Η σφαγή του Κομμένου

16 Αὐγούστου 1943

«Δόξα μικρή δεν είναι ένας ωραίος
για την πατρίδα θάνατος·
ντροπή ‘ναι άσκημα να πεθαίνεις …»

Ευριπίδη «Τρωάδες», 402-404

Ἦταν δεκαπενταύγουστος τοῦ 1943 καί ἐνῶ ὅλοι οἱ ἁπανταχοῦ χριστιανοί γιόρταζαν τήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, κάποιοι κάτοικοι σέ ἕνα χωριό τῆς πατρίδας μᾶς ζοῦσαν τό δικό τους μαρτύριο ὑπό τή βάναυση καί δολοφονική συμπεριφορά τῶν Γερμανῶν κατακτητῶν. Ἡ σφαγή τοῦ Κομμένου ἔμεινε στήν ἱστορία καθώς ἦταν στήν κυριολεξία μιά τραγωδία ἡ ὁποία συγκλόνισε ὅλη τήν ἀνθρωπότητα, ὄχι μόνο γιατί ἀφανίστηκε σχεδόν ἕνα ὁλόκληρο χωριό ἀλλά ἐπιπλέον ἦταν τό πρῶτο στή χώρα μᾶς τό ὁποῖο δοκιμάστηκε ἀπό τήν βιαιότητα καί τήν βαρβαρότητα τῶν κατακτητῶν.

Σύμφωνα μέ τὸν αὐτόπτη μάρτυρα Στέφανο Παππᾶ, μετέπειτα Γυμνασιάρχη καὶ μάρτυρα κατηγορίας στὴ Δίκη τῆς Νυρεμβέργης, ὅλα ξεκίνησαν τήν 12η Αὐγούστου τοῦ 1943, ὅταν ἕνα τζίπ μέ δυό Γερμανούς στρατιῶτες ἔκαναν περιπολία στά χωριά τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου. Κατά τή διάρκεια ὅμως τῆς περιπολίας τούς ἔπεσαν σέ ἀτύχημα μέ ἀποτέλεσμα τήν ἀνατροπή τοῦ αὐτοκινήτου. Ὅπως ἰσχυρίστηκε στή συνέχεια ἡ γερμανική πλευρά, οἱ δυό στρατιῶτες ἀντιλήφθησαν ἔνοπλους ἀντάρτες μέσα σέ χωράφια καί αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά τρομοκρατηθοῦν καί νά χάσουν τόν ἔλεγχο τοῦ ὀχήματος. Ἡ εἰρωνεία τῆς ὅλης ὑπόθεσης, καί λέω εἰρωνεία γιά ὅλα αὐτά πού ἀκολούθησαν, εἶναι ὅτι γιά βοήθεια προσέτρεξαν κάτοικοι τοῦ Κομμένου. Ἀφοῦ ἐπανέφεραν τό ὄχημα στήν κανονική του θέση, οἱ στρατιῶτες ἔφυγαν χωρίς νά ἐμπλακοῦν μαζί τους καί ἐπέστρεψαν στή βάση τούς ὅπου ἔδωσαν ἀναφορά τοῦ γεγονότος.

Μέ ἀφορμή τά παραπάνω γεγονότα τέσσερις μέρες μετά, ξημερώματα τῆς 16ης Αὐγούστου γύρω στίς 5 π.μ., οἱ Γερμανοί κατακτητές, πού εἶχαν σάν στόχο τά ἀντίποινα λόγω τῆς ὕπαρξης ἀνταρτῶν στήν περιοχή, ἐμφανίστηκαν ἀπρόοπτα στό χωριό καί ἐνῶ ὅλοι οἱ κάτοικοι σχεδόν κοιμόντουσαν, οἱ ἴδιοι προετοίμαζαν τό ἔδαφος γιά νά ὑλοποιήσουν τό τρομακτικό καί ἀνατριχιαστικό τους σχέδιο καί δέν περίμεναν τίποτε ἄλλο παρά μιά ἐντολή, ἕνα σύνθημα…

Ο ιερέας του Κομμένου Λάμπρος Σταμάτης

Οἱ ἐντολές ἀπό τήν ἡγεσία τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ ἦταν ξεκάθαρες: «Ἀρχικὰ ἡ συμπεριφορά σας νὰ εἶναι τέτοια ὥστε κανένας κάτοικος τοῦ χωριοῦ νὰ μὴν ἀντιληφθεῖ τὸ σκοπό μας καὶ τραποῦν σὲ φυγή. Κανένας Κομμιώτης δὲν πρέπει νὰ μείνει ζωντανὸς. Ἐξαφανίστε τὸ Κομμένο …». Στήν οὐσία ἤθελαν νά κυκλώσουν τό χωριό καί γιά νά γίνει αὐτό δέν ἔπρεπε νά καταλάβει κανείς τίποτα. Γιά τό λόγο αὐτό οἱ Γερμανοί ὅσους κατοίκους συναντοῦσαν δέν τούς πείραζαν. Ἀντιθέτως τούς συμπεριφέρονταν μέ εὐγενικό τρόπο καί ἐκεῖνο τό πρωί κανένας Κομμιώτης δέν εἶχε ἀντιληφθεῖ τό κακό πού θά ἐπακολουθοῦσε.

Οἱ Γερμανοί δέν σεβάστηκαν καν τίς ἱερές ἐκεῖνες μέρες τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καί πράγματι λίγη ὥρα ἀργότερα τό σύνθημα δόθηκε. Ἔπεφταν οἱ πρῶτοι νεκροί του χωριοῦ καθώς οἱ κατακτητές ξεκίνησαν τό ἐξοντωτικό τους ἔργο. Καί ἐνῶ πρίν δέν πείραζαν κανέναν, ἀπό τό σύνθημα καί μετά ὅποιους συναντοῦσαν μπροστά τους, τούς σκότωναν ἐπί τόπου, ἄλλους πυροβολώντας τους καί ἄλλους σφάζοντάς τους. Δέν λυπήθηκαν κανέναν, ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά κάθε ἡλικίας ἐκεῖνο τό πρωί βρῆκαν μαρτυρικό θάνατο. Μέχρι καί τά νεογέννητα μωρά, τά ὁποῖα τά κρατοῦσαν στήν ἀγκαλιά τούς οἱ μανάδες τούς προσπαθώντας νά τά σώσουν, τά σκότωναν καί τά ἔσφαζαν μαζί μέ αὐτές.

Ἔσπαγαν τίς πόρτες τῶν σπιτιῶν καί ἔμπαιναν μέσα σκοτώνοντας καί ξεκληρίζοντας οἰκογένειες. Μάλιστα φαίνονταν νά τό διασκεδάζουν κιόλας καθώς γελώντας ἅρπαζαν ἡλικιωμένους καί τούς πετοῦσαν ἀπό τά μπαλκόνια τῶν σπιτιῶν, πού εἶχαν ἐπιπλέον ὄροφο, βρίσκοντας ἔτσι ἀκαριαῖο θάνατο. Ἦταν τόσο σκληροί καί ἀδίστακτοι πού ἔφταναν σέ σημεῖο νά ξεκοιλιάζουν ἐγκύους καί νά κατακρεουργοῦν μέχρι καί τά ἔμβρυα, ἐνῶ τά βρέφη καί τά πιό μικρά παιδιά τά σκότωναν μέ βάναυσο τρόπο καθώς, ἀφοῦ ἔβαζαν στό στόμα τούς βαμβάκι τά πότιζαν μέ βενζίνη καί στή συνέχεια ἔβαζαν φωτιά μέ ἀποτέλεσμα νά πεθαίνουν ἀπό ἀσφυξία.

Ἡ σφαγὴ τοῦ Κομμένου Άρτας εἶναι ἰσοδύναμη μὲ αὐτὴ τῶν Καλαβρύτων καὶ τοῦ Διστόμου. Ὁ ἀείμνηστος γυμνασιάρχης Στέφανος Παππᾶς, νεαρὸς τότε ἐπέζησε τῆς σφαγῆς καὶ ἔγραψε βιβλίο μὲ πλήρη περιγραφὴ τῶν γεγονότων. Ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο του εἶναι τὸ εξής:

«Οἱ πρῶτοι προστρέξαντες μετὰ τὴν ανθρωποσφαγή Γρηγόρης Κολιοκώτσης καὶ Ευστάθιος Κολιοκώτσης, εὑρῆκαν τὶς δύο ξαδέρφες των Ἀθηνᾷ καὶ Θεοδοσία νεκρὲς ἀπὸ σφαῖρες πιστολιοῦ καὶ φανερότατα τὰ ἴχνη τοῦ βιασμοῦ. Ἄλλα παραδείγματα μακαβρίου ἐγκληματικότητας εἶναι τὰ δύο μωρὰ τοῦ μακαρίτη Ευστάθιου Κολιοκώτση ἡλικίας 7 μηνῶν, ποὺ εὑρέθηκαν νεκρὰ ἀπὸ ἀσφυξία, γιατί οἱ κακοῦργοι ἐγέμισαν τὰ στόματά των μὲ βαμβάκι βρεγμένο μὲ βενζίνη καὶ κατόπιν τὸ ἄναψαν γιὰ νὰ ἀπολαύσουν ἕνα σαδιστικό πυροτέχνημα. Εὑρέθη ἐπίσης ὁ δεύτερος παππᾶς τοῦ χωριοῦ Ζώης Παππᾶς σκοτωμένος μὲ μαχαίρι καὶ μὲ ἐξωρυγμένους τοὺς ὀφθαλμούς. Ὡς επισφράγισμα τῆς θηριωδίας των ἀνωτέρω ἀναφέρω ἕνα πρωτάκουστο κακούργημα. Ἡ ετοιμογέννητη Παναγιώτα σύζυγος τοῦ Λεωνίδα Τσιμπούκη βρέθηκε νεκρὴ μὲ τὴν κοιλιὰ ξεσχισμένη καὶ τὸ ἔμβρυο νεκρὸ δίπλα της, ὅπως βεβαιώνει ὁ αὐτόπτης μάρτυρας Θεόδωρος Σταμάτης …».

Η οικογένεια του Θεόδωρου Μάλλιου. Στη φωτογραφία εικονίζεται ο ίδιος με τη γυναίκα του και τα εννιά παιδιά τους. Η αιματοβαμμένη νύφη είναι η Αλεξάνδρα, στο κέντρο στην πάνω σειρά.  Μόνο δύο παιδιά της οικογένειας επέζησαν του Ολοκαυτώματος, αυτά που κρατάει από τους ώμους ο πατέρας τους

Δέν σεβάστηκαν καν τήν ὀμορφότερη μέρα τῆς ζωῆς ἑνός νιόπαντρου ζευγαριοῦ πού ἀπό τά δεσμά τοῦ γάμου ξαφνικά βρέθηκαν στά δεσμά τοῦ Κάτω Κόσμου. Ἐκείνη τήν ἀποφράδα ἡμέρα ἡ Ἀλεξάνδρα Μάλλιου (νύφη), ὁ Θεοχάρης Καρίνος (γαμπρός) ἀπό τόν Παχυκάλαμο καί 35 καλεσμένοι συγγενεῖς καί φίλοι ἔπεφταν ὅλοι τους νεκροί ἀπό τά πυρά τῶν ἀδίστακτων Γερμανῶν.

Οἱ Γερμανοί ὅμως δέν ἀρκέστηκαν μόνο στούς σκοτωμούς. Συνέχισαν μέ λεηλασίες καί πυρπόληση τοῦ χωριοῦ. Δέν ἄφησαν τίποτε ὄρθιο στό πέρασμά τους. Ὅσοι κάτοικοι προσπάθησαν νά φυγαδευτοῦν μέσα στά σπίτια τούς βρῆκαν καί αὐτοί τραγικό θάνατο καθώς οἱ ἐχθροί δέν ἄφησαν κανένα σπίτι ἀπυρπόλητο.

Ὁ λόγος πού σήμερα ὑπάρχει τό Κομμένο εἶναι ὅτι τότε τό γερμανικό σχέδιο δέν εἶχε 100% ἐπιτυχία καθώς ὑπῆρξαν και ἐλάχιστοι κάτοικοι οἱ ὁποῖοι κατάφεραν τελικά νά σωθοῦν. Ὁ γερμανικός στρατός εἶχε ἀποκλείσει, ὅπως προαναφέραμε, ὅλο το χωριό ἐκτός ἀπό ἕνα σημεῖο, τήν περιοχή «Μηδέν», καθώς ἦταν θαμνώδες καί ἐκεῖ τελείωνε καί τό ἀνάχωμα τοῦ ἀποστραγγιστικοῦ αὔλακα μέ ἀποτέλεσμα τό σημεῖο αὐτό νά μείνει ἀκάλυπτο καθώς οἱ Γερμανοί δέν μποροῦσαν νά περάσουν τά ὀχήματά τους καί ἔτσι κατάφεραν κάποιοι νά σωθοῦν. Ἐκεῖ οἱ κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι τράπηκαν σέ ἄτακτη φυγή, προσπάθησαν νά περάσουν τό ποτάμι μέ κάποιες ψαρόβαρκες πού εἶχαν δεμένες. Καί στήν περίπτωση ὅμως αὐτή τό Κομμένο θρήνησε ἐπιπλέον θύματα καθώς 18 ἄτομα πνίγηκαν στήν προσπάθειά τους νά σωθοῦν, ἀφοῦ κάποιες βάρκες βουλίαζαν ἤ ἀναποδογύριζαν λόγω τοῦ ὑπερβολικοῦ βάρους.

Λένε ὅτι οἱ δολοφόνοι στόν τόπο τοῦ ἐγκλήματος γυρνοῦν καί τό ἀναφέρω αὐτό διότι οἱ Γερμανοί μετά ἀπό 3 μέρες ἐπέστρεψαν στό χωριό μέ μόνο σκοπό νά δώσουν τή χαριστική βολή, νά ἐξοντώσουν καί τούς ἐναπομείναντες. Δέν βρῆκαν ὅμως κανέναν καί ὁ λόγος εἶναι ὅτι οἱ κάτοικοι μετά τά ὅσα ἔζησαν, ὑποψιάστηκαν τήν ἐπιστροφή τους καί γύρισαν στό χωριό τούς μιά ἑβδομάδα μετά.

Ὅταν ἐπέστρεψαν ἀντίκρισαν τραγικές εἰκόνες. Παντοῦ πτώματα, ἀποκεφαλισμένα σώματα, διαμελισμένα κορμιά. Μέχρι καί ὁ παπάς τοῦ χωριοῦ βρέθηκε κατακρεουργημένος μπροστά στήν ἐκκλησία πού πήγαινε πρωί – πρωί νά λειτουργήσει. Παντοῦ ὑπῆρχε αἷμα καί θάνατος καί ὅλα αὐτά τά πτώματα σχεδόν μιά βδομάδα κείτονταν ἄταφα μέσα στούς δρόμους. Πλέον οἱ Κομμιῶτες ἔπρεπε νά ἀσχοληθοῦν μέ τό δύσκολο ἔργο τῆς ἀναγνώρισης τῶν νεκρῶν τους, πράγμα τό ὁποῖο σέ ἀρκετές περιπτώσεις ἦταν ἀδύνατο νά γίνει καθώς ὑπῆρχαν ἀπανθρακωμένα πτώματα, καί στή συνέχεια μέ τήν ταφή τους.

Μέ πρόχειρους τάφους ἔθαβαν ὅπως – ὅπως τούς νεκρούς θρηνώντας τούς γοερά καί γογγύζοντας. Ἀνατριχιαστικές ἦταν οἱ σκηνές ὅταν περισυνέλλεγαν τά διαμελισμένα μέλη καί τά ἔθαβαν καί αὐτά τό ἕνα πάνω στό ἄλλο…

Οι ναζί επικεφαλής αξιωματικοί της επιχείρησης στο Κομμένο, Josef Salminger και Reinhold Klebe. Ο Ζάλμινγκερ σκοτώθηκε την 1/10/1943 σε ενέδρα Ελλήνων ανταρτών στην Κλεισούρα. Ο Κλέμπε δεν δικάστηκε ποτέ για τα εγκλήματά του, ενώ μετά τον πόλεμο ανέλαβε διάφορες κρατικές θέσεις και αξιώματα στην πατρίδα του. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, υπό το βάρος της κατηγορίας για τον καθοριστικό ρόλο του στη σφαγή του Κομμένου, διέφυγε στην Αργεντινή και το διάστημα 1973-1975 διετέλεσε στρατιωτικός σύμβουλος στην Ταϊβάν. Έκτοτε επέστρεψε στη Γερμανία όπου και πέθανε από φυσικά αίτια, στη Βαυαρία, το 1992

Οἱ Γερμανοὶ στρατιῶτες ποὺ διέπραξαν τὸ ἀποτρόπαιο ἔγκλημα ἀνῆκαν ὅλοι στὴν ἐπίλεκτη ὀρεινὴ Μεραρχία «Εντελβάϊς» τῆς Βέρμαχτ. Σκότωσαν κατὰ τὸ φρικιαστικότερο τρόπο 317 Ἕλληνες ἀμάχους στὸ χωριὸ Κομμένο τῆς Άρτας: 97 παιδιὰ μέχρι 15 ἐτῶν, 14 ἡλικιωμένους 67 ἕως 75 ἐτῶν, 119 γυναῖκες 16 ἕως 65 ἐτῶν καὶ 87 ἄνδρες 16 ἕως 65 ἐτῶν. Ἡ «δικαιολογία» γιὰ τὴ σφαγή; Ὅτι στὸ χωριὸ ἐμφανίστηκε τμῆμα ἀνταρτῶν.. Οἱ κάτοικοι τοῦ Κομμένου καί ὅλοι οἱ ἀρτινοί τιμοῦν κάθε χρόνο τέτοια μέρα τους νεκρούς τους μπροστά στό μαρμάρινο μνημεῖο πού ἔφτιαξαν στήν πλατεία τοῦ χωριοῦ ἀμέσως μετά τήν ἀπελευθέρωση τῆς Ἄρτας καί στό ὁποῖο ἔχουν χαράξει τά ὀνόματα τῶν 317 ἡρώων.

Μετὰ ἀπὸ χρόνια ἕνας γερμανὸς ἐρευνητὴς ὁ Χέρμαν Φρανκ Μάγερ (1940-2009), γιὸς ἀξιωματικοῦ τῆς ἐπιμελητείας τῆς Βέρμαχτ ποὺ αἰχμαλωτίσθηκε ἀπὸ τοὺς ἀντάρτες καὶ ἐκτελέσθηκε, ψάχνοντας τὰ ἴχνη τοῦ πατέρα του, βρέθηκε μπροστὰ σὲ συγκλονιστικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴ δολοφονικὴ δράση τῶν ἐπίλεκτων μονάδων τῶν ναζὶ στὴν Ἑλλάδα. Μετὰ ἀπὸ ἔρευνα δεκαετιῶν στὰ γερμανικὰ ἀρχεῖα ἔγραψε δύο βιβλία . Τὸ πρῶτο, μὲ τίτλο «Ἀπὸ τὴ Βιέννη στὰ Καλάβρυτα. Τὰ αἱματηρὰ ἴχνη τῆς 117ης Μεραρχίας Καταδρομῶν στὴ Σερβία καὶ τὴν Ἑλλάδα», ἀναφέρεται στὴ σφαγὴ στὰ Καλάβρυτα. Στὸ δεύτερο, μὲ τίτλο « Αιματοβαμένο εντελβάϊς-1η Ὀρεινὴ Μεραρχία, τὸ 22ο Ὀρεινὸ Σῶμα Στρατοῦ καὶ ἡ ἐγκληματικὴ δράση τους στὴν Ἑλλάδα 1943-1944» (σ.σ. τὸ αλπικό λουλούδι ἦταν τὸ διακριτικὸ σῆμα τῶν ἀνδρῶν τῆς Μεραρχίας στοὺς σκούφους καὶ τὰ μανίκια τῆς στολῆς τους), ὁ συγγραφέας μίλησε μὲ ἐπιζῶντες τῆς Μεραρχίας οἱ ὁποῖοι παρὰ τὶς προσπάθειές τους νὰ συσκοτίσουν τὰ γεγονότα εἶναι ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτικοὶ γιὰ τὴν ἀγριότητα τῶν δυνάμεων κατοχῆς καὶ τὸ βάρος τοῦ ἐγκλήματος στὸ Κομμένο.

«Εἶναι σὰν νὰ σὰν νὰ κόβεις χόρτα…»

Νὰ τί εἶπαν στὸ Μάγερ οἱ βετερᾶνοι τῆς Μεραρχίας: «Ἤδη ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς ἐπιχείρησης συζητοῦνταν σὲ ὁλόκληρο τὸ στρατόπεδο ὅτι κάποιος ἀξιωματικὸς τῆς μονάδας εἶχε δεχτεῖ πυρὰ στὸ χωριό, ἀλλὰ εἶχε καταφέρει νὰ διαφύγει. Ἀμέσως ἀφότου κατεβήκαμε ἀπὸ τὸ φορτηγὸ συγκεντρωθήκαμε καὶ κάποιος ἀξιωματικὸς τῆς μονάδας μας ἔδωσε τὴ διαταγὴ πὼς σέ αὐτὴ τὴν ἐπιχείρηση ἀντιποίνων δὲν ἔπρεπε κανένας Ἕλληνας νὰ ἐγκαταλείψει τὸ χωριὸ ζωντανός. Ὁ ἀξιωματικός μας εἶπε χαρακτηριστικά: “νὰ θερίσουμε τοὺς πάντες”» (Στρατιώτης Όττο Γκόλντμαν 18 χρονῶν τότε, ἀπὸ τὴ Βιέννη).

«Ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν κατοίκων δὲν ὑπῆρξε καμία ἀντίσταση. Οὔτε ἕνας πυροβολισμὸς δὲν ἔπεσε πρὸς τὸ μέρος μας καὶ δὲν εἴχαμε τραυματίες. Θυμᾶμαι ἀκόμη ἀκριβῶς ὅτι προσπάθησα νὰ σώσω τέσσερα παιδάκια περίπου 3 ἕως 5 ἐτῶν. Τὰ ἔκρυψα κάτω ἀπὸ μιὰ κουβέρτα. Δὲν ξέρω ἂν τελικὰ ἀνακαλύφθηκαν ἀργότερα καὶ ἐκτελέστηκαν» (Δεκανέας Καρλ Ντεφρέγκερ).

«Οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ διαφύγουν ἐκτελοῦνταν. Τὸ ἴδιο ἴσχυε καὶ γιὰ ὅσους κρύβονταν μέσα στὰ σπίτια. Ρίχναμε χειροβομβίδες μέσα στὰ σπίτια καὶ μετὰ πυροβολούσαμε μὲ καραμπῖνες καὶ αὐτόματα ὅπλα μέσα ἀπὸ κλειδαμπαρωμένες πόρτες. Ἡ ἐπίθεση κράτησε ἀρκετὲς ὧρες. Πολλὰ πτώματα κάηκαν μέσα στὰ σπίτια καὶ ἡ δυσοσμία ἦταν ἀφόρητη» (Στρατιώτης Γιόζεφ Ρήντλ).

«Στὴν πλατειούλα ὁ ἀνθυπολοχαγὸς διέταξε νὰ ἐκτελεστεῖ αὐτὴ ἡ ὁμάδα ἀνθρώπων (σ.σ. μέλη, συγενείς καὶ φίλοι τῆς οἰκογένειας Μάλλιου ποὺ βρέθηκαν στὸ χωριὸ γιὰ τὸ γάμο, τὴν προηγούμενη, τῆς κόρης τῆς οἰκογένειας). Ὁ Τσίγκλερ ἔστησε τὸ πολυβόλο σὲ ἀπόσταση 10-15 μέτρων. Στὸ πολυβόλο ὑπῆρχαν ἤδη σφαῖρες, ἔτσι ὁ Τσίγκλερ ἄνοιξε ἀμέσως πῦρ, ἔριξε μιὰ σειρὰ ριπῶν καὶ θέρισε τὸν κόσμο. Κανένας δὲν ἔμεινε ζωντανός. Τὰ πτώματα ἀφέθηκαν ἐκεῖ ὅπου ἔτυχε νὰ πέσουν» (Ότο Γκόλνμαν).

«Εἶναι σὰν νὰ κόβεις χόρτα. Γίνεται πολὺ γρήγορα. Μετὰ ἡσυχία. Καμία κραυγή, καμία ἀναστάτωση. Μετὰ ἡσυχάζεις… Βλέπω ἀκόμη καὶ σήμερα τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ στήθηκαν μπροστὰ στὸν τοῖχο, πὼς ἄρχισαν νὰ οὐρλιάζουν προσπαθῶντας νὰ κρυφτοῦν πίσω ἀπὸ τὰ τελάρα. Ἤμουν τόσο ταραγμένος ποὺ θὰ ἀναγκαζόμουν νὰ πυροβολήσω γυναικόπαιδα» (Υποδεκανέας Άντον Τσίγκλερ ἀπαντῶντας σὲ ἐρώτηση πὼς αἰσθανόταν μετὰ τὴ σφαγή).

Ἀσελγοῦσαν στὰ πτώματα

«Εἶδα τὰ πτώματα τῶν πυροβολημένων νὰ κείτονται στὸ χῶμα. Ἦταν ὅλοι νεκροὶ δὲν χωράει καμία ἀμφιβολία. Κάτι ποὺ μ’ ἔκανε πραγματικὰ νὰ ἀηδιάσω ἦταν πὼς ὁρισμένοι ἀσελγοῦσαν πάνω στὰ πτώματα. Εἶδα ὁ ἴδιος στρατιῶτες νὰ χώνουν μπουκάλια μπύρας στὰ αἰδοῖα τῶν νεκρῶν γυναικῶν. Νομίζω πὼς εἶδα καὶ πτώματα μὲ βγαλμένα μάτια» (Άουγκουστ Ζάιτνερ). Ὁ ἴδιος ἀπαντῶντας στὴν ἐρώτηση ἂν οἱ συνάδελφοί του τοποθετοῦσαν στὸ στόμα βρεφῶν βαμβάκι ποτισμένο μὲ βενζίνη καὶ τὰ ἔκαιγαν εἶπε: «Εἶδα πράγματι παιδιᾷ νεκρᾷ τὰ ὁποῖα ἔφεραν στὸ πρόσωπο γύρω ἀπό τὴν περιοχὴ τοῦ στόματος φρικτὰ ἐγκαύματα. Δὲν γνωρίζω ὅμως ἐὰν αὐτὸ συνέβη ἐνόσῳ τὰ παιδιὰ ζοῦσαν ἀκόμη, ἢ ἐὰν κακοποιήθηκαν τὰ πτώματά τους».

«Εἶδα νεκρὰ μωρὰ καρφωμένα στὶς πόρτες ἀχυρώνων» (Ούγκο Τούρρι, Ἰταλός, τότε ἐπιλοχίας στὴν ἰταλικὴ Ὑπηρεσία Στρατιωτικῶν Πληροφοριῶν τῆς μεραρχίας «Μοδένα», ποὺ ἕδρευε στὴν Άρτα. Βρέθηκε στὸ Κομμένο μία μέρα μετὰ τὴ σφαγή).

«Μετὰ μᾶς εἶπαν πὼς μπορούσαμε νὰ πάρουμε μαζί μας λάφυρα. Οἱ στρατιῶτες ὅμως ἦταν τόσο ἐξαντλημένοι, ποὺ δὲν ἄγγιξαν σχεδὸν τίποτα ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ βρίσκονταν ὁλόγυρα. Μόνο οἱ ἀξιωματικοὶ φόρτωσαν στὰ φορτηγὰ λαφυραγωγημένα χαλιὰ καὶ ἄλλα ἀντικείμενα ἀξίας» (Φραντς Τόμασιτς αὐστριακός, 19 ἐτῶν τότε).

Μετὰ τὴ σφαγὴ ἦρθε ἡ ὥρα καὶ τοῦ γλεντιοῦ. Ὁ Άουγκουστ Ζάιτνερ κατέθεσε στὶς ἀνακρίσεις ποὺ ἔγιναν μεταπολεμικά: «Θὰ ἤθελα νὰ συμπληρώσω κάτι ἀκόμα ποὺ ρίχνει ἕνα χαρακτηριστικὸ φῶς στὴν ὅλη ὑπόθεση. Μετὰ τὸ τέλος τῆς ἐπιχείρησης ἔγινε μεθοκόπι στὸ στρατόπεδο. Στὸ χωριὸ εἶχαν λαφυραγωγηθεῖ τρόφιμα καὶ κρασί. Αὐτὸ τὸ κρασὶ τὸ ήπιανε μέχρι τὸν πάτο, καὶ μερικοὶ συνάδελφοι ἦρθαν στὸ κέφι».

Ἡ ἐπιβράβευση

Ἕντεκα χρόνια μετὰ τὴ λήξη τοῦ πολέμου στὴν τότε Δυτικὴ Γερμανία ανασυστάθηκε ἡ «Εντελβάις» μὲ τὸ ἴδιο διακριτικὸ ὡς ἐπίλεκτη μονάδα τῆς Μπόυντεσβερ, τοῦ στρατοῦ τῆς Ο.Δ. Γερμανίας. Ἡ μονάδα στελεχώθηκε ἀπὸ πρώην ἀξιωματικοὺς τῆς χιτλερικῆς Μεραρχίας καὶ 1.000 «παλαιμάχους» ποὺ εἶχαν πάρει μέρος στὶς σφαγὲς στὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Σερβία. Μάλιστα ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ὁ Καρλ Βίλχελμ Τίλο ποὺ ἔγινε διοικητὴς τῆς Μεραρχίας, ἔφτασε μέχρι τὸ βαθμὸ τοῦ ἀντιστρατήγου καὶ αποστρατεύθηκε ὡς ἀναπληρωτὴς ἐπιθεωρητὴς τῆς Μπούντεσβερ, συμμετεῖχε στὸ ἐπιτελεῖο τῆς μονάδας ποὺ ἔκανε τὴ σφαγὴ στὸ Κομμένο, ἦταν ὁ εἰσηγητὴς καὶ ὀργανωτὴς τῆς ἐπιχείρησης καὶ κατηγορήθηκε γιὰ ἐγκλήματα πολέμου στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ Μαυροβούνιο.

Ἕνα ἀκόμη ἔγκλημα τῶν ναζὶ στὴν Ἑλλάδα, χωρὶς τιμωρία!

Το Αρχείο της ΕΡΤ, τιμώντας την επέτειο μνήμης της σφαγής στο Κομμένο, ψηφιοποίησε και παρουσιάζει την εκπομπή «Εδώ και σήμερα – Κάψτε το χωριό Κομμένο», στον ακόλουθο σύνδεσμο: https://www.ert.gr/ert-arxeio/i-sfagi-sto-kommeno-tis-artas-16-avgoustou-1943-2/

Πηγή: enromiosini.gr, alfavita.gr, protothema.gr, de.wikipedia.org, tovima.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s