Μέγας Βασίλειος – Λόγοι, νομικά και έργα

Ο Μέγας Βασίλειος ανήκει στους μεγάλους άνδρες της ιστορίας. Έζησε σε μια εποχή που ο παλιός ειδωλολατρικός κόσμος έδυε οριστικά και ένας νέος κόσμος, ο χριστιανικός ανέτειλε. Μαζί με τους άλλους μεγάλους Πατέρες του 4ου αιώνα, υπήρξε ένας από τους φορείς αυτού του νέου κόσμου και συνέβαλε καθοριστικά στην μετάβαση στην νέα πραγματικότητα. Αξιολόγησε με θαυμαστό τρόπο τα θετικά στοιχεία του αρχαίου κόσμου, τα οποία ενέταξε στη νέα πίστη και στον νέο αναδυόμενο χριστιανικό πολιτισμό. Χρησιμοποίησε με καταπληκτική δεξιότητα την αρχαιοελληνική φιλοσοφική σκέψη, τα νομοκανονικά διδάγματα της επιστήμης του δικαίου και τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας, μέσω των οποίων εξέφρασε τις αιώνιες και σώζουσες αλήθειες της Θείας Αποκαλύψεως. Υπήρξε ο κατ’ εξοχήν θεοφόρος Πατέρας της Εκκλησίας, ο οποίος κατέστησε την χριστιανική πίστη τρόπο ζωής και πολιτείας και τους πιστούς αληθινό «βασίλειον ιεράτευμα», όπως ψάλλουμε στο απολυτίκιο της εορτής του.

Μήνυμα του Αγίου Βασιλείου για τα Χριστούγεννα

Σύναξις της Υπεραγίας Θεοτόκου (26 Δεκεμβρίου)

Ο Μέγας Βασίλειος θαυμάζοντας το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού, θέτει στο στόμα της Παναγίας τα ακόλουθα λόγια: «Πώς να Σε ονομάσω εγώ, θαυμαστό μου βρέφος; Τι θνητό όνομα να δώσω στον καρπό του Αγίου Πνεύματος; Να Σου προσφέρω θυμίαμα ή γάλα;». «Έχεις ανάγκη από τις μητρικές μου φροντίδες, ή να πέσω στα πόδια Σου και να Σε λατρεύω; Τι ανεξήγητη αντίθεση; O ουρανός είναι ο θρόνος Σου κι εγώ σε τοποθέτησα στα γόνατά μου. Σε βλέπω στην γη κι όμως δεν άφησες τον ουρανό. O ουρανός είναι εκεί, όπου ευρίσκεσαι Εσύ».

Την απορία και την έκπληξη της Παναγίας συμμερίζεται και άγιος Βασίλειος. Και προσπαθώντας να βρει το μυστικό που πέτυχε την ένωση τόσο αντιθέτων πραγμάτων, καταλήγει ότι είναι η ταπείνωση! Από ταπείνωση ο Θεός έγινε άνθρωπος! Από την ταπείνωσή Του η γη έγινε ουρανός! Δεν ανέβηκε ο άνθρωπος στον ουρανό. Κατέβηκε ο Θεός στην γη. Και έτσι μας έμαθε έμπρακτα, πως μπορεί η γη, από τόπος εξορίας να γίνει παράδεισος. Από ζούγκλα, να γίνει Βασιλεία του Θεού. Γι’ αυτό και οι πρώτοι, που αξιώθηκαν να Τον προσκυνήσουν, ήταν οι ταπεινοί ποιμένες. Και οι γεμάτοι ταπεινό και ειλικρινές φρόνημα αναζήτησης της αλήθειας, «μάγοι εξ ανατολών».

Αυτή η αρετή της Ταπείνωσης είναι το μεγάλο μήνυμα της εορτής των Χριστουγέννων. Μόνον ο άνθρωπος που καλλιεργεί και αγαπάει αυτή την αρετή, μπορεί κάπως να νιώσει, τι έγινε εκείνη την παγωμένη νύχτα του Δεκέμβρη στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Και μόνο με αυτή την αρετή, μπορεί να αξιωθεί να δεχθεί στην καρδιά του τον Νεογέννητο Βασιλέα και Σωτήρα Χριστό.

Μέγας Βασίλειος, Λόγος «περί ταπεινοφροσύνης»

Πώς λοιπόν, αφού απαλλαγούμεν από τον καταστρεπτικόν όγκον της υπερηφανείας, θα φθάσωμεν εις την σωτήριον ταπεινοφροσύνη; Εάν ασκούμεθα εις αυτήν με όλα τα μέσα και δεν παραμελούμεν τίποτε με την ιδέαν ότι παρά ταύτα δεν θα βλαβούμεν. Διότι η ψυχή ομοιώνεται προς αυτά που σπουδάζει και λαμβάνει τον τύπον αυτών που πράττει και συμμορφώνεται προς αυτά.

Ας είναι εις σε και η εμφάνισις και το ένδυμα και το περπάτημα και το κάθισμα και η δίαιτα και η ετοιμασία του κρεβατιού και το σπίτι και τα οικιακά σκεύη, όλα εξησκημένα προς την ταπείνωσιν. Ακόμη και ο λόγος και το άσμα και η συναστροφή με τον πλησίον και αυτά να αποβλέπουν προς την ταπεινοφροσύνην μάλλον παρά προς την υπερηφάνειαν.

Να μη, παρακαλώ, κάμνης λόγους σοφιστικούς, μήτε να ψάλλης με υπερβολικά γλυκείαν φωνήν, μήτε να διαλέγεσαι υπερήφανα και αλαζονικά, αλλά εις όλα να περικόπτης από το μέγεθος. Να είσαι καλός προς τον φίλον, μαλακός εις τον υπηρέτην, ανεξίκακος προς τους θρασείς, φιλάνθρωπος προς τους πτωχούς.

Να παρηγορής τους πάσχοντας, να επισκέπτεσαι αυτούς που ευρίσκονται εις θλίψιν· να μη περιφρονής κανένα ποτέ. Να είσαι γλυκύς εις τας συνομιλίας, φαιδρός εις τας απαντήσεις, πρόθυμος, ευκοπλησίαστος εις όλους.

Να μην κάμνης εγκώμια του εαυτού σου, ούτε να παρακινής άλλους να λέγουν· να μη δέχεσαι απρεπή λόγια και να σκεπάζης όσα είναι δυνατόν από τα προτερήματά σου. Να κατηγορής τον εαυτόν σου διά τα αμαρτήματα και να μη περιμένεις τους ελέγχους των άλλων, διά να γίνης όμοιος προς τον δίκαιον ο οποίος πρώτος αυτός κατηγορεί τον εαυτό του, διά να ομοιάσης τον Ιώβ, ο οποίος δεν απέφυγε το πλήθος των ανθρώπων της πόλεως, προκειμένου να εξομολογηθή εις αυτούς το αμάρτημά του.

Να μην είσαι αυστηρός εις τας επιτιμήσεις και να ελέγχης γρήγορα και με εμπάθειαν (διότι αυτό είναι αυθάδεια)· μήτε να καταδικάζης τον άλλο διά μικρά σφάλματα, ωσάν ο ίδιος να είσαι ακριβοδίκαιος.

Να περιμαζεύης αυτούς που πέφτουν εις παραπτώματα και να τους διορθώνης πνευματικά, όπως συμβουλεύη και ο απόστολος, λέγων· «να προσέχης τον εαυτόν σου μήπως και συ πέσης εις πειρασμόν».

* Από το βιβλίο «Μεγάλου Βασιλείου Έργα», τόμ. 6, σειρά: «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας», εκδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς.

Ο Άγιος Βασίλειος της Ορθοδοξίας
Το φιλανθρωπικό – κοινωνικό έργο και η στάση του απέναντι στους απλήστους πλουσίους

Ιωάννης Ελ. Σιδηράς, Θεολόγος, Εκκλησιαστικός Ιστορικός, Νομικός

Ο Άγιος και Μέγας Ιεράρχης της Εκκλησίας μας, ο ουρανοφάντωρ Βασίλειος, υπήρξε όντως μέγας και ως προς την αρετή, την γνώση, την σοφία, την θεολογία, την ασκητικότητά του, την ανυποχώρητη υπεράσπιση των δογμάτων της Εκκλησίας και το ανδρείο φρόνημά του. Μέγας όμως υπήρξε ως επίσκοπος και ποιμήν ο Βασίλειος και ως προς την φιλανθρωπία και την εν γένει κοινωνική δράση και ευποιΐα που προσέφερε στο πλήρωμα της Εκκλησίας. Ο τόσο όμως ισχυρός, σκληραγωγημένος και ασκητικός Μ. Βασίλειος έφερε μέσα στο στήθος του μία καρδιά γεμάτη από αγάπη, ευσπλαχνία και ευαισθησία για τους ανθρώπους του πόνου και της ανάγκης. Διέθετε δε μία ανεξάντλητη διάθεση να υπηρετεί, να ανακουφίζει και να συμπαρίσταται με όλες του τις δυνάμεις στους θλιβομένους και υποφέροντας αδελφούς του.

Στην εποχή του δεν υπήρχε ούτε κοινωνική πρόνοια, ούτε κοινωνικές ασφαλίσεις, ούτε παροχή κοινωνικών – φιλανθρωπικών υπηρεσιών σε ειδικά κρατικά ιδρύματα για τους ανθρώπους που είχαν ανάγκες. Από την άλλη οι πτωχοί και πάσχοντες ήταν πολλοί, ενώ και η απόσταση που χώριζε το βιοτικό επίπεδο των πτωχών τάξεων από τους πλουσίους ήταν τεράστια. Ο Μ. Βασίλειος ανήκε σε πλούσια οικογένεια και η περιουσία του (η νόμιμη μοίρα του) ήταν μεγάλης οικονομικής αξίας. Όταν λοιπόν χειροτονήθηκε, το έτος 360, διέθεσε υπέρ των πτωχών το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του, που είχε από την κληρονομιά του πατρός του. Όταν αργότερα, το έτος 368, ενέσκηψε μέγας λιμός στην Καππαδοκία, λόγω παρατεταμένης ανομβρίας και έλειψαν τα αναγκαία τρόφιμα και αγαθά, ο Ιερός Πατήρ διάθεσε και την υπόλοιπη περιουσία του δια την ανακούφιση των πτωχών και πεινόντων. Οργάνωσε στην πόλη και στα χωριά συσσίτια και τράπεζες αγάπης για να σώσει τον λαό του Θεού από τον εκ πείνης θάνατο.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο αδελφός του Μ. Βασιλείου ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, στον «Επιτάφιον Λόγον» αυτού προς τον αδελφό του, «όταν κάποτε χαλεπός και δυσβάσταχτος λιμός ενέσκηψε στην πόλη της Καισάρειας και σε ολόκληρη την Καππαδοκία, εκείνος (εννοεί τον αδελφό του Βασίλειο) προσέφερε όλη την περιουσία του για την αγορά τροφίμων και φαρμάκων. Καθ’ όλη δε την διάρκεια του λιμού εκείνος έτρεφε τους πάντες και κυρίως την νεολαία που προήρχετο από κάθε δήμο και πόλη, ακόμη και του εφήβους και τα νήπια και τους γέροντες των Ιουδαίων. Ω μεγαλείο αγάπης και μακροθυμίας».

Τότε ήταν που ο Μ. Βασίλειος με παρρησία εκφώνησε δημόσια τους δύο περίφημους λόγους του, «Προς τους πλουτούντας» και τον «Εν λιμώ και αυχμώ», με τους οποίους κατεδίκασε διά σκληράς και οξυτάτης γλώσσης τους άφρονες πλουσίους της επισκοπής του, επειδή αλύπητα, άπληστα, απάνθρωπα και σκληρόκαρδα έκρυβαν τα τρόφιμα και τα χρήματά τους για να μην βοηθήσουν τον λαό που πέθαινε έξω από τις θύρες των σπιτιών τους.

Την μεγάλη συμβολή του αγίου Πατρός στην αντιμετώπιση του λιμού του 368 υπογραμμίζει και ο εθνικός μας ιστορικός Κωνστ. Παπαρηγόπουλος: «Επειδή ο Μ. Βασίλειος ήταν ισχυρός κατά την σύνεση, την επιστήμη και την διαλεκτική τέχνη, απέβη παντοδύναμος ιδιαίτερα δια των αγαθοεργιών και της ευποιΐας αυτού … Κατά τον μέγαν λιμόν της Καππαδοκίας εθυσίασε πάσαν την υπολειπόμενην περιουσίαν αυτού και προσέφερε αυτήν, χωρίς καμία διάκριση δόγματος, εξ ίσου ενισχύοντας αρειανούς, Ιουδαίους και ειδωλολάτρες» (Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμ. Β’, σελ. 543)…

Ως επίσκοπος Καισαρείας ο Μέγας Βασίλειος έκτισε με δικά του χρήματα σύμπλεγμα φιλανθρωπικών και ευαγών ιδρυμάτων, το οποίο ονομάστηκε προς τιμήν του «Βασιλειάς». Το κτηριακό αυτό σύμπλεγμα περιελάμβανε πρωχοτροφεία (πτωχοκομεία), κινητά «λαϊκά συσσίτια», ορφανοτροφεία, γηροκομεία, ξενοδοχεία, νοσοκομεία και φαρμακεία τόσο στην Καισάρεια, όσο και στην υπόλοιπη επαρχία της Καππαδοκίας. Με την φροντίδα της λειτουργίας των ιδρυμάτων αυτών είχαν επιφορτιστεί οι μοναχοί του υπό την εμπνευσμένη καθοδήγησή του. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος υπήρξε ο πλέον αγαπητός φίλος του Μ. Βασιλείου, γράφει ότι «τόση ήταν η αγάπη του αγίου πατρός (του Μ. Βασιλείου), τόση η στοργή και η τρυφερότης αυτού προς τους ασθενείς, ώστε να καταδέχεται και να ασπάζεται τους άσημους (= ασήμαντους) πτωχούς. Και ποιος μπορεί να ερμηνεύσει τα συναισθήματα των αρρώστων εκείνων, όταν έσκυβε επάνω στο κρεβάτι τους ο Άγιος Ιεράρχης και έδιδε τον ασπασμόν της αγάπης ακόμη και σ’ εκείνους τους λεπρούς και φυματικούς».

Το πόσο γνωστό ήταν το κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο του Μ. Βασιλείου, αποδεικνύεται και από το εξής περιστατικό: Τότε, στην περίοδο που άρχισε να λειτουργεί η «Βασιλειάδα», διάφοροι παράγοντες κατέβαλλαν προσπάθειες να ερεθίσουν τον θυμό του αυτοκράτορος Ουάλεντος κατά του Μ. Βασιλείου. Έτσι, ετοίμασαν διάταγμα εξορίας για τον άγιο Ιεράρχη και το υπέβαλαν στον αυτοκράτορα να το υπογράψει. Ενώ όμως ετοιμάζετο να το υπογράψει, είδε το χέρι του να τρέμει και να τον συγκρατεί από το αδίκημα. Τότε αντί της εξορίας απεφάσισε και του εχορήγησε γενναία οικονομική ενίσχυση για την αδιάκοπτη και απρόσκοπτη λειτουργία των φιλανθρωπικών και ευαγών ιδρυμάτων του, τα οποία εθαύμαζε και θεωρούσε ως πρότυπο για την κοινωνική και φιλανθρωπική πολιτική του κράτους, που την εποχή εκείνη ήταν παντελώς ανύπαρκτη.

Η τιμία κάρα του Μ. Βασιλείου, αφιέρωμα του αυτοκράτορα Νικ. Φωκά, στην Ι.Μ. Μεγ. Λαύρας Αγίου Όρους

Το υπό ευρεία έννοια φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο του Μ. Βασιλείου φαίνεται επίσης και από τις πολυάριθμες επιστολές που έγραφε προς διάφορα πρόσωπα για να τα στηρίξει και να τα παρηγορήσει σε διάφορες θλιβερές περιστάσεις της ζωής τους. Είναι οι γνωστές «παραμυθητικές – παρηγορητικές» επιστολές του. Εύρισκε ακόμη χρόνο, ο άγιος ιεράρχης, να γράφει επιστολές και προς τους ισχυρούς κρατικούς υπαλλήλους για να ζητήσει την συμπαράστασή τους υπέρ ατόμων και οικογενειών που κινδύνευαν από κάποιο άδικο κρατικό μέτρο, από υπερβολική και δυσβάσταχτη φορολογία, από συκοφαντίες κ.λπ. Για όλα τα παραπάνω ο Κων/νος Παπαρηγόπουλος γράφει χαρακτηριστικά: «Ο Μ. Βασίλειος υπήρξεν ο αληθής, του Ευαγγελίου Επίσκοπος, ο πατήρ του λαού, ο φίλος των δυστυχών, αδιάσειστος στην πίστη του, ανεξάντλητος στην ελεημοσύνη … Δεν είχε παρά έναν μόνο χιτώνα και δεν ζούσε παρά μόνο τρεφόμενος με άρτο και ευτελή λάχανα».

Απ’ όλα αυτά αποδεικνύεται περίτρανα ότι ο Μ. Βασίλειος είναι προ πάντων ο Ιεροκήρυξ της ελεημοσύνης, ο οποίος κατενόησε περισσότερο από τον καθένα χαρακτήρα εκείνο της χριστιανικής ευαγγελικής διδασκαλίας, που συνεπάγεται την κοινωνική ισότητα δια της εμπράκτου προς τον πλησίον αγάπης, είτε είναι χριστιανός, είτε οποιασδήποτε άλλης θρησκείας πιστός. Ας δούμε ποια είναι η στάση και οι απόψεις του Μ. Βασιλείου για τον πλούτο και την χρήση του από του άπληστους και άφρονες πλουσίους.

Ο Άγ. Βασίλειος και η Αγ. Αικατερίνη με την ιερά λάρνακα του Αγ. Σπυρίδωνος (veliotis.wordpress.com)

Ο Μ. Βασίλειος είναι ιδιαίτερα σκληρός και αυστηρός απέναντι των πλουσίων και γι’ αυτό στον λόγο του «Προς τους πλουτώντας» γράφει χαρακτηριστικά: «Όσον λοιπόν, ω πλούσιε, υπερέχεις κατά τον πλούτο, τόσον υστερείς κατά την αγάπη. Διότι προ πολλού θα είχες σκεφθεί να απομακρύνεις τα χρήματα, εάν είχες αγαπήσει τον πλησίον. Τώρα όμως τα χρήματα είναι συνδεδεμένα μαζί σου περισσότερο από τα μέλη του σώματός σου και ο χωρισμός από αυτά σε λυπεί, σαν τον ακρωτηριασμό των χρησιμότερων μελών του σώματος σου … Γνωρίζω ότι πολλοί νηστεύουν, προσεύχονται, στενάζουν και φανερώνουν όλη την ανέξοδη ευλάβειά τους, αλλά δεν αφήνουν ούτε έναν οβολό, ούτε μία δραχμή υπέρ εκείνων που πονούν, πεινούν και θλίβονται. Ποιο άραγε είναι το όφελός τους από τις προσευχές και τις άλλες αρετές τους; Αυτοί οι ίδιοι είναι σκλάβοι και αλυσοδεμένοι με τις χρυσές αλυσίδες του χρυσού και του πλούτου τους. Διότι δεν τους δέχεται η Βασιλεία των Ουρανών, αφού «εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ εἰσελθεῖν» (Ματθ. ιθ’, 24) (είναι ευκολώτερο να περάσει το καραβόσχοινο από την τρύπα μίας βελόνας, παρά να εισέλθει ένας πλούσιος στην βασιλεία των ουρανών). Τι θα αποκριθείς στον δίκαιο κριτή σου, εσύ που ενδύεις τους τοίχους και δεν ενδύεις άνθρωπο; Που στολίζεις τα άλογά σου αλλά περιφρονείς τον αδελφό σου που είναι γυμνός; Που καταμουχλιάζεις το σιτάρι και δεν τρέφεις αυτούς που πεινούν μέχρι θανάτου; Που παραχώνεις τον χρυσό και τον άργυρο και καταφρονείς τους καταπιεσμένους και τους κατατρεγμένους; … Αγαπάς το χρυσάφι και χαίρεσαι να είσαι δεμένος και σκλάβος με χειροπέδες, μόνον και μόνον επειδή είναι χρυσές. Να είσαι μεγαλόψυχος, όχι ψυχικά κούφιος και άκαρδος. Διότι όταν εισέλθω στο σπίτι ανδρός ξιπασμένου και νεόπλουτου και το δω να είναι στολισμένο με ποικίλα άνθη, ξέρω πολύ καλά ότι αυτός τίποτε από τα βλεπόμενα δεν έχει, ούτε κατέχει πολυτιμότερο, αλλά καλλωπίζει τα άψυχα και έχει παντελώς γυμνή και αστόλιστη την ψυχή του. Για πες μου, ποια είναι η χρησιμότητα που σου παρέχουν τα αργυρένια κρεβάτια και τα αργυρένια τραπέζια, τα ελεφάντινα καθίσματα και τα ελεφάντινα αμάξια, ώστε ο πλούτος εξ αιτίας αυτών των άσκοπων στολισμών να μην πηγαίνει στους πτωχούς, παρ’ όλο που αναρίθμητοι πτωχοί στέκονται έξω από την πόρτα σου και βγάζουν κάθε είδους λυπητερές και απελπισμένες φωνές … Ο πλεονέκτης είναι κακός γείτονας στην πόλη, κακός και στην εξοχή. Η θάλασσα γνωρίζει τα σύνορά της και η νύχτα δεν παραβιάζει την παλαιά οροθεσία. Ο πλεονέκτης όμως δεν σέβεται τον χρόνο, δεν γνωρίζει σύνορα, δεν ανέχεται την σειρά της διαδοχής, αλλά μιμείται την ορμητικότητα της φωτιάς. Όλα τα αρπάζει και σε όλα εξαπλώνεται … Τίποτα δεν αντιστέκεται στην δύναμη του πλουσίου. Όλα υποκύπτουν στην τυραννία, όλα από φόβο προσκυνούν στην καταδυνάστευση … Τι λοιπόν θα συμβεί ύστερα από όλα αυτά; Δεν σε περιμένουν τρεις πήχεις όλοι – όλοι; Δεν θα είναι αρκετό το βάρος ολίγων πετρών για να φυλαχθεί η δυστυχής σάρκα σου; Για ποιόν κοπιάζεις; Για ποιόν αδικείς; Γιατί με τα χέρια σου μαζεύεις ακαρπία; Δεν θα απαλλαγείς ποτέ από τη μέθη αυτή; Δεν θα συνέλθεις; Δεν θα φέρεις ενώπιον των οφθαλμών σου το μέγα δικαστήριο του Χριστού; Τί θα απολογηθείς όταν θα σε κατηγορούν στον μόνο δίκαιο κριτή σου; Ποιούς συνηγόρους θα πληρώσεις; Ποιούς ψευδομάρτυρες θα φέρεις; Πώς θα ξεγελάσεις τον δικαστή που δεν εξαπατάται; Δεν παρίσταται δικηγόρος εκεί, δεν υπάρχει επιχειρηματολογία που να μπορεί να υποκλέψει την αλήθεια από τον δικαστή. Δεν συνοδεύουν οι κόλακες, ούτε τα χρήματα, ούτε το μέγεθος του αξιώματος».

Ο Μέγας Βασίλειος ως νομικός επιστήμων και κανονολόγος της Εκκλησίας

Ιωάννης Ελ. Σιδηράς, Θεολόγος, Εκκλησιαστικός Ιστορικός, Νομικός

Από τους τρεις φωστήρες Ιεράρχες της Εκκλησίας μας, τον Μέγα Βασίλειο, τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο και τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, εκείνος που περισσότερο ησχολήθη με την νομική επιστήμη και ήσκησε το επάγγελμα του μαχόμενου νομικού – δικηγόρου, στην Καισάρεια, διδάσκοντας παράλληλα και την ρητορική τέχνη, ήταν ο Βασίλειος, πριν βεβαίως εγκαταλείψει τα εγκόσμια και αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον Θεό. Τότε συνέγραψε τρία σημαντικά ασκητικά συγγράμματα, τα οποία τιτλοφορούνται: «όροι κατά πλάτος», «όροι κατ’ επιτομήν» και «όροι Ηθικοί». Στους μεν «όρους κατά πλάτος» πραγματεύεται περί των γενικών προβλημάτων του μοναχικού βίου, του οποίου ως θεμέλιο χαρακτηρίζει την αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον. Στους δε «όρους κατ’ επιτομήν», αναλύονται τα γενικά προβλήματα, αλλά και τα ειδικότερα ζητήματα που αφορούν εν τοις πράγμασιν την ορθοπραξία, την εφαρμογή δηλαδή στην πράξη της ορθοδόξου διδασκαλίας της Εκκλησίας από τους μοναχούς και τις μοναχές. Πρόκειται ουσιαστικά για πρακτικές απαντήσεις, υπό την μορφή συστήματος μοναχικού τρόπου βιώσεως του αγγελομίμητου βίου, που δίδονται για κάθε ειδική περίπτωση. Τέλος, στους «όρους Ηθικούς» περιέχονται κείμενα της Αγίας Γραφής, τα οποία αναφέρονται στον πνευματικό και ηθικό βίο των Χριστιανών».

Ο Μέγας Βασίλειος όμως, πριν από την εισαγωγή του στον Ιερό κλήρο, επειδή όπως προαναφέραμε ήσκησε το επάγγελμα του μαχόμενου δικηγόρου και τους διδασκάλου της ρητορικής τέχνης στην Καισάρεια, συνέγραψε 99 πολύ σημαντικούς κανόνες τους οποίους επεσφράγισε και επικύρωσε δια του Β’ κανόνος αυτής η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος, η οποία συνεκλήθη το 691 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη. Στο παρόν άρθρο θα παραθέσουμε τους σπουδαιότερους από τους 92 κανόνες του Μεγάλου Βασιλείου.

Οι βυζαντινοί ναοί Αγίου Βασιλείου Γέφυρας και Αγίου Βασιλείου της αγοράς στην Άρτα (religiousgreece.gr)

Έτσι, στον Α’ κανόνα ο Ιεράρχης δίδει με μοναδική ακρίβεια, σαφήνεια και περιεκτικότητα τους ορισμούς των μεγάλων «εκκλησιαστικών αδικημάτων», τα οποία είναι αιρέσεις, τα εκκλησιαστικά σχίσματα και οι παρασυναγωγές εντός του εκκλησιαστικού σώματος.

Στη συνέχεια προβαίνει δια του Η’ κανόνος του στην οριοθέτηση και διάκριση του ακούσιου και του εκούσιου φόνου. Με τα σημερινά δεδομένα του ποινικού δικαίου κάνει λόγο για την ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, την ανθρωποκτονία εξ αμελείας, για το σημερινό έγκλημα εκ του αποτελέσματος, για την θανατηφόρο σωματική βλάβη. Η δε αναφορά του στα «εμβρυοκτόνα δηλητήρια» συνδέεται προφανώς με τα αδικήματα της ετεραμβλώσεως και αυταμβλώσεως.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ο Μέγας Βασίλειος, συλλαμβάνει και τη σημερινή θεωρία του «Ενδεχόμενου δόλου» για τον οποίο ορίζει ότι «αν κάποιος προσφέρει σε άλλο πρόσωπο “περίεργον φάρμακον” για να τον ελκύσει σε σαρκικό έρωτα και το άτομο αυτό αποθάνει, τότε ο προσφέρων το φάρμακο, όπως λέγει, είναι υπεύθυνος για τον θάνατο του προσώπου, όπως εκείνος που διαπράττει ανθρωποκτονία εκ προθέσεως με ευθύ δόλο.

Στο Β’ κανόνα του κάνει λόγο για τα αδικήματα της αμβλώσεως, εκτρώσεως, αλλά ακόμη και για την θεωρία της αληθούς συρροής ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κα αμβλώσεως. Στοn Δ’ κανόνα του ασχολείται με τους δίγαμους και τρίγαμους. Ο ίδιος όμως ακολουθεί τους παλαιούς Πατέρες της Εκκλησίας και αποδέχεται μόνο την μονογαμία, ενώ απορρίπτει με κάθε τρόπο τη διγαμία και τριγαμία. Μόνο δε σε ορισμένες περιπτώσεις κατ’ οικονομία δέχεται την διγαμία, μόνο και μόνο, για να μην χαρακτηρισθεί μοιχεία.

Στο Ζ’ κανόνα ο Μέγας Βασίλειος αναφέρεται στις ακόλαστες και ανήθικες σαρκικές πράξεις της «αρσενοκοιτίας» και την «κτηνοβασίας», τις οποίες εξομοιώνει με τον φόνο εκ προθέσεως. Για δε τους εν αγνοία τελέσαντες κάποια από τα ως άνω αδικήματα, λέγει ότι είναι άξιοι συγγνώμης ύστερα όμως από τριάντα έτη ειλικρινούς μετάνοιας. Εν προκειμένω, εμμέσως πλην σαφώς κάνει λόγο για την θεωρία του ποινικού δικαίου περί τις λεγομένης πραγματικής πλάνης.

Στον Θ’ κανόνα του ο νομομαθής Ιεράρχης καταγράφει τους λόγους του διαζυγίου. Ως λόγους διαζυγίου αναγνωρίζει την πορνεία, την μοιχεία, αλλά και την διγαμία, για την οποία αναφέρεται στον ΙΒ’ κανόνα του.

Το ιδιαιτέρως οξύ στις ημέρες μας ζήτημα της τοκογλυφίας απασχολεί και τον Μέγα Βασίλειο, ο οποίος στον ΙΔ’ κανόνα του αναφέρει ότι ο τοκογλύφος μπορεί να γίνει Ιερεύς, εάν το άδικο κέρδος το δώσει στους πτωχούς. Είναι ωσάν να οριοθετεί την έννοια της εξαλείψεως του αξιοποίνου.

Στο ΙΑ’ κανόνα του ασχολείται με το λεπτό ζήτημα του ποινικού μας δικαίου, το οποίο αφορά την δύσκολη διάκριση ανάμεσα στο αδίκημα της θανατηφόρου σωματικής βλάβης και της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως. Τελικώς, ο Μέγας Βασίλειος καταλήγει να υπογραμμίσει ότι το όλο νομικό ζήτημα μπορεί να επιλυθεί επί τη βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, αναλόγως, βέβαια με την κρινομένη περίπτωση.

Κατά τον ΚΑ’ κανόνα ο σεπτός Ιεράρχης ορίζει ότι εάν ένας νυμφευμένος άνδρας αμαρτήσει με άλλη νυμφευμένη γυναίκα, τότε λογίζεται ως πόρνος και τιμωρείται βαρύτερα από έναν ανύπανδρο άνδρα που πορνεύει. Καταλήγει δε στην άποψη αυτή επειδή ο ανύπανδρος αναγκάζεται προς το πορνεύειν λόγω της φυσικής επιθυμίας του, ενώ δεν χωρεί συγκατάβαση στον ύπανδρο επειδή εκείνος έχει παρηγοριά της επιθυμίας του την νόμιμη γυναίκα του.

Πολύ σημαντικός είναι και ο ΚΒ’ κανών του Μεγάλου Βασιλείου, στον οποίο γίνεται λόγος για το αδίκημα της απαγωγής. Ορίζεται δηλαδή ότι τιμωρούνται όλοι όσοι απαγάγουν γυναίκες είτε ελεύθερες, είτε «προμεμνηστευμένες». Κατά κανόνα όμως γίνονται δεκτοί εις μετάνοια εκείνοι που αποδίδουν τις γυναίκες αυτές στους άνδρες ή τους γονείς τους. Αν πάλι οι τελευταίοι επιθυμούν να τις δώσουν στους πρώην απαγωγείς τους, τότε το «συνοικέσιον» θεμελιούται. Στον δε ΚΓ’ κανόνα εισάγεται η απαγόρευση να μην πανδρεύεται κάποιος της αποθανούσας γυναικός του την αδελφή, όπως το ίδιο πρέπει να ισχύει και για την χήρα γυναίκα η οποία δεν πρέπει να πανδρεύεται τον αδελφό του αποθανόντος ανδρός αυτής.

Στον ΛΓ’ κανόνα εμμέσως αναφέρεται στο ποινικό αδίκημα της «Εκθέσεως» σε κίνδυνο ζωής, δια το οποίο φέρει ως παράδειγμα την εγκατάλειψη του βρέφους από την μητέρα του επί της οδού αμέσως μετά την γέννησή του.

Ο ΛΗ’ κανών του Ιεράρχου αναφερόμενος στο αδίκημα της εκούσιας απαγωγής ορίζει ότι οι γυναίκες, που παρά την αντίθετη γνώμη των γονέων τους ακολουθούν τον άνδρα που αγαπούν, θεωρούνται ως πόρνες, ενώ εάν δώσουν την συγκατάθεση τους οι γονείς τους, τότε αναγνωρίζεται ως νόμιμη η έγγαμη συμβίωσή τους.

Ο Μέγας Βασίλειος ως σύγχρονος, θα λέγαμε, ποινικολόγος, κάνει λόγο στον ΜΓ’ κανόνα του για την υπέρβαση των ορίων της άμυνας, την οποία δεν συγχωρεί ως πράξη, όταν είναι δυσανάλογα υπερβολική ως προς την επίθεση που δέχεται ο αμυνόμενος, ο οποίος τιμωρείται με ελαττωμένη ποινή.

Ο ΝΖ’ κανών ορίζει ότι εκείνος που προκαλεί ακούσιο φόνο, πρέπει να απέχει επί 10 έτη από το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Αυτός δε ο κανών πρέπει να τύχει ιδιαιτέρας προσοχής από τους κληρικούς μας που οδηγούν αυτοκίνητο, αφού κινδυνεύουν ανά πάσα ώρα και στιγμή να προκαλέσουν ακούσιο φόνο, οπότε είναι πολύ δύσκολη, βάσει των ιερών κανόνων της Εκκλησίας, η άσκηση των ιερατικών τους καθηκόντων. Παρά ταύτα, ο Μέγας Βασίλειος δέχεται ως ελαφρυντικό την έμπρακτη μετάνοια του προκαλέσαντος τον ακούσιο φόνο.

Επί πνευματικών ακραιφνώς ζητημάτων ο σοφός ιεράρχης ορίζει ότι ο επίορκος πρέπει για 10 έτη, να παραμένει ακοινώνητος. Την ίδια δε ποινή επιβάλλει ο ΞΣΤ’ κανών και στον τυμβωρύχο. Ο δε ΞΖ’ κανών επιλαμβάνεται του ζητήματος της αιμομιξίας μεταξύ των αδελφών, την οποία χαρακτηρίζει απερίφραστα ως έγκλημα. Θεωρεί επίσης ότι «αδελφομιξία» υφίσταται και στην περίπτωση των ετεροθαλών αδελφών. Την ίδια μάλιστα ποινική αντιμετώπιση εφαρμόζει ο ιερός πατήρ και σε εκείνους που έχουν ερωτικές σχέσεις με την μητριά τους.

Ως προς τα λεγόμενα από την νομική επιστήμη «κωλύματα του γάμου», ο Μέγας Βασίλειος ορίζει ότι απαγορεύεται ο γάμος συγγενούς εξ αίματος μέχρι και του δεύτερου βαθμού του ενός των συζύγων και του δεύτερου βαθμού του άλλου συζύγου. Το δε κώλυμα του το υφίσταται και μετά την λύση η ακύρωση του γάμου, αλλά δεν χαρακτηρίζεται ως μοιχεία, εάν τυχόν συμβεί.

Ο Μέγας Βασίλειος στον ΠΑ’ κανόνα ορίζει ότι εκείνοι που αρνήθησαν την εις Χριστόν πίστη τους «εξ ανάγκης και εκ βασάνων φρικτών» μπορούν κα πρέπει ν’ αντιμετωπισθούν από την Εκκλησία με περισσότερη επιείκεια και πνεύμα συγχωρήσεως. Ενώ είναι ασυγχώρητοι και παντελώς εκτός του εκκλησιαστικού σώματος όλοι όσοι άνευ ανάγκης ή μαρτυρίου, αλλά εξ ιδιοτέλειας και αδιαφορίας περί την πίστη του Ιησού Χριστού, επρόδωσαν την πίστη τους και έγιναν αρνησίθρησκοι και επίορκοι.

Στον 90ό κανόνα του ο Μέγας Βασίλειος αναφέρεται στο ιδιαίτερο εκκλησιαστικό αδίκημα της σιμωνίας (φιλαργυρία των κληρικών). Ενώ επαινεί και εξυμνεί την αφιλαργυρία και την ανιδιοτέλεια των ιερέων, οι οποίοι τελούν τα μυστήρια της Εκκλησίας χωρίς να απαιτούν από τους πιστούς χρήματα για να επιτελέσουν τα μυστηριακά και ιερατικά τους καθήκοντα. Γι’ αυτό θεωρεί μέγα αμάρτημα την φιλαργυρία, την δε σιμωνία των κληρικών χαρακτηρίζει ως ειδωλολατρεία και βαρεία εκτροπή.

Από όσα παραπάνω εκθέσαμε, νομίζουμε ότι φανερούται η νομική κατάρτιση και συγκρότηση του αγίου ανδρός, ο οποίος χωρίς υπερβολή υπήρξε ένας «σύγχρονος» ποινικολόγος και αστικολόγος που μέχρι και σήμερα οι κοσμικοί και εκκλησιαστικοί του κανόνες έχουν εφαρμογή στο ποινικό και αστικό μας δίκαιο.

Μέγας Βασίλειος: Σοφά λόγια και αποφθέγματα

Ακολούθως παραθέτουμε ορισμένα από τα πιο σπουδαία σοφά λόγια και αποφθέγματα του Μεγάλου Βασιλείου που σταχυολογούνται από τον πνευματικό θησαυρό του θεόπνευστου έργου του:

«Δεν γνωρίσαμε εμείς τον Θεό για τη δικαιοσύνη μας, αλλά ο Θεός μας γνώρισε διά μέσου της αγάπης του».

«Πρέπει να μην ξεχνάμε ότι είναι αναρίθμητες οι ευκαιρίες που μας δίνει ο Θεός για να τελειοποιηθούμε».

«Ο Θεός δίνει τη δύναμη που χρειάζεται στον άνθρωπο στους κόπους και τους αγώνες του για την αρετή».

«Από την μνήμη των παρελθόντων και από την πείρα των παρόντων διδασκόμαστε για το μέλλον».

«Όποιος γεύτηκε την γλυκύτητα του λόγου του Θεού και τον πρόδωσε, μοιάζει μ’ εκείνον που άλλαξε το πολύτιμο διαμάντι μ’ ένα χρωματιστό γυαλί».

«Η θεία βοήθεια από τη μια και η θέλησή μας από την άλλη φέρνουν την νίκη κατά του πονηρού».

«Ο Θεός δεν εξετάζει τον άνθρωπο μερικώς, αλλά συνολικώς, για να σου διδάξει την αμεροληψία».

«Η μολυσμένη ατμόσφαιρα και η κακία έχουν ένα κοινό σημείο: η μία μολύνει το σώμα και η άλλη την ψυχή».

«Διατήρησε αγνή την ψυχή σου σαν το πολυτιμότερο κεφάλαιο στη ζωή σου».

«Οι μέλισσες ούτε σε όλα τα άνθη πλησιάζουν ούτε προσπαθούν να τα σηκώσουν ολόκληρα, αλλά παίρνουν ό,τι τους είναι χρήσιμο και φεύγουν».

«Η ψυχή μας εξομοιώνεται με όσα σπουδάζει και πράττει και με όσα αισθάνεται, σύμφωνα με την κατεύθυνση που της δώσαμε».

«Όπως οι ληστές κρύβονται στα σκιερά μέρη για να ληστέψουν περαστικούς, έτσι και ο διάβολος κρύβεται στις απολαύσεις για να κυριεύσει την ψυχή μας».

«Η κακία μοιάζει πολύ με την ατμόσφαιρα που μολύνει, όταν έχει δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις».

«Η πραγματική χαρά συμβαδίζει ουσιαστικά με την λύπη και τα δάκρυα».

«Ο Θεός δεν έχει πάντοτε ανάγκη υπενθυμίσεως για τις ανάγκες μας, αλλά της ειλικρινούς διαθέσεώς μας».

«Οι ημέρες της ζωής μας βιάζονται και δεν περιμένουν τον οκνηρό να διορθωθεί».

«Το κακό και η αμαρτία ξεκινούν από τη δική μας προαίρεση».

«Όταν ικανοποιείται η ανάγκη του φαγητού δεν πρέπει να λησμονείται η ευεργεσία του Θεού».

«Όπως οι βαφείς βάφουν με χρώματα ανεξίτηλα, έτσι ανεξίτηλο πρέπει να μείνει μέσα μας το καλό».

«Μην αφήνεις να διαμορφώνονται πονηρές ιδέες στο μυαλό σου τις ώρες της αναπαύσεως».

«Η αποβολή μιας συνήθειας είναι δύσκολο, αλλά όχι και ακατόρθωτο έργο».

«Τίποτε από τα γύρω μας δεν μένει αμετάβλητο, ούτε κι εμείς οι ίδιοι».

«Δεν πρέπει να επιδιώκουμε την θεραπεία του κακού με το κακό».

«Τα πράγματα του βίου αλλάζουν εύκολα δεσπότη, η αρετή μόνο είναι αναφαίρετο κτήμα».

«Δώσε πρώτη κληρονομιά στα παιδιά σου την αρετή και ύστερα μοίρασέ τους και την περιουσία σου».

«Η ψαλμωδία για τα παιδιά είναι άνεση και ευχαρίστηση, αλλά και αναφορά στον Θεό».

«Όπως η φύση παίρνει λαμπρό χρώμα από τον ακτινοβόλο ήλιο, έτσι και η ψυχή μας από τα διδάγματα των πατέρων».

«Να μην δίνεις άφθονο πλούτο στις ανέσεις σου αλλά στην ψυχή σου».

«Όπως ο όγκος του σώματος δημιουργεί πρήξιμο και φλόγωση, έτσι και τα πάθη φλογίζουν την ψυχή».

«Όταν βλέπεις κάποιον να κλαίει για τα αμαρτήματά του, συμπάθησέ του και μιμήσου τον».

«Να αποφεύγουμε την αμαρτία καθώς και τα άλογα ζώα τη δηλητηριώδη τροφή».

«Να αποφεύγεις την αμαρτία, όπως το ελάφι το σχοινί και το πτηνό την παγίδα».

«Από όποιο πράγμα αμαρτάνουμε ευκολότερα πρέπει να προφυλασσόμαστε περισσότερο».

«Προσπάθησε να περισυλλέγεις τους ναυαγούς της αμαρτίας δείχνοντάς τους σανίδα σωτηρίας την ελπίδα του Θεού».

«Όταν μας περιτριγυρίζει η φωτιά του κακού ή τα λιοντάρια της αμαρτίας, να ελπίζουμε στο Θεό για τη σωτηρία μας».

«Να μην υπερπαχύνεις το σώμα σου, γιατί εξασθενείς την ψυχή σου».

«Να μοιράζεις τα εφόδια προς το σώμα και την ψυχή ανάλογα με την ανάγκη του καθενός».

«Παράβλεπε τη σάρκα που είναι φθαρτή και επιμελού της ψυχής που είναι αθάνατη».

«Ο Θεός μας σώζει από τους κινδύνους και όταν ακόμη χαθεί κάθε ελπίδα σωτηρίας».

«Η θλίψη είναι φυσικό φαινόμενο και η μετάνοια θαυμάσια πράξη».

«Όπως οι ιατρικές συμβουλές αποδεικνύονται ωφέλιμες όταν τηρούνται, το ίδιο και οι πνευματικές».

«Από το πλήθος των ανομιών μας και η φύση ακόμα στενάζει και έφυγαν από τα φυσικά τους όρια οι περιοχές του χρόνου».

«Φύλαξε την πίστη σου προς τον Κύριο, όπως το κογχύλι το σώμα του από τον κίνδυνο».

«Όπως τα αρπακτικά πουλιά έγιναν τροφοδότες και φύλακες του Ηλιού, έτσι και οι ασθένειες μας τροφοδοτούν την ελπίδα της αιώνιας ζωής».

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα) (Ἦχος α’)
Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου· δι’ οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας. Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ Ὅσιε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Πηγές: ieramonopatia.gr, fdathanasiou.wordpress.com, sidirasioannis-amvonfanariou.blogspot.com, diakonima.gr, impantokratoros.gr, ipatrida.gr, orthodoxhporeiakaizwh, simeiakairwn.wordpress.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s