Στις 18 Ιανουαρίου 1953 η Ελένη Σκούρα άνοιξε την πόρτα της Βουλής στις γυναίκες. Η καθολική ψήφος για τις γυναίκες κατοχυρώθηκε το 1952, αλλά η πλήρης συμμετοχή τους στα κοινά ήρθε με την πάροδο του χρόνου και μετά από μακροχρόνιους αγώνες.
Από κάποιο μακρινό μάθημα εγκληματολογίας στη Νομική Σχολή της Αθήνας, αρχές της δεκαετίας του ‘90… Τότε που μέσα από την πυραμίδα της «αφανούς εγκληματικότητας» μαθαίναμε πόσο μεγάλος είναι ο αριθμός των πραγματικά τελούμενων εγκλημάτων (η πλατιά βάση), πόσο μικρότερος σε σύγκριση με αυτόν είναι ο αριθμός των εγκλημάτων που καταγγέλλονται στις αρχές (κατώτερο ενδιάμεσο στάδιο), πόσο ακόμα μικρότερος είναι ο αριθμός των εγκλημάτων που τελικώς διώκονται από τις αρχές χάρη στις υπάρχουσες ενδείξεις (μεσαίο στάδιο), πόσο πιο μικρός και από αυτόν είναι ο αριθμός των εγκληματιών που καταδικάζονται από τα δικαστήρια (ανώτερο ενδιάμεσο στάδιο) και πόσο τελικά απειροελάχιστος, σε σύγκριση με τη βάση, είναι ο αριθμός των εγκλημάτων των οποίων οι δράστες παραμένουν έγκλειστοι στις φυλακές (κορυφή πυραμίδας).
«Γίνεσθε οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί» (Λουκ. 6,36)
Μπαίνοντας στην είσοδο του χωριού και λίγο πριν προχωρήσεις στον δρόμο που οδηγεί προς την κεντρική πλατεία, μία σχεδόν ανεπαίσθητη μυρωδιά λάσπης έρχεται στα ρουθούνια σου. Αναρωτιόμαστε αν η μυρωδιά αυτή είναι δημιούργημα της φαντασίας μας, επειδή ξέραμε ακριβώς πού πηγαίνουμε, ή αν ήταν αληθινή. Μέχρι τώρα δεν έχουμε βρει την απάντηση.
Στο χωριό Ποταμούλα της Αιτωλοακαρνανίας συναντάμε τον κύριο Γιώργο. Για 34 χρόνια, από το 1973 έως το 2007, υπηρέτησε ως ταχυδρόμος διανύοντας αμέτρητα χιλιόμετρα με τα πόδια, διανέμοντας γράμματα, δέματα και νέα σε κάθε γωνιά της περιοχής. Η παιδική του ηλικία σημαδεύτηκε από τη φτώχεια. Μεγάλωσε σε μια παράγκα, με λιγοστό φαγητό και ό,τι ρούχα έβρισκε. Παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να σκαρφαλώσει προς τα πάνω. Μετά τη θητεία του στο στρατό, ακολούθησε το επάγγελμα του ταχυδρόμου, μιας εποχής όπου η στολή, η τσάντα και η σφυρίχτρα αποτελούσαν αναπόσπαστα κομμάτια του.
Το «άθλημα της πόλης», δηλαδή η υπεύθυνη και σοβαρή ενασχόληση με τα κοινά, έχει ανάγκη από ανθρώπους χαρισματικούς και αξιόπιστους. Ο Μέγας Φώτιος, η κορυφαία αυτή μορφή της Βυζαντινής Αναγέννησης, μας έχει υποδείξει, ήδη από τον Μάιο του 861 μ.Χ., όλους τους αναγκαίους κανόνες τη «χρηστής διοίκησης», καταδεικνύοντας μοναδικά και πώς οι θεμελιώδεις αρχές της αρχαιοελληνικής δημοκρατίας και του χριστιανισμού είχαν ενσωματωθεί στο Βυζαντινό πολίτευμα.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]