Η Ελένη των Ποιητών

Στον κόσμο ολόκληρο, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, το πρόσωπο της Ελένης παραμένει θρυλικό. Μορφή αινιγματική, αιώνιο και πανανθρώπινο σύμβολο της ανυπέρβλητης ομορφιάς αλλά και του παθιασμένου έρωτα, η Ελένη αποτέλεσε αστείρευτη πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες εδώ και 3.000 χρόνια! Ποίηση, λογοτεχνία, γλυπτική, ζωγραφική, το θέατρο αλλά και ο κινηματογράφος, έχουν αφιερώσει στην Ελένη μερικά από τα ωραιότερα και διαχρονικά έργα τους. Η αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη θα προκαλέσει τον δεκαετή Τρωικό πόλεμο, έναν από τους πιο αιματηρούς και ολέθριους του αρχαίου κόσμου. Για τούτο και η προσωπικότητα της Ελένης στάθηκε πολλές φορές αμφιλεγόμενη, αινιγματική, σκοτεινή και μήλον της έριδος για τους ανθρώπους. Ξεκινώντας από τα κορυφαία Ομηρικά έπη, ας δούμε πώς «είδαν» τη δική τους Ελένη οι σπουδαιότεροι ποιητές και στιχουργοί μας:

Η γαμήλια πομπή του Πάρη και της Ελένης στην Τροία

Κρίμα δεν έχουν οι Αχαιοί, δεν έχουν κρίμα οι Τρώες
χάριν ομοίας γυναικός τόσον καιρόν να πάσχουν·
τωόντι ομοιάζει ωσάν θεάς η τρομερή θωριά της
αλλά και ως είναι ασύγκριτη καλύτερα να φύγει
παρά να μείνει συμφορά σ’ εμάς και στα παιδιά μας.

Ομήρου, «Ιλιάς», Ραψωδία Γ’, Η τειχοσκοπία (στίχ. 156-160)

«Τίς οὖν αἰτία κωλύει καὶ τὴν Ἑλένην νομίσαι ἐλθεῖν ὁμοίως ἂκουσαν οὖσαν ὥσπερ εἰ βιατήρων βίᾳ ἡρπάσθη· …»

[Ποια λοιπόν αιτία μας εμποδίζει να θεωρήσουμε ότι η Ελένη ήρθε στην Τροία χωρίς τη θέλησή της, το ίδιο όπως αν αρπάχτηκε υπό απαγωγέων με τη βία; Αφού η επίδραση της πειθούς, αν και δεν έχει του εξαναγκασμού τη μορφή, έχει την ίδια μ’ αυτόν δύναμη. Γιατί ο λόγος που έπεισε την ψυχή εξανάγκασε και αυτήν την οποία έπεισε να πιστέψει αυτά που λέχθηκαν και να συγκατατεθεί σ’ αυτά που έγιναν. Αυτός λοιπόν που την έπεισε, εφόσον την εξανάγκασε, διέπραξε αδίκημα, ενώ αυτή που πείσθηκε, εφόσον εξαναγκάστηκε από τον λόγο, άδικα κατηγορείται.]

Γοργίας, «Ἑλένης ἐγκώμιον», μτφρ. Π. Καλλιγάς

[…] η Ελένη, που τους άλλους
τόσο στην ομορφιά περνούσε, χώρισε
τον άριστο τον άντρα,
π’ όλο της Τροίας κατάστρεψε το κράτος,
κι ούτε την κόρη, ουδέ τους ακριβούς της
θυμήθηκε γονιούς, μα ερωτευμένην
ξεσήκωσέ τη η Κύπρις.
Πολύ εύκολα η καρδιά λυγάει τ’ ανθρώπου.
Κι αμέσως λαχταράει στο νου ό,τι βάλει.

Σαπφώ, 16 L.-P. (απόσπασμα), μτφρ. Π. Λεκατσάς

Ευριπίδη, «Ελένη»

Ιστορικό πλαίσιο

Η Ελένη του Ευριπίδη γράφτηκε το 412 π.Χ και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την ίδια εποχή, δηλαδή μόλις είχε τελειώσει η Σικελική εκστρατεία με την πανωλεθρία του αθηναϊκού στόλου. Παράλληλα την ίδια εποχή αναπτύσσεται το κίνημα των σοφιστών που είχε αρχίσει να αμφισβητεί πατροπαράδοτες αξίες και προκαλούσε με την κριτική των εκπροσώπων του κρίση στο δημοκρατικό πολίτευμα και φαινόμενα ασέβειας. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο Ευριπίδης με την τραγωδία του Ελένη καταδικάζει τον πόλεμο ως πρόξενο όλων των κακών. Το παράλογο του τρωικού πολέμου με πρόσχημα την Ελένη προσπάθησε να τονίσει σε όλα τα δράματα, που ήταν εμπνευσμένα από τον τρωικό κύκλο, ο Ευριπίδης. Έτσι στο παράλογο της άποψης ότι για μια γυναίκα μπορεί να εξοντωθεί ένας λαός και ένα κράτος και να σκοτωθούν χιλιάδες Ελλήνων, ο Ευριπίδης θα απαντήσει με το παράλογο του «ειδώλου», δηλαδή ο μύθος που αξιοποιεί λογοτεχνικά δεν είναι η ομηρική του εκδοχή, αλλά αυτή που δημιούργησε ο λυρικός ποιητής Στησίχορος.

Ο μύθος

Η Ελένη, στην τραγωδία του Ευριπίδη, βρίσκεται από χρόνια στην Αίγυπτο, στο παλάτι του Πρωτέα, μετά το θάνατο του οποίου ο διάδοχος και γιος του Θεοκλύμενος, επιμένει παρά την άρνησή της να την παντρευτεί. Στον Πρόλογο, η Ελένη, που καθόταν ικέτιδα στο μνήμα του Πρωτέα, σηκώνεται και παρουσιάζεται στους θεατές, για να εξηγήσει το λόγο της παρουσίας της στην Αίγυπτο και της καταφυγής της στον τάφο του Πρωτέα. Η ίδια εξιστορεί την καταγωγή της λέγοντας ότι είναι κόρη του Τυνδάρεω και της Λήδας, χωρίς όμως να αποκλείει και την περίπτωση να είναι κόρη του Δία, ο οποίος φημολογείται ότι πλησίασε ερωτικά τη μητέρα της υπό τη μορφή κύκνου. Οι συμφορές της λοιπόν αρχίζουν από τη νίκη της Αφροδίτης κατά την κρίσιν περί κάλλους», όταν η θεά αυτή για να εξασφαλίσει την εκλογή της από τον Πάρη, υποσχέθηκε ως ανταμοιβή του τον γάμο του με την Ελένη. Η Ήρα όμως οργισμένη για την ήττα της, δημιουργεί από σύννεφο ένα ομοίωμα (είδωλον) το οποίο θα πάρει μαζί του ο Πάρις, νομίζοντας ότι απάγει την Ελένη. Την Ελένη την έστειλε ο Δίας μέσω του Ερμή στην Αίγυπτο, για να ζήσει στο παλάτι του Πρωτέα, περιμένοντας τον άνδρα της Μενέλαο να επιστρέψει από τον πόλεμο.

Η υπόθεση

Η τραγωδία αρχίζει με την Ελένη ικέτιδα στο μνήμα του Πρωτέα να εξιστορεί τα δεινά της και να προσπαθεί να αποφύγει το Θεοκλύμενο που την πιέζει να τον παντρευτεί. Εκεί την συναντά ο Τεύκρος, αδελφός του Αίαντα του Τελαμώνιου, ο οποίος στο ταξίδι για την Κύπρο περνά από την Αίγυπτο για να πάρει χρησμό από τη κόρη του Πρωτέα, Θεονόη που είχε προφητικές ικανότητες. Ο Τεύκρος λοιπόν δίνει πληροφορίες στην Ελένη σχετικά με την οικογένειά της και το Μενέλαο. Της λέει μάλιστα ότι πληθαίνουν οι φήμες ότι ο άνδρας της έχει πεθάνει και έτσι εξανεμίζεται και η τελευταία ελπίδα της για να επιστρέψει ζωντανή με το Μενέλαο στην Σπάρτη. Ακούγοντας αυτά, η ηρωίδα θρηνεί για την τύχη της μαζί με τις Σπαρτιάτισσες γυναίκες, που αποτελούν τον Χορό. Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται, ρακένδυτος και ναυαγός, ο Μενέλαος ο οποίος διεκτραγωδεί τη συμφορά του μετά την άλωση της Τροίας.

Αφού απαριθμεί τα δεινά του, που είναι ταυτόχρονα δεινά αιώνια που προκαλεί ο πόλεμος, αποκαλύπτει ότι τη γυναίκα του την έκρυψε στο βάθος μια σπηλιάς μαζί με άλλους ναυαγούς. Μη γνωρίζοντας πού βρίσκεται, πλησιάζει το παλάτι ζητώντας τρόφιμα και βοήθεια. Η γριά θυρωρός που τον υποδέχεται τον προτρέπει να φύγει το γρηγορότερο, καθώς ο Θεοκλύμενος έχει βγάλει εντολή ότι θα σκοτώνεται όποιος Έλληνας φτάσει στη χώρα του και του εξηγεί ότι μισεί τους Έλληνες εξ αιτίας της Ελένης. Ο Μενέλαος ταράζεται στο άκουσμα του ονόματος της Ελένης και προβληματίζεται για τη σχέση αυτής της γυναίκας, που είναι στην Αίγυπτο, και της «δικής» του που είναι κρυμμένη στη σπηλιά. Οι γυναίκες του Χορού αναγγέλλουν χαρμόσυνα ότι ο Μενέλαος ζει και ότι μάλιστα βρίσκεται ναυαγός στις όχθες του Νείλου. Στη συνέχεια έχουμε την πρώτη συνάντηση του ζευγαριού, όπου η Ελένη τρομάζει στην παρουσία του «άγνωστου» άνδρα και σπεύδει να κρυφτεί στο μνήμα του Πρωτέα.

Ο Μενέλαος διαπιστώνει την ομοιότητα αυτής της γυναίκας με την Ελένη στη σπηλιά και σαστίζει. Η στιχομυθία που ακολουθεί θα οδηγήσει στην αναγνώριση του Μενελάου από την Ελένη, η οποία προσπαθεί να τον πείσει ότι αυτή είναι η πραγματική του γυναίκα και ότι αυτός μαζί του έχει απλώς το είδωλο που δημιούργησε η Ήρα. Η δυσπιστία του Μενελάου διαλύεται όταν ένας πιστός του σύντροφος και φύλακας της Ελένης στη σπηλιά (αγγελιαφόρος), έρχεται να αναγγείλει την εξαφάνιση της γυναίκας που είχαν εντολή να φυλάνε. Χάθηκε στον ουρανό οικτίροντας Έλληνες και Τρώες που πολεμούσαν τόσα χρόνια για κάτι το άυλο, «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη».

Έτσι έχουμε την αναγνώριση της Ελένης από τον Μενέλαο. Οι δύο σύζυγοι εκφράζουν τη χαρά και την ανακούφισή τους για τη συνάντησή τους. Η Ελένη εξηγεί στη συνέχεια ότι ο μόνος τρόπος να φύγουν ζωντανοί από την Αίγυπτο είναι να παρακαλέσουν τη Θεονόη να κρατήσει μυστικό τον ερχομό του Μενελάου, γιατί διαφορετικά κινδυνεύει από το Θεοκλύμενο. Αφού πέσει η Ελένη στα πόδια της ως ικέτιδα και εξασφαλίσουν τη σιωπή της Θεονόης, καταστρώνουν το σχέδιο της διαφυγής τους. Η Ελένη ζητάει από τον Θεοκλύμενο να της παράσχει ένα καράβι για ν’ ανοιχτεί στο πέλαγος, ώστε ν’ αποδώσει, ως όφειλε βάσει των εθίμων, τις νεκρικές τιμές στον δήθεν νεκρό της άνδρα. Έτσι καταφέρνουν να δραπετεύσουν οι δύο σύζυγοι. Όταν βέβαια το μαθαίνει ο Θεοκλύμενος είναι έτοιμος να σκοτώσει τη Θεονόη, εμφανίζονται όμως οι Διόσκουροι, οι αδελφοί της Ελένης, και ως «από μηχανής θεοί» τον μεταπείθουν και το δράμα κλείνει ειρηνικά.

Σε γύρευα παντού, Ελένη, τριγυρνώντας
Σ’ αυτόν εδώ τον ιερό και γεμάτο
Αναμνήσεις τόπο, τον αρχαίο της χλόης και τ’ ασημιού
Ελένη, ορθή φτερούγα στον αγέρα
Φλογάτη στα μαλλιά της ζωής μαντίλα
Σκισμένη της αγάπης μπαντιγέρα
Άγρια ελπίδα του ανέλπιδου πολέμου.

Νίκος Καζαντζάκης, «Τερτσίνες»

Ακέρια μες στα στήθη μας μαζώχτηκε η πατρίδα·
κι έργο της, λόγος, όνειρο, βαθιά τους αντηχεί,
σαν από δόρυ ορμητικό, βογκώντας, μιαν ασπίδα
που, πίσωθέ της, άγρυπνη παραφυλάει ψυχή!

Άγγελος Σικελιανός, «Ο Ύμνος στην Ελένη», Λυρικός Βίος, 1967

Απρίλη μου

Απρίλη μου, Απρίλη μου ξανθέ
και Μάη μυρωδάτε, καρδιά μου πώς αντέ-
Καρδιά μου πώς, καρδιά μου πώς αντέχεις
μέσα στην τόση αγάπη και στις τόσες ομορφιές

Γιομίζ’ η γειτονιά τραγούδια και φιλιά
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ, μα το ‘χω μυστικό

Αστέρι μου, αστέρι μου χλωμό
του φεγγαριού αχτίδα στο γαϊτανόφρυδο
Στο γαϊτανο- στο γαϊτανοφρυδό σου
κρεμάστηκε η καρδιά μου σαν το πουλάκι στο ξόβεργο.

Γιομίζ’ η γειτονιά…

Λουλούδι μου, λουλούδι μυριστό
και ρόδο μυρωδάτο, στη μάνα σου θα ‘ρθω
στη μάνα σου, στη μάνα σου θα ‘ρθω
να πάρω την ευχή της και το ταίρι που αγαπώ.

Γιομίζ’ η γειτονιά…

(Στίχοι – Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη, Γρηγόρης Μπιθικώτσης)

Όσο υπάρχουν Αχαιοί θα υπάρχει μία Ωραία Ελένη
Και ας είναι αλλού το χέρι, αλλού ο λαιμός
Κάθε καιρός κι ο Τρωικός του πόλεμος
Κάθε καιρός κι η Ελένη του.

Οδυσσέας Ελύτης, «Μαρία Νεφέλη» (απόσπασμα)

Τ’ αηδόνια να σωπάσουνε.
Λίγη ησυχία να γένει,
να ταγουδήσ’ η Ελένη
με τη γλυκεία φωνή.

Τ’ αηδόνια να σωπάσουνε·
να μη φυσάει τ’ αέρι,
ένα αγγελούδι αϊταίρι
τσ’ Ελένης να φανεί.

Να έλθει από την Παράδεισο
σ’ εμάς εν αγγελούδι
να πει αν εκεί τραγούδι
άκουσε πλέα γλυκό.

Να πει αν εις την Παράδεισο
είναι κι’ εκεί μια Ελένη,
να τραγουδά, να ευφραίνει
τον άπειρο ουρανό.

Ανδρέας Λασκαράτος, «T’ Αηδόνια», Ανθολογία Ποιήσεως, τόμ. Α’, Μ. Περάνθη

Για την Ελένη

Είκοσι χρόνια με ρωτάς ποιος πήρε την Ελένη
μα εκείνη μόνη στο σχολειό τον Πάρη περιμένει.

Είκοσι χρόνια με ρωτάς ποιον αγαπά η Ελένη
είναι στη Σπάρτη, στα νησιά, στην Τροία παντρεμένη.

Με ρωτούν για την Ελένη, αχ Ελένη
που ‘ναι εικόνα δακρυσμένη, αχ Ελένη
μα εγώ δεν απαντώ, την καρδιά μου τη σφραγίζω
και την πίκρα μου κεντώ.

Είκοσι χρόνια με ρωτάς πού θα βρεθεί η Ελένη
σα ζωγραφιά στην εκκλησιά ή σαν κερί αναμμένη.

Είκοσι χρόνια με ρωτάς πού ‘θάψαν την Ελένη,
μπορεί στο Άργος, στους αγρούς, μπορεί στην Οικουμένη.

Με ρωτούν για την Ελένη, αχ Ελένη
που ‘ναι εικόνα δακρυσμένη, αχ Ελένη
μα εγώ δεν απαντώ, την καρδιά μου τη σφραγίζω
και την πίκρα μου κεντώ.

(Στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης, Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις, Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη)

Είμ’ η Ελένη· από του Ήλιου
την πηγή χυμένη εγώ,
το χρυσόνειρο είμαι του Ήλιου
και στον Ήλιο, εκεί, γυρνώ·
γύρω μου, όχι· σε είδωλό μου
θεόπλαστο ολοζωντανό
θεοί και ήρωες γύρω αψήφησαν
πόλεμο και χαλασμό.
Όχι εμένα! τον υπέρκαλο
νυχτανεβασμένο ίσκιο μου
σε γη και ώρα στοιχειωμένη
πήρε ταίρι ο γόης Κιμμέριος·
είμ΄ η ανέγγιχτη κι η αχάλαστη,
κι η άφταστη. Και είμ’ η Ελένη.

Κωστής Παλαμάς, «Η ασάλευτη ζωή»

«Τ’ ἀηδόνια δὲ σ’ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες».

Ἀηδόνι ντροπαλό, μὲς στὸν ἀνασασμὸ τῶν φύλλων,
σὺ ποὺ δωρίζεις τὴ μουσικὴ δροσιὰ τοῦ δάσους
στὰ χωρισμένα σώματα καὶ στὶς ψυχὲς
αὐτῶν ποὺ ξέρουν πὼς δὲ θὰ γυρίσουν.
Τυφλὴ φωνὴ ποὺ ψηλαφεῖς μέσα στὴ νυχτωμένη μνήμη
βήματα καὶ χειρονομίες.

«Τ’ ἀηδόνια δὲ σ’ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες».
Ποιὲς εἶναι οἱ Πλάτρες; Ποιὸς τὸ γνωρίζει τοῦτο τὸ νησί;

Ἡ μοίρα μου ποὺ κυματίζει
ἀνάμεσα στὸ στερνὸ σπαθὶ ἑνὸς Αἴαντα
καὶ μίαν ἄλλη Σαλαμίνα
μ’ ἔφερε ἐδῶ σ’ αὐτὸ τὸ γυρογιάλι.
Ποῦ εἶν’ ἡ ἀλήθεια;
Ἤμουν κι ἐγὼ στὸν πόλεμο τοξότης.
Τὸ ριζικό μου ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ξαστόχησε.

Ἀηδόνι ποιητάρη,
σὰν καὶ μία τέτοια νύχτα στ’ ἀκροθαλλάσι τοῦ Πρωτέα
σ’ ἄκουσαν σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι ἔσυραν τὸ θρῆνο,
κι ἀνάμεσό τους -ποιὸς θὰ τὄ ‘λέγε;- ἡ Ἑλένη!

… … … … … … … … … … … … … … …

Δακρυσμένο πουλί, στὴν Κύπρο τὴ θαλασσοφίλητη
ποὺ ἔταξαν γιὰ νὰ μοῦ θυμίζει τὴν πατρίδα,
ἄραξα μοναχὸς μ’ αὐτὸ τὸ παραμύθι,
ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς αὐτὸ εἶναι παραμύθι,
ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲ θὰ ξαναπιάσουν
τὸν παλιὸ δόλο τῶν θεῶν
ἂν εἶναι ἀλήθεια
πὼς κάποιος ἄλλος Τεῦκρος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια,
ἢ κάποιος Αἴαντας ἢ Πρίαμος ἢ Ἑκάβη
ἢ κάποιος ἄγνωστος, ἀνώνυμος, ποὺ ὡστόσο
εἶδε ἕνα Σκάμαντρο νὰ ξεχειλάει κουφάρια,
δὲν τὄχει μὲς στὴ μοίρα του ν’ ἀκούσει
μαντατοφόρους ποὺ ἔρχονται νὰ ποῦνε
πὼς τόσος πόνος τόση ζωὴ
πῆγαν στὴν ἄβυσσο
γιὰ ἕνα πουκάμισο ἀδειανὸ γιὰ μίαν Ἑλένη.

Γιώργος Σεφέρης, «Ελένη»

Augustus John, Blue Cineraria, 1928

Λένγκω

Στην κυρά μάνα μας μη δίνετε βοήθεια
ούτε μαγκούρα στο προσκέφαλο σιμά
γιατί θα δέρνει κάθε μέρα τα παιδιά της
κι όταν μιλάω θα με λέει αληταρά.
Κι αν δέρνει κάθε που γουστάρει τα παιδιά της
θα καταντήσουνε εμπόροι δουλικοί
τα νιάτα χάνονται στα βρώμικα σοκάκια
για να μετρήσουν με το μπόι τους τη γη.

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
πάψε να με κυβερνάς
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
πάψε να με τυραννάς.

Κι αν θέλω τώρα να ακούγεται η φωνή μου
με πιάνει τρόμος από ίσκιους μακρινούς
χρυσάφι μοιάζει η συντροφιά σου στη ζωή μου
κι η ομορφιά σου μου γιατρεύει τους καημούς.
Ρε μπάρμπα κάτσε να μας πεις μια ιστορία
πώς ήταν τότες η μανούλα μας παλιά,
έπεφτε ξύλο σα γινόταν φασαρία
ή σας νανούριζε με χάδια και φιλιά;

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου σπαράζεις την καρδιά
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου πληγώνεις τη χαρά.

Κι ο μπάρμπας τότε σοβαρεύτηκε λιγάκι
την κούτρα ξύνει και παράγγειλε καφέ.
Η μητέρα, είπε, ήταν ένα κοριτσάκι
που ορφανό μάζευε άνθη σε μπαξέ.
Τ’ άνθη στολίζαν το αγέρωχο κεφάλι
μα όταν κοιμόταν πάλι πέφτανε στη γη
κι από τα λούλουδα που ο χάρος είχε βάλει
εμένα κράτησε να βλέπω τη ζωή.

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου ‘χεις φάει τη ψυχή
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
φίλοι θα βρεθούμε όλοι μαζί.

Αυτή παιδιά μου ήταν τότες η μανούλα
ο κήπος ύστερα εγέμισε ληστές
το κοριτσάκι μας το ντύσανε γριούλα
κι απ’ τα κουρέλια του φαινότανε οι πληγές.
Κι αν μας χτυπάει με μανία και φωνάζει
τη βάζουν άλλοι με συμφέροντα πολλά
το όνειρο που φεύγει την τρομάζει
ν’ αναζητάει μια χαμένη ελευτεριά.

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω μάνα
στο καμίνι της φωτιάς
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω μάνα
πες μας πάλι τι ζητάς.

(Στίχοι – Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος, Ερμηνεία: Χαρούλα Αλεξίου, 1976)

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια
ο καιρός
Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές
ναυάγησαν στα σύννεφα
Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας
Κι είμαστε -αν να πέρασε μέσα μας η ομίχλη-
Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ΄ τις νεκρές εικόνες σου.

Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούρια οδύνη
Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις
Μια που υπάρχει αλλού ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη
Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας
Μια που υπάρχει αλλού
Καταπράσινη πεδιάδα πέρ’ από το γέλιο σου ως τον ήλιο
Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι
Όχι δεν είναι ο θάνατος που θ’ αντιμετωπίσουμε
Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής
Ένα θολό συναίσθημα
Η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μες στις ψυχές μας που όσο παν κι απομακρύνονται.

Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας
Κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου
Το φως στον άσπιλο ουρανό
Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική
Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα
Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός
Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση
Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως
Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη
Που δε βλέπει τίποτε
Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα
του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο
Γιατί έγινε κιόλας
Ποίημα στίχος μ’ άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα
και λόγια
Λόγια όχι σαν τ’ άλλα μα κι αυτά μ’ ένα μοναδικό τους προορισμόν:
Εσένα!

Οδυσσέας Ελύτης, «Ελένη»

Ελένη

Ζούμε σ’ έναν κόσμο μαγικό
με φόντο την Ακρόπολη, το Λυκαβηττό
Γεμάτα τα μπαλκόνια, πολιτικά αηδόνια
Υποσχέσεις και αγάπες και πολύχρωμα μπαλόνια
κι ευτυχισμένα χρόνια
Κι εσύ Ελένη και καθ’ Ελένη
της επαρχίας, της Αθήνας κοιμωμένη
Η ζωή σου, να το ξέρεις, είναι επικηρυγμένη
να πεθαίνεις για την Ελλάδα είναι άλλο
κι άλλο εκείνη να σε πεθαίνει.

Κι εσύ Ελένη και κάθ’ Ελένη
της επαρχίας, της Αθήνας κοιμωμένη
η ζωή σου να το ξέρεις είναι επικηρυγμένη
Να πεθαίνεις για την Ελλάδα είναι άλλο
κι άλλο εκείνη να σε πεθαίνει.

Ζούμε σ’ ένα κόσμο μαγικό
Υποχθόνια δουλεύει με μοναδικό σκοπό
να σε μπάσει στο παιχνίδι, τη ζωή σου πώς θα φτιάξει
να σου τάξει, να σου τάξει την ψυχή σου να ρημάξει
Κι όταν φτάσει να ελέγχει της ελπίδας σου τον πόνο
δεν του φτάνει ετούτο μόνο
Με γλυκόλογα σε παίρνει απ’ το χέρι
σε βαφτίζει της Ελλάδας νοικοκύρη
Κι εκεί που λες αλλάξανε τα πράγματα και σηκώνεις το ποτήρι
Αρπάζει, κλέβει τ’ όνειρό σου και του κάνει χαρακίρι.

(Στίχοι: Μπάμπης Τσικληρόπουλος, Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος, Ερμηνεία: Χαρούλα Αλεξίου, Ρίτα Αντωνοπούλου)

Ναι, ναι, -γώ είμαι. Κάτσε λίγο. Κανένας πια δεν έρχεται. Κοντεύω
να ξεχάσω τα λόγια. Κι ούτε χρειάζονται. Πλησιάζει θαρρώ το καλοκαίρι·
σαλεύουν αλλιώς οι κουρτίνες -κάτι θέλουν να πουν, -ανοησίες. Η μια τους
έχει βγει κιόλας έξω απ’ το παράθυρο, τραβιέται, να σπάσει τους κρίκους,
να φύγει πάνω απ’ τα δέντρα, -ίσως κιόλας να ζητάει να τραβήξει
ολόκληρο το σπίτι κάπου αλλού- μα το σπίτι αντιστέκεται μ’ όλες τις γωνιές του
και μαζί του κι εγώ, παρότι νιώθω, εδώ και μήνες, ελευθερωμένη
απ’ τους νεκρούς μου κι απ’ τον ίδιο τον εαυτό μου· κι αυτή μου η αντίσταση,
ακατανόητη, αθέλητη, ξένη, είναι το μόνο δικό μου -ο δεσμός μου
με τούτο το κρεβάτι, με τούτη την κουρτίνα·- είναι κι ο φόβος μου, σα να κρατιέμαι
ολόσωμη απ’ αυτό το δαχτυλίδι με τη μαύρη πέτρα πού φοράω στο δείχτη.

Αυτή την πέτρα περιεργάζομαι τώρα, σε απέραντες ώρες,
μέσα στη νύχτα -μαύρη, χωρίς ανταύγειες -μεγαλώνει, μεγαλώνει, γεμίζει
μαύρα νερά,- τα νερά πλημμυρίζουν, ψηλώνουν· βουλιάζω,
όχι στον κάτω βυθό, σ’ έναν επάνω βυθό· από κει πάνω
διακρίνω χαμηλά την κάμαρά μου, εμένα, τη ντουλάπα, τις δούλες
να διαπληκτίζονται άφωνες· βλέπω τη μια ανεβασμένη
σ’ ένα σκαμνί να καθαρίζει το τζάμι απ’ τη φωτογραφία της Λήδας
με ύφος τραχύ, εκδικητικό· βλέπω το ξεσκονόπανο ν’ αφήνει
μιαν ουρά σκόνη από λεπτές φυσαλίδες πού ανεβαίνουν και σπάζουν
με σιωπηλό μουρμουρητό γύρω στους αστραγάλους μου ή στα γόνατά μου.

Βλέπω κι εσένα μ’ ένα πρόσωπο εμβρόντητο, αμήχανο, τεθλασμένο
απ’ τις αργές κινήσεις του μαύρου νερού, -πότε φαρδαίνει, πότε επιμηκύνεται το πρόσωπό σου
με κίτρινες ραβδώσεις. Τα μαλλιά σου σαλεύουν προς τα πάνω
σαν ανάστροφη μέδουσα. Μα υστέρα λέω: «είναι μονάχα μια πέτρα,
μια μικρή, πολύτιμη πέτρα». Όλο το μαύρο συστέλλεται τότε,
στεγνώνει κι εντοπίζεται σ’ έναν ελάχιστο κόμπο, -τον νιώθω
εδώ, λίγο πιο κάτω απ’ το λαρύγγι μου. Και να ‘με πάλι
στην κάμαρά μου, στο κρεβάτι μου, πλάι στα γνωστά μου φιαλίδια
που με κοιτούν ένα ένα κατανεύοντας· -είναι οι μόνοι βοηθοί μου
στην αγρύπνια, στο φόβο, στη θύμηση, στη λησμοσύνη, στο άσθμα.

Εσύ τι κάνεις; Είσαι πάντα στο στρατό; Να προσέχεις. Μη σκοτίζεσαι τόσο
για ηρωισμούς, για αξιώματα και δόξες. Τί να τα κάνεις; Σου βρίσκεται ακόμα
κείνη η ασπίδα όπου είχες χαραγμένη τη μορφή μου; Ήσουν αστείος
με την ψηλή σου περικεφαλαία και τη μεγάλη της ουρά, -τόσο νέος,
τόσο συνεσταλμένος, σα να ’χες κρυμμένο το ωραίο πρόσωπό σου
στα πισινά πόδια ενός αλόγου κι η ουρά του κρεμόταν ως κάτω
στη γυμνή ράχη σου. Μη θυμώνεις ξανά. Μείνε λιγάκι ακόμα. …

Τώρα ξεχνώ τα πιο γνωστά μου ονόματα ή τα συγχέω μεταξύ τους
-Πάρις, Μενέλαος, Αχιλλέας, Πρωτέας, Θεοκλύμενος, Τεύκρος,
Κάστωρ και Πολυδεύκης -οι αδελφοί μου, ηθικολόγοι· αυτοί, νομίζω,
έγιναν άστρα -έτσι λένε, -οδηγοί καραβιών· -Θησέας, Πειρίθους,
Ανδρομάχη, Κασσάνδρα, Αγαμέμνων,- ήχοι, μόνον ήχοι
χωρίς παράσταση, χωρίς το είδωλό τους γραμμένο σ’ ένα τζάμι,
σ’ έναν μετάλλινο καθρέπτη ή στα ρηχά, στ’ ακρογιάλι, όπως τότε
μιαν ήσυχη μέρα με λιακάδα, με πολλά κατάρτια, όταν η μάχη
είχε κοπάσει, και το τρίξιμο των βρεγμένων σκοινιών στις τροχαλίες
κρατούσε τον κόσμο ψηλά, σαν τον κόμπο ενός λυγμού σταματημένον
μέσα σ’ ένα κρυστάλλινο λαρύγγι -κι έβλεπες τον κόμπο να σπιθίζει, να τρέμει
χωρίς να γίνεται κραυγή, και ξαφνικά όλο το τοπίο με τα καράβια,
τους ναύτες και τ’ αμάξια, βούλιαζε μέσα στο φως και στην ανωνυμία. …

Ω, αυτή η ξενιτιά μας μέσα στα ίδια μας τα ρούχα που παλιώνουν,
μες στο ίδιο μας το δέρμα που ζαρώνει· ενώ τα δάχτυλά μας
δεν μπορούν πια να σφίξουν, να κρατήσουν τριγύρω στο κορμί μας
ούτε καν την κουβέρτα, που ανυψώνεται μόνη, διαλύεται, φεύγει, αφήνοντάς μας
ακάλυπτους μπροστά στο κενό. Και τότε η κιθάρα, κρεμασμένη στον τοίχο,
ξεχασμένη από χρόνια, με χορδές σκουριασμένες, αρχίζει να τρέμει
έτσι που τρέμει το σαγόνι μιας γριάς απ’ το κρύο ή απ’ το φόβο, και πρέπει
να βάλεις πάνω στις χορδές την παλάμη σου, να σταματήσεις
το μεταδοτικό τους ρίγος. Μα δε βρίσκεις το χέρι σου, δεν έχεις χέρι,
κι ακούς μες στο στομάχι σου πως είναι το δικό σου σαγόνι που τρέμει.

Σε τούτο το σπίτι ο αγέρας έχει γίνει βαρύς κι ανεξήγητος, ίσως
από τη φυσικότητα της παρουσίας των νεκρών. Μια κασέλα
ανοίγει μόνη της, βγαίνουν παλιά φορέματα, θροΐζουν, στήνονται όρθια,
σεργιανούν σιγανά· δυο χρυσά κρόσσια μένουν στο χαλί· ένα παραπέτασμα
παραμερίζει· -δε φαίνεται κανείς- κι όμως είναι· ένα τσιγάρο
καίγεται μόνο του μες στο σταχτοδοχείο με μικρές διακοπές· -εκείνος
που το ’χει αφήσει εκεί, βρίσκεται στ’ άλλο δωμάτιο, σαν κάπως αδέξιος,
με την πλάτη γυρισμένη, κοιτώντας στον τοίχο, πιθανόν μιαν αράχνη
ή μια κηλίδα υγρασίας, -έτσι προς τον τοίχο, για να μην ξεχωρίζει
το σκοτεινό βαθούλωμα κάτω από τα προτεταμένα ζυγωματικά του.

Οι νεκροί πια δε μας πονούν, -κι είναι παράξενο- δεν είναι;
-όχι για κείνους τόσο, όσο για μας,- αυτή η ουδέτερη οικειότητά τους
μ’ έναν χώρο που τους έχει αρνηθεί και που αυτοί δε συνεισφέρουν
στα έξοδα της συντήρησής του είτε στην έγνοια της φθοράς του,
αυτοί, συντελεσμένοι κι αμετάβλητοι, μόνον σαν κάπως πιο μεγάλοι. …

Μη φύγεις. Μείνε λίγο ακόμα. Έχω τόσον καιρό να μιλήσω.
Κανείς δεν έρχεται πια να με δει. Βιαστήκαν όλοι να φύγουν.
Το ’δα στα μάτια τους -βιαζόνταν όλοι να πεθάνω. Δεν κυλάει ο χρόνος.
Οι δούλες με μισούν. Ακούω τις νύχτες να μου ανοίγουν τα συρτάρια,
να παίρνουν τις δαντέλες, τα κοσμήματα, τα χρυσά τάλαντα· -ποιός ξέρει
αν θα μ’ αφήσαν κάνα φόρεμα της προκοπής για μια ώρα ανάγκης
και κάνα ζευγάρι παπούτσια. Τα κλειδιά μού τα πήραν κι εκείνα
κάτω απ’ το μαξιλάρι μου· -δε σάλεψα διόλου· έκανα πως κοιμόμουν
-έτσι κι αλλιώς μια μέρα θα τα παίρναν·- ας μην ξέρουν τουλάχιστο πως ξέρω.

Τί θα γινόμουν αν δεν είχα κι αυτές; «Υπομονή, υπομονή», λέω·
«υπομονή», -κι είναι κι αυτό σαν μια ελάχιστη νίκη, την ώρα
που αυτές διαβάζουν τις παλιές επιστολές των θαυμαστών μου
ή τα ποιήματα που μου ’χαν αφιερώσει μεγάλοι ποιητές· -τα διαβάζουν
με ηλίθιο στόμφο και με λάθη πολλά στην προφορά, στους τονισμούς, στο μέτρο
και στο συλλαβισμό·- δεν τις διορθώνω. Κάνω πως δεν ακούω. Άλλοτε πάλι
σχεδιάζουν με το μαύρο κραγιόν των φρυδιών μου μεγάλα μουστάκια
στα αγάλματά μου, ή τους φορούν στο κεφάλι ένα παμπάλαιο κράνος
ή το δοχείο της νυκτός. Τις κοιτάζω γαλήνια. Αυτές θυμώνουν.

Μια μέρα, που ένιωσα κάπως καλύτερα, τις παρακάλεσα πάλι
να μου βάψουν το πρόσωπο. Μου το ’βαψαν. Ζήτησα έναν καθρέφτη.
Το ’χαν βαμμένο πράσινο, με μαύρο στόμα. «Ευχαριστώ», τους είπα,
σα να μην είδα τίποτα παράδοξο. Εκείνες γελούσαν. Η μια τους
γδύθηκε ολότελα μπροστά μου, ντύθηκε τα χρυσά μου πέπλα, κι έτσι
γυμνόποδη με τα χοντρά της πόδια, άρχισε να χορεύει,
πήδησε πάνω στο τραπέζι -ξέφρενη· χόρευε, υποκλίνονταν
μιμούμενη τάχα τις παλιές μου κινήσεις. Ψηλά, στο μηρό της
είχε μια δαγκωνιά από δυνατά, κανονικά, αντρίκεια δόντια.

Εγώ τις κοίταζα σα να ’μουν στο θέατρο· -καθόλου ταπείνωση ή θλίψη
ούτε αγανάκτηση- πρός τί; Μονάχα επαναλάβαινα βαθιά μου:
«μια μέρα θα πεθάνουμε», ή μάλλον: «μια μέρα θα πεθάνετε» · κι αυτό
ήταν μια βέβαιη εκδίκηση και φόβος και παρηγοριά. Κοιτούσα
κατάματα το καθετί, με μια απερίγραπτη, απαθή καθαρότητα, σάμπως
να ’ταν τα μάτια μου ανεξάρτητα από μένα· κοιτούσα τα μάτια μου τα ίδια
να στέκουν ένα μέτρο μακριά απ’ το πρόσωπό μου, σαν τα τζάμια
ενός απόμακρου παράθυρου, που πίσωθέ τους κάποιος άλλος
κάθεται και παρατηρεί ό,τι γίνεται σ’ έναν άγνωστο δρόμο
με κλειστά καφενεία, φωτογραφεία, αρωματοπωλεία,
κι είχα την αίσθηση πως ένα ωραίο κρυστάλλινο φιαλίδιο
έσπασε, και το μύρο χύθηκε στη σκονισμένη προθήκη. Όσοι περνούσαν
κοντοστεκόνταν αόριστα, οσμίζονταν τον αέρα, κάτι αγαθό θυμούνταν
κι ύστερα χάνονταν πίσω απ’ τις πιπεριές ή στο βάθος του δρόμου. …

Α, ναι, πόσες ανόητες μάχες, ηρωισμοί, φιλοδοξίες, υπεροψίες,
θυσίες και ήττες και ήττες, κι άλλες μάχες, για πράγματα που κιόλας
ήταν από άλλους αποφασισμένα, όταν λείπαμε εμείς. Και οι άνθρωποι, αθώοι,
να χώνουν τις φουρκέτες των μαλλιών μες στα μάτια τους, να χτυπούν το κεφάλι
στον πανύψηλο τοίχο, γνωρίζοντας βέβαια πως ο τοίχος δεν πέφτει
ούτε ραγίζει καν, να δουν τουλάχιστον μες από μια χαραμάδα
λίγο γαλάζιο ασκίαστο απ’ το χρόνο και τη σκιά τους. Ωστόσο -ποιος ξέρει-
ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει
η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κι η ομορφιά του ανθρώπου
ανάμεσα σε σκουριασμένα σίδερα και κόκαλα ταύρων και αλόγων,
ανάμεσα σε πανάρχαιους τρίποδες όπου καίγεται ακόμα λίγη δάφνη
κι ο καπνός ανεβαίνει ξεφτώντας στο λιόγερμα σα χρυσόμαλλο δέρας.

Μείνε λιγάκι ακόμη. Βράδιασε. Το χρυσόμαλλο δέρας που λέγαμε -Ω, η σκέψη
έρχεται αργά σ’ εμάς τις γυναίκες- ξεκουράζει κάπως. Αντίθετα, οι άντρες
δε σταματούν ποτέ τους να σκεφτούν, -ίσως φοβούνται· ίσως δε θέλουν
να δουν κατάματα το φόβο τους, να δουν την κούρασή τους, να ξεκουραστούνε-
δειλοί, ματαιόδοξοι, πολυάσχολοι, προχωρούν στο σκοτάδι. Τα ρούχα τους
μυρίζουν πάντα καπνό από μια πυρκαγιά που πλάι της ή μέσα της
είχαν περάσει χωρίς να το ξέρουν. Γδύνονται γρήγορα· ρίχνουν
τα ρούχα τους στο πάτωμα· πέφτουν στην κλίνη. Όμως και το ίδιο τους το σώμα
μυρίζει καπνό, -τους ναρκώνει. Μες στο τρίχωμα του στήθους τους
έβρισκα, σαν κοιμόνταν πια, κάτι λεπτά, καμένα φύλλα
ή κάτι πούπουλα σταχτόμαυρα από πουλιά σκοτωμένα. Τότε
εγώ τα μάζευα και τα φυλούσα σε μια κασετίνα -τα μόνα σημάδια
μιας μυστικής επαφής· -ποτέ δεν τους τα ’δειξα·- δε θα τ’ αναγνώριζαν.

Κάποιες στιγμές, ω, ναι, ήταν ωραίοι -έτσι γυμνοί, παραδομένοι στον ύπνο,
εντελώς απροσποίητοι, αφημένοι, με τα μεγάλα, δυνατά σώματά τους
υγρά, μαλακωμένα, σαν θορυβώδη ποτάμια που κυλήσαν
από ψηλά βουνά σε γαλήνια πεδιάδα, ή σαν παιδιά εγκαταλειμμένα. Τότε
τους αγαπούσα πράγματι, σα να τους γέννησα εγώ. Παρατηρούσα τα μακριά ματόκλαδά τους
κι ήθελα να τους πάρω μέσα μου για να τους προφυλάξω, ή έτσι
να ζευγαρώσω μ’ ολόκληρο το σώμα τους. Κοιμόταν. Κι ο ύπνος σού επιβάλλει
το σεβασμό, γιατί ’ναι τόσο σπάνιος. Πάνε κι αυτά. Ξεχαστήκαν.

Όχι πως δε θυμάμαι πια, -θυμάμαι ακόμα· μονάχα που οι αναμνήσεις
δεν είναι πια συγκινημένες,- δε μας συγκινούν- απρόσωπες, γαλήνιες,
καθαρές ως τις πιο ματωμένες γωνιές τους. Μόνον μία
κρατάει ακόμη έναν αγέρα γύρω της, ανασαίνει.
Κείνο το δείλι, τριγυρισμένη απ’ τις ατελείωτες κραυγές των πληγωμένων,
απ’ τις ψιθυριστές κατάρες των γερόντων και το θαυμασμό τους, μέσα
στη μυρωδιά ενός γενικού θανάτου που, στιγμές στιγμές, λαμπύριζε
πάνω σε μιαν ασπίδα ή στην αιχμή ενός δόρατος ή στη μετόπη
ενός αμελημένου ναού η στον τροχό ενός άρματος, -ανέβηκα μόνη
στα ψηλά τείχη και σεργιάνισα,
μόνη, ολομόναχη, ανάμεσα
σε Τρώες και Αχαιούς, νιώθοντας τον αγέρα να κολλάει επάνω μου
τα λεπτά πέπλα μου, να ψαύει τις θηλές μου, να κρατάει το σώμα μου ακέριο
ντυμένο κι ολόγυμνο, μόνο με μια φαρδιά, ασημένια ζώνη
που ανέβαζε τα στήθη μου ψηλά
-έτσι ωραία, ανέγγιχτη, δοκιμασμένη,
την ώρα που μονομαχούσαν οι δυο αντεραστές μου και κρινόταν η τύχη
του πολυχρόνιου πολέμου·-
μήτε που είδα να κόβεται ο ιμάντας
από την περικεφαλαία του Πάρη, -μάλλον μια λάμψη απ’ το χαλκό της είδα,
μια λάμψη κυκλική, καθώς ο άλλος την περιέστρεφε οργισμένος
επάνω απ το κεφάλι του -ένα ολόφωτο μηδέν.
Δεν άξιζε διόλου να κοιτάξεις·-
την έκβαση την είχαν απ’ τα πριν ρυθμίσει οι θεϊκές βουλές· κι ο Πάρης,
δίχως τα σκονισμένα του σαντάλια, θα βρισκόταν σε λίγο στην κλίνη,
λουσμένος απ’ τα χέρια της θεάς, να με προσμένει μειδιώντας,
κρύβοντας τάχα μ’ ένα ρόδινο τσιρότο μια ψεύτικη ουλή στο πλευρό του. …

Γιάννης Ρίτσος, «Ελένη» (απόσπασμα)

Ωραία εσύ η ανίδωτη
μέσα στον ουρανό του ποιήματος
καυτερή θρησκεία γυναίκα αγέρινη
ντυμένη χαραυγές ένα άστρο σύμβολο
με τ’ όνομά σου δένοντας των εποχών τις γέφυρες.
Ωραία εσύ
νυχτερινή του απείρου εξαίσιο του θανάτου λάφυρο
από τη σκόνη του θανάτου αναγεννώμενη.
Σ’ αναγνωρίζω Ελένη μου μέσα στους μαύρους έρωτες
που κάψανε μ’ οράματα τα χρόνια μου. Ω, ποτέ
ποτέ μη φύγεις για τους τόπους του χαμού
στις χώρες τις απάνθρωπες μη σπαταλήσεις
τούτη τη σάρκα σου από σμάλτο κι από κρύσταλλο.
Σε περιμένω.
Κοίταξε σούφερα καπνούς κι αρώματα από τα βουνά
πετράδια από τη θάλασσα
ήλιους και φύλλα σούφερα κατηφοριές κι ανέμους
καλάμια από τις ποταμιές βράχια και πέτρες κι όνειρα
και καταχνιές κι αφρούς για σένα προσφορά.
Με χέρια και με γόνατα σπασμένα παραμόνεψα
γυμνός πλανήθηκα πάνω στη γη σε κάθε στρίψιμο
του κόσμου παραμόνεψα. Σε περιμένω.
Είμαι νεκρός τα βράδια κάτω απ’ το λυχνάρι μου
κι όμως ακόμα ζωντανός αστράφτοντας απ΄ τη δική σου δύναμη.
Κοιμάμαι σε κρεβάτι φορτωμένο με γεννήτορες
που μου γυρεύουν να μιλήσω. Κι ανυμνώ τη χώρα μου
κι εσένα και τη βλάστηση
γίνομαι μνήμες όνειρα και βλάστηση
και χώμα αιώνιο απ’ τη δική μας γη
προπάντων χώμα χώμα Ελένη.

Και τούτο τ’ ονομάζω προσμονή. Η γέννηση του ποιήματος …

Τάχα θα ‘ρθείς;
Μια νύχτα Ελένη τάχα θα σε συναντήσω,
όταν ο χρόνος θα ‘ναι ακίνητος από τα θαύματα,
στεφανωμένη υποταγή κι ανάσταση τρεμάμενη;
Μες στην πελώρια πόλη του ύπνου θα συναντηθούμε
σάμπως σε μια αυτοκρατορία νεκρών ποιητών
κατάμεστη από σταλαχτίτες – ποιήματα
και τάχα θα μιλήσουμε θα κοιταχτούμε
λουλουδισμένοι κι άφωνοι με τη χωμάτινη καρδιά
να ζωντανεύει και να γίνεται
ξανά ένα ρόδο πορφυρό ξανά μια πυρκαγιά απαράμιλλη
τάχα θα σμίξουμε άλλη μια φορά
μια νύχτα που η σιωπή θα ‘ναι μια απέραντη σιωπή
εγώ γεμάτος διάστημα
εσύ γεμάτη μ’ άστρα
πάντα άφθαρτη παρθένα ανέγγιχτη
μεταρσιωμένη;

Τάκης Σινόπουλος, «Ποίημα για την Ελένη»

Νίτσα, Ελενίτσα

Έφταιξα συμπάθησε με Ελενίτσα μου
σαν και πρώτα αγκάλιασε με βρε κουκλίτσα μου.
Πίστεψε με όρκο κάνω στη μανούλα μου
σ’ αγαπώ και θα σε κάνω γυναικούλα μου.
Νίτσα Ελενίτσα Ελενάκι μου
εσύ ‘σαι τ’ όνειρο μου και το μεράκι μου.

Στο σεργιάνι κάθε δείλι Ελενίτσα μου
με ρωτούν για σένα οι φίλοι βρε κουκλίτσα μου.
Θέλουν να μας ξαναδούνε να τα μπλέξουμε
και στο γάμο μας να ‘ρθούνε να χορέψουνε.
(Ρεφραίν)

Κι αν η μάνα σου δε θέλει Ελενίτσα μου
πες το ναι και μη σε μέλει βρε κουκλίτσα μου.
Τη ζωή μας να χαρούμε δίχως κλάματα
κι αγκαλίτσα να μας βρούνε τα γεράματα.
(Ρεφραίν)

(Στίχοι – Μουσική: Γιώργος Μητσάκης, Ερμηνεία: Στέλιος Καζαντζίδης, 1957)

Η Ελένη είναι ο μύθος για ένα κορίτσι του καιρού μας που έχει χαθεί. Η Ελένη είναι ένα φάντασμα με τη μορφή ενός κοριτσιού, που κάθε τόσο φανερώνεται και χάνεται μες απ’ τις βροχές, μέσα από τα σύννεφα και μες από τον ήλιο. Η Ελένη, όπως η Μελισσάνθη, η Μάγδα και η Μαριάνθη των ανέμων, ανήκει στην πολύ προσωπική μου μυθολογία. Τα τελευταία χρόνια πολλές φορές σαν είμαι μόνος σκέπτομαι την έννοια «κορίτσι» να μπλέκεται παράξενα στο μύθο μου και στη ζωή μου. Ίσως γιατί η ηλικία μ’ εμποδίζει να δοκιμάσω την απειρία μου σε απομακρυσμένες ή καινούργιες εμπειρίες. Κι έτσι θα μείνω μ’ ό,τι θυμάμαι απο τον έρωτα συγκεχυμένα και μισά. Με μιαν Ελένη που κάπου στη Γη ή μες στην απέραντη οικουμένη έχει ταφεί. 

Μάνος Χατζιδάκις 

Πηγές: greek-language.gr, pae7.blogspot.com, penna.gr

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Η Ελένη των Ποιητών

  1. Λαμπρινή Βλάχου 22 Μαΐου 2021 / 09:05

    Συνέχισε να πλάθεις πηλό, Σοφία μου.
    Οι δημοσιεύσεις σου,
    δίνουν άλλη διάσταση στα όνειρά μου..

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s