(εικόνα: Αγία Θεοδώρα, σχέδιο εξωφύλλου του βιβλίου του Δ. Φερούση, «Θεοδώρα Κομνηνή – Βασίλισσα και Μοναχή», εκδ. Ακρίτας , 1997)
Μια πλειάδα αγίων της Εκκλησίας μας υπήρξαν βασιλείς, οι οποίοι υπερέβησαν την εγκόσμια δόξα και τον πειρασμό της εξουσίας και πολιτεύτηκαν σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου και προσάρμοσαν τη ζωή τους στη ζωή του Χριστού. Μια τέτοια αγιασμένη μορφή υπήρξε και η αγία Θεοδώρα η βασίλισσα της Άρτας. Γεννήθηκε στα Σέρβια της Κοζάνης, το 1210. Ο πατέρας της ονομαζόταν Ιωάννης Πετραλίφας και ήταν σεβαστοκράτορας και διοικητής της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Η μητέρα της Ελένη ανήκε σε οικογένεια αριστοκρατών της Κωνσταντινουπόλεως. Η οικογένεια του πατέρα της ήλκε την καταγωγή του από την φημισμένη ιταλική οικογένεια των Πετραλίφα. Πρόγονός της υπήρξε ο Πέτρος di Alife, ο οποίος είχε πάρει μέρος στην Α’ Σταυροφορία, τον 11ο αιώνα.
Πού πάνε όλα αυτά τα παιδιά, που ανάμεσά τους κανένα δεν γελά; Αυτές οι γλυκές, σκεφτικές υπάρξεις που ο πυρετός αδυνατίζει; Αυτά τα κορίτσια των οχτώ χρόνων που περπατούν μόνα τους; Δουλεύουν δεκαπέντε ώρες κάτω από τις μυλόπετρες κάνοντας από την αυγή ως το βράδυ αδιάκοπα την ίδια κίνηση. Στην ίδια φυλακή, την ίδια κίνηση. Σκυμμένα πάνω από μια σκοτεινή μηχανή, το αποτρόπαιο τέρας, που καταβροχθίζει τα πάντα μέσα στο σκοτάδι. Αθώοι σε κάτεργο, άγγελοι στην κόλαση.
Οι περισσότερες παραδοσιακές συνταγές για κολοκυθοκορφάδες (κολοκυθανθούς) βασίζονται σε γέμιση από ρύζι. Εξαιρετική είναι ωστόσο και η επιλογή της γέμισης από πλιγούρι που αποδίδει έναν ευωδιαστό, πεντανόστιμο και ελαφρύ μεζέ για τα καλοκαιρινά σας γεύματα, που θα αγαπήσετε ξεχωριστά! Η συνταγή είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στην ανατολική Κρήτη αλλά και στα περισσότερα Κυκλαδονήσια, όπου στη γέμιση των πατροπαράδοτων κολοκυθοκορφάδων συχνά το ρύζι αντικαθίσταται από το πλιγούρι ή ακόμα και από τον ξινό τραχανά, με προσμίξεις φρέσκων, δροσερών μυρωδικών και λαχανικών που δίνουν μοναδικά, γευστικά πιάτα. Το φαγητό αυτό, που αποτελείται εξ ολοκλήρου από υλικά της γης, προσφέρεται την περίοδο αυτή και για τη νηστεία του Δεκαπενταύγουστου.
Την πρώτη Κυριακή των Νηστειών τελούμε την ανάμνηση της αναστήλωσης των αγίων και σεπτών εικόνων, η οποία έγινε από τους αείμνηστους αυτοκράτορες Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ και Θεοδώρα, τη μητέρα του, επί Πατριαρχίας του αγίου Μεθοδίου του Ομολογητού.
Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας (8 Μαρτίου)
Δεν είναι η γιορτή της γυναίκας ημέρα για λουδουδάκια, σοκολατάκια και συνάξεις γυναικοπαρεών για καλοπέραση. Είναι μια εργατική πρωτομαγιά που προηγήθηκε της γνωστής, διότι αν και οι γυναίκες ανήκαν στο ανθρώπινο είδος, επί αιώνες εργαζόταν πολλές φορές διπλάσια από ό,τι το «ισχυρό φύλο». Τα δικαιώματά τους ως ανθρώπινο είδος τα κατέκτησαν μετά από πολλά εργατικά «ατυχήματα», πολύ ξύλο και απίστευτη διαπόμπευση τόσο από την κοινωνία των ανδρών όσο και από το οικείο τους περιβάλλον. Ενώ τα πρώτα συνδικάτα στο Σικάγο εξεγέρθηκαν υπέρ των εργατικών δικαιωμάτων τους τον Μάιο 1886, η πρώτη διαμαρτυρία εργατριών για τις άθλιες συνθήκες εργασίας τους στα κλωστοϋφαντουργεία της Αμερικής έγινε 10 χρόνια νωρίτερα, τον Μάρτιο του 1857.
Πριν λοιπόν, αρχίσουν τα «χρόνια πολλά» και οι ηλεκτρονικές καρδούλες να στέλνονται σε γυναίκες που ούτε καν γνωρίζουν τι αντιπροσωπεύει η 8η Μαρτίου, καλό θα είναι να διαβάσουν σελίδες ιστορίας του γυναικείου κινήματος. Μία από αυτές είναι η ακόλουθη που δεν είναι ροζ αλλά κατακόκκινη όπως και το αίμα που έχυσαν για ένα κομμάτι ψωμί οι προγιαγιάδες όλων των γυναικών του κόσμου για να μην διανοηθεί κανείς ότι τις εγγόνες τους θα τις μεταχειρίζονται μόνο ως άξιες για ένα μπουκέτο λουλούδια σαν να είναι πραγματικά οι ασθενείς του ανθρώπινου είδους.
Μόνο όταν το ανθρώπινο μάτι βλέπει τη φρίκη, τότε αρχίζει η συνείδηση να αναζητά το δίκαιο. Η φρίκη που αντίκρισαν οι Νεοϋορκέζοι ήταν η αιτία να αλλάξουν ριζικά στην Αμερική οι συνθήκες εργασίας, αλλά και να κατοχυρωθούν τα δικαιώματα όλων των εργαζομένων.
Η πυρκαγιά στο εργοστάσιο γυναικείων πουκαμίσων της «Triangle Shirtwaist» είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν την ζωή τους 131 εργάτριες και 17 εργάτες με τραγικό τρόπο. Οι ιδιοκτήτες του εργοστασίου, Max Blanck και Isaak Harris, είχαν στήσει στο πολυόροφο κτήριο του Asch Building ένα σύγχρονο χώρο εκμετάλλευσης δούλων, οι οποίοι ήταν όλοι τους μετανάστες στη χώρα της «επαγγελίας». Στο εργοστάσιο δούλευαν 500 εργάτες ανάμεσα στους οποίους παιδιά που για ένα πενιχρό μεροκάματο έμπαιναν από την πόρτα το ξημέρωμα και έβγαιναν το βράδυ. Οι εργοστασιάρχες για να μην έχουν την έννοια ότι μπορεί κάποιος από τους εργάτες να κλέψει εμπόρευμα, αμπάρωναν τις πόρτες των ορόφων, όταν οι μηχανές δούλευαν.
Το χρονικό
Το απόγευμα του Σαββάτου της 25ης Μαρτίου του 1911 ξεσπάει φωτιά στον όγδοο όροφο του εργοστασίου και εργάτες αρχίζουν να φωνάζουν στους συναδέλφους τους να εγκαταλείψουν το κτήριο. Όσοι βρίσκονταν όμως στον ένατο και δέκατο όροφο ήταν κλειδωμένοι και ο επιστάτης που είχε τα κλειδιά είχε ήδη εγκαταλείψει το κτήριο. Κάποιες από τις εργάτριες κατάφεραν να προλάβουν να φύγουν από τους φλεγόμενους ορόφους από το ασανσέρ που μετέφερε μόνο εμπορεύματα και κάποιες από τη σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα του κτηρίου, αλλά η φωτιά πήρε τέτοιες διαστάσεις που και κι αυτές οι έξοδοι διαφυγής έκλεισαν για όσους απέμειναν πίσω.
Οι εργοστασιάρχες που εκείνη την μέρα ήταν με τα παιδιά τους στο εργοστάσιο ήταν οι πρώτοι που έφυγαν και στέκονταν έξω από το κτήριο παρακολουθώντας τη φρίκη που οι ίδιοι προκάλεσαν. Μέσα σε λίγα λεπτά οι Νεοϋορκέζοι μαζεύτηκαν για να δουν το πανδαιμόνιο που επικρατούσε, αλλά και να αλλάξει η ήσυχη ζωή τους για πάντα. Στα παράθυρα των τελευταίων ορόφων οι εργάτριες στέκονταν όρθιες και κρατώντας η μία το χέρι της άλλης βουτούσαν στο κενό για να μην καούν ζωντανές.
Οι πρώτοι που έπεσαν στο κενό ήταν ένας νεαρός άνδρας και ένα κορίτσι που αφού φιλήθηκαν έκαναν μαζί το τελευταίο μοιραίο βήμα. Η λεωφόρος των καφέ, των καταστημάτων και των εστιατορίων μέσα σε λίγα λεπτά έγινε μία αρένα νεκρών και η φρίκη δεν σταματούσε εκεί. Κάποιες από τις εργάτριες παρά τη μοιραία πτώση κείτονταν ζωντανές, ακόμα και επί 2 ώρες, αφήνοντας τα ουρλιαχτά τους να σημαδέψουν για πάντα τη μέχρι τότε ήσυχη ζωή των πολιτών της Νέας Υόρκης.
Η δικαιοσύνη δεν ήρθε ποτέ
Οι μετανάστριες εργάτριες και εργάτες δεν ήταν πια κάτι, αλλά ήταν άνθρωποι που πέθαιναν μπροστά τους για ένα μεροκάματο επιβίωσης. Από τους 148 μετανάστες εργάτες της πυρκαγιάς του «Triangle Shirtwaist Factory», οι έξι αναγνωρίστηκαν τον Φεβρουάριο του 2011. Για εκατό χρόνια ήταν θαμμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο χωρίς ταυτότητα και χωρίς δικαίωμα θρήνου συγγενών. Μόνο ένα θύμα ήταν 48 χρόνων, τα υπόλοιπα ήταν από 14 μέχρι 25 χρόνων.
Η δίκη των ιδιοκτητών ξεκίνησε 9 μήνες αργότερα και με δικηγόρο τον Max Steuer, εύπορο γιο μεταναστών από την Αυστρία, κατάφεραν να αθωωθούν υποστηρίζοντας ότι δεν γνώριζαν για το κλείδωμα των εξόδων φυγής, ενώ πήραν από την ασφαλιστική εταιρεία 60,000 δολάρια για ζημίες. Το 1913 ο Max Blanck, ο ένας εκ των συνεταίρων δολοφόνων, που συνέχιζε να είναι εργοστασιάρχης συνελήφθη για κλείδωμα πάλι των εργατών του νέου εργοστασίου του και το πρόστιμο που κλήθηκε να πληρώσει ήταν 20 δολάρια.
Μπορεί η δικαιοσύνη να πούλησε και μεταθανάτια τα θύματα αυτού του μεγάλου εργατικού δυστυχήματος, αλλά ο λαός έκανε λάβαρο τον θάνατό τους και μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις ξεκίνησαν στη Νέα Υόρκη. Τον Οκτώβριο του 1911 ιδρύθηκε και η Αμερικανική Ένωση Ασφάλειας Μηχανικών, η οποία είχε ως μέλημα την επιθεώρηση στους χώρους εργασίας της ασφάλειας του ανθρώπινου δυναμικού.
Ανάμεσα στους μάρτυρες θεατές εκείνου του ματωμένου Σαββάτου ήταν και ένα πρόσωπο το οποίο στιγματίστηκε τόσο από την εικόνα απόγνωσης του θανάτου των εργατών που άλλαξε, όταν ήρθε η ώρα, όλη την εργατική νομοθεσία της Αμερικής. Η Φράνσις Πέρκινς, η πρώτη γυναίκα Γραμματέας Εργασίας των ΗΠΑ. Μία γυναίκα που δεν ξέχασε τις γυναίκες που η ανάγκη της εργασίας τις έκανε μάρτυρες δουλείας εις το όνομα του κέρδους.
«Tώρα ειν’ αγιά Σαρακοστή, τώρα ειν’ άγιες μέρες που λειτουργούν οι εκκλησιές και ψέλνουν οι παπάδες και λένε τ’ άγιος ο Θεός και τ’ άγιο Ευαγγέλιο. Όποιος το λέγει σώζεται κι όποιος τ’ ακούει αγιάζει κι όποιος το καλοφουγκραστεί παράδεισο θα λάβει»
Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Στου Χατζηφράγκου» (1963). Στο έργο αυτό περιγράφονται με νοσταλγική διάθεση η ζωή και οι περιπέτειες μιας παρέας παιδιών σε μια γειτονιά (Στου Χατζηφράγκου) της Σμύρνης στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα ένα από τα παιδιά, γέρος πρόσφυγας πια στην Αθήνα, περιγράφει το έθιμο του πετάγματος των χαρταετών, που εκείνα τα χρόνια στη Σμύρνη τούς έλεγαν τσερκένια.
Ο Μάρτιος είναι ο μήνας των χελιδονιών και των πελαργών. Ο μήνας της βλάστησης και των πρώτων λουλουδιών. Ο μήνας του Ευαγγελισμού και της Εθνεγερσίας, μα και ο μήνας των μεγάλων αντιθέσεων και των απότομων μεταβολών. Καθώς υποδεχόμαστε την άνοιξη, σιγά – σιγά τα δέντρα, με πρώτη την αμυγδαλιά, μπουμπουκιάζουν και η πλάση στολίζεται από τα πολύχρωμα, μυρωμένα άνθη τους! Απρόβλεπτος, άτσαλος, πεισματάρης και ατίθασος, ο Μάρτης παραμένει ένας μήνας αγαπημένος και πάντα ευπρόσδεκτος καθώς σημαίνει τον ερχομό της Άνοιξης, της χαράς, της ζωής και της δημιουργίας! Ας τον υποδεχτούμε με την ευχή να είναι ευτυχισμένος και δημιουργικός για όλους! Καλό και ευλογημένο μήνα φίλοι μας!
Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατ’ είμ’ εγώ κι ο χτίστης, ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης. Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι. Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι. Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας, πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας. Εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης· του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης· και με το καριοφίλι μου και με το απελατίκι την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι. Κάλλιο φυτρώστε, αγριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι, κάλλιο φουσκώστε, πόταμοι, και κάλλιο ανοίχτε, τάφοι, και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε, αίμα, παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα. Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ’ αγρίμια ξανάρχεται. Καλώς να ’ρθεί. Γκρεμίζω την ασκήμια.
Ο Άγιος Ρηγίνος γεννήθηκε στη Λειβαδιά της Βοιωτίας στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. από ευσεβείς και ενάρετους γονείς, οι οποίοι τον βοήθησαν να λάβει την θύραθεν παιδεία αλλά και την ορθόδοξη αγωγή. Η αγάπη του για τον Κύριο και η πνευματική του πρόοδος τον μεταμόρφωσαν σε σκεύος εκλογής και σε ναό της Αγίας Τριάδας. Ο Άγιος έζησε την εποχή που βασίλευσαν οι δύο υιοί του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο μεν Κωνστάντιος στην Κωνσταντινούπολη (Ανατολή), ο δε Κώνστας στη Ρώμη (Δύση). Και οι δύο διάδοχοι του Μεγάλου Κωνσταντίνου είχαν ανατραφεί με τις αρχές της χριστιανικής πίστεως, αλλ’ ο μεν Κωνστάντιος συνειδητά είχε αποδεχθεί τις αρχές του Αρειανισμού, ο δε Κώνστας παρέμεινε πιστός στις δογματικές αποφάσεις της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Και οι δύο είχαν κοινά χαρακτηριστικά της θρησκευτικής τους πολιτικής, αφ’ ενός με την καταπολέμηση της εθνικής θρησκείας, αφ’ ετέρου δε την υπεράσπιση της ενότητας της Εκκλησίας.
Ένα από τα πλέον προβεβλημένα και αγαπημένα έθιμα των Ρωμιών της Πόλης ήταν το περίφημο πανηγύρι της Καθαράς Δευτέρας, το «Μπακλαχοράνι», όπως λεγόταν, το οποίο συγκέντρωνε ένα πλήθος κόσμου από όλες τις κοινότητες και τις κοινωνικές τάξεις. Τόσο οι χριστιανοί αστοί του Πέραν και άλλων συνοικιών όσο και οι κουτσαβάκηδες, οι μεταμφιεσμένοι φουστανελάδες, οι Λιάπηδες με τις μουστάκες και πολλοί άλλοι συνέρρεαν στην περιοχή και διασκέδαζαν. Το συγκεκριμένο πανηγύρι συνεχίστηκε και κατά την περίοδο της τουρκικής δημοκρατίας.
Η «Αποκριάτικη νυχτιά» είναι διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που πρωτοδημοσιεύτηκε στις 17 Φεβρουαρίου του 1892, στην εφημερίδα «Εφημερίς» των Αθηνών. Είναι έργο αθηναϊκό, ηθογραφικό, σατιρικό και αυτοψυχογραφικό, γιατί ο Σπύρος Βεργουδής είναι ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, στα πρώτα δραματικά του χρόνια στην Αθήνα.
Ο μεγάλος κωμικός με τη φανατική αφοσίωση στο θέατρο
Τι ήταν ακριβώς αυτός ο Μεγάλος που κηδεύσαμε προχθές; Ποια ήταν η μεγαλωσύνη του, από πού αντλούσε αυτή την εκπληκτική δημοτικότητα που απεκάλυψε η προχθεσινή θανή του; Εκείνες οι εξήντα χιλιάδες Αθηναίοι που καταπλημμύρισαν τα πεζοδρόμια και στάθηκαν ορθοί, δυο ώρες ολόκληρες, για να χειροκροτήσουν τον νεκρό Λογοθετίδη, ποιον είχαν έρθει να τιμήσουν; Τον ηθοποιό ή τον κωμικό; Τον καλλιτέχνη της σκηνής ή τον βιρτουόζο του παλκοσένικου που τους έκανε σαράντα χρόνια να γελούνε; Με ένα λόγο: τι εκπροσωπούσε ο Βασίλης Λογοθετίδης γι’ αυτές τις έξη μυριάδες θεατές που παρακολούθησαν δακρυσμένοι τη θανή του, και πέρα απ’ αυτούς, για ολόκληρο τον ελληνικό λαό που συγκλονίσθηκε απ’ το χαμό του;
Η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία, δια χειρός Φωτίου Κόντογλου, τοιχογραφία από το παρεκκλήσιο της Αγίας Ειρήνης Κηφισιάς Αττικής, ιδιοκτησίας Oικογ. Πεσμαζόγλου
Στις 19 Φεβρουαρίου είναι η μνήμη τῆς ἁγίας Φιλοθέης, ποὺ εἶναι πολιοῦχος τῶν Ἀθηνῶν μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη καὶ τὸν ἅγιο Ἰερόθεο. Ἡ ἁγία Φιλοθέη γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ γονιοὺς ἄρχοντες, μοναχοπαίδι τοῦ Ἀγγέλου Μπενιζέλου καὶ τῆς Συρίγας. Φιλοθέη ὀνομάσθηκε ὅταν ἔγινε καλογρηά, ἀλλὰ τὸ πρῶτο ὄνομά της ἦταν Ρεβούλα. Ἡ μητέρα της ἤτανε στείρα καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ νὰ τῆς δώσει τέκνο, καὶ μία νύχτα εἶδε πὼς βγῆκε ἀπὸ τὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας ἕνα φῶς δυνατὸ καὶ πὼς μπῆκε στὴν κοιλιά της. Κι᾿ ἀληθινά, τὸ φῶς ἐκεῖνο ἤτανε ἡ ἁγιασμένη ψυχῆ τῆς κόρης ποὺ γέννησε σ᾿ ἐννιὰ μῆνες. Ἀπὸ μικρὴ φανέρωνε μὲ τὰ φερσίματα καὶ μὲ τὰ αἰσθήματά της ποιὰ θὰ γινότανε ὑστερώτερα, στολισμένη μὲ κάθε λογῆς ἀρετή. Στὴν εὐσέβεια εἶχε γιὰ ὁδηγό της τὴν ἴδια τὴ μητέρα της ποὺ ἤτανε εὐλαβέστατη.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]