«Σώπασε Κυρά Δέσποινα και μην πολλά δακρύζεις …» – Θρύλοι της Πόλης και της Άλωσης

«Πάψετε το Χερουβικό, κι ας χαμηλώσουν τ’ Άγια γιατί είναι θέλημα Θεού, η Πόλη να τουρκέψη». «Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες». «Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μη πολλά δακρύζης, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα’ ναι»… 29 Μαΐου 1453: Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ! Η χιλιόχρονη αυτοκρατορία έπεσε. Ο θρύλος λέει ότι «ήτανε θέλημα Θεού». Από τότε το φρόνημα των Ελλήνων το κρατάνε ζωντανό ακριβώς αυτοί οι θρύλοι για την επανάκτησή της. «Κάποτε η Αγιά Σοφιά θα λειτουργηθεί ξανά από τους χριστιανούς» λέει η παράδοση και ο μαρμαρωμένος βασιλιάς θα ξυπνήσει… «Πάλι με χρόνια με καιρούς…».

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και ο θρύλος του μαρμαρωμένου βασιλιά

Πορτραίτο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου
στην κεντρική αίθουσα του Συλλόγου Κωνσταντινουπολιτών

Στις 29 Μαΐου του 1453 ο στρατός των Οθωμανών με επικεφαλής τον Μωάμεθ τον Πορθητή καταλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη βάζοντας τέλος σε μια από τις μακροβιότερες αυτοκρατορίες της ιστορίας. Ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, χάνει τη ζωή του την ίδια ημέρα πολεμώντας πάνω στα τείχη.

Οι θρύλοι που συνοδεύουν την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως έχουν πλημμυρίσει την λαϊκή παράδοση των χριστιανών και μετέπειτα των Ελλήνων ακόμη και μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Ανάμεσα τους και η φιγούρα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, του τελευταίου αυτοκράτορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που για την λαϊκή παράδοση δεν πέθανε ποτέ στα χέρια των Οθωμανών. Ο θρύλος λέει πως μαρμάρωσε, ώσπου να έρθει η ώρα να ζωντανέψει και πάλι και να απελευθερώσει την Κωνσταντινούπολη από τους Οθωμανούς.

Τούτος είναι ο λαοφιλέστερος θρύλος για την Άλωση της Πόλης και έχει να κάνει με τον τελευταίο αυτοκράτορα που, όπως λέγεται, μαρμάρωσε μέσα στο ναό της Αγίας Σοφίας. Η παράδοση πέρασε από στόμα σε στόμα αμέσως μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Όταν η Πόλη πέρασε στα χέρια των Τούρκων, ο λαός δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ένα τέτοιο κτίσμα έχει περιέλθει σε μουσουλμανικά χέρια. Διέδωσαν λοιπόν ότι ο βασιλιάς κρύφτηκε πίσω από μία κολόνα του ναού της Αγίας Σοφίας, χάθηκε μέσα στους διαδρόμους και παρέμεινε κρυμμένος εκεί. Οι ώρες της ατέλειωτης και φοβερής αναμονής τον «μαρμάρωσαν».

Ο θρύλος του «Μαρμαρωμένου βασιλιά» διαδόθηκε μεταξύ των κατακτημένων, προκειμένου να διατηρηθεί η ελπίδα πως οι κατακτητές δεν θα μείνουν για πολύ στην Πόλη. Ωστόσο, τη διάδοσή του ευνόησε και μια ακόμη συγκυρία: Μέχρι και σήμερα δεν είναι γνωστό το σημείο όπου ετάφη ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος αμέσως μετά τον θάνατό του κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Είναι επίσης γεγονός ότι κανείς δεν βρήκε ποτέ το πτώμα του τελευταίου υπερασπιστή της Πόλης, του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου. Χάθηκε και πίστεψαν ότι Άγγελος Κυρίου το έκρυψε και το μαρμάρωσε. Κάποτε θα έρθει η ώρα που πνοή Θεού θα του δώσει δύναμη και ζωή ξανά και όλα θα ξαναγίνουν από την αρχή. Η Πόλη θα είναι και πάλι ελεύθερη και χριστιανική!

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου του 1405 και ήταν το 8ο από τα 10 δέκα παιδιά του αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου και της Σέρβας συζύγου του Έλενας Δραγάση. Ο Κωνσταντίνος δεν ανέλαβε καθήκοντα στην παρακμάζουσα βυζαντινή αυτοκρατορία παρά τον Ιανουάριο του 1449, μετά τον θάνατο του αδερφού του Ιωάννη. Νωρίτερα διοικούσε με τα αδέρφια του το Δεσποτάτο του Μυστρά, ενώ είχε συμβάλει καθοριστικά στην απομάκρυνση των Λατίνων που εξακολουθούσαν να ελέγχουν περιοχές στην Πελοπόννησο μετά τις Σταυροφορίες. Παρ’ όλα αυτά, η δύναμη των Οθωμανών ήταν ιδιαίτερα ισχυρή και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν διέθετε στράτευμα που να μπορεί να τους αποτρέψει.

Μόλις τέσσερα χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας στο Βυζάντιο, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος εκλήθη να αντικρούσει την τρίτη πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως από τους Οθωμανούς. Πολιορκία που ξεκίνησε στις 15 Απριλίου του 1453 και κατέληξε στην Άλωση, στις 29 Μαΐου του ίδιου έτους. Λέγεται πως ο τελευταίος αυτοκράτορας συνειδητοποιούσε πως δεν είχε την δύναμη να αποτρέψει την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τον στρατό του Μωάμεθ του Πορθητή. Λίγο πριν την καταστροφή, ο Κωνσταντίνος επισκέφτηκε την Αγία Σοφία, όπου μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων. Στη συνέχεια αποχαιρέτισε τους δικούς του και ρίχτηκε στη μάχη.

Όταν πια οι Οθωμανοί είχαν εισέλθει στην Πόλη, κάποιοι συνέστησαν στον Κωνσταντίνο να διαφύγει, προκειμένου να σωθεί. Ωστόσο, μαρτυρίες λένε πως εκείνος επέμεινε να μείνει ως το τέλος. Έχασε τη ζωή του και όπως φαίνεται αποκεφαλίστηκε από κάποιον Οθωμανό στρατιώτη. Ο Θεόδωρος Σπανδωνής ή Σπαντουνίνο αναφέρει, πως το πτώμα του αναζητήθηκε από τον Μωάμεθ Β’ και όταν βρήκε τη σορό, τον θρήνησε και τον έθαψε, αλλά κατά τον ίδιο δεν υπάρχει πουθενά ο τάφος του στην Κωνσταντινούπολη.

Στα χρόνια που ακολούθησαν πολλές είναι οι αναφορές για το σημείο όπου ετάφη ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Αναφορές που θέλουν τη σορό του να θάβεται εντός της Αγίας Σοφίας δεν μπορούν να επαληθευτούν. Η πιο πιθανή εξήγηση έχει ως εξής: Τα δύο πρώτα χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, το Πατριαρχείο κατέφυγε στον ναό των Αγίων Αποστόλων, που χρησιμοποιούσε ως έδρα του. Ο ναός ωστόσο εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια από το ιερατείο της χριστιανικής εκκλησίας, με τον Μωάμεθ να διατάζει να γκρεμιστεί, ώστε να αναγερθεί στη θέση του το Φατίχ Τζαμί.

Ο βυζαντινός ναός της Αγίας Θεοδοσίας (Γκιουλ Τζαμί), όπου
εικάζεται πως βρίσκονται τα λείψανα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Αν τα οστά του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου βρίσκονταν σε εκείνον τον ναό πιθανότατα να χάθηκαν μετά την κατεδάφισή του ή να μεταφέρθηκαν σε άλλο σημείο. Αναφορές σημειώνουν πως τα λείψανα Αποστόλων, αλλά και μελών βασιλικών οικογενειών τοποθετήθηκαν σε δύο κρύπτες δεξιά και αριστερά του ναού της Αγίας Θεοδοσίας, ο οποίος μετατράπηκε στη συνέχεια σε μουσουλμανικό τέμενος, το Γκιουλ Τζαμί. Αν και καταγράφεται μια τέτοια συνήθεια από πλευράς Φαναριωτών, ωστόσο δεν μπορεί να εξακριβωθεί με κάποιον τρόπο αν και τα οστά του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου βρίσκονται εκεί.

Ίσως τελικά και να μην υπάρχει πουθενά το τίμιο λείψανο του τελευταίου αυτοκράτορα που χάθηκε βασανισμένος πάνω στα τείχη βλέποντας την Πόλη του και τη χριστιανοσύνη να παραδίδονται στα στίφη των βαρβάρων. Ίσως ο Κωνσταντίνος δεν πέθανε ποτέ, όπως τον θέλει ο θρύλος που αρμόζει στην αιώνια δόξα του. Μονάχα κοιμάται κάπου, αποκαμωμένος από τη φρίκη εκείνης της φοβερής μάχης κι όταν «με χρόνια και καιρούς» θα έρθει η ώρα και η στιγμή θα σηκωθεί να μπει ξανά θριαμβευτής στην Πόλη του!

Η Πόλη γεννήθηκε Μάιο (11 Μαΐου 330 μ.Χ.) και χάθηκε Μάιο (29 Μαΐου 1453). Ο πρώτος και ο τελευταίος αυτοκράτοράς της ονομαζόταν Κωνσταντίνος…

«Έστειλα δυο πουλιά στην Κόκκινη Μηλιά που λένε τα γραμμένα,
τo ‘να σκοτώθηκε, τ’ άλλο λαβώθηκε δε γύρισε κανένα.
Για τον μαρμαρωμένο βασιλιά ούτε φωνή, ούτε λαλιά.
τον τραγουδάει όμως στα παιδιά, σαν παραμύθι η γιαγιά»

Το Δισκοπότηρο της Αγιάς Σοφιάς


Το Δισκοπότηρο είναι ένα παλαιό σχολικό τραγούδι που μιλά για το θρύλο του μαρμαρωμένου Βασιλιά και της τελευταίας ημιτελούς λειτουργίας που γινόταν στην Αγία Σοφία την ώρα της Άλωσης, γεμάτο μυσταγωγία και κρυφή προσμονή:

Τ’ ακτινοδεμένο δισκοπότηρο

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό
μες στην Εκκλησιά την τρισυπόστατη,
ήταν το χρυσό και τ’ αργυρό
τ’ ακτινοδεμένο δισκοπότηρο.
Ήταν μια φορά κι ένα καιρό,
μια φορά κι έναν καιρό.

Κι όταν λειτουργούσε ο παπάς
τη στιγμή που μόνος επροσκόμιζε
κάποιος του το πήρε -πού το πας
τ’ ακτινοδεμένο δισκοπότηρο;
Στράφηκε και ρώτησε ο παπάς,
μια φορά κι έναν καιρό.

Πού το πας μ’ ολάνοιχτα φτερά,
μόνο ο βασιλιάς μας εκοινώνησε
κοίταξε τι πλήθος καρτερά
τ’ ακτινοδεμένο δισκοπότηρο.
Πού το πας μ’ ολάνοιχτα φτερά,
ναι μ’ ολάνοιχτα φτερά.

Έτσι με τη Θεία Κοινωνιά
θα το κρύψω μέσα στον Παράδεισο
και στην πιο κρινόσπαρτη γωνιά
τ’ ακτινοδεμένο δισκοπότηρο.
Έτσι με τη Θεία Κοινωνιά,
με τη Θεία Κοινωνιά.

Θα μεταλαβαίνουν οι ψυχές
των μαρτύρων που ‘χυσαν το αίμα τους
και θα ακούει ανήκουστες ευχές
τ’ ακτινοδεμένο δισκοπότηρο
από των μαρτύρων τις ψυχές,
των μαρτύρων τις ψυχές.

Ώσπου να’ ρθει η ώρα κι η στιγμή
που ‘θε ν’ ακουστούν ευχές ανήκουστες
θα το ξαναφέρω με τιμή
τ’ ακτινοδεμένο δισκοπότηρο.
Ώσπου να’ ρθει η ώρα κι η στιγμή,
να ‘ρθει η ώρα κι η στιγμή.

«Πάλι με χρόνους και καιρούς!»

Όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους, ένα πουλί ανέλαβε να πάει ένα γραπτό μήνυμα στην Τραπεζούντα στην Χριστιανική Αυτοκρατορία του Πόντου για την Άλωση της Πόλης. Μόλις έφτασε εκεί πήγε κατ’ ευθείαν στη Μητρόπολη που λειτουργούσε ο Πατριάρχης και άφησε το χαρτί με το μήνυμα πάνω στην Άγια Τράπεζα. Κανείς δεν τολμούσε να πάει να διαβάσει το μήνυμα. Τότε πήγε ένα παλληκάρι, γιός μιας χήρας, και διάβασε το άσχημο μαντάτο «Πάρθεν η Πόλη, Πάρθεν η Ρωμανία». Το εκκλησίασμα και ο Πατριάρχης άρχισαν τον θρήνο, αλλ’ ο νέος τους απάντησε. «Κι αν η Πόλη έπεσε, κι αν πάρθεν η Ρωμανία, πάλι με χρόνους και καιρούς, πάλι δικά μας θα’ ναι».

Ο παπάς της Αγίας Σοφίας

Ένας άλλος θρύλος ιδιαίτερα αγαπητός είναι ο θρύλος του παπά της Αγίας Σοφίας. Η παράδοση λέει ότι την ώρα που οι Τούρκοι έμπαιναν στην εκκλησία, ο παπάς διέκοψε τη λειτουργία και κρύφτηκε πίσω από το ιερό. Σε εκείνο το σημείο που κρύφτηκε ενώ υπήρχε μία πόρτα, «ως δια μαγείας» η πόρτα έγινε τοίχος τον οποίο κανείς και ποτέ δεν κατάφερε να σπάσει από τότε. Ούτε οι Τούρκοι, ούτε οι Έλληνες μάστορες τους οποίους έφερναν για αυτό το σκοπό δεν μπόρεσαν να γκρεμίσουν τον τοίχο. Ο θρύλος καταλήγει ότι όταν η Αγία Σοφία ξαναγίνει ελληνική εκκλησία, τότε ο παπάς θα βγει από το ιερό και θα ολοκληρώσει την ημιτελή λειτουργία του.

Η κρύπτη της Αγίας Σοφίας

Η σφραγισμένη πύλη της Αγίας Σοφίας

Ένα «μυστικό» δωμάτιο στην Aγία Σοφία της Kωνσταντινούπολης αποκαλύπτεται τώρα ως «θυρανοίξια» του κρυφού ιερού όπου είχε καταφύγει στις 29 Mαΐου 1453 ο βυζαντινός ιερέας για να συνεχίσει τη θεία λειτουργία που είχε διακοπεί στον κύριο Nαό της Aγίας Σοφίας. H ανακάλυψη οφείλεται στον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Bιέννης Πολυχρόνη Eνεπεκίδη. Tο ξεχασμένο δωμάτιο εντοπίστηκε όταν η νέα διευθύντρια του Mουσείου της Aγίας Σοφίας Zαλέ Nτεντέογλου ρώτησε, αν υπάρχει χώρος που να μην έχει ανοιχτεί και διέταξε να παραβιάσουν την κλειδαριά του συγκεκριμένου χώρου, αφού δεν υπήρχε κλειδί της πόρτας.

Αποκαλύφθηκε τότε πως το δωμάτιο που δεν είχε ανοιχτεί από το 1968, υπήρξε εργαστήρι του Γκάσπαρο Φοσάτι (1809-1883), ο οποίος ακολουθώντας την εντολή του Σουλτάνου, αναστήλωσε πλήρως το μνημείο στη διάρκεια της περιόδου 1847- 1849. H έρευνα του καθηγητή Πολυχρόνη Eνεπεκίδη καταδεικνύει ότι ο Φοσάτι είχε απλώς μετατρέψει επιδέξια σε γραφείο του την κρύπτη που του είχαν υποδείξει οι Έλληνες φίλοι του στην Πόλη. H κρύπτη, μία από τις πολλές του μεγάλου ναού, ήταν το κρυφό εκείνο ιερό όπου συνεχίστηκε από τον ιερέα η διακοπείσα ιεροτελεστία, και όταν τελείωσε έκλεισε η πόρτα της κρύπτης και θα άνοιγε, κατά την παράδοση, όταν και πάλι Έλληνες θα ήταν οι ιερείς και το εκκλησίασμα.

Η Αγία Τράπεζα

Η Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας ήταν κατασκευασμένη από χρυσό. Από πάνω της κρέμονταν 30 στέμματα των αυτοκρατόρων, ανάμεσά τους και αυτό του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Και λέγεται ότι αυτό γινόταν για να θυμίζουν στους χριστιανούς την προδοσία του Ιούδα. Τα τριάκοντα αργύρια. Σύμφωνα με την παράδοση πριν ο Μωάμεθ ο Β’ καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος διέταξε να μεταφέρουν την αγία τράπεζα και όλα τα κειμήλια της Αγίας Σοφίας μακριά από την πόλη για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Τρία καράβια Ενετικά λοιπόν ξεκίνησαν από την πόλη γεμάτα με όλα αυτά τα κειμήλια, όπως λέει και ο θρύλος, αλλά το τρίτο από αυτά που μετέφερε την αγία τράπεζα βυθίστηκε στα νερά του Βοσπόρου στην περιοχή του Μαρμαρά.

Από τότε μέχρι σήμερα στο σημείο εκείνο που είναι βυθισμένη η αγία τράπεζα τα νερά της θάλασσας είναι πάντοτε ήρεμα και γαλήνια, ασχέτως με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην γύρω περιοχή. Το φαινόμενο μαρτυρούν και σύγχρονοι Τούρκοι επιστήμονες, που έχουν κάνει κατά καιρούς απόπειρες να ανακαλύψουν πού οφείλεται αυτό το περίεργο φαινόμενο, αλλά λόγω της λασπώδους σύστασης του βυθού, επέστησαν άκαρπες.

Στο βιβλίο του Δωροθέου Μονεμβασίας με τίτλο «Βίβλος Χρονική» (1781) διαβάζουμε: «Οι Ενετοί την υπερθαύμαστον και εξάκουστον Αγίαν Τράπεζαν της Αγίας Σοφίας, την πολύτιμον και ωραιότατην, έβγαλαν από τον Ναό και έβαλαν εις το καράβι, και καθώς έκαναν άρμενα και επήγαιναν προς Βενετία, ω, του θαύματος! Πλησίον της νήσου του Μαρμαρά άνοιξε το καράβι και έπεσεν εις την θάλασσαν η Αγία Τράπεζα κξαι εβούλησε και είναι εκεί ως σήμερον, και τούτο είναι φανερόν και το μαρτυρούν οι πάντες, διότι όλον το μέρος εκείνο, όταν κάμνει φουρτούνα, η θάλασσα όλη κάμνει κύματα φοβερά, εις δε τον τόπο όπου είναι η Αγία Τράπεζα είναι γαλήνη και δεν ταράσσεται η θάλασσα. Και υπαγαίνουν τινές εκεί με περάματα, και λαμβάνουν από την θάλασσαν εκείνην, όπου είναι η Αγία Τράπεζα, και μυρίζει θαυμασιώματα μυρωδίαν, από το άγιον μύρον όπου έχει και των άλλων αρωμάτων».

Ο πατέρας της Ελληνικής λαογραφίας, Νικόλαος Πολίτης, γράφει για το περιστατικό: «Την ημέρα που πάρθηκεν η Πόλη έβαλαν σ’ ένα καράβι την Αγία Τράπεζα, να την πάνε στην Φραγκιά, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων. Εκεί όμως στην θάλασσα του Μαρμαρά, άνοιξε το καράβι και η Αγία Τράπεζα εβούλιαξε στον πάτο. Στο μέρος εκείνο η θάλασσα είναι λάδι, όση θαλασσοταραχή και αν είναι γύρω. Και το γνωρίζουν το μέρος αυτό από τη γαλήνη που είναι πάντα εκεί και από την ευωδία που βγαίνει. Πολλοί μάλιστα αξιώθηκαν να την ιδούν στα βάθη της θάλασσας».

«Τρία καρά – κρουσταλλένια μου, τρία καρά – τρία καράβια φεύγουνι,
που μέσα που την Πόλι, κλαίει καρδιά μας, κλαίει κι αναστενάζει.
το’ να φορτώνει του Σταυρό, κι τ’ άλλο του Βαγγέλιου
του τρίτου του καλύτερου, την Άγια Τράπεζά μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά, κι μας τη μαγαρίσουν
Η Παναγιά αναστέναξι, κι δάκρυσαν οι ‘κόνις …»

Η Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας αναπαύεται στον βυθό της θάλασσας, πάνω στην άμμο και στα κοχύλια. Το σημείο όπου βούλιαξε το καράβι το ξέρουν καλά οι ναυτικοί και εύκολα το βρίσκουν. Πραγματικά, ακόμα κι όταν η πιο άγρια τρικυμία, φουσκώνει ολόγυρα τα κύματα και κάνει τη θάλασσα να μουγκρίζει, εκεί είναι γαλήνη και ησυχία. Από τη λεία και λαμπρή επιφάνεια του νερού ανεβαίνουν γλυκές ευωδιές και αντίλαλος από αγγελικές ψαλμωδίες. Πολλοί άξιοι δύτες που μαζεύουν κοράλλια ή ψαρεύουν σφουγγάρια, προσπάθησαν να κατέβουν και να δουν το ναυαγισμένο καράβι.

Η θάλασσα του Μαρμαρά

Κανείς δεν τα κατάφερε. Η θάλασσα, πολύ βαθιά σε αυτό το μέρος, φυλάει την Αγία Τράπεζα και τα λείψανα των Αγίων από κάθε βέβηλο μάτι. Όταν όμως θα ξαναπάρουμε την Πόλη, η Αγία Τράπεζα, που μένει στην άμμο του βυθού, θ’ ανέβει στην επιφάνεια, όπως ανεβαίνει ο δύτης. Θ’ αρμενίσει μόνη της κατά το Βυζάντιο και θα την πάρουμε από κει που θ’ αράξει. Θα την ξαναφέρουμε στην Αγία Σοφία και με χαρούμενους ύμνους, θα την αφιερώσουμε πάλι στη Σοφία του Θεού. Τότε, μέσα στη Βασιλική που έχτισε ο μεγάλος Ιουστινιανός, θα λάμψουν πάλι τα μωσαϊκά, οι εικόνες των Αγίων, τα λόγια του Ευαγγελίου, και ο σταυρός θα ξαναφανεί πάνω από το μαρμάρινο τραπέζι που ξέπλυναν τα κύματα.

Το ποτάμι που σταμάτησε να κυλάει

Οι περισσότεροι τοπικοί θρύλοι για την άλωση της Κωνσταντινούπολης μοιάζουν σε ένα σημείο: όλοι δείχνουν ότι ο χρόνος σταμάτησε με την κατάληψη της ιερής πόλης της Ορθοδοξίας από τους απίστους Τούρκους και ότι η τάξη στον κόσμο θα επανέλθει με την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Έλληνες. Έτσι, και στην Ήπειρο υπάρχει μια αντίστοιχη λαϊκή δοξασία. Συγκεκριμένα, ένα πουλί φέρνει την αναγγελία της πτώσης της Πόλης σε μια ομάδα βοσκών που εκείνη τη στιγμή ποτίζουν τα κοπάδια τους σε ένα ποτάμι. Ο θρύλος λέει ότι στο άκουσμα της φοβερής είδησης τα νερά του ποταμού σταμάτησαν να κυλάνε, αφού και το φυσικό στοιχείο θεώρησε ότι η πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν κάτι το ανήκουστο. Το ποτάμι θα συνεχίσει και πάλι να κυλάει, μόλις απελευθερωθεί η Πόλη, συνεχίζει ο λαϊκός θρύλος.

Τα ψάρια του καλογέρου

Από τους Τούρκους το προσκύνημα της Ζωοδόχου Πηγής στην Πόλη πήρε το όνομα Μπαλουκλί (ή Βαλουκλί), που προέρχεται από την τουρκική λέξη «balık» (ψάρι), λόγω της ύπαρξης ψαριών στη δεξαμενή του αγιάσματος. Στον περίβολο της μονής έστησε τη σκηνή του ο σουλτάνος Μουράτ Β’, όταν πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη το 1422. Με τη μονή του Μπαλουκλί συνδέθηκε και ο θρύλος για την Άλωση της Πόλης, ο οποίος περιγράφεται ποιητικά και από τον Γεώργιο Βιζυηνό.

Το αγίασμα στο Μπαλουκλί με τα υπεραιωνόβια χρυσόψαρα

Το Μπαλουκλί
(Τα ψάρια της Ζωοδόχου Πηγής)

Γεώργιος Βιζυηνός

Σαράντα μέρες πολεμά ο Μωχάμετ να πάρη
την Πόλη την μεγάλη.
Σαράντα μέρες έκαμεν ο ‘γούμενος το ψάρι
στα χείλη του να βάλη.
Απ’ τες σαράντα κι ύστερα, πεθύμησε να φάγη
τηγανισμένο ψάρι.
ν μας φυλάγ’ η Παναγιά καθώς μας’ε φυλάγει,
την Πόλη ποιος θα πάρη;
Ρίχτει τα δίχτυα στον γιαλό, τρία ψαράκια πιάνει,
Θεός να τα βλογήση!
Το λάδι βάλλει στην φωτιά μες στ’ αργυρό τηγάνι,
για να τα τηγανίση.
Τα τηγανίζ’ από την μια, και πά’ να τα γυρίση
κι από το άλλο μέρος.
Ο παραγιός του βιαστικά πετά να του μιλήση,
και τάχασεν ο γέρος!
Μην τηγανίζης, γέροντα, και μόσχισε το ψάρι
στην Πόλη την μεγάλη!
Την Πόλη την εξακουστή οι Τούρκοι έχουν πάρει,
μας κόβουν το κεφάλι!
Στην Πόλη Τούρκου δεν πατούν κι Αγαρηνού ποδάρια!
Με φαίνεται σαν ψεύμα!
Μ’ αν είν’ αλήθεια το κακό, να σηκωθούν τα ψάρια
να πέσουν μες στο ρεύμα!
Ακόμ’ ο λόγος βάσταγε, τα ψάρι’ απ’ το τηγάνι,
την μια μεριά ψημένα,
πηδήξανε κι επέσανε στης λίμνης την λεκάνη,
γερά, ζωντανεμένα.
Ακόμ’ ως τώρα πλέουνε, κόκκιν’ από το μέρος,
όπου τα είχε ψήσει.
Φυλάγουν το Βυζάντιο ν’ αναστηθή κι ο γέρος
να τ’ αποτηγανίση.

Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως

Σύμφωνα με την παράδοση, κατά την τελική πολιορκία και την Άλωση της Πόλης από τον Μωάμεθ τον Πορθητή, το 1453, ένας καλόγερος καθόταν δίπλα στην πηγή και τηγάνιζε επτά ψάρια, όταν ο υποτακτικός του έτρεξε και τον ενημέρωσε πως η Πόλη πάρθηκεν. «Αποκλείεται», είπε ο καλόγερος. «Αποκλείεται να πάρθηκεν η Πόλη». Επέμενε ο υποτακτικός. «Αν αυτά τα ψάρια ζωντανέψουν και πέσουν στο νερό ξανά, τότε μόνο θα το πιστέψω», είπε πάλι ο καλόγερος και πριν τελειώσει τον λόγο του, τα ψάρια πήδησαν απ’ το τηγάνι του μέσα στην Πηγή και πήραν ζωή. Καθώς ήταν μισοτηγανισμένα έμειναν με τη μία πλευρά τους κόκκινη και με την άλλη γκρίζα. Έκτοτε κολυμπούν μέσα στο νερό της πηγής του αγιάσματος επτά ψάρια σαν μισοτηγανισμένα από τη μία μόνο πλευρά τους. Λέγεται πως είναι τα ίδια εκείνα αρχικά ψάρια του θρύλου που ζουν ακόμα. Και ο καλόγερος, συνεχίζει η παράδοση, περιμένει ακόμα τα ψάρια του να βγουν απ’ το νερό και να αποτελειώσει το τηγάνισμά τους, γιατί «Τότε θα πάρουμε την Πόλη πίσω».

Ο Πύργος της Βασιλοπούλας

Κάστρο Διδυμοτείχου

Στα κάστρα του Διδυμότειχου ένας κυκλικός πύργος, ο ψηλότερος ονομάζεται «πύργος της βασιλοπούλας». Η παράδοση λέει πως κάποτε ο βασιλιάς διασκέδαζε κυνηγώντας και στη θέση του άφησε την κόρη του. Όταν τον ειδοποίησαν ότι έρχονται οι Τούρκοι είχε τόση εμπιστοσύνη στην οχυρότητα του κάστρου, ώστε είπε: «Αν σηκωθεί από τη χύτρα ο κόκορας και λαλήσει, θα πιστέψω ότι κυριεύτηκε η πόλη». Οι Τούρκοι όμως χρησιμοποίησαν δόλο και έδειξαν το χρυσοκέντητο μαντήλι του βασιλιά στην κόρη του. Αυτή μόλις το είδε, τους παρέδωσε το κλειδί του κάστρου κι έγινε αιτία της άλωσης. Όταν κατάλαβε πως την ξεγέλασαν, δεν άντεξε την ντροπή και αυτοκτόνησε πέφτοντας από τον πύργο. Από τότε ο πύργος λέγεται της βασιλοπούλας.

Οι Κρητικοί πολεμιστές

Nelly’s, Σφακιανοί, Κρήτη 1927

Έναν από τους πύργους των τειχών της Πόλης τον υπεράσπιζαν τρία αδέρφια, άρχοντες Κρητικοί που πολεμούσαν με το μέρος των Βενετών (η Κρήτη τότε ήταν κάτω από την κυριαρχία των Βενετών). Μετά την πτώση της πόλης τα τρία αδέρφια και οι άντρες τους εξακολουθούσαν να πολεμούν και παρά τις λυσσώδεις προσπάθειες τους οι Τούρκοι δεν είχαν κατορθώσει να καταλάβουν τον πύργο. Για το περιστατικό αυτό ενημερώθηκε ο Σουλτάνος και εντυπωσιάστηκε από την παλικαριά τους.

Αποφάσισε λοιπόν να τους επιτρέψει να φύγουν με ασφάλεια από τον πύργο και να πάρουν ένα καράβι με τους άντρες τους και να γυρίσουν στην Κρήτη. Πραγματικά η πρότασή του έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι έπρεπε να μείνουν ζωντανοί για να πολεμήσουν να ξαναπάρουν τη Βασιλεύουσα πίσω από τους απίστους. Έτσι οι Κρητικοί επιβιβάστηκαν στο πλοίο τους και ξεκίνησαν για το νησί τους. Το πλοίο δεν έφτασε ποτέ στην Κρήτη και ο θρύλος λέει ότι περιπλανιούνται αιώνια στο πέλαγος μέχρι τη στιγμή που θα ξεκινήσει η μάχη για την ανακατάληψη της Πόλης από τους Έλληνες.

Τότε το πλοίο των Κρητικών θα τους ξαναφέρει στην Κωνσταντινούπολη για να πάρουν και αυτοί μέρος στη μάχη και να ολοκληρώσουν την αποστολή τους και το ελληνικό έθνος να ξανακερδίσει την Πόλη.

«Στην πόρτα της Αγια-Σοφιάς,
που σφράγισε ενός αγγέλου χέρι,
διπλοσφαγμένος έπεσ’ ο Δικέφαλος
απ’ τ’ άπιστο μαχαίρι»

Πηγές: iellada.gr, iefimerida.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s