Η αγάπη (Μενέλαος Λουντέμης)

«Μα βλέπεις, η αγάπη είναι ανήμερο θεριό που τρώει την ζωή μας…
μα μόλις φύγει καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας…»

Συνέχεια

Υπό την βασιλικήν δρυν (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1901

Ὅταν παιδίον διηρχόμην ἐκεῖ πλησίον, ἐπὶ ὀναρίου ὀχούμενος, διὰ νὰ ὑπάγω νὰ ἀπολαύσω τὰς ἀγροτικάς μας πανηγύρεις, τῶν ἡμερῶν τοῦ Πάσχα, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τῆς Πρωτομαγιᾶς, ἐρρέμβαζον γλυκὰ μὴ χορταίνων νὰ θαυμάζω περικαλλὲς δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικὴν δρῦν. Ὁποῖον μεγαλεῖον εἶχεν! Οἱ κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οἱ κλῶνές της, γαμψοὶ ὡς ἡ κατατομὴ τοῦ ἀετοῦ, οὖλοι ὡς ἡ χαίτη τοῦ λέοντος, προεῖχον ἀναδεδημένοι, εἰς βασιλικὰ στέμματα. Καὶ ἦτον ἐκείνη ἄνασσα τοῦ δρυμοῦ, δέσποινα ἀγρίας καλλονῆς, βασίλισσα τῆς δρόσου…

Συνέχεια

Αιολική Γη, Γη του τόπου μου…

Ηλίας Βενέζης

Η Αιολική Γη ξεπηδάει από τις ρίζες των δέντρων της Ανατολής, από τα βουνά της Μικρασίας που τα λένε «Κιμιντένια» και ταξιδεύει από το κτήμα του παππού και της γιαγιάς στα κύματα του Αιγαίου. Έτσι όπως ταξιδεύει και η ψυχή του μικρού Πέτρου, που παρέα με την αγαπημένη αδελφή του, την Άρτεμη, ακούει τις μυστικές φωνές της φύσης, τα καλέσματα των σπηλιών και των φαραγγιών και αφουγκράζεται τους ήχους της γης και του νερού.

Συνέχεια

Παπαδιαμάντη να διαβάζεις… Παπαδιαμάντη!

Κάποτε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, καθώς περιδιάβαινε την Αθήνα, βρέθηκε μπροστά σ’ ένα εκκλησάκι. Στην πόρτα της Εκκλησίας καθόταν ένας ηλικιωμένος ιερέας και «τραβούσε» το κομποσχοίνι του. Είχε καλή μορφή και ο Παπαδιαμάντης, που τον απασχολούσε κάποιο πρόβλημα, θέλησε να εξομολογηθή. Ο ιερέας τον άκουσε για αρκετή ώρα, χωρίς να τον διακόψει, και στο τέλος του είπε:

Συνέχεια

Αθήνα, το γαλάζιο κρίνο των Ποιητών

Η Αθήνα τη νύχτα

«Η Αθήνα τη νύχτα
αρχόντισσα μοιάζει
κυρά ξελογιάστρα χρυσή
Ψηλά στα αιθέρια
ασήμι τ’ αστέρια
και μες στα ποτήρια κρασί»


(Στίχοι: Γιώργος Σαντοριναίος, μουσική: Μίμης Πλέσσας, ερμηνεία: Ρ. Βλαχοπούλου, 1964)

Συνέχεια

Στρατής Τσίρκας, ο κορυφαίος λογοτέχνης του Ελληνισμού

Στρατής Τσίρκας
(Κάιρο, 23 Ιουλίου 1911 – Αθήνα, 27 Ιανουαρίου 1980)

Ο συγγραφέας που μας χάρισε την αριστουργηματική τριλογία «Ακυβέρνητες πολιτείες» και το μυθιστόρημα «Η χαμένη Άνοιξη» -για πολλούς το σημαντικότερο βιβλίο της μεταπολεμικής Ελλάδας, ο Στρατής Τσίρκας, γεννήθηκε σαν σήμερα, 23 Ιουλίου 1911, στο Κάιρο της Αιγύπτου και πέθανε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 1980. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωάννης Χατζηανδρέας. Αποτελεί έναν από τους κορυφαίους -αν όχι τον αξιολογότερο- πεζογράφο της γενιάς του, που έκλεισε στο έργο του την ιστορία, τα οράματα, τις διαψεύσεις, την ψυχή ολόκληρου του αγωνιζόμενου Ελληνισμού…

Συνέχεια

Τοπίο από όνειρο στη μαγευτική Γέρα

Μυτιλήνη, Γέρα 1977

«Κοίταζαν ανάμεσα απ’ τα λιόδεντρα
τα χαλίκια της ακτής να βγάζουνε ασημένιες άχνες»

Τάσος Αθανασιάδης, «Η Αίθουσα του Θρόνου»
Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1969

Συνέχεια

Γαλαζοπράσινες μέρες στην παραλία του Κότρωνα

Η παραλία του Κότρωνα στη Μάνη

«Ο ορίζοντας χώριζε το ομοιόχρωμο της ανοιχτογάλανης θάλασσας και τ’ ουρανού με μια σκούρα γαλάζια χαρακιά. Η λεία επιφάνεια του νερού ταραζόταν εδώ κι εκεί από ένα ανάλαφρο αγεράκι, όπως η ανάσα πάνω σ’ έναν καθρέφτη.
Πλούσια σε προεξοχές και βελανιδοχώραφα η πεδιάδα και τ’ απαλά γαλάζια υψώματα γλιστρούσανε κι αλλάζανε γρήγορα, όπως προχωρούσαμε πάνω στον πλατύ κόλπο.
Ο Κότρωνας ήταν ένας ευχάριστος όρμος …».

Patrick Leigh Fermor, «Μάνη» 1958 (απόσπασμα) εκδ. Κέδρος

Συνέχεια

Φως λαμπρό των ακτών της Ελλάδας (Γιώργος Θεοτοκάς)

Robert Mc Cabe, Σαντορίνη 1954

Σκύρος, Σκιάθος, Τήνος, Μύκονος, Χίος, Σαντορίνη, μυροβόλα ονόματα, αιθέριες εικόνες, αγνές ιδέες… Κανένα βάρος, κανένα περιττό στολίδι, οι πιο απλές γραμμές, τα πιο απλά χρώματα, φως -λαμπρό, ακατανίκητο φως των ακτών της Ελλάδας… Πνεύμα. Εκεί τα πάντα είναι πνεύμα άδολο, εντατικό, ελεύθερο, πειθαρχημένο στον ίδιο τον εαυτό του. Ισορροπία και γαλήνη της άτρωτης δύναμης. Απλότητα της υπέρτατης σοφίας. Λιτότητα και διαύγεια της υπέρτατης ομορφιάς.

Συνέχεια

Το Ελληνικό Καλοκαίρι (Jacques Lacarrière)

(Δ. Διανελλής, «Στην αγκαλιά του Παγασητικού», 1980)

«Στην Ελλάδα η ομορφιά δεν μαθαίνεται ποτέ, είναι αυθόρμητη, αυτόχθονη όπως τ’ άσπρα κεντίδια των κυμάτων πάνω στην άμμο, όπως η μελετημένη συμμετρία των κυπαρισσιών σε όλο το μήκος των δρόμων, σαν μία πανδαισία χρωμάτων σε πόρτες και παράθυρα, ή σαν το πολύχρωμο έμβλημα των ελληνικών ενδυμάτων και κοσμημάτων. Διότι η ομορφιά είναι μία μάχη, είναι η νίκη του φωτός πάνω στη σκιά».

Συνέχεια

Τα ψάθινα καπέλα (Μαργαρίτα Λυμπεράκη)

Εκείνο το καλοκαίρι αγοράσαμε μεγάλα ψάθινα καπέλα. Της Μαρίας με κεράσια γύρω – γύρω, της Ινφάντας με γαλάζια «μη με λησμόνει» κι εμένα με παπαρούνες κόκκινες σαν τη φωτιά. Έτσι, όταν ξαπλώναμε στα στάχυα, ο ουρανός, τ’ αγριολούλουδα κι εμείς γινόμαστε ένα.

Συνέχεια

Το Σπιτάκι στο λιβάδι (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

Διήγημα, 1896

Χρήστος Γκάλιος, Σπίτι στο Νεοχώρι Καρδίτσας

Δὲν εἶχε μείνει πλέον οὔτε τόσον νερὸν εἰς τὴν μικρὰν λίμνην, ὅσον διὰ νὰ καραβίσουν ὁ Παντελὴς ὁ Φάντης καὶ ὁ Χαράλαμπος ὁ Σανταβελὴς τὰ καραβάκια τους, ὅταν ἐδραπέτευον κάθε δειλινὸν ἀπὸ τὸ σχολεῖον, μὲ τοὺς «φύλακας» κρεμαστοὺς ὑπὸ μάλης, καὶ τρέχοντες ἀνεσήκωναν τὰς περισκελίδας των μακρόθεν, οὔτε τόση μούργα, ὅσον διὰ νὰ γεμίζῃ κάθε πρωὶ καὶ βράδυ τὴν μικρὰν φιάλην της ἡ γρια-Παναγιοὺ ἡ Κοτρωνιώτισσα, μεταβαίνουσα ἀπὸ βοῦρκον εἰς βοῦρκον, καὶ ξεχωρίζουσα μὲ τὸν πῆχύν της καὶ μὲ τὸ τενεκεδένιο πενηνταράκι της τὸ κατακάθισμα τοῦ λαδιοῦ ἀπὸ τὸ νερὸν καὶ ἀπὸ τὴν λάσπην. Ὁ Κύριος εἰσήκουσε τὰς δεήσεις τῶν πτωχῶν καὶ τοὺς στεναγμοὺς τῶν πενήτων, καὶ ἐσώρευσε τόσας νεφέλας εἰς τὸν αἰθέρα, καὶ ἤστραψε καὶ ἐβρόντησε τόσον τρομακτικὰ εἰς τὸ στερέωμα, καὶ ἔρριψε τόσον ἄφθονον νερὸν εἰς τὸ παραθαλάσσιον χωρίον, ὥστε νὰ ἐξαλειφθῇ πᾶσα ἀκαθαρσία εἰς τὴν γειτονιὰν καὶ νὰ γίνῃ ἓν ἡ γῆ καὶ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ θάλασσα.

Συνέχεια

Πάσχα το τερπνόν (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

Συνέχεια

Χωρίς στεφάνι (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Κοινωνικό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που πρωτοδημοσιεύτηκε στις 24 Μαρτίου 1896, στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Εκτυλίσσεται στην Αθήνα, περί τα τέλη του 19ου αιώνα, με ηρωίδα μια κατατρεγμένη δασκάλα, τη Χριστίνα, θύμα του πελατειακού κράτους (καθώς τότε ακόμα δεν υφίστατο η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων) και του εραστή της. Ο Παπαδιαμάντης μας παρουσιάζει, επίσης, μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα -τις δούλες και τις παραμάνες- στις μεγάλες στιγμές της Αναστάσεως. Ένα διήγημα που μπορεί να ταιριάζει με αυτό που αποκαλούμε «ατμόσφαιρα των ημερών», όμως θίγει διαχρονικά ζητήματα της κοινωνίας μας, ενώ έχει μεγάλο ενδιαφέρον ο τρόπος που τα προσεγγίζει ο μεγάλος Παπαδιαμάντης.

Συνέχεια

Να γιατί γράφω… (Οδυσσέας Ελύτης)

«La double vie de Véronique» by Krzysztof Kieślowski (frenchfilmmusica.wordpress.com)

Να γιατί γράφω. Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε ν’ ανιχνεύσει η ζωή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος και ο Άδης αγγίζονται. Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε τον κόσμο της φθοράς που, έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο θάνατος είναι η μόνη οδός για Ανάσταση.

Συνέχεια

Η συγγραφική τέχνη του Παπαδιαμάντη

Οι αντιλήψεις του Παπαδιαμάντη σχετικά με την τέχνη δεν αφίστανται πολύ από το πνεύμα της λειτουργικής τέχνης, την οποία υπηρέτησε φωνητικά ως ψάλτης, αλλά και γραφικά ως συγγραφέας. Είναι από τους λίγους που πιστεύουν ότι ζωή και τέχνη δεν είναι δυο άσχετα πράγματα, αλλά δυο έννοιες αλληλοσυνδεόμενες και αλληλοσυμπληρούμενες.

Συνέχεια