Ο Όσιος Αυξέντιος καταγόταν από την Συρία. Έζησε στην Κωνσταντινούπολη επί αυτοκράτορος Θεοδοσίου Β’ του Μικρού (408-450 μ.Χ.) και κατείχε το αξίωμα του σχολαρίου του στρατηλάτου. Η φιλήσυχη και φιλομόναχη διάθεσή του και η αγάπη του για τον ασκητικό βίο, τον οδήγησε στο να γίνει μοναχός. Εγκατέλειψε λοιπόν τις τιμές και τα αξιώματά του και αποσύρθηκε σε όρος πετρώδες της Χαλκηδόνος, την Οξεία Πέτρα, όπου και ασκήτευε, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την μελέτη και σπουδή της Αγίας Γραφής. Τόση δε ήταν η φήμη του για τις σπάνιες αρετές και την βαθιά θεολογική μόρφωσή του, ώστε προσκλήθηκε στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο, που συνεκλήθη το έτος 451 μ.Χ. στην Χαλκηδόνα για να καταδικάσει τις κακοδοξίες του Ευτυχούς.
Ο Όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης γεννήθηκε το έτος 1255 μ.Χ. στο χωριό Κούκουλο, πλησίων των Κλαζομενών της Μικράς Ασίας (αρχαίας πόλεως 40 χλμ. νοτιοδυτικά της Σμύρνης), από ευλαβείς και πλούσιους γονείς, από τους οποίους, παράλληλα με τους ευσεβείς διδασκάλους του, έμαθε τα πρώτα ιερά γράμματα. Κατόπιν πήγε στην Κύπρο, όπου έζησε για μικρό χρονικό διάστημα κοντά σε κάποιον ενάρετο μοναχό και έγινε και ο ίδιος δόκιμος και στη συνέχεια μετέβη στο όρος Σινά. Εκεί έλαβε τη μοναχική κουρά και έζησε ασκώντας την υπακοή και την ταπεινοφροσύνη, με αυστηρή νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Από το Σινά αναχώρησε για τα Ιεροσόλυμα, ως επισκέπτης και προσκυνητής του Παναγίου Τάφου και των λοιπών προσκυνημάτων της Παλαιστίνης και κατόπιν ήλθε στην Κρήτη, στους Καλούς Λιμένες, όπου διδάχθηκε τη νοερά προσευχή από τον ερημίτη Αρσένιο τον Αγιοφαραγγίτη.
O Όσιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης γεννήθηκε στην Αίγυπτο περί το 360 μ.Χ. από γονείς θεοφιλείς και ήταν συγγενής των Πατριαρχών Αλεξανδρείας Θεοφίλου (385-412) και Κυρίλλου Α’ (412-444). Σε νεαρή ηλικία έλαβε μεγάλη και θαυμαστή θεολογική και φιλοσοφική γνώση. Στην αρχή εργάσθηκε ως διδάσκαλος και κατηχητής της εκκλησίας της Αλεξάνδρειας. Επιζητώντας όμως την ησυχία για να δύναται να ασχοληθεί με το έργο της ζωής του, τη μελέτη των Αγίων Γραφών, αποσύρθηκε σε κάποιο μοναστήρι στο όρος Πηλούσιο, γι’ αυτό έλαβε και το όνομα «Πηλουσιώτης». Αργότερα δέχεται την πρόταση να γίνει ιερέας και στη συνέχεια εκλέγεται πανηγυρικά ηγούμενος στο μοναστήρι του.
Ο Άγιος Ηλίας γεννήθηκε στην Καλαμάτα από γονείς ευσεβείς. Ασκούσε το επάγγελμα του κουρέα και είχε μεγάλη υπόληψη από τους προεστούς της Καλαμάτας. Μιλώντας κάποτε σ’ αυτούς, τους προέτρεψε να ενεργήσουν για να ελαφρυνθούν οι φόροι που επέβαλλαν οι Τούρκοι στους χριστιανούς, διότι αλλιώς κινδύνευαν να αρνηθούν την πίστη των πατέρων τους. Οι προεστοί διαφωνούσαν μαζί του λέγοντας ότι οι Χριστιανοί δεν κινδυνεύουν ν’ αρνηθούν την πίστη τους. Τότε εκείνος τους είπε, εμένα αν κάποιος μου δώσει ένα φέσι γυρίζω το φύλλο. Τότε ένας προεστός, για αστείο, έστειλε και του αγόρασε ένα φέσι. Εκείνος πήγε αμέσως στον δικαστή και έγινε μουσουλμάνος, γεγονός που λύπησε όλους τους Χριστιανούς.
Ανάμεσα στα ολίγα σωζόμενα πνευματικά διαμάντια της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ισάξιος στην πολυμάθεια με τον Μέγα Βασίλειο, στη γλυκύτητα και στη γλαφυρότητα του λόγου με τον Θείο Χρυσόστομο, σύγχρονος και με τους δύο, είναι ο Όσιος και Θεοφόρος Πατέρας μας και Οικουμενικός Διδάσκαλος, Εφραίμ ο Σύρος.
Η εκκλησία μας σήμερα εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη του οσίου Ξενοφώντος και της οικογένειάς του. Ο όσιος Ξενοφών, η σύζυγός του Μαρία και τα δύο του παιδιά: Αρκάδιος και Ιωάννης, είν’ ένα παράδειγμα άγιας οικογένειας πολύ διδακτικό και μάλιστα στον καιρό μας. Γενική είναι η γνώμη και η ανησυχία ότι ο θεσμός της οικογένειας περνάει μεγάλη κρίση, κι όλοι όσοι σκέφτονται σωστά, ζητούν στηρίγματα για να ενισχύσουν το κύτταρο του κοινωνικού βίου, που είναι η οικογένεια. Παραδείγματα σαν των αγίων, που εορτάζει σήμερα η εκκλησία μας, είναι πολύ διδακτικά για τους χριστιανούς. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε και προβάλλει η εκκλησία το βίο και την πολιτεία των αγίων.
Ο άγιος Ξενοφών και η σύζυγός του Μαρία ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέα Ιουστινιανού, πλούσιοι και ευσεβείς χριστιανοί στην Κωνσταντινούπολη. Όχι πως πάντα η ευσέβεια συνοδεύει τον πλούτο, μα ο Ξενοφών και η Μαρία ήσαν καλοί χριστιανοί και νοικοκυρεμένοι άνθρωποι. Είχαν δυο παιδιά, τον Αρκάδιο και τον Ιωάννη και φρόντιζαν για την καλή τους αποκατάσταση, όπως αυτή είναι η φροντίδα και το όνειρο των καλών γονέων. Ο Ξενοφών λοιπόν και η Μαρία ανάθρεψαν πρώτα κι έβαλαν στο δρόμο του Θεού τα παιδιά τους και φρόντισαν ύστερα να τους δώσουν καλά εφόδια και για το βίο τους. Σήμερα ίσως αυτό το καταλαβαίνουμε περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, αφού τόσο απασχολεί τους γονείς η επαγγελματική αποκατάσταση των παιδιών.
Αφού λοιπόν ο Αρκάδιος και ο Ιωάννης έκαμαν τις πρώτες σπουδές των στην Κωνσταντινούπολη, οι γονείς των, μια και είχαν τα μέσα, αποφάσισαν να τα στείλουν στη Βηρυτό, για να σπουδάσουν τη νομική επιστήμη˙ η Βηρυτός τότε ήταν κέντρο ανώτερων σπουδών. Πήραν λοιπόν τα παιδιά την ευχή των γονέων τους και ξεκίνησαν για την πόλη, όπου θα έβρισκαν ανώτερες Σχολές και δασκάλους, για να σπουδάσουν την επιστήμη, που είχε τότε μεγάλη πέραση, και που θα τους εξασφάλιζε μια καλή σταδιοδρομία στις δημόσιες υπηρεσίες του μεγάλου Βυζαντινού Κράτους. Θα ταξίδευαν από θάλασσα, μα πρέπει να σκεφτούμε ποια ήσαν τα πλοία του καιρού εκείνου και να μη μας φανεί παράξενο ότι το πλοίο ναυάγησε κι ο Ξενοφών κι η Μαρία έχασαν τα ίχνη των παιδιών τους.
(sansimera.gr)
Όχι μόνο ένα πλοίο του καιρού εκείνου κινδύνευε εύκολα σε μια θαλασσοταραχή να ναυαγήσει, αλλά κι όλα τα άλλα μέσα που ξέρουμε τώρα δεν υπήρχαν, για να μάθει κανείς και να πληροφορηθεί τι απόγιναν οι ναυαγοί. Χάθηκαν λοιπόν πραγματικά τα ίχνη των δύο αδελφών κι οι γονείς των δεν είχαν τρόπο να τα αναζητήσουν και να τα βρουν. Ξεκίνησαν λοιπόν από την Κωνσταντινούπολη για τα μέρη της Συρίας και της Παλαιστίνης, μήπως βρουν τα παιδιά τους. Αυτή ήταν μια απόφαση πολύ τολμηρή και, σαν από την αρχή, καταδικασμένη σε αποτυχία. Μα οι δυο χριστιανοί σύζυγοι ξεκίνησαν με την αγάπη στα παιδιά τους και με την ελπίδα στο Θεό. Και δεν γελάστηκαν, γιατί όσα δεν μπορούν οι άνθρωποι τα μπορεί ο Θεός, και «η ελπίς ου καταισχύνει».
Περιπλανώμενοι και αναζητώντας τα παιδιά τους, ο Ξενοφών και η Μαρία έφτασαν στα Ιεροσόλυμα. Η αγία Πόλη τότε ήταν εκκλησιαστικό πνευματικό κέντρο, με λαμπρές εκκλησίες που είχε κτίσει η αγία Ελένη και με πολλά μικρά και μεγάλα μοναστήρια, στα οποία ασκήτευαν σπουδαίοι μοναχοί και Πατέρες. Εκεί λοιπόν, οδηγούμενοι από το Θεό, οι δυο χριστιανοί σύζυγοι Ξενοφών και Μαρία βρήκαν τα παιδιά τους, τον Αρκάδιο και τον Ιωάννη. Και πώς τα βρήκαν τάχα; Όχι δυο ναυαγησμένους και αποτυχημένους νέους, να γυρίζουν εξαθλιωμένοι στο δρόμο, αλλά δυο νέους ντυμένους το μοναχικό ένδυμα. Το ναυάγιο στη θάλασσα ήταν η επιτυχία των δύο αδελφών στη στεριά! Αντί να σπουδάσουν στη Βηρυτό, έγιναν μοναχοί στα Ιεροσόλυμα. Ίσως την ώρα του κινδύνου να έταξαν και να αφιέρωσαν τον εαυτό τους στο Θεό.
Αλλά είναι αντάξιος κι ο τρόπος, με τον οποίο οι γονείς χαιρέτισαν και πανηγύρισαν την ανακάλυψη των παιδιών τους. Τάχα λυπήθηκαν, που τους είδαν μοναχούς; Τάχα θέλησαν να τους πάρουν από το μοναστήρι και να γυρίσουν στο σπίτι τους; Τέτοια κάνουν πολλοί, όταν δουν τα παιδιά τους μοναχούς. Αλλά ο Ξενοφών και η Μαρία, σαν ευσεβείς χριστιανοί, έκαμαν κάτι άλλο. Γεμάτοι χαρά για την ανεύρεση των παιδιών τους και γεμάτοι ευγνωμοσύνη στο Θεό, έγιναν κι εκείνοι μοναχοί. Έτσι ο Ξενοφών και η Μαρία, ο Αρκάδιος και ο Ιωάννης έκαμαν τώρα μια πρότυπη μοναστική αδελφότητα. Η σωφροσύνη και η αγιότητα είναι ο κανόνας και η παράδοση της Ορθοδοξίας.
(orthodoxia-online)
Απολυτίκιον Ως γενεά ευλογητή τω Κυρίω, της ουρανίου ηξιώθησαν δόξης, ασκητικώς δοξάσαντες Χριστόν επί της γης. Ξενοφών ο Όσιος, και η τούτου συμβία, συν τοις αριστεύσασιν, ιεροίς αυτών τέκνοις, ους ευφημούντες είπωμεν φαιδρώς χαίροις Οσίων χορεία τετράριθμε.
Ο Όσιος Διονύσιος (κατά κόσμον Δημήτριος) γεννήθηκε από πτωχούς αλλά πιστούς γονείς, τον Νικόλαο και την Θεοδώρα, περίπου το 1500, στο χωριό Σκλάταινα Μουζακίου Καρδίτσης, στη σημερινή Δρακότρυπα. Από νωρίς έδωσε δείγματα αφοσιώσεως στον Θεό και αγάπης προς το μοναχισμό.
Ο Κύριος μας αξίωσε την Μητέρα Του, να την έχουμε και εμείς Μητέρα Πνευματική. Είμεθα αληθώς τέκνα της Παναγίας Μητρός του Θεού; Πόσες φορές η Παναγία μας δεν επεμβαίνει με τις φιλάνθρωπες της δεήσεις να κατευνάσει και αυτόν τον θυμό του Κυρίου μας, όταν τα πολλά και μεγάλα μας λάθη Τον παροργίζουν υπερβολικά! Ας δούμε λοιπόν, γιατί η ομώνυμη εικόνα της Παναγίας ονομάστηκε «Παραμυθία». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το παρακάτω θαύμα, στο οποίο η Παναγία μας έσωσε τους αμελείς μοναχούς ενός μοναστηριού στο Άγιον Όρος από τους πειρατές.
Μάξιμος είναι το μοναχικό του όνομα. Όταν ο μοναχός Μάξιμος μετέβη στη Ρωσία και παρέμεινε εκεί, οι Ρώσοι του έδωσαν την προσωνυμία Γραικός. Μαξίμ Γκρέκ τον ονόμαζαν, λόγω της καταγωγής του από την Ελλάδα, και μ’ αυτό το όνομα έμεινε γνωστός. Το κοσμικό όνομα του Αγίου ήταν Μιχαήλ Τριβώλης και γεννήθηκε στην Άρτα, το 1470 μ.Χ., περίπου. Οι γονείς του Μανουήλ και Ειρήνη ήταν πλούσιοι και ευσεβείς. Η οικογένεια Τριβώλη, οικογένεια λογίων με επιφανείς προγόνους στην Κωνσταντινούπολη και στην αυλή των δεσποτών του Μυστρά, ανήκε στη χορεία των λογίων που συνόδευσαν τον Θωμά Παλαιολόγο κατά την έξοδό του από το Μυστρά, λίγο πριν από την πτώση του Δεσποτάτου.
Ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας γεννήθηκε στην Μελιτηνή της Αρμενίας, το έτος 377 μ.Χ. κατά τους χρόνους της βασιλείας του Γρατιανού (375-383 μ.Χ.). Οι γονείς του Παύλος και Διονυσία, ανήκαν σε επίσημη γενιά. Άτεκνοι όντες, αξιώθηκαν ν’ αποκτήσουν παιδί, το οποίο αφιέρωσαν στη διακονία του Θεού. Του έδωσαν δε, κατά θεία επιταγή, το όνομα Ευθύμιος, αφού με την γέννησή του τους χάρισε την ευθυμία, την χαρά και την αγαλλίαση. Σε ηλικία μόλις τριών ετών ο Ευθύμιος έχασε τον πατέρα του. Τότε η χήρα μητέρα του τον παρέδωσε στον ευλαβή Επίσκοπο της Μελιτηνής Ευτρώιο, ο οποίος, μαζί με τους αναγνώστες Ακάκιο και Συνόδιο που έγιναν αργότερα Επίσκοποι Μελιτηνής, τον εκπαίδευσε καλώς και, αφού τον κατέταξε στον ιερό κλήρο, τον τοποθέτησε έξαρχο των μοναστηρίων.
Στις ερημιές, πάνω στ’ απόκρημνα βράχια, αλλά και στους οικισμούς των νησιών, πολλοί είναι οι ναοί, οι μονές και τα ξωκλήσια που έχουν αφιερώσει με ευλάβεια οι πιστοί στην χάρη του Αγίου Αντωνίου, του μεγάλου αγίου ερημίτη και ασκητή της Ορθοδοξίας, που εορτάζει στις 17 Ιανουαρίου. Ας γνωρίσουμε καλύτερα μερικά από αυτά.
Σε κανέναν Άγιο της Εκκλησίας μας δεν έκανε τόσες και τέτοιες άγριες επιθέσεις πειρασμών ο διάβολος, όσες στον Μέγα Αντώνιο. Μεταχειρίστηκε ο δόλιος όλα τα μέσα για να τον γκρεμίσει, άλλα δεν μπόρεσε. Πάμπλουτος αλλ’ αγράμματος, γεννήθηκε το 251 μ.Χ. στην Αίγυπτο. Ιδιαίτερη πατρίδα του ήταν ένα μικρό χωριό, Κόμα ονομαζόμενο, που βρισκόταν ανατολικά της όχθης του ποταμού Νείλου, στην Νότιο Μέμφιδα. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι και ευσεβείς χριστιανοί. Μπορούσαν να δώσουν μεγάλη μόρφωση στον μικρό τους Αντώνιο και να τον αναδείξουν μεγάλο επιστήμονα, αλλά τους φόβιζε η συναναστροφή στο σχολείο με τα παιδιά των ειδωλολατρών. Δεν ήθελαν να χάση την πίστη του το παιδί τους, από την πλάνη της ειδωλολατρίας. Προτιμούσαν να δουν το παιδί τους στον Παράδεισο αγράμματο, παρά γραμματισμένο στην Κόλαση.
Την 2η Κυριακή του Ιανουαρίου εκάστου έτους, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, με απόφασή της, της 4ης Σεπτεμβρίου 1998, καθόρισε την μνήμη και τιμή ολόκληρης της οικογενείας του Μεγάλου Βασιλείου, που είχε δέκα τέκνα και ανέδειξε οκτώ (8) αγίους της Ορθοδόξου πίστεώς μας, τον Μέγα Βασίλειο, τους γονείς τους Αγίους Βασίλειο και Εμμέλεια, τον Άγιο Γρηγόριο Επίσκοπο Νύσσης, την Οσία Μακρίνα, τον Άγιο Πέτρο Επίσκοπο Σεβαστείας, την Αγία Θεοσεβία καί τον Άγιο Ναυκράτιο.
Ο Άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε στη Νεοκαισάρεια του Πόντου το 332 μ.Χ. και ήταν αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου. Παίρνει την ίδια μόρφωση με τον μεγάλο του αδελφό, ξεχωρίζει δε κι αυτός για την ευφυΐα του, την επιμέλειά του και την φιλοσοφικότατη ιδιοφυΐα του και είχε χειροτονηθεί αναγνώστης. Νυμφεύεται τη Θεοσέβεια, που γρήγορα την αρπάζει ο θάνατος. Ισχυρός χαρακτήρας καθώς ήταν, δεν απελπίζεται, και στα σαράντα του χρόνια γίνεται επίσκοπος Νύσσης (σήμερα Νεμσεχίρ), μιας κωμοπόλεως της Καππαδοκίας.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]