Πολλές και σοφές άγιες μορφές παρελαύνουν από τις σελίδες της ιστορίας της μεγάλης μας Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μια τέτοια μορφή και εξαιρετική προσωπικότητα είναι και ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Αρτέμιος που έζησε και μαρτύρησε περί τα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ. (361-363). Για τον Μεγαλομάρτυρα τούτον Άγιον αξίζει να μιλήσουμε εκτενέστερα. Γι’ αυτόν λοιπόν και οι γραμμές που ακολουθούν.
Ο Άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας, το πρώτο τέταρτο του 1ου μετά Χριστόν αιώνα. Ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν ότι ενδεχομένως η καταγωγή του υπήρξε Ελληνική. Έλληνας στην καταγωγή και την ανατροφή, έλαβε ιατρικές γνώσεις, εξελισσόμενος σε έναν από τους μεγαλύτερους ιατρούς του τότε γνωστού κόσμου, ενώ παράλληλα επέδειξε μεγάλη κλίση στη ζωγραφική.
Το 42 μ.Χ., όταν Αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Τίτος Κλαύδιος, εγκαταστάθηκε στη Θήβα της Βοιωτίας, όπου ασκούσε το ιατρικό επάγγελμα, ασχολούμενος κυρίως με παθήσεις των οφθαλμών. Εκεί γνώρισε τον Άγιο Απόστολο Παύλο περιοδεύοντα και αφού επίστευσε στον Χριστό εγκατέλειψε την πλάνη των ειδώλων και έγινε Χριστιανός. Ταυτόχρονα αποφάσισε ν’ αφήσει τη «θεραπεία των σωμάτων», για ν’ ασχοληθεί με το Κήρυγμα του Ευαγγελίου και τη «θεραπεία των ψυχών».
Στη διάρκεια της συνοδοιπορίας του με τον Απόστολο Παύλο, ερχόμενος σε επαφή με τους αυτόπτες μάρτυρες και Αποστόλους του Χριστού και καθ’ υπαγόρευση του ιδίου του Παύλου, συνέγραψε το «Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον» (περίπου το 63 μ.Χ.) και το απέστειλε στον ηγεμόνα της Αχαΐας Θεόφιλο, ο οποίος ήταν ειδωλολάτρης, πίστεψε όμως στον Χριστό από τον Λουκά. Και εκείνος, θέλοντας να τον ενημερώσει περισσότερο, έγραψε και του αφιέρωσε το Ευαγγέλιο, ενώ αργότερα του απέστειλε και το δεύτερο συγγραφικό του έργο, τις «Πράξεις των Αποστόλων», το οποίο αναφέρεται στην ίδρυση της πρώτης Χριστιανικής Εκκλησίας στα Ιεροσόλυμα και στην εξάπλωση του Χριστιανισμού στην Παλαιστίνη και στα άλλα ειδωλολατρικά έθνη μέχρι της Ρώμης, στο πώς οι Απόστολοι κήρυξαν στα έθνη την Ανάσταση του Ιησού Χριστού, όπως επίσης και στο πώς ζούσαν οι πρώτοι Χριστιανοί.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς – Μικρογραφία από βυζαντινό χειρόγραφο
Το Ευαγγέλιό του είναι υψηλής φιλολογικής αξίας, αλλά κύρια θεολογικής. Είναι ευαγγέλιο χαράς και δοξολογίας, γεμάτο με ύμνους, προσευχές και καινοδιαθηκικές δοξολογίες που κληροδοτήθηκαν στην υμνολογική παράδοση της εκκλησίας ως σήμερα. Για τούτο και για άλλα ακόμα θεωρείται ένας αγαπημένος και πολύπτυχος απόστολος. Ο Άγιος Λουκάς ονομάζεται και Ευαγγελιστής της Παναγίας, διότι περισσότερο από τους άλλους Ευαγγελιστές περιγράφει λεπτομέρειες και παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την Υπεραγία Θεοτόκο, όπως επίσης και περιστατικά από την παιδική ηλικία του Χριστού.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς είναι και ο πρωτοπόρος στην εξαιρετική τέχνη της Αγιογραφίας. Ακόμα και σήμερα ύστερα από τόσους αιώνες, σώζονται Άγιες Εικόνες του, όπως για παράδειγμα οι τρεις πρώτες που δημιούργησε, οι οποίες έχουν Πατριαρχική αναγνώριση και είναι Εικόνες της Παναγίας με το Θείο Βρέφος στην αγκαλιά Της.
Η μία είναι η Παναγία η Μεγαλοσπηλαιώτισσα, που βρίσκεται στην Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου στην Πελοπόννησο και είναι πλασμένη από κερί και μαστίχα, η άλλη είναι η Παναγία Σουμελά, που βρίσκεται στην Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά στην Καστανιά της Βέροιας, ενώ η τρίτη είναι η Παναγία του Κύκκου, που βρίσκεται στην Ιερά Μονή Κύκκου στην Κύπρο.
Παναγία Μεγαλοσπηλιώτισσα, Παναγία Σουμελά και Παναγία του Κύκκου
Η ιστορία δε των τριών αυτών Εικόνων της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι η ακόλουθη: Κάποια ημέρα ο Άγιος ένοιωσε την επιθυμία να Την ζωγραφίσει, της το ζήτησε και πήρε την Ευλογία Της. Τότε Άγγελος Κυρίου του έδωσε τρία ξύλα και πάνω σε αυτά έφτιαξε τις τρεις πρώτες Εικόνες. Όταν τελείωσε την πρώτη Εικόνα, την οποία έκανε με χρώματα επάνω στο ένα από τα τρία ξύλα που πήρε από τον Άγγελο, πήγε να την δείξει στην Παναγία για να ακούσει την άποψή Της.
Εκείνη είδε την Εικόνα και του είπε ότι ήταν πολύ καλή, όμως είχε ένα έλλειμμα πολύ σημαντικό. Εικονιζόταν μόνη, δεν είχε ζωγραφίσει δηλαδή ο Άγιος τον Ιησού Χριστό ως Βρέφος. Αφού συμπλήρωσε την πρώτη αυτή Εικόνα, σύμφωνα με το Θέλημα της Παναγίας, ο Ευαγγελιστής Λουκάς έφτιαξε και δεύτερη Εικόνα, αυτή τη φορά με την τέχνη του κεριού και της μαστίχας, στο ένα από τα δύο ξύλα που έμειναν από αυτά που του έδωσε ο Άγγελος. Την μετέφερε δε και αυτή (όπως και την πρώτη) για να τη δείξει στην Παναγία. Τέλος, στο τελευταίο ξύλο που του είχε μείνει, έκανε με χρυσό και ασήμι την τρίτη Εικόνα. Και καθώς ολοκλήρωσε το έργο του, παρουσίασε και τις τρεις Εικόνες μπροστά Της. Εκείνη, αφού τις Ευλόγησε, είπε: «Η Χάρη του Υιού μου να είναι δι’ εμού με τις Εικόνες αυτές».
Ο Άγιος Απόστολος Λουκάς ο Ευαγγελιστής ιστορεί την εικόνα της Παναγίας
Αργότερα, με την τέχνη του κεριού και της μαστίχας δημιούργησε και τις Εικόνες των Αγίων και Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Επίσης, ο Σωτήρας Χριστός, ο Λυτρωτής του κόσμου, που τόσο είχε αγαπήσει αφιερώνοντας τη ζωή του σε Αυτόν, τον Ενέπνευσε να ζωγραφίσει τον Καλό Ποιμένα Χριστό, που φέρει στους ώμους Του το απολωλός πρόβατο. Έκτοτε, η υπέροχη αυτή Τέχνη του απεικονισμού των Αγίων, δηλαδή της Αγιογραφίας, διαδόθηκε σε όλη την οικουμένη.
Όμως ο Άγιος Λουκάς δεν υπήρξε μόνον Ευαγγελιστής, αλλά και σπουδαίος Απόστολος, διότι δεν αρκέστηκε μόνο στο να γράψει το Ιερό Ευαγγέλιό του, αλλά θέλησε και να το κηρύξει με την ζωντανή παρουσία του σε διάφορα μέρη της Ευρώπης. Θεωρείται κυρίως απόστολος των Ελλήνων, μια και έδρασε και εκοιμήθη στον ελλαδικό χώρο. Έτσι, αφού κήρυξε πρώτα το Ευαγγέλιο στον Ελλαδικό χώρο, όπως στην Αχαΐα, τη Βοιωτία και τη Μακεδονία, μετά πήγε σε μακρινά μέρη όπως στη Δαλματία και τη Γαλλία, ενώ μερικοί υποστηρίζουν ότι πήγε ακόμα και στην Ιταλία και την Αφρική.
Ο ιερός ναός του Αγίου Αποστόλου Λουκά στη Θήβα Βοιωτίας
Ύστερα από ένα μακρύ και περιπετειώδη βίο, πλούσιο σε Χριστιανικό και Ιεραποστολικό έργο, ο Άγιος Λουκάς ευρισκόμενος στη Θήβα Βοιωτίας, αναχώρησε μαρτυρικά από την επίγεια ζωή σε ηλικία 80 ετών, για την αιώνια ζωή και μακαριότητα. «Ο Λουκάς συγκαταλέγεται μεταξύ των πρώτων Μαρτύρων της Εκκλησίας», αναφέρει ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ενώ ο Άγιος Ιερομάρτυς Ιππόλυτος στο βιβλίο του «Περί των 70 Αποστόλων», μας πληροφορεί για το μαρτύριο του Ευαγγελιστή Λουκά, λέγοντας πως «τον σταύρωσαν σε μία ελιά».
Ο Απόστολος Λουκάς ενταφιάστηκε στη Θήβα, σε μαρμάρινη ρωμαϊκή λάρνακα που σώζεται μέχρι σήμερα, πάνω πιθανόν από τον αρχικό του τάφο, εντός του ιερού ναού που ανηγέρθη προς τιμήν του Αγίου. Στον Ιερό τάφο του, θέλοντας ο Θεός να δοξάσει τον πιστό Του θεράποντα και εργάτη, έβρεξε κολλύρια, σύμβολα της ιατρικής επιστήμης, ενώ κάθε χρόνο την ημέρα της Μνήμης του, γίνονταν πολύ σπουδαία Θαύματα θεραπείας πολλών ασθενών από οφθαλμικές παθήσεις.
Το 357 μ.Χ. ο Αυτοκράτορας Κωνστάντιος, γιος του Αγίου Κωνσταντίνου, μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη και τοποθέτησε στον Ιερό Ναό των Αγίων Αποστόλων τα Λείψανα του αγίου Αποστόλου Λουκά, τα οποία θεράπευσαν τον βαριά άρρωστο Ανατόλιο τον ευνούχο. Με το πέρας των χρόνων τα λείψανα του Αγίου Αποστόλου Λουκά μεταφέρθηκαν στην Πάδοβα της Ιταλίας.
Στις 17 Σεπτεμβρίου του 2000, έπειτα από πολυετείς προσπάθειες της Τοπικής Εκκλησίας επεστράφη τμήμα των ιερών λειψάνων στην από αιώνες κενή λάρνακα. Ο Προσκυνηματικός Ναός σήμερα κοσμεί την πόλη της Θήβας και πολλοί προσκυνητές επισκέπτονται τον ιερό αυτό χώρο για να λάβουν την ευλογία του ιδρυτού της τοπικής Βοιωτικής Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας τιμά τη Μνήμη του Αποστόλου και Ευαγγελιστή Λουκά στις 18 Οκτωβρίου, την δε κατάθεση των Τιμίων Λειψάνων του στον Ιερό Ναό των Αγίων Αποστόλων Κωνσταντινουπόλεως, εορτάζει στις 20 Ιουνίου.
Λουκάς ο Ευαγγελιστής, Tετραευαγγέλιο σε περγαμηνή – Ιερά Μονή Καρακάλου Άγιον Όρος
«Στον αδελφό μου πρότειναν ν’ αλλάξει την πίστη του. Του δείχνουν τον σκοτωμένο πατέρα του και του λέγουν κάθησε να σε κάνουμε Τούρκο. Τότε το παιδί κάνει το σταυρό του και τους απαντά: θα πάω κι εγώ εκεί που πάει ο πατέρας μου. Του ξαναλέγουν· γίνε Τούρκος. Το παιδί όμως ξανακάνει το σταυρό του. Έγινε από το αίμα του σταυρός…». Νικηταράς
Ο Άγιος Θεράπων βρίσκεται στην οροσειρά του Τροόδους. Είναι χωριό κτισμένο σε υψόμετρο 570 μ. Ανήκει στη γεωγραφική περιφέρεια των κρασοχωρίων. Στα νότια συνορεύει με τις Πάνω Κυβίδες και με την κοινότητα Σούνι – Ζανατζιά, στα βορειοδυτικά με τον Άγιο Αμβρόσιο, στα δυτικά και νοτιοδυτικά με το Βουνί, στα ανατολικά και νοτιανατολικά με τη Λόφου και στα βορειοανατολικά με την Άλασσα.
Το παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής της νέας Επιβατινής βρίσκεται μέσα στον αυλόγυρο της εκκλησίας των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στο Μέγα Ρεύμα Κωνσταντινουπόλεως. Ο ναΐσκος της Αγίας Παρασκευής κατασκευάστηκε μετά την πυρκαγιά του 1798, τον Ιανουάριο 1799. Η χρονολογία αυτή αναφέρεται πάνω στο βόρειο τοίχο προς την γωνία του μικρού ιερού βήματος. Το παρεκκλήσιο αυτό δεν αφιερώθηκε στην Αγία Παρασκευή την από την Ρώμη καταγόμενη (26 Ιουλίου), αλλά στην Νέα, την επονομαζόμενη «Επιβατιανή». Το λείψανο της αγίας ως το 1642 εφυλάσσετο στον πατριαρχικό ναό, όπου είχε μεταφερθεί από το Βελιγράδι. Σήμερα το τίμιο λείψανο της Αγίας βρίσκεται σε ναό του Ιασίου.
Η οσία Παρασκευή η νέα η Επιβατινή έφθασε σε μεγάλα ύψη αρετής και αγιότητος παρά το γεγονός ότι έζησε τόσο λίγα χρόνια πάνω στη γη. Το άφθαρτο Λείψανό της εδώ και δέκα αιώνες είναι ένα μεγάλο θαύμα καθώς ομοιάζει μ’ ένα ζωντανό άνθρωπο ο όποιος κοιμάται. Φυλάσσεται στο Ιάσιο της Ρουμανίας, μέσα σε ασημένια λειψανοθήκη, και παραμένει μιά αστείρευτη πηγή ιάσεων και ευλογίας για κάθε πιστό και για τους λαούς ολόκληρης της Βαλκανικής, που τόσο δοκιμάστηκαν στην πάροδο της ιστορίας.
Το άγχος είναι του διαβόλου. Όταν βλέπετε άγχος, να ξέρετε ότι εκεί έχει βάλει την ουρά του. Ο διάβολος δεν πηγαίνει κόντρα. Αν υπάρχει μια τάση, σπρώχνει και αυτός, για να ταλαιπωρήσει και να πλανήσει τον άνθρωπο.
Μιά φορά ήταν μιά γυναίκα. Εις τη στράταν της μιάν ημέρα εσυνάντησε τον Ιησού Χριστό. Τον Χαιρέτησε, του έβαλε μετάνοια, του φίλησε το χέρι και του λέγει:
– Σε περιμένω αύριο να ‘ρθεις στο σπίτι μου. Θα κάμω ετοιμασία. Θα’ ρθείς; – Θά έρθω, αποκρίθηκε Εκείνος.
Η αγία νεομάρτυς Χρυσή μαρτύρησε στις 13 Οκτωβρίου 1795. Καταγόταν από τα μέρη της κεντρικής Μακεδονίας, από το χωριό Σλάτινο της Επαρχίας Αλμωπίας του νομού Πέλλης, που σήμερα ονομάζεται πια προς τιμήν της Αγίας «Χρυσή».Οι γονείς της ήταν Χριστιανοί, φτωχοί και άσημοι άνθρωποι και είχαν τέσσερες κόρες.
Μία από τις ηρωικότερες περιόδους της εκκλησιαστικής μας ιστορίας είναι και η περίοδος της Εικονομαχίας (726-842), κατά την οποία ανεδείχθησαν πλήθος ομολογητών της Ορθοδόξου Πίστεως. Υπερασπίσθηκαν με σθένος την Ορθοδοξία, ορθώνοντας το ανάστημά τους στους διώκτες των Ιερών Εικόνων, οι οποίοι έχοντας την αυτοκρατορική δύναμη, δίωκαν με μανία τους ομολογητές της Ορθοδοξίας.
Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γεννήθηκε το έτος 949 μ.Χ. στη Γαλάτη της Παφλαγονίας από γονείς ευσεβείς και εύπορους, τον Βασίλειο και την Θεοφανώ. Ο θείος του Βασίλειος, ο οποίος κατείχε υψηλή θέση στον αυτοκρατορικό οίκο της Κωνσταντινουπόλεως, προσέλαβε νωρίς τον ανεψιό του κοντά του, όπου, όπως ήταν φυσικό, έτυχε καλής παιδείας. Όμως ο Όσιος δεν έδινε προσοχή και δεν έδειχνε ενδιαφέρον για μάθηση.
Κατά την εποχή αυτή ο Συμεών γνωρίστηκε με έναν μοναχό της περιωνύμου μονής Στουδίου, ο οποίος ονομαζόταν επίσης Συμεών. Ο μοναχός αυτός έγινε από την αρχή ο πνευματικός του πατέρας. Όταν κατά το έτος 963 μ.Χ. πέθανε ο θείος του, ο Συμεών προσήλθε στη μονή του Στουδίου, όπου ζητούσε «τὸν ἐκ νεότητος αὐτοῦ χρηματίσαντα πατέρα πνευματικὸν καὶ διδάσκαλον». Ο ίδιος ο Όσιος Συμεών παρομοιάζει τον θείο του με τον Φαραώ, τη διαμονή του στον αυτοκρατορικό οίκο με την αιχμαλωσία των Ισραηλιτών στην Αίγυπτο και τον πνευματικό του πατέρα με τον Μωυσή.
Κάποτε ο Γέροντάς του του έδωσε ένα βιβλίο με τα συγγράμματα των Αγίων Μάρκου του Ερημίτου και Διαδόχου Φωτικής. Ζωηρή εντύπωση του προξένησε το ακόλουθο απόφθεγμα από το βιβλίο του Αγίου Μάρκου του Ασκητού, που είχε τον τίτλο «Περὶ Νόμου Πνευματικοῦ»: «Ἐὰν ζητᾷς ὠφέλεια, ἐπιμελήσου τὴ συνείδησή σου, κάνε ὅσα σοῦ λέει καὶ θὰ εὕρεις τὴν ὠφέλεια». Ο Όσιος Συμεών ήταν σαν να άκουσε το λόγο αυτό από το στόμα του Θεού και άρχισε αμέσως να κάνει ό,τι τον πρόσταζε η συνείδησή του.
Και αυτή, που είναι κάτι θεϊκό, τον παρακινούσε συνεχώς στα ανώτερα, έτσι ώστε αύξησε την προσευχή και την μελέτη του μέχρι την ώρα που άρχιζε να λαλεί ο πετεινός, δηλαδή μέχρι τα χαράματα. Σε αυτό τον βοηθούσε και η συνεχής νηστεία. Έτσι, ακόμα και πριν φύγει από τον κόσμο, ζούσε σχεδόν ασώματο βίο. Δεν του χρειάστηκε λοιπόν πολύς καιρός, για να εκδημήσει εντελώς από τα ορώμενα και να εισδύσει στα αόρατα θεία θεάματα.
Κάποια νύχτα, λοιπόν, που προσευχόταν και με καθαρό νου επικοινωνούσε με τον Θεό, είδε ξαφνικά να λάμπει άπλετο φως από τους ουρανούς και να κατεβαίνει προς αυτόν. Φώτισε τα πάντα και τα μετέβαλε σε μια ολοκάθαρη ημέρα. Καθώς ήταν και ο ίδιος τυλιγμένος από αυτό το φως, του φαινόταν σαν να εξαφανίσθηκε ολόκληρη η οικία μαζί με το δωμάτιό του, ενώ ο ίδιος είχε αρπαγεί στον αέρα, νιώθοντας σαν να μην είχε καθόλου σώμα. Κατάπληκτος από το μέγα τούτο μυστήριο κραύγαζε με μεγάλη φωνή το «Κύριε, ἐλέησον».
Καθώς βρισκόταν μέσα σε αυτό το θείο φως, βλέπει στα ύψη του ουρανού μια ολόφωτη νεφέλη, άμορφη και ασχημάτιστη, γεμάτη από την άρρητη δόξα του Θεού. Στα δεξιά της έστεκε ο πνευματικός του πατέρας Συμεών ο Ευλαβής. Έμεινε σε αυτή την εκστατική κατάσταση για πολύ, χωρίς να αισθάνεται, καθώς βεβαίωνε αργότερα, εάν ήταν μέσα στο σώμα ή εκτός του σώματος. Όταν κάποτε εκείνο το φως σιγά – σιγά υποχώρησε, ήλθε στον εαυτό του και κατάλαβε πως βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο.
Μετά από αυτή τη θεωρία, ο Όσιος Συμεών ικέτευε συνεχώς το Γέροντά του να τον κείρει μοναχό. Αλλ’ ο πνευματικός του πατέρας τον αναχαίτισε, επειδή ήταν νέος στην ηλικία και έτσι ο Όσιος επέστρεψε στην οικία του θείου του, όπου άρχισε με επιμέλεια να μελετά. Βαθιά εντύπωση απεκόμισε από τα έργα των Αγίων Μάρκου του Ασκητού και Διαδόχου Φωτικής, τα οποία έλαβε από τα χέρια του πνευματικού του.
Κατά το έτος 970 μ.Χ. ο Συμεών επισκέφθηκε τους γονείς του και τους ανακοίνωσε την κλίση του για τον μοναχικό βίο. Μάταια εκείνοι προσπάθησαν να μεταβάλλουν την απόφαση του μονάκριβου υιού τους. Η απόφαση του Συμεών ήταν σταθερή. Αρνήθηκε εγγράφως την πατρική περιουσία που του ανήκε και κατέφυγε στη μονή του Στουδίου. Λίγο αργότερα μετέβη στη μονή του Αγίου Μάμαντος του Ξηροκέρκου, υπό τον ηγούμενο Αντώνιο, που βρισκόταν κοντά στη μονή του Στουδίου. Μετά από μία διετία εκάρη εδώ μοναχός, για να φωτίζει όλους τους πιστούς με το φως της γνώσεως, που φώτιζε τον εαυτό του.
Όταν μετά από λίγο εκοιμήθη ο ηγούμενος της μονής, ο Όσιος Συμεών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και με την ευλογία του Πατριάρχη Νικολάου του Χρυσοβέργη (984- 995 μ.Χ.) και την έγκριση των μοναχών του Αγίου Μάμαντος, έγινε ηγούμενος της μονής. Ως ηγούμενος ο Όσιος έπρεπε να αντιμετωπίσει πολλές δυσάρεστες καταστάσεις. Όχι μόνο την κατεστραμμένη μονή, αλλά προ πάντων το ανθρώπινο στοιχείο. Η μονή παρομοιαζόταν με κατάλυμα κοσμικών και νεκρών σωμάτων. Και η μεν μονή ως οικοδόμημα κατελαμπρύνθηκε, η πνευματική όμως συγκρότηση των μοναχών απαιτούσε πολλές ανυπέρβλητες προσπάθειες.
Η διδασκαλία του συνάντησε την μεγάλη αδιαφορία ορισμένης ομάδας μοναχών, οι οποίοι έφθασαν στο σημείο, κατά την διάρκεια μια πρωινής κατηχήσεως, να επιτεθούν κατά του Γέροντός τους. Κατά την ώρα της επιθέσεως ο Όσιος, «τᾶς χεῖρας δεσμεύσας πρὸς ἐαυτὸν καὶ εἰς οὐρανὸν ἄρας αὐτοῦ τὴν διάνοιαν, ἐπὶ χώρας ἄσειστος ἔστη, ὑπομειδίων καὶ φαιδρὸν ἀτενίζων πρὸς τοὺς ἀλάστορας». Αυτό ήταν αρκετό να αφοπλίσει τελείως τους τριάντα εκείνους μοναχούς, οι οποίοι επέδειξαν αυτή την συμπεριφορά. Ο Πατριάρχης Σισίννιος ο Β’ (996-998) προς τον οποίον κατέφυγαν αμέσως, για να δικαιωθούν προφανώς από αυτόν, εξεπλάγη από την μανία και τον φθόνο των ασύνετων μοναχών και διέταξε να εξορισθούν. Όμως ο Όσιος Συμεών παρακάλεσε θερμώς τον Πατριάρχη να τους συγχωρέσει.
Ο Όσιος, παρά τα πολλά καθήκοντά του στη μονή, εύρισκε καιρό να γράφει «τῶν θείων ὕμνων τοὺς ἔρωτες», τους «λόγους τῶν ἐξηγήσεων», τους «κατηχητικοὺς λόγους», τα «Πρακτικά,Γνωστικὰ καὶ Θεολογικὰ Κεφάλαια». Δυσάρεστα ζητήματα εναντίων του Οσίου δημιούργησε ο σύγκελλος του Πατριάρχη, Μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος. Αφορμή γι’ αυτό ήταν η αγαθή φήμη του Οσίου. Επειδή ο σύγκελλος δεν μπορούσε να βρει στον βίο του Οσίου κάποια κατηγορία, στράφηκε προς το πρόσωπο του κοιμηθέντος ήδη Γέροντός του. Η κατηγορία του σύγκελλου ήταν ότι ο Όσιος υμνούσε τον πνευματικό του πατέρα ως Άγιο. Τελικά έπεισε την Σύνοδο να διερευνήσει το ζήτημα. Και μετά την διαδικασία αυτή, όλοι αναγνώρισαν, εκτός του σύγκελλου, το δίκαιο του Συμεών. Τότε ο σύγκελλος συνεργάστηκε με μοναχούς που εχθρεύονταν τον Όσιο και έκλεψε από τη μονή την εικόνα επί της οποίας είχε αγιογραφηθεί ο πνευματικός πατέρας του Οσίου μαζί με τον Χριστό και άλλους Αγίους. Ο Όσιος διατάχθηκε να προσέλθει στη Σύνοδο, για να απολογηθεί. Και πάλι βρέθηκε αθώος.
Ο Όσιος παρέμεινε επί είκοσι πέντε χρόνια ως ηγούμενος και το έτος 1005 μ.Χ. αποσύρθηκε σε ησυχαστήριο στο αντίπερα ερημόκαστρο της Χρυσουπόλεως, που εκαλείτο «Παλουκητόν» και ησύχαζε στη μονή της Αγίας Μαρίνας. Στην ηγουμενία τον διαδέχθηκε ο μαθητής του Αρσένιος. Εκοιμήθη εν ειρήνη το έτος 1022 μ.Χ. Η Σύναξη αυτού ετελείτο στη μονή του Στουδίου, στη μονή του Αγίου Μάμαντος και στη μονή της Αγίας Μαρίνας.
Για τη θεολογική του κατάρτιση και δεινότητα, ο Όσιος Συμεών ονομάσθηκε «Νέος Θεολόγος», «ὁ Θεολόγος τοῦ φωτός» ή «ὁ Ἅγιος τοῦ φωτός». Κατά τις πνευματικές αναβάσεις του Αγίου, επιδιδόμενος στην ησυχία, ελευθερωνόταν από την ύλη, η γλώσσα του γινόταν γλώσσα πυρός, συνέθετε και θεολογούσε θείους ύμνους, γινόταν ολόκληρος πυρ, ολόκληρος φως και θεωνόταν κατά χάριν. Άλλοτε, μαρτυρείται ότι βρισκόταν επάνω στη γη και έχοντας τα χέρια υψωμένα και προσευχόμενος, ήταν «ὅλος φωτὸς καὶ ὅλος λαμπρότητος». Από τις συγγραφές του σώζονται 92 λόγοι,282 πρακτικά και θεολογικά κεφάλαια, καθώς και θρησκευτικά ποιήματα.
Απολυτίκιο (Ήχος γ’ – Θείας πίστεως) Θείαν έλλαμψιν, Συμεών Πάτερ, εισδεξάμενος, εν τη ψυχή σου, φωστήρ εν κόσμω εδείχθης λαμπρότατος, διασκεδάζων αυτού την σκοτόμαιναν, και πάντας πείθων ζητείν, ην απώλεσαν, χάριν Πνεύματος. Αυτόν εκτενώς ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
«Δυο νέες κοπέλες, που βρέθηκαν τυχαία σ’ ένα παγκάκι να λένε τα δικά τους, κατέληξαν να γίνουν αυτόπτες μάρτυρες μιας από τις σημαντικότερες πολιτικές δολοφονίες των τελευταίων δεκαετιών, της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα. Δεν φοβήθηκαν να δώσουν το όνομά τους. Αν και οι αστυνομικοί έκαναν έκκληση, πολύ λίγοι κατέθεσαν από πολύ κόσμο που είχε δει το συμβάν, καθώς το έγκλημα έγινε σε δημόσια θέα.
Η μητέρα της μίας, ξέροντας τις πιέσεις και τους κινδύνους που ενέχει σε μια τέτοια κοινωνία το να είσαι ηθικά άρτιος, της είπε να γυρίσει αμέσως σπίτι. Όπως πιθανόν θα έλεγε και η μητέρα των περισσοτέρων από εμάς.. Η φοιτήτρια όμως αυτή ύψωσε το ανάστημά της. «Και αν ήταν ο αδερφός μου, αυτό θα μου έλεγες;», ρώτησε τη μητέρα της.
Τα υπόλοιπα είναι πια ιστορία. Ίσως όμως μια ιστορία που θα γραφόταν διαφορετικά, αν δεν υπήρχαν αυτές οι δύο γυναίκες. Και όλα αυτά καθώς έδρασε και αναδύθηκε ο κόσμος της αλληλεγγύης, ο κόσμος της ανθρωπιάς, ο κόσμος που βλέπει κάτω πεσμένο έναν άνθρωπο και δεν λέει «να ένας ξένος», αλλά λέει «να ο αδελφός μου!».
Τα λόγια αυτά ανήκουν στον συνάδελφο δικηγόρο Θανάση Καμπαγιάννη και είναι απόσπασμα της αγόρευσής του εκ μέρους της Πολιτικής Αγωγής, ενώπιον του Α’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, στο πλαίσιο της δίκης της εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής.
Αποδεικνύουν δε πως σε πείσμα της αλλοτρίωσης και του ατομικισμού, που κυριαρχούν σήμερα στις κοινωνίες μας, η αγάπη και ο σεβασμός στον άνθρωπο και στον «πλησίον» εξακολουθεί να υπάρχει και να γεννά θαυμαστά αποτελέσματα. Αν μάλιστα αναλογιστούμε ότι το ήθος αυτό ανήκει σε δύο νεαρά άτομα, τότε το μέλλον διαγράφεται ευοίωνο..
Η δίκη αυτή ίσως τελικά είναι μια νίκη όχι μόνον όσον αφορά αυτό καθ’ αυτό το σπουδαίο αντικείμενό της, αλλά και σε περισσότερα από τα διαφαινόμενα επίπεδα.. Αποτελεί μια νίκη της κοινωνίας μας και του πολιτισμού μας. Μια νίκη της γενιάς μας!
Η κορυφαία εορτή της Χριστιανοσύνης και πώς υπολογίζεται
Το Πάσχα είναι η κορυφαία εορτή της Χριστιανοσύνης και την επομένη χρονιά θα «πέσει» σχετικά αργά. Έτσι λοιπόν το Πάσχα του 2021 θα εορταστεί τον ερχόμενο Μάιο και συγκεκριμένα, στις 2 του μηνός, δηλαδή πιο αργά απ’ ό,τι συνήθως.
Οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος υπηρετούσαν στις στρατιωτικές τάξεις του αυτοκράτορα Μαξιμιανού. Τους διέκρινε μεγάλη ανδρεία στα πεδία των μαχών, αλλά και σωφροσύνη στην καθημερινή τους ζωή. Γι’ αυτό και ο αυτοκράτορας τους απένειμε τα αξιώματα του πριμικηρίου της σχολής των Kεντηλίων και του σεκουνδουκηρίου, αντίστοιχα. Όταν έμαθε ότι οι δύο επίλεκτοι στρατιώτες του ήταν χριστιανοί, δεν ήθελε με κανένα τρόπο να το πιστέψει.
Για να πεισθεί λοιπόν χειροπιαστά, οργάνωσε τελετές με θυσίες σε ειδωλολατρικό ναό και κάλεσε να παραστούν σε αυτές ο Σέργιος και ο Βάκχος. Οι δύο χριστιανοί στρατιώτες αρνήθηκαν και ομολόγησαν το Χριστό με θαρραλέο φρόνημα. Εξοργισμένος τότε ο αυτοκράτορας, διέταξε και τους αφαίρεσαν τα διάσημα των αξιωμάτων τους. Έπειτα, αφού τους ενέπαιξαν και τους διαπόμπευσαν περιφέροντάς τους δημόσια ντυμένους με γυναικεία ενδύματα και χλευάζοντάς τους, τους έστειλαν σε ένα σκληρό δούκα της Ανατολής, τον Αντίοχο.
Αυτός με πρωτοφανή ωμότητα μαστίγωσε μέχρι θανάτου το Βάκχο. Ο άγιος Βάκχος μαρτύρησε στην πόλη Λισσό της Συρίας. Στο δε Σέργιο, επειδή κάποτε τον είχε ευεργετήσει, πρότεινε, αφού αρνηθεί το Χριστό, να του χαρίσει τη ζωή. Η γενναία απάντηση του Σεργίου ήταν τα λόγια του Απ. Παύλου «Ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεὶν κέρδος» (προς Φιλιππησίους, α’ 21). Σε μένα, είπε ο Σέργιος, ζωή είναι ο Χριστός. Αλλά και το να πεθάνω είναι κέρδος, διότι έτσι θα ενωθώ πλήρως με το Χριστό. Τότε, ο Αντίοχος ανάγκασε τον άγιο Σέργιο να βαδίσει με σιδερένια υποδήματα επενδυμένα με αιχμηρά καρφιά μέχρι την πόλη Ρεσάφα της Συρίας, όπου και απέκοψαν την τιμία κεφαλή Του.
Το 547 μ.Χ. ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός ανήγειρε στην Κωνσταντινούπολη λαμπρό ναό προς τιμήν των Αγίων Μαρτύρων Σεργίου και Βάκχου, τον επονομαζόμενο «Μικρή Αγία Σοφία», όπου και κατέθεσε τα Ιερά Λείψανά τους.
Στη Δύση πολλές πόλεις διεκδικούν Λείψανα των Μαρτύρων με πρώτη την Βενετία, όπου Λείψανα αποδιδόμενα σε Εκείνους φυλάσσονται στο Ναό του Αγίου Πέτρου στο Καστέλλο. Τα Λείψανα αυτά έγιναν αντικείμενο αναγνωρίσεως το 1991 μ.Χ.
Στην Παβία, στη Μονή των Βενεδικτίνων του Αγίου Φίλικος, φυλάσσονται Λείψανα των δύο Μαρτύρων, δωρεά του Αυτοκράτορα Όθωνα Β’. Τα Λείψανα αυτά περιλαμβάνονται στα κειμήλια που έφερε μαζί της στη Δύση η σύζυγός του Βυζαντινή Πριγκίπισσα Θεοφανώ και για τον λόγο αυτό δεν υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την γνησιότητά τους.
Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση το 1152 μ.Χ., κατά την διάρκεια των Σταυροφοριών, ο Κόμης Γοφρέδος ο Ανδεγαβός μετέφερε Λείψανα των Μαρτύρων από την Συρία στα εδάφη του.
Η τιμία Κάρα του Αγίου Βάκχου βρίσκεται στη Μονή Κούρτεα Άρτζες Ρουμανίας. Μέρος των Λειψάνων του Αγίου Βάκχου βρίσκονται στον ρωμαιοκαθολικό Ναό Αγίου Πέτρου Καστέλλο Βενετίας, στη ρωμαιοκαθολική Μονή Αγίου Φίλικος Παβίας, στο ρωμαιοκαθολικό Ναό Αγίου Μαρτίνου στο Heiligenstadt, στη ρωμαιοκαθολική Μονή Wiessenburg της Βοημίας και στο ρωμαιοκαθολικό Καθεδρικό Ναό Αγίου Βίτου Πράγας. Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Βάκχου βρίσκονται επίσης στη Μονή Βατοπεδίου Αγίου Όρους και στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.
Η τιμία Κάρα του Αγίου Σεργίου βρίσκεται επίσης στη Μονή Κούρτεα Άρτζες Ρουμανίας. Απότμημα του Ιερού Λειψάνου του βρίσκεται στη Λαύρα του Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.
Ο βυζαντινός ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου στην Κωνσταντινούπολη
H εκκλησία – μονή Άγιοι Σέργιος και Βάκχος, ένα ορόσημο της εκκλησιαστικής μας αρχιτεκτονικής, χτίστηκε το 527 μ.Χ. από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Ιουστινιανό, λίγο πριν την Αγία Σοφία. Η εκκλησία είναι γνωστή μέχρι σήμερα ως «μικρή Αγία Σοφία», επειδή οι γενικές αρχές της αρχιτεκτονικής της είναι συγκρίσιμες με αυτές της Μεγάλης Εκκλησιάς μας. Οι στήλες ήταν φτιαγμένες από χρωματιστό μάρμαρο και το εσωτερικό της εκκλησίας έλαμπε από τους ποικιλόχρωμους μαρμάρινους τοίχους και από τον πλούτο των χρυσών μωσαϊκών.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]