
Μία ημέρα σαν σήμερα, στις 16 Σεπτεμβρίου 1978, έφυγε από τη ζωή ο Λαυρέντης Διανέλλος, ο ηθοποιός που κατέχει ως σήμερα το ρεκόρ της συμμετοχής σε 195 ταινίες!
Αν κάποιος σας πει να του κατονομάσετε τον «απόλυτο βασιλιά του ελληνικού κινηματογράφου», είναι περίπου δεδομένο πως οι περισσότεροι από εσάς θα μιλήσετε για τον Παπαμιχαήλ, τον Αλεξανδράκη, τον Βέγγο, τον Κατράκη και πολλούς άλλους. Η αλήθεια είναι πως ελάχιστοι, ίσως και κανείς, δεν θα αναφερθεί στον Λαυρέντη Διανέλλο. Ο αγαπημένος «μπαμπάς» των ταινιών είναι ο απόλυτος ρέκορντμαν της λεγόμενης «Χρυσής Εποχής» ελληνικού κινηματογράφου.

Άγιος Λαυρέντιος Πηλίου
Παρά τους δεύτερους ρόλους που ενσάρκωνε μονίμως, ποτέ κανείς ηθοποιός δεν κατάφερε να φτάσει τον μαγικό αριθμό 195! Τόσες (ίσως και περισσότερες) ήταν οι ταινίες στις οποίες έπαιξε. Ο Λαυρέντης Διανέλλος δούλεψε ασταμάτητα για δεκαετίες, πέρασε από το θέατρο στον κινηματογράφο με την ίδια φυσικότητα και έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα του ελληνικού σινεμά. Το πρόσωπό του συνδέθηκε με τον πατέρα, τον μεροκαματιάρη, τον άνθρωπο της γειτονιάς, τον χωρικό, τον ιερέα, τον καθημερινό Έλληνα της μεταπολεμικής περιόδου.

Στην ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» (1948)
Μέχρι το τέλος του παρέμεινε ένας ιδιαίτερα διακριτικός άνθρωπος. Ο συγγραφέας Γιώργος Λαζαρίδης τον περιέγραψε ως «θαυμάσιο ηθοποιό» και «ακόμη πιο θαυμάσιο άνθρωπο», υπογραμμίζοντας ότι μπορούσε να έχει γυρίσματα για δύο ή και τρία έργα και να είναι πάντοτε προετοιμασμένος και συνεπής. Ο Διανέλλος έφυγε από τη ζωή έχοντας ένα ανεκπλήρωτο όνειρο, ένα κρυφό μεράκι: Να οδηγήσει ο ίδιος κάποια στιγμή ένα τρένο! Ίσως γι’ αυτό η μοίρα, λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, του έπαιξε ένα περίεργο παιχνίδι.

Ο «Μουτζούρης» το θρυλικό τραινάκι του Πηλίου
Από τον Άγιο Λαυρέντιο στην κορυφή του ελληνικού σινεμά
Ο Λαυρέντης Διανέλλος γεννήθηκε το 1911 στον Άγιο Λαυρέντιο Μαγνησίας, στο Πήλιο, και από τον τόπο καταγωγής του πήρε και το όνομά του. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο χωριό.

Με τη Γκέλη Μαυροπούλου και τη Τζόλη Γαρμπή στην ταινία «Ο Φανούρης και το σόι του» (1957)
Σε αντίθεση με άλλους συναδέλφους του εκείνης της γενιάς, η υποκριτική δεν ήταν το παιδικό όνειρο του Λαυρέντη Διανέλλου, ο οποίος αγαπούσε από μικρός τα τρένα και ήθελε να γίνει μηχανοδηγός! Η σχέση του με τον σιδηρόδρομο δεν ήταν μια περιστασιακή παιδική περιέργεια, αλλά μια αγάπη που διατηρήθηκε σε όλη του τη ζωή. Πριν ακόμη γνωρίσει το θέατρο, οι συρμοί και οι σταθμοί αποτελούσαν κομμάτι του κόσμου που τον γοήτευε.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εκεί βρέθηκε στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν και έγινε ένας από τους πρώτους μαθητές του. Το 1936 έκανε το θεατρικό του ντεμπούτο στον «Πλούτο» του Αριστοφάνη στο Θέατρο Τέχνης. Την ίδια περίοδο γνώρισε και τη Φρόσω Κοκκόλα, ηθοποιό και τραγουδίστρια δημοτικών τραγουδιών, με την οποία αργότερα παντρεύτηκε. Το ζευγάρι απέκτησε μία κόρη και παρέμεινε μαζί μέχρι τον θάνατο του ηθοποιού.
Από το 1936 έως το 1940 ο Διανέλλος συνεργάστηκε με τον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη. Ακολούθησε, το 1947, η συνεργασία του με τον θίασο του Βασίλη Λογοθετίδη, ενώ από το 1954 ξεκίνησε η μακρόχρονη συνεργασία του με τον Μίμη Φωτόπουλο, η οποία κράτησε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Στο θέατρο δεν περιορίστηκε σε ένα συγκεκριμένο είδος: πέρασε από το κλασικό ρεπερτόριο στην κωμωδία και την επιθεώρηση, ερμηνεύοντας έργα και χαρακτήρες διαφορετικής τεχνοτροπίας.

Με τον Δημήτρη Χορν στην ταινία «Μια ζωή την έχουμε» (1958)
Το απόλυτο ρεκόρ των 195 συμμετοχών σε ελληνικές ταινίες
Ο κινηματογράφος ήρθε λίγο αργότερα. Η πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση έγινε στην ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» του 1948, με τον Βασίλη Λογοθετίδη. Από εκεί και έπειτα άρχισε μια κινηματογραφική διαδρομή εξαιρετικής πυκνότητας. Ο Διανέλλος πιθανότατα είναι ο πλέον παραγωγικός ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου, με περίπου 195 συμμετοχές έως το 1973, ενώ υπάρχουν κάποιες πηγές που καταμετρούν περισσότερες από 200 ταινίες!


Με τη Τζένη Καρέζη και την Ειρήνη Κουμαριανού στην «Ερωτική Συμφωνία» (1972)
Η δεκαετία του 1950 και κυρίως εκείνη του 1960 αποτέλεσαν την περίοδο κατά την οποία η φυσιογνωμία του καθιερώθηκε στο ευρύ κοινό. Ο Διανέλλος μπορούσε να μετακινηθεί από το δράμα στην κωμωδία χωρίς να αλλάζει την αμεσότητα της ερμηνείας του. Δεν είχε ανάγκη από μεγάλους μονολόγους ή από θεαματικές μεταμορφώσεις. Η φωνή, το βλέμμα και η χαρακτηριστική του φυσιογνωμία και μερικές σκηνές αρκούσαν για να προσδώσουν υπόσταση στους ανθρώπους που υποδυόταν.
Ιδιαίτερη θέση στη φιλμογραφία του έχει η «Μανταλένα» του Ντίνου Δημόπουλου, το 1960, όπου υποδύθηκε τον πατέρα της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Ακολούθησαν συμμετοχές στις ταινίες «Μια ζωή την έχουμε», «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες», «Ο Θόδωρος και το Δίκαννο», «Το πιο λαμπρό αστέρι», «Η Αλίκη δικτάτωρ» και πολλές ακόμη. Στην οθόνη καθιερώθηκε έτσι σε μια μεγάλη σειρά ρόλων, συχνά ως πατέρας, οικογενειάρχης ή ο απλός άνθρωπος του λαού.

Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη στη «Μανταλένα» (1960)
Δεν ήταν, όμως, μονοδιάστατος ηθοποιός. Δεν περιορίστηκε στις κωμωδίες ή στους πατρικούς ρόλους. Στο «Ολοκαύτωμα» του 1971 τιμήθηκε με το Β’ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, επιβεβαιώνοντας ότι η παρουσία του μπορούσε να αποκτήσει ιδιαίτερο βάρος και σε πιο απαιτητικούς δραματικούς ρόλους. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 πέρασε και στη μικρή οθόνη, συμμετέχοντας σε παραγωγές της ΕΙΡΤ, μεταξύ άλλων στις «Αληθινές Ιστορίες». Η τελευταία κινηματογραφική του εμφάνιση καταγράφεται το 1975, στην ταινία «Στα δίχτυα του τρόμου».
Τίτλοι τέλους στο μακρινό Σιάτλ
Όπως ήδη αναφέρθηκε, παράλληλα με την καλλιτεχνική του πορεία, υπήρχε στη ζωή του Διανέλλου μια σταθερή αγάπη, ένα πάθος, ένα ανεκπλήρωτο όνειρο, που δεν είχε σχέση με τη σκηνή και την κάμερα: τα τρένα. Από παιδί ήθελε να γίνει μηχανοδηγός. Ακόμη και όταν είχε ήδη καθιερωθεί ως ηθοποιός, εξακολουθούσε να μιλά για την επιθυμία του να οδηγήσει κάποτε μια αμαξοστοιχία. Η Φίνος Φιλμ έχει διασώσει χαρακτηριστικά μια δική του φράση: «Με συγκινούν πολύ τα τρένα. Μου αρέσει να κάθομαι σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό και να χαζεύω τους συρμούς».

Με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ στα «Χαμένα όνειρα» (1958)
Ακόμη και στα χρόνια της απόλυτης αναγνωρισιμότητάς του, ο Διανέλλος συνήθιζε να πηγαίνει σε σταθμούς και απλά να χαζεύει τα τρένα να περνούν. Η εικόνα ενός καταξιωμένου ηθοποιού που μπορούσε να κάθεται σε έναν σταθμό απλώς για να βλέπει τα τρένα αποτυπώνει και μια πλευρά του χαρακτήρα του που δεν ήταν άλλη από την ταπεινότητα και το κυνήγι της προβολής, στο οποίο επιδίδονταν συστηματικά εκείνη την εποχή άλλοι συνάδελφοί του. Το 1975 άρχισε να αποσύρεται από την ενεργό δράση. Ήθελε να περάσει περισσότερο χρόνο με τη σύζυγό του, Φρόσω, στο σπίτι που είχαν δημιουργήσει στο Μάτι Αττικής. Η επαγγελματική του διαδρομή είχε ήδη φτάσει στο τελευταίο της στάδιο και ήθελε, πλέον, να βάλει τη ζωή σε διαφορετικό ρυθμό μακριά από τους απαιτητικούς ρυθμούς που έχει ένας αναγνωρισμένος καλλιτέχνης και τα ενοχλητικά φώτα της δημοσιότητας.
Δυστυχώς το 1977 διαγνώστηκε με καρκίνο. Αναζήτησε θεραπεία στις Ηνωμένες Πολιτείες και ταξίδεψε στο Σιάτλ. Το πάλεψε όσο μπορούσε. Πήγε μέχρι την άλλη άκρη του κόσμου προκειμένου να γίνει καλά. Εκεί νοσηλεύτηκε κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του. Ο θάνατός του ήρθε μία ημέρα σαν σήμερα, στις 16 Σεπτεμβρίου 1978, στο Σιάτλ, σε ηλικία 67 ετών.

Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός στις Μηλιές Πηλίου
Το νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν βρισκόταν κοντά σε σιδηροδρομική γραμμή και σταθμό. Κάπως έτσι, σχεδόν «μεταφυσικά», το τέλος της ζωής του συνδέθηκε – με απόλυτο και συγκινητικό τρόπο -με την αγάπη που τον είχε συνοδεύσει από την παιδική του ηλικία. Δεν έγινε ποτέ μηχανοδηγός, όπως ονειρευόταν. Έμεινε όμως ένας ηθοποιός που επί περισσότερες από τρεις δεκαετίες εργάστηκε σκληρά, με ταπεινότητα και με συνέπεια στο θέατρο, στον κινηματογράφο και αργότερα στην τηλεόραση, αφήνοντας πίσω του εκατοντάδες κινηματογραφικούς και θεατρικούς ρόλους.

Η σορός του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και κηδεύτηκε στη Ραφήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 1978. Η αγαπημένη του Φρόσω ήθελε να έχει κοντά της τον «Λαυρεντάκο» της. «Θα ’θελα να περνάγαμε τα στερνά μας χρόνια μαζί», έλεγε κλαίγοντας. Ο Τύπος της εποχής στα ρεπορτάζ για το «τελευταίο αντίο» στον Λαυρέντη Διανέλλου σχολίαζε δεικτικά το γεγονός ότι στην κηδεία του δεν παρευρέθηκαν παρά ελάχιστοι συνάδελφοι του.
Πηγή: reader.gr, finosfilm.com, facebook.com, epirus-tv-news.gr