
Ψυχή ποιητική, συγκινημένη και ευαίσθητη

Στις 6 Οκτωβρίου 1979 απεβίωσε στην Αθήνα, πλήρης ημερών, ο ακαδημαϊκός Αναστάσιος Ορλάνδος, εξέχουσα προσωπικότητα της ελληνικής αρχιτεκτονικής και αρχαιολογίας με διεθνές κύρος. Ο Αναστάσιος Ορλάνδος, απόγονος του πολιτικού της Επανάστασης του 1821 Ιωάννη Oρλάνδου, αλλά και της οικογένειας των Κουντουριώτηδων (εκ μητρός), είχε γεννηθεί στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 1887.
Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ακολούθως δε αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θέμα της διδακτορικής διατριβής του ήταν «Το αέτωμα του εν Σουνίω ναού του Ποσειδώνος». Εργάστηκε σε νεαρή ηλικία (1910-1917) ως αρχιτέκτονας στις αναστηλώσεις των μνημείων της Ακρόπολης υπό τον Νικόλαο Μπαλάνο, ενώ υπήρξε μαθητής και συνεργάτης σπουδαίων αρχαιολόγων, όπως ήταν οι W. Dörpfeld, G. Karo, R. Heberdey, Α. von Premerstein και A. Brückner.
Από το 1919 έως το 1958 ο Ορλάνδος δίδαξε στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Μετσοβίου (Αρχιτεκτονική Μορφολογία και Ρυθμολογία, Ιστορία της Αρχιτεκτονικής), ενώ από το 1939 έως το 1958 υπήρξε τακτικός καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Διετέλεσε επί μακρόν διευθυντής της Υπηρεσίας Αναστηλώσεως Αρχαίων και Ιστορικών Μνημείων.

Ο Ιερός ναός Αγίου Διονυσίου Ζακύνθου σε σχέδια Αν. Ορλάνδου
Ακολουθώντας την επιστημονική οδό της πολύωρης και κοπιαστικής εργασίας και μελέτης κοντά στα μνημεία, ο Ορλάνδος προέβη στην αποτύπωση και στον σχεδιασμό τους με απαράμιλλη ευχέρεια και ακρίβεια, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στον τρόπο δόμησης και ένταξης στο τοπίο, στη λειτουργικότητα και την αισθητική των αρχαίων, βυζαντινών και νεότερων κτισμάτων. Έχοντας αποκτήσει μια μοναδική εποπτεία ολόκληρου του ελληνικού μνημειακού χώρου, διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο όχι μόνο στην απογραφή, αλλά και στην αρχειοθέτηση του τεράστιου μνημειακού πλούτου της χώρας μας.




Ο Ορλάνδος υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (1926), ενώ το 1950 εξελέγη πρόεδρος αυτής. Επίσης, διετέλεσε σύμβουλος (1927-1951) και γραμματέας (1951-1979) της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Συμμετείχε στη διοίκηση και άλλων επιστημονικών εταιρειών, όπως της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών κ.ά., ενώ υπήρξε τακτικό μέλος ξένων αρχαιολογικών ινστιτούτων και σχολών στη χώρα μας. Το όνομά του συνδέθηκε άρρηκτα με την αναστήλωση πολλών αρχαίων και βυζαντινών μνημείων της χώρας μας, ενώ αναρίθμητες υπήρξαν οι μελέτες του με θέμα τα εν λόγω μνημεία. Τα ενδιαφέροντά του δεν περιορίζονταν μόνο στην αρχαιότητα, τα παλαιοχριστιανικά και τα βυζαντινά μνημεία, αλλ’ εκτείνονταν έως τη λαϊκή αρχιτεκτονική του 18ου αιώνα.

Αρχιτεκτονικό σχέδιο του Αν. Ορλάνδου για τον ιερό ναό
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στα Καλύβια Αττικής
Το 1965 εκδόθηκε από την Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία ο πρώτος τιμητικός τόμος «Χαριστήριον εις Αναστάσιον Κ. Ορλάνδον», ενώ έμελλε ν’ ακολουθήσουν άλλοι τρεις, οι δύο πρώτοι το 1966 και ο τελευταίος το 1967-68. Σε αυτόν συμπεριελήφθη ένα κείμενο του σπουδαίου Φώτη Κόντογλου υπό τον τίτλο «Λίγα ταπεινά λόγια για τον Αναστάσιον Ορλάνδον». Ιδού ένα απόσπασμα από όσα είχε γράψει ο Κόντογλου για τον Ορλάνδο, το «πνευματικόν αεικίνητον, που δεν σταματά να εργάζεται μήτε ημέρα, μήτε νύκτα»:
Λίγα ταπεινά λόγια για τον Αναστάσιον Ορλάνδον
(απόσπασμα)
Φώτης Κόντογλου

«Σπάνια θα βρεθεί άνθρωπος με τέτοιον ανύσταχτον ζήλο, με τέτοια ακατάλυτη αντοχή στην εργασία, με τέτοια ιερή αγάπη, τέτοιον ακαταλάγιαστον έρωτα για τα πράγματα που αγάπησε και που τους αφιέρωσε τον εαυτό του εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της ισχύος και εξ όλης της διανοίας.
Εκείνο που θέλω να σημειώσω με ξεχωριστόν τόνο για τον εορταζόμενον σοφό και για το έργο του, είναι τούτο, που έχει περισσότερη σχέση με την ιδιοσυγκρασία μου και με την πνευματική περιοχή μου: Το ότι ο Ορλάνδος, παρά την εντύπωση που κάνει με το μεγάλο και πολυσχιδές έργο του, δεν είναι ωστόσο ένας επιστήμονας βαρύς και βλοσυρός, όπως άλλοι, που η σοφία τους κ’ η ειδικότητά τους τούς έχει περιχαρακώσει σε τρόπο που να μη τους πλησιάζει η αγάπη κ’ η συμπάθειά μας. Στα έργα του ο Ορλάνδος, μ’ όλη την επιστημονική ψύχρα που έχει πάντα μέσα της η θετική γνώση και έρευνα, φανερώνεται συχνά ψυχή ποιητική, συγκινημένη και ευαίσθητη, που εκφράζει τον εαυτό της ανεπιτήδευτα, με ταπεινή συγκέντρωση, και πολλές φορές, ακόμα και με τρυφερότητα. Τότε μπαίνει κατά μέρος η σοφία και η επιστημονική αντικειμενικότητα, και φανερώνεται ο άνθρωπος, ο ευαίσθητος άνθρωπος, ο εγκάρδιος φίλος των ανθρώπων, ο ρεμβαστής που κάθεται με έκσταση μπροστά στα βουνά, στη θάλασσα, στις ερημικές τοποθεσίες, στα παλιά κάστρα, στα μοναστήρια, που μπαίνει με κατάνυξη και με ειρηνεμένη ψυχή στα ερημοκλήσια, κι’ ανάβει ένα κερί στο σκουριασμένο μανουάλι, και μ’ ένα άλλο στο χέρι φέγγει στους μαύρους τοίχους για να ξεχωρίσει τους ζωγραφισμένους άγιους, περνώντας ευλαβικά μπροστά από τον καθέναν, σαν να τους ασπάζεται. Ώρες πολλές ερευνά ακούραστος σε κάθε γωνιά, μην τύχει και μείνει απαρατήρητος κανένας ασκητής μισοσβησμένος και καπνισμένος, χωμένος μέσα σε καμμιά τρύπα, λησμονημένος απ’ όλους, λες και φοβάται ο προσκυνητής τους πως θα δώσει λόγο γι’ αυτή την παράλειψή του στον Κύριο, που τους έχει γράψει “εν βίβλω ζωής”».




* Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Αναστάσιος Ορλάνδος μπροστά σε ανευρεθέν από τον ίδιον μαρμάρινο άγαλμα αυτοκράτορα στην Αρχαία Μεσσήνη, στο οποίο εικονίζεται ο Μέγας Κωνσταντίνος ή ο γιος του Κωνστάντιος Β’.
Πηγή: in.gr