Ο Άγιος Ιερόθεος γεννήθηκε στην Αθήνα περί τα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. από εύπορη οικογένεια. Διακρίθηκε για την ευρυμάθειά του και φοίτησε στην Φιλοσοφική σχολή των Αθηνών, Πλατωνική Φιλοσοφία. Ως μέλος του ανωτάτου δικαστηρίου της αρχαίας Αθήνας, του Αρείου Πάγου, κατείχε σπουδαία κοινωνική θέση, όπως άλλωστε και ο Άγιος Διονύσιος.
«Μακάριοι οἱ πεινῶντες και διψῶντες την δικαιοσύνην ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται» (Ματθ. Ε’,6)
Αξιότιμοι και αγαπητοί,
Σήμερα η Αγία μας Εκκλησία, τιμά την μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών Διονυσίου του Αρεοπαγίτου επισκόπου Αθηνών, ο οποίος έγινε κοινωνός της Ευαγγελικής αλήθειας από τον Απόστολο των εθνών Παύλο, κατά την εν Αθήναις επίσκεψή του και την εκεί κηρυγματική του δραστηριότητα. Ο Άγιος Διονύσιος, έζησε τον 1ο μ.Χ. αιώνα και υπήρξε εκ των επιφανών Αθηναίων πολιτών. Υπηρετούσε την δικαιοσύνη ως ανώτατος δικαστικός, μέλος του ανωτάτου δικαστηρίου των Αθηνών γνωστού ως Αρείου Πάγου. Ήταν εκείνος που κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας, την Μεγάλη Παρασκευή που ο Κύριός μας επί του σταυρού εκφώνησε τη φράση «Τετέλεσται» και εκρύβη ο ήλιος, βλέποντας το υπερφυσικό αυτό φαινόμενο είπε: «ή Θεός πάσχει ή το παν απόλλυται».
O Άγιος Κυπριανός καταγόταν από μια πλούσια οικογένεια Συγκλητικών της Καρχηδόνας. Μεγαλώνοντας άρχισε ν’ ασχολείται, ως ειδωλολάτρης που ήταν, με τη μαγεία και σύντομα έγινε ένας διάσημος μάγος της εποχής του. Η Αγία Ιουστίνη καταγόταν από την Αντιόχεια και ήταν κόρη ενός ειδωλολάτρη ιερέα, του Αιδέσιου. Αν και ήταν ειδωλολάτρισσα κι εκείνη, είχε ψυχή καλοπροαίρετη, γι’ αυτό και όταν άκουσε για τον Χριστό από έναν διάκονο, τον Πραύλιο, αμέσως πίστεψε με την καρδιά της σ’ Εκείνον. Άρχισε κρυφά να πηγαίνει στην Εκκλησία των Χριστιανών και σύντομα έκανε και τους γονείς της να βαπτιστούν χριστιανοί. Μάλιστα ο Αιδέσιος έγινε από ιερέας των ειδώλων, ιερέας του Υψίστου.
Η Ιουστίνη μετά το θάνατο των γονέων της, αποφάσισε ν’ αφιερώσει ολοκληρωτικά τη ζωή της στον Νυμφίο Χριστό. Μια μεγάλη δοκιμασία δεν άργησε να την βρει, όταν κάποιος νέος, που τον έλεγαν Αγλαΐδα, βλέποντάς την μια μέρα να πηγαίνει την εκκλησία, την ερωτεύθηκε παράφορα και προσπάθησε να την αποκτήσει για εκείνον. Η Ιουστίνη τον απέκρουσε με επιμονή. Ο Αγλαΐδας όμως δεν σταματούσε την προσπάθειά του. Τυφλωμένος από την επιθυμία να την αποκτήσει, δεν δίστασε ακόμα και να επισκεφθεί τον διασημότερο μάγο της εποχής εκείνης, τον Κυπριανό, ζητώντας του να κάνει μάγια για να γίνει δική του η Ιουστίνη.
Ο Κυπριανός ζήτησε βοήθεια από ένα φοβερό δαιμόνιο από εκείνα που τον υπηρετούσαν. Εκείνο έδωσε στον Κυπριανό ένα αγγείο και του είπε να ραντίσει το σπίτι της Ιουστίνης με το περιεχόμενό του, κάτι που ο μάγος έκανε αμέσως. Η Αγία σηκώθηκε στις 3 τη νύχτα για να προσευχηθεί όπως συνήθως έκανε κι επειδή αμέσως ανεγνώρισε το φοβερό σαρκικό πειρασμό που ήρθε εναντίον της, άρχισε να ψάλλει τους ψαλμούς του Δαβίδ ζητώντας από τον Κύριο να τη λυτρώσει. Και όταν έκανε το σταυρό της, το φοβερό δαιμόνιο έφυγε καταντροπιασμένο. Αυτό συνέβη άλλες δύο φορές με ακόμα μεγαλύτερα δαιμόνια που επικαλέσθηκε ο Κυπριανός. Και το τελευταίο όταν ντροπιασμένο γύρισε πίσω στο μάγο, του ομολόγησε ότι όπου τυπωθεί το σημείο του Σταυρού οι δαίμονες φεύγουν ντροπιασμένοι.
Ο Κυπριανός τότε άρχισε να ψάχνει τι είχε η Ιουστίνα που δεν την έπιαναν τα μάγια και μόλις έμαθε ότι ήταν Χριστιανή και με τη δύναμη του Σταυρού συνέτριβε κάθε δαιμονική ενέργεια, κατάλαβε ότι η δύναμη των πονηρών πνευμάτων με τα οποία συνεργαζόταν, ήταν ανίσχυρη μπροστά στους Χριστιανούς. Τότε κατεφρόνησε τους δαίμονες, απεστράφη την πλάνη του και πίστεψε στο Χριστό. Έκαψε τα μαγικά του βιβλία και τα είδωλά του και κατέφυγε στον Επίσκοπο Άνθιμο για να εξομολογηθεί. Βαπτίστηκε και λίγο αργότερα χειροτονήθηκε ιερέας. Εργάστηκε πάρα πολύ για να μεταδώσει την πίστη του που τώρα πια είχε γεμίσει τη ζωή του και ήταν έτοιμος ακόμα και να θυσιαστεί για τον Χριστό.
Αργότερα ο λαός τον εξέλεξε Επίσκοπο Καρχηδόνος και στη διακονία της Εκκλησίας ο Κυπριανός έδειξε πραγματικά αποστολικό ζήλο. Η φήμη του εξαπλώθηκε παντού. Την Ιουστίνη την χειροτόνησε διακόνισσα και ηγουμένη ανάμεσα στις ασκήτριες της εποχής της. Εκείνο τον καιρό ξεκίνησαν από το Βασιλιά Δέκιο διωγμοί κατά των Χριστιανών, οι οποίοι συνεχίστηκαν και από επόμενους ηγεμόνες. Για τους ειδωλολάτρες ο Κυπριανός ήταν το επίκεντρο των χριστιανών, γι’ αυτό και τον εξόρισαν γιατί ενίσχυε και προέτρεπε τους χριστιανούς ακόμα και στα μαρτύρια για την αγάπη του Χριστού.
Γι’ αυτή τη μεγάλη πνευματική και αποστολική δράση του κάποιοι ασεβείς κατήγγειλαν στον κόμητα της Ανατολής Ευτόλμιο, ότι ο Κυπριανός με τα λόγια του πείθει τους Χριστιανούς ν’ αρνούνται τους θεούς των ειδώλων και μάλιστα προτρέπει σ’ αυτό και την Ιουστίνη. Τότε εκείνος κάλεσε τους Αγίους να εμφανιστούν ενώπιόν του και ν’ απολογηθούν. Αφού στις ερωτήσεις του ηγεμόνα ο Κυπριανός ομολόγησε ότι ήταν αλήθεια όσα λέγονταν, εκείνος διέταξε να κρεμαστεί ο Άγιος και να ξεσκίζεται, ενώ την Ιουστίνη διέταξαν να την δέρνουν στο πρόσωπο και στα μάτια. Οι Άγιοι υπέμειναν τα βασανιστήρια και τον πόνο και κατόπιν φυλακίστηκαν.
Μετά από λίγες ημέρες πάλι τους έφεραν σε δεύτερη εξέταση και βλέποντας αμετακίνητη την αγάπη τους για τον Χριστό, οργισμένος ο ηγεμόνας διέταξε να τους βάλουν σ’ ένα τηγάνι με λάδι πού έκαιγε. Ο Κυπριανός πρώτος με ανδρεία πήδησε μέσα και βλέποντας την Ιουστίνη να δειλιάζει μπροστά στο τηγάνι, την ενθάρρυνε υπενθυμίζοντάς της ότι νίκησε το διάβολο με την πίστη της. Έτσι δυναμωμένη μπήκε κι εκείνη στη φωτιά. Οι δύο Άγιοι όμως δεν ένοιωθαν τη φλόγα και ο ηγεμόνας για να τους αποδείξει ότι με μαγικές ιδιότητες δεν καίγονταν, έπεσε ο ίδιος μέσα επικαλούμενος την βοήθεια του Δία. Έτσι βρήκε φρικτό θάνατο, αφού κάηκε στη φωτιά που είχε ρίξει τους Αγίους.
Κάποιος συγγενής του ηγεμόνα, εξοργισμένος για το θάνατό του, διενέργησε και έστειλαν τους Αγίους στον Κλαύδιο Καίσαρα, ο οποίος θεώρησε ανώφελο να τους βασανίσει και διέταξε να αποκεφαλιστούν. Όταν το άκουσαν οι Άγιοι χάρηκαν, γιατί θ’ αξιώνονταν να δώσουν το αίμα τους για Εκείνον που έχυσε το δικό Του Αίμα στο Σταυρό. Ο Άγιος Κυπριανός φοβούμενος την ασθενή γυναικεία φύση, παρακάλεσε τους δημίους να θανατώσουν πρώτα την Ιουστίνη και μετά εκείνον. Έτσι η Αγία Ιουστίνη πρώτη και ο Άγιος Κυπριανός αμέσως μετά, δέχθηκαν το στεφάνι του μαρτυρίου πού τους κατέστησε γνήσιους μιμητές του Κυρίου τους που τόσο αγάπησαν και ακολούθησαν όταν Τον γνώρισαν, σε διαφορετική στιγμή ο καθένας.
Όταν αποκεφάλιζαν τον Άγιο Κυπριανό, κάποιος Θεόκτιστος που περνούσε από εκεί με το άλογό του, αναφώνησε: «Άδικα θανατώνεται αυτός ο δίκαιος άνθρωπος!». Τότε ένας συνακόλουθος του ηγεμόνα, γυρίζοντας με το άλογό του σκότωσε κι εκείνον. Έτσι ένας τρίτος μάρτυρας προστέθηκε και έδωσε εκείνη την ημέρα το αίμα του για το Χριστό και για την Σταυρική Του θυσία. Οι Άγιοι Κυπριανός και Ιουστίνη έχουν την Χάρη από τον Κύριο να διαλύουν κάθε μαγική τέχνη και δαιμονική προσβολή στους ανθρώπους. Η μνήμη τους τιμάται στις 2 Οκτωβρίου.
Ο Άγιος Ρωμανός, γνωστός και ως Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός, είναι από τους γνωστότερους Έλληνες υμνογράφους, αποκαλούμενος και «Πίνδαρος της ρυθμικής Ποίησης». Ήκμασε κατά τη διάρκεια του έκτου αιώνα, που θεωρείται ότι είναι η «Χρυσή Εποχή» της βυζαντινής υμνογραφίας. Ο Ρωμανός ο Μελωδός θεωρείται ο κορυφαίος ποιητής και υμνογράφος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ιστορικό της θαυματουργής εικόνος στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους
Ένα από τα πολλά ονόματα που προσδίδουμε στην Παναγία μας είναι «Γοργοεπήκοος» και η ομώνυμη θαυματουργή εικόνα της βρίσκεται στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους από το 1646. Εκεί, όπως αναφέρεται στο ιστορικό της Μονής, «λάμπει ως πολύφωτος σελήνη, σαν άριστος κυβερνήτης και σοφός οικονόμος το διακυβερνά», φυλάσσοντας από κάθε προσβολή και επήρρεια τους ασκουμένους σε αυτό οσίους πατέρες, αλλά και όσους προστρέχουν σ’ Εκείνην με πίστη, ζητώντας την βοήθεια Της. Και γενικά διαφυλάττει και γοργώς και προθύμως υπακούει και ελεεί όλους, όσους Την ευλαβούμαστε και Την επικαλούμαστε με πίστη.
Συμπληρώνονται φέτος 800 χρόνια από την κοίμηση του Αγίου Νεοφύτουτου «Εγκλείστου», όπως είναι γνωστός. Ο Κύπριος Άγιος έζησε από το 1134 μέχρι το 1220 και ίδρυσε την ομώνυμη Μονή κοντά στην Πάφο. Έζησε επί πολλά χρόνια πραγματικά έγκλειστος σε έναν λαξευμένο βράχο, την «Εγκλείστρα» του. Εκεί βλέπουμε σήμερα το κρεββάτι του, το γραφείο του και τον τάφο του. Η μνήμη του τιμάται δύο φορές τον χρόνο, στις 28 Σεπτεμβρίου και στις 24 Ιανουαρίου.
Ο Άγιος Γρηγόριος ήταν γιος του Ανάκ, που ήταν συγγενής του βασιλιά της Μεγάλης Αρμενίας, Κουσαρώ (290 μ.Χ.). Ο Ανάκ σε συνεργασία με το βασιλιά των Περσών Αρτασείρα, σκότωσε τον Κουσαρώ. Αλλά οι σατράπες της Αρμενίας εκδικήθηκαν το φόνο του, σκοτώνοντας τον Ανάκ και όλη του την οικογένεια. Διασώθηκαν μόνο δύο παιδιά του, που ένας ήταν ο Γρηγόριος.
Στην Καισαρεία συνέβη να συναντηθούν ο γιος του φονιά Ανάκ, Γρηγόριος, και ο γιος του θύματος Τηριδάτης. Τότε ο Γρηγόριος σπούδαζε με ζήλο τα Ιερά γράμματα (στην Καισαρεία της Καππαδοκίας από τον εκεί αρχιεπίσκοπο Λεόντιο), που μεταξύ άλλων λένε: «τελείων δὲ ἐστὶν ἡ στερεὰ τροφή, τῶν διὰ τὴν ἕξιν τὰ αἰσθητήρια γεγυμνασμένα ἐχόντων πρὸς διάκρισιν καλοῦ τε καὶ κακοῦ» (Εβραίους, ε’ 14.1). Δηλαδή, η στερεά και υψηλότερη πνευματική τροφή είναι για τους τέλειους χριστιανούς, που από την άσκηση έχουν τα πνευματικά αισθητήρια γυμνασμένα στο να διακρίνουν εύκολα μεταξύ του καλού και κακού. Γυμνασμένος λοιπόν και ο Γρηγόριος στη διάκριση, όχι μόνο δεν αποστράφηκε τον Τηριδάτη, αλλά τον πλησίασε με αγάπη, αποδοκίμασε την πράξη του πατέρα του και τον βοήθησε σε κάποια ασθένειά του.
Όταν αργότερα ο Τηριδάτης έγινε βασιλιάς Αρμενίας, βασάνισε φρικτά τον Γρηγόριο (που τότε ήταν επίσκοπος Αρμενίας). Διέταξε μάλιστα, να τον ρίξουν σε λάκκο με φίδια και άλλα ερπετά. Ο Γρηγόριος όχι μόνο δεν έπαθε τίποτα, αλλ’ επέζησε για 15 χρόνια τρεφόμενος με το ψωμί που του πήγαινε κρυφά μια χήρα. Ο Θεός όμως επέτρεψε να γίνει ο Τηριδάτης σχιζοφρενής. Αλλά δια των προσευχών του Γρηγορίου θεραπεύθηκε, μετανόησε και βαπτίσθηκε χριστιανός με όλο του το έθνος.
Η Κάρα και η αριστερά του Αγίου βρίσκονται στη Μονή Μεγ. Λαύρας Αγίου Όρους. Η δεξιά του Αγίου βρίσκεται στο Αρμενικό Πατριαρχείο του Εστμιατζίν Αρμενίας. Απότμημα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Παναγίας Σπηλιανής Νυσίρου.
Ο Όσιος Κυριακός ήταν άνθρωπος που καλλιεργούσε «ὑπομονήν, πραότητα» (Α’ προς Τιμόθεον, στ’ 11). Γι’ αυτό και πέτυχε στην ασκητική του ζωή. Γεννήθηκε στην Κόρινθο, τον 5ο αιώνα μ.Χ., από ιερέα πατέρα, τον Ιωάννη. Τη μητέρα του την έλεγαν Ευδοξία και είχε αδελφό τον Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου Πέτρο.
Από ιερατικό, λοιπόν, γένος ο Κυριακός, σε νεαρή ηλικία πήγε στα Ιεροσόλυμα και από εκεί στη Λαύρα του Μεγάλου Ευθυμίου. Εκεί, ο Μέγας Ευθύμιος, τον έκανε μοναχό και τον έστειλε στον ασκητήΓεράσιμο. Όταν πέθανε ο Γεράσιμος, ο Κυριακός επέστρεψε στη Λαύρα του Ευθυμίου, όπου με ζήλο καλλιεργούσε τις αρετές του, ώσπου κάποια στάση που έγινε στη Λαύρα του Ευθυμίου τον ανάγκασε να πάει στη Λαύρα του Σουκά. Εκεί 40 χρονών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και ανέλαβε την επιστασία του Σκευοφυλακίου.
Εκείνο που τον διέκρινε απέναντι στους συμμοναστές του, ήταν ο γαλήνιος τρόπος με τον όποιο τους αντιμετώπιζε, γι’ αυτό και ήταν παράδειγμα προς μίμηση από όλους. Εβδομήντα χρονών ο Κυριακός, έφυγε κι από εκεί και με υπομονή γύρισε πολλά μοναστήρια και σκήτες, όπου έζησε με αυστηρότατη άσκηση. Τελικά, εκοιμήθη 107 χρονών και σε όλους έμεινε η ενθύμηση του ασκητή που έδειχνε «πραότητα πρὸς πάντας ἀνθρώπους» (προς Τίτον, γ’ 2). Πραότητα, δηλαδή, σε όλους ανεξαίρετα τους ανθρώπους.
Ο Όσιος Αββάς Ισαάκ ο Σύρος γεννήθηκε στη Νινευή της Μεσοποταμίας, αν και υπάρχουν και αυτοί που υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε στη Σύρο. Έγινε ασκητής και με τη ζωή που ακολούθησε έφτασε στην «τελειότητα της ψυχής». Παράλληλα, άφησε σημαντική παρακαταθήκη για τον άνθρωπο, με συμβουλές και παραινέσεις οι οποίες είναι πάντα επίκαιρες. Ιδιαίτερο βάρος έδωσε στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό μέσα από τις διδαχές τις οποίες με απλότητα μοιραζόταν με τους πιστούς:
Άγνωστος στους Συναξαριστές, γνωστός όμως και θαυματουργός στην εκκλησία της Κύπρου, ο όσιος Αυξέντιος ήταν Γερμανός στην καταγωγή και κατά την εποχή των σταυροφοριών, όταν οι σταυροφόροι πλησίασαν την Κύπρο, έγινε μοναχός μαζί με άλλους 300 στρατιώτες (Άγιοι Αλαμανοί). Αφού περιήλθε το νησί, κατέληξε σε μια σπηλιά στην περιοχή της Καρπασίας μεταξύ των χωριών Κώμης Κεπήρ και Επτακώμης, όπου έζησε θεοφιλώς. Ακολουθία του εξέδωσε ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός.
Η Αγία Νεομάρτυς Ακυλίναμαρτύρησε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και επέλεξε η ίδια να μείνει κρυμμένο το σκήνωμά της και να ευρεθεί στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, προς ενίσχυση των πιστών. Παραθέτουμε την αφήγηση του ενυπνίου ευσεβούς γυναίκας σχετικά με τον τόπο ταφής της και την περιγραφή του φρικτού μαρτυρίου της από την ίδια την μάρτυρα. Η καταγραφή προέρχεται από το βιβλίο «Χρονικόν της ευρέσεως των ιερών λειψάνων της Αγίας ενδόξου νεομάρτυρος Ακυλίνης – Αγγελίνης της εκ Ζαγκλιβερίου καταγομένης», υπό του Μητροπολίτου Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης Ιωάννου, που εξεδόθη από τον ιερό ναό Παμμεγίστων Ταξιαρχών Όσσας – Λαγκαδά το έτος 2012:
Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, «ὁ ἐπιπεσῶν ἐπὶ τὸ στῆθος τοῦ Ἰησοῦ» κατά τον Μυστικό Δείπνο, είναι εκείνος που συνέγραψε το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον και τις τρεις Καθολικές Επιστολές, που φέρουν το όνομά του. Η μνήμη του εορτάζεται στις 26 Σεπτεμβρίου, οπότε τελείται η μνήμη της ιεράς μεταστάσεώς του, ενώ και στις 8 Μαΐου εορτάζεται η ανάδυση θαυματουργικής κόνεως (σκόνης) από τον τάφο του, μέσω της θείας επενέργειας του Αγίου Πνεύματος, που οι ντόπιοι την αποκαλούσαν «επίγειο μάνα».
Η Οσία Ευφροσύνη έζησε στα χρόνια του Θεοδοσίου του μικρού (περί το 410 μ.Χ.). Ήταν μοναχοκόρη και πολύ πλούσια. Ο πατέρας της Παφνούτιος ήταν ο πλουσιότερος άνδρας της Αλεξάνδρειας και μαζί με τη σύζυγό του διακρίνονταν για τη θερμή πίστη τους στο Θεό. Δώδεκα χρονών η Ευφροσύνη έμεινε ορφανή από μητέρα και ο πατέρας της αφοσιώθηκε ακόμα πιο φιλόστοργα στην επιμέλεια της κόρης του. Όταν η Ευφροσύνη έφθασε στο 18ο έτος της ηλικίας της, ο πατέρας της θέλησε να την παντρέψει με ένα νέο υψηλής κοινωνικής τάξης.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και ο μαθητής του Άγιος Πρόχορος
Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος υπήρξε ένας από τους δώδεκα μαθητές του Κυρίου Ιησού Χριστού, ανήκοντας μάλιστα στον στενότερο κύκλο τους, μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και τον απόστολο Πέτρο. Εκλήθη από τον Κύριο να Τον ακολουθήσει, όταν Εκείνος βρήκε τον Ιωάννη μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και το άλλο ζεύγος αδελφών, Σίμωνα και Ανδρέα, να είναι απογοητευμένοι, που ως ψαράδες στη λίμνη Γεννησαρέτ, «δι’ όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν έλαβον» και τους προέτρεψε να δοκιμάσουν και πάλι, κάτι που τους απέφερε πλήθος ψαριών.
Η άπειρη αγάπη του Τριαδικού Θεού για ολόκληρη την ανθρωπότητα αποκαλύπτεται πάντοτε, έστω κι αν αυτό αμφισβητείται και δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό. Οι Πατέρες διδάσκουν ότι η δημιουργική, προνοητική και συνεκτική ενέργεια του Θεού εξακτινώνεται σε όλο τον κόσμο και την κτίση. Ενώ η αγιαστική και θεοποιός θεία ενέργεια εκχέεται απλόχερα στην Εκκλησία διά των μυστηρίων. Έτσι, κάθε μέλος της δεν εγκαταλείπεται μόνο και απαράκλητο. Ενθαρρύνεται και εμπνέεται στη ζωή του Πνεύματος με διαφόρους τρόπους.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]