Μητροπολίτης Κωνσταντίας και Αμμοχώστου κ. Βασίλειος τόνισε ότι η ανεύρεση των λειψάνων του μάρτυρα π. Ζαχαρία «είναι πολύ σημαντική τόσο για την Εκκλησία της Κύπρου, όσο και για τον κυπριακό λαό».
Άγιος Χρυσόστομος Επίσκοπος Σμύρνης και οι συν αυτώ Άγιοι Αρχιερείς Γρηγόριος Κυδωνιών, Αμβρόσιος Μοσχονησίων, Προκόπιος Ικονίου και Ευθύμιος Ζήλων που μαρτύρησαν κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή
Ανήμερα της μνήμης του Αγίου ιερομάρτυρα Χρυσοστόμου Σμύρνης στην αρχιερατική θεία λειτουργία στον ιερό ναό της Αγίας Φωτεινής Νέας Σμύρνης. Η όμορφη πολιτεία της νότιας Αθήνας όπου οι Σμυρνιοί πρόσφυγες μετέφεραν τα κειμήλια και τις μνήμες της αλησμόνητης πατρίδας της Μικρασίας, λαμπρύνεται από τον περικαλλή ναό της Αγίας Φωτεινής που δεσπόζει πάνω από την κεντρική πλατεία της.
Η Αγία καταγόταν από την Πελοπόννησο γι’ αυτό και από κάποιους ονομάζεται η Αγία Θεοδώρα η Πελοποννήσια. Ως προς την καταγωγή πιθανότερες περιοχές φαίνεται να είναι η Αρκαδία και η Μεσσηνία. Έζησε στα χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, κατά τον 9ον αιώνα. Είχε γονείς πτωχούς και άσημους αλλά με αγάπη προς τον θεό, αγάπη την οποία μετέδωσαν στα παιδία τους μαζί με την πίστη στον Κύριο Ιησού Χριστό.
Στο κέντρο της πόλεως του Λουτρακίου προβάλλει περικαλλής ο ναός της Παναγίας της Γιάτρισσας, ως ακλόνητος στυλοβάτης της πίστης των κατοίκων. Στο εσωτερικό του φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας που απεικονίζει την Μεγαλόχαρη σε νεαρή ηλικία να κρατά το θείο βρέφος.
Η ιερά εικόνα της Παναγίας Σκριπούς Ορχομενού και η απεικόνιση του θαύματος
Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1943, ανήμερα των Γενεθλίων της Παναγίας μας, οι Ιταλοί συνθηκολογούν. Μία ομάδα από κατοίκους του Ορχομενού Βοιωτίας πλησιάζουν στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λιβαδειάς και ζητούν από την εκεί Ιταλική φρουρά να παραδώσει τον οπλισμό της. Διαφορετικά, τους απειλούν πως θα δεχθούν επίθεση από τους αντάρτες που βρίσκονταν στην περιοχή του Τζαμαλιού (Διονύσου).
Ανάμεσα στην πληθώρα των ηρωικών Νεομαρτύρων μας υπάρχουν και πολλές Χριστιανές κόρες, οι οποίες αντάλλαξαν με τη ζωή τους την ομολογία τους στο Χριστό και διαφύλαξαν την τιμή τους από τους αισχρούς και αλλόθρησκους τυράννους. Μια από αυτές είναι και η αγία και ένδοξος Νεομάρτυς Λυγερή η Χιοπολίτης.
Η Ποταμίδα Κισσάμου Χανίων είναι διάσημη για τους εντυπωσιακούς Κομόλιθους της, που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον πλήθους επισκεπτών κάθε χρόνο, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες. Ωστόσο αυτή η περιοχή των Χανίων έχει κι άλλα πολλά όμορφα και ενδιαφέροντα σημεία να επιδείξει, ανάμεσα σε αυτά το ξωκλήσι του Μιχαήλ Αρχαγγέλου.
Βρίσκεται σε μια δασωμένη περιοχή της Ποταμίδας, σφηνωμένο μέσα σε ένα βράχο, κοντά στη γειτονιά, μια από τις πέντε του χωριού, που οι ντόπιοι αποκαλούν Κατερμάδω. Η εικόνα του μικρού ναού είναι απόκοσμη καθώς το μεγαλύτερο τμήμα του αποτελεί σπηλαίωση κι έτσι το φυσικό φως που εισέρχεται στο εσωτερικό του είναι λιγοστό. Οι εικόνες του Μιχαήλ Αρχαγγέλου να κρατά το σπαθί του, με βλέμμα διαπεραστικό, είναι πάμπολλες, τόσο στο τέμπλο όσο και στους τοίχους του.
Ξεχωρίζει όμως η δεσποτική, μεγάλη, εικόνα πάνω στο απλό, ξύλινο τέμπλο που φέρει τη χρονολογία 1935. Το εκκλησάκι λένε οι ντόπιοι υπήρχε πριν την Τουρκοκρατία όμως οι Οθωμανοί το κατέστρεψαν και έτσι χρειάστηκε να κτιστεί εκ νέου. Υπάρχει και μια παράδοση που αφορά στο πως ξανακτίστηκε σε αυτό το σημείο η εκκλησία που είναι αφιερωμένη στο Μιχαήλ Αρχάγγελο.
Όπως μας διηγήθηκε κάτοικος της Ποταμίδας, πολύ παλιά η εικόνα του Μιχαήλ Αρχαγγέλου φιλοξενείτο στο «Χαλομονάστηρο», μια περιοχή λίγο ψηλότερα από το σημείο της σπηλαίωσης, όπου λέγεται πως λειτουργούσε μικρό μοναστήρι. Προφανώς την είχαν μεταφέρει εκεί αφότου οι Οθωμανοί κατέστρεψαν το ναό της μέσα στη σπηλιά. Όμως η εικόνα έφευγε από το «Χαλομονάστηρο» και επέστρεφε εκεί που θεωρούσε πως ανήκει. Οι κάτοικοι τη γύριζαν πίσω όμως το ίδιο σκηνικό επαναλαμβανόταν.
Τότε ένας εκ των κατοίκων, ο Φραγκίσκος Αποστολάκης, αποφάσισε να κτίσει ξανά το εκκλησάκι του Μιχαήλ Αρχαγγέλου στη θέση που προϋπήρχε ώστε να μείνει και η εικόνα στη θέση της. Έτσι κι έγινε. Βέβαια έκτοτε το ξωκλήσι έχει υποστεί αρκετές ανακαινίσεις για να φθάσει σε αυτό που σήμερα βλέπουμε όμως οι πιστοί της Ποταμίδας δεν ξεχνούν αυτή την ιστορία και την διηγούνται με την πρώτη ευκαιρία, συμπληρώνοντας πως ο Αρχάγγελος Μιχάηλ είχε σώσει πολύ κόσμο από ασθένειες του παρελθόντος γι’ αυτό και τον τιμούν ιδιαιτέρως κάθε χρόνο στη γιορτή του.
Αν ξεφυλλίσουμε τον ημεροδείκτη μας και φθάσουμε στην 1η Σεπτεμβρίου, θα δούμε να σημειώνεται: «Aρχή Ινδίκτου». Πολλοί ίσως, διαβάζοντας τη φράση αυτή, να διερωτώνται: Tι σημαίνουν τα λόγια αυτά και τι είναι η Ίνδικτος;
Ο Ιερός Ναός της Παναγίας των Βλαχερνών ή Βλαχερνίτισσας είναι από τα γνωστότερα ιερά Προσκυνήματα της Παναγίας και ένα από τα σημαντικότερα Ορθόδοξα της Πόλης. Βρίσκεται στις Βλαχέρνες, στην περίφημη συνοικία της Κωνσταντινούπολης, όπου εκτός του ναού υπήρχε και βασιλικό παλάτι. Ο Ναός έγινε γνωστός από την παλαιότατη και θαυματουργή εικόνα της Παναγίας των Βλαχερνών, που παριστάνει την Θεοτόκο όρθια δεομένη με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, έχοντας στο στήθος της εγκόλπιο με τον Ιησού. Είναι η Υπέρμαχος Στρατηγός και σε ανάμνηση της βοηθείας της προς τους υπερασπιστές του Βυζαντίου εναντίον των Περσών και Ρώσων, γράφηκε ο γνωστός σε όλους Ακάθιστος Ύμνος. Από Βυζαντινούς συγγραφείς μαθαίνουμε για το απαράμιλλο κάλλος του Ναού καθώς και τα άπειρα θαύματα της Παναγίας.
Πολλοί άγιοι ιεράρχες λάμπρυναν με την προσωπικότητά τους και το έργο τους την πρωτόθρονη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως στη δισχιλιόχρονη ιστορική της πορεία. Ένας από αυτούς είναι και ο Άγιος Αλέξανδρος, ο οποίος έβαλε τη δική του σφραγίδα στην Εκκλησία του Χριστού σε μια εποχή κρίσιμη.
Σε αυτό το κάτασπρο ερημοκκλήσι, τον «Άη Γιάννη το Σχίνο», όπως το αποκαλούν οι Ανδριώτες, εορτάζεται σήμερα στην Άνδρο η μνήμη της αποτομής της κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Το εκκλησάκι βρίσκεται στα ανατολικά της Βουρκωτής, στον δρόμο προς τα Άχλα, και ανήκει στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Άνδρου. Μονάχο του στέκει αγέρωχο και απέριττο στην ερημιά, όπως έζησε και ο μεγάλος άγιός του, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και Βαπτιστής, που το σκέπει από τα αγριοκαίρια και τ’ αγιάζι.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]